Αρχική Blog Σελίδα 95

Πως διακρίνονται τα τέκνα του Θεού από τα τέκνα του διαβόλου (αγ. Ι. Πόποβιτς)

0
Πως διακρίνονται τα τέκνα του Θεού από τα τέκνα του διαβόλου (αγ. Ι. Πόποβιτς)

Πως διακρίνονται τα τέκνα του Θεού από τα τέκνα του διαβόλου

«Εν τούτω φανερά εστι τα τέκνα του Θεού και τα τέκνα του διαβόλου∙ πας ο μη ποιών δικαιοσύνην ουκ έστιν εκ του Θεού και ο μη αγαπών τον αδελφόν αυτού (Α’ Ιωάν. 3,10).»

 

Πως διακρίνονται τα τέκνα του Θεού από τα τέκνα του διαβόλου (αγ. Ι. Πόποβιτς)

Από το δίκαιο και την αγάπη διακρίνονται τα τέκνα του Θεού σ’ αυτόν τον κόσμο από τα τέκνα του διαβόλου. Ενώ τα τέκνα του διαβόλου διακρίνονται από την αδικία και τομίσος, από την αμαρτία και την ανομία.

Στην πραγματικότητα υπάρχουν στον κόσμο δύο οικογένειες: του Θεού και του διαβόλου. Κάθε άνθρωπος ανήκει σε μία απ’ αυτές. Εάν είναι φιλοδίκαιος, ανήκει στου Θεού. Εάν είναι φιλάμαρτος – στου διαβόλου.

«Ουκ έστιν εκ του Θεού» όχι μόνο όποιος πράττει αδικία, αλλά και «πας ο μη ποιών δικαιοσύνην»∙ «ουκ έστιν εκ του Θεού» όχι μόνο όποιος μισεί τον αδελφό του, αλλά και «ο μη αγαπών τον αδελφόν αυτού».

Είναι το αλάνθαστο ευαγγελικό θεανθρώπινο μέτρο που σωστά δείχνει σε ποια από τις δύο οικογένειες ανήκει κάθε άνθρωπος: στου Θεού ή στου διαβόλου. Το δίκαιο και η αγάπη: το δίκαιο ως σύνολο όλων των ευαγγελικών αρετών, η αγάπη ως θεϊκή δύναμη που τις πραγματώνει,είναι το σημάδι των παιδιών του Θεού, των υιών του Θεού σ’ αυτόν τον κόσμο.

Γι’ αυτά και δι’ αυτών εκείνοι ζουν και λόγω αυτών πεθαίνουν. Το ανθρώπινο ον μπαίνει στην οικογένεια του Θεού, στη βασιλεία του Θεού, μόνο εάν η δικαιοσύνη του είναι «πλείον των γραμματέων και Φαρισαίων» (Ματθ. Ε΄, 20), δηλαδή εάν είναι θεϊκή, θεανθρώπινη, και όχι ανθρώπινη, ουμανιστική, ανθρωποπρεπής.

π. Ιουστίνου Πόποβιτς, Ερμηνεία των Επιστολών του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου,
εκδόσεις εν Πλώ
© Copyright 2018 – Askitikon.eu

ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ: ΑΛΛΟΣ ΕΝΑΣ ΚΟΜΠΟΣ ΣΤΟ ΚΟΜΠΟΣΧΟΙΝΙ ΤΟΥ ΣΑΤΑΝΑ (Γ. Τζανάκης)

0
ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ: ΑΛΛΟΣ ΕΝΑΣ ΚΟΜΠΟΣ ΣΤΟ ΚΟΜΠΟΣΧΟΙΝΙ ΤΟΥ ΣΑΤΑΝΑ (Γ. Τζανάκης)

ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ: ΑΛΛΟΣ ΕΝΑΣ ΚΟΜΠΟΣ ΣΤΟ ΚΟΜΠΟΣΧΟΙΝΙ ΤΟΥ ΣΑΤΑΝΑ.

 

Μὴν περιμένετε ἐλευθερίαν ἀπὸ τοὺς Φράγκους·

ἔχουν βασιλέα ὁποὺ πωλεῖ κι᾿ ἀγοράζει·

ἡ τουρκικὴ βία καὶ ὁ λατινικὸς δόλος

θὰ θραύσῃ τὴν ἀσπίδα σας, ὅσον εὐρεῖα καὶ ἄν εἶναι.

ΛΟΡΔΟΣ ΜΠΑΫΡΟΝ

 μεταφρ. Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη. (Ἄπαντα. τομ5.σελ 258) 

 

Ὁ διάβολος χρησιμοποιῶντας τὰ ἐργαλεία του, τὸν αἱρετικὸ παπισμὸ τῆς δύσεως (καὶ ὅλα τὰ ἰδεολογικά του γεννήματα) σὲ συνεργασία μὲ τὸν ἱσλαμισμὸ τῆς ἀνατολῆς (καὶ ὅλα τὰ φανατικά του τέκνα) ἐτοιμάζει νέο μακελειὸ γιὰ τοὺς πληθυσμοὺς τῆς περιοχῆς μας πρὸς τέρψιν τοῦ ἰδίου καὶ τῶν ὑπηρετῶν του.

Ὁ διάβολος ἦταν ἐξ ἀρχῆς ἀνθρωποκτόνος. Ἔβγαλε τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν παράδεισο καὶ τὸν δυνάστευε διὰ τοῦ θανάτου. Παρεμβαίνοντας στὶς προχριστιανικὲς ἀνθρώπινες θρησκεῖες καθοδηγοῦσε στὸ μέτρο ποὺ μποροῦσε τὴν ζωή τῶν ἀνθρώπων, ἐμφανιζόμενος ὡς ὁ μόνος ἰσχυρός. Τὸν Χριστὸ -τὸν ἐνανθρωπήσαντα υἱὸ τοῦ Θεοῦ, λόγῳ ἀνεπάρκειας τῆς Ἐβραϊκῆς θρησκείας, γιὰ νὰ σώσῃ τὸν ἄνθρωπο- τὸν σταύρωσε ἀλλὰ ἔχασε τὴν κυριαρχία του στοὺς νεκροὺς, διότι Αὐτὸς ἀναστήθηκε. Ἀναστήθηκε, ἀλλὰ ἔμεινε μέσα στὸν κόσμο διὰ τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ σώματός Του, καὶ ἔτσι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ νικᾶ τὸν θάνατο, νὰ ἁγιάζεται. Ἔκτοτε  ὁ διάβολος εἶναι μὲν ἀδύναμος μπροστὰ στὴ θεία ἀγάπη,  προσπαθεῖ ὅμως νὰ ξεγελᾶ τὸν ἄνθρωπο νὰ τὸν ζαλίζει, νὰ τὸν μπερδεῦει, νὰ τὸν ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία Του.

 Ξεκίνησε μὲ τοὺς διωγμοὺς, τὶς σφαγὲς, τὰ βασανιστήρια. Τρεῖς ὁλόκληρους αἱῶνες προσπαθοῦσε χρησιμοποιῶντας τὶς ἐξουσίες τοῦ κόσμου ἐτούτου καὶ ἀντὶ νὰ ἐξαφανιστῇ αὐτὴ ἡ ράτσα τῶν χριστιανῶν αὔξανε καὶ ἀπλωνόταν παντοῦ. Τότε δούλεψε διὰ τῶν ἀνθρώπων μέσα ἀπὸ τὴν ἐκκλησία. Καλλιέργησε τὶς αἱρέσεις, καὶ ἀπέκοψε κομμάτια τῆς ἐκκλησίας. Ἐκμεταλεύτηκε τὴν ὑπερηφάνεια, τὴν φιλαρχία, τὸν ἐγωκεντρισμὸ καὶ κάθε πάθος καὶ ἔφθειρε τὸ σῶμα τῆς ἐκκλησίας ἀλοιώνοντας τὴν σωτήρια διδασκαλία, σχετικοποιῶντας τὰ παραδεδομένα, κλείνωντας τὸν δρόμο τῆς θεώσεως. 

Ἡ Ἐκκλησία ἀντέδρασε καὶ ἐκάστοτε, ἀφοὺ ἐξαντλοῦσε κάθε προσπάθεια ἐπαναφορᾶς τους στὴ ὀρθὴ πορεία, μὲ πόνο καὶ ὀδύνη ἀπέκοπτε τὰ μέλη τὰ σάπια γιὰ νὰ μὴν κατασταφὴ τὸ ὅλον. Ἡ μεγάλη καὶ ὀδυνηρώτερη αἱρετικὴ συμφορὰ ἦταν ἡ ἀποκοπὴ τῆς δυτικῆς ἐκκλησίας ἡ ὁποῖα κατάληξε στὴ δημιουργία τοῦ παπικοῦ ἐκκλησιαστικοπολιτικοῦ μορφώματος, τὸ ὁποῖο ὁδήγησε τὸν πάλαι ποτὲ δυτικὸ χριστιανισμὸ στὴν σημερινὴ θεσμοθετημένη ἄθεη ἀντιχριστιανικὴ καὶ φεουδαρχικὴ στάσι ζωῆς.

Παράλληλα ὁ διάβολος δημιούργησε, ἔχωντας πείρα πλὲον τῆς χριστιανικῆς πίστεως καὶ τὴν μουσουλμανικὴ θρησκεία ὡς τὸ «τελειώτερο» ὅπλο του, ἀφοὺ μέσα εἶχε περάσει ὅσα μποροῦσαν νὰ ἀποτελέσουν ἀντίδοτο πρὸς τὴν πίστι στὸν Χριστό, καὶ νὰ μπερδέψουν τοὺς ἀνθρώπους. Ἐνῷ ἡ αἱρετικὴ δύσι ὑπονόμευε καὶ ἀδυνάτιζε τὴν ὀρθόδοξη ἀνατολὴ μὲ ἀποκορύφωμα τὴν κατάληψι τῆς Πόλεως τὸ 1204, ὁ μωαμεθανισμὸς κέρδιζε ἔδαφος, περιοχὲς καὶ ψυχὲς ἐκμεταλευόμενος τὰ πάθη τὰ λάθη καὶ τὶς ἀστοχίες τῶν ἠγετῶν τῆς ἀνατολῆς. Δὲν προωθεῖται τυχαίως σήμερα ὁ ὕπουλος βίαιος ἐξισλαμισμὸς τῶν πρώην καὶ νῦν χριστιανικῶν (στὸν ὅποιο βαθμὸ διατηρεῖται ὁ χριστιανισμὸς σ᾿ αὐτές) κοινωνιῶν.

Τὸ 1453 ἦταν τὸ ἀναπόφευκτο τέλος τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Αὐκρατορίας. Ὑποδουλωθήκαμε στοὺς βαρβάρους, γίναμε γκιαούρηδες γι᾿ αὐτοὺς καὶ τὸ σύμβολο τῆς ὀρθόδοξης ἀνατολῆς, ἡ Ἁγία Σοφία ἔγινε τζαμί καὶ ἔκτοτε μένει σκλαβωμένη στὰ χέρια τῶν ἁγαρηνῶν.

Τὸ 1821 οἱ πατέρες μας κατάφεραν νὰ ξεσηκωθοῦν καὶ σιγὰ-σιγὰ νὰ στήσουν αὐτὸ τὸ κράτος ποὺ ἦτο ἐξ ἀρχῆς προτεκτοράτο τῶν δυτικῶν καὶ σήμερα πλέον ἔχει καταντήσει σὲ ἕναν ἀδυσώπητο ἐχθρὸ κάθε ἑλληνικοῦ κάθε ὀρθοδόξου κάθε ἀληθινοῦ. Παράλληλα συνεχίστηκε καὶ ὁ μακρόσυρτος ἐκκλησιαστικὸς ἐκφυλισμὸς τοῦ λαοῦ μας. Ἡ τελευταία φάσι του ξεκίνησε ἀπὸ τὴν Πόλι, ὀργανώθηκε ἀπὸ τὴν Πόλι, συνεχίζεται μέχρι τὶς μέρες μας ἀπὸ τὴν Πόλι πρὸς ὅλο τὸν κόσμο. Ἡ σκλαβωμένη Μεγάλη Ἐκκλησία ἔγινε τὸ ὄχημα γιὰ τὴν μεταλλαγὴ τῆς Ἐκκλησίας σὲ κακέκτυπο τῆς παπικῆς ὀργανώσεως. Καὶ δυστυχῶς πλεὸν σχεδὸν ὅλες οἱ Ἐκκλησίες, σχεδὸν ὅλοι οἱ κληρικοὶ, σχεδὸν ὅλοι οἱ «πιστοί» εἴτε ἐν αἰσθήσει, εἴτε ἀσυναίσθητα, ζοῦμε καὶ τρεφόμαστε μέσα σ᾿ αὐτὸ τὸ βοῦρκο. Καὶ δὲν ξεχάσαμε καὶ χάσαμε μόνο τὴ γνήσια ὀρθόδοξη βιωτή, ἀλλὰ συνηθίσαμε τὸ ψεῦδος καὶ τὸν παραλογισμό καὶ μιλᾶμε πιὰ μὲ λέξεις χωρὶς οὐσία χωρὶς νόημα σὰν τὰ πλαστικὰ σκεύη μιᾶς χρήσεως ἤ τὰ κινέζικα προϊόντα ποὺ φαίνονται καλὰ, ἀλλὰ εἶναι οὐσιαστικὰ ἄχρηστα καὶ ἀπλῶς μεγαλώνουν τὸν ὄγκο τῶν σκουπιδιῶν.

Καὶ ἐνῷ ἡ σκλαβωμένη Ἀγιὰ Σοφιὰ ξαναγίνεται τζαμὶ ἀπὸ τοὺς κατακτητές ἀκούγονται κουβέντες ὅπως τὶς  παρακάτω: 

«Η Αγία Σοφία ως μουσείο αποτελεί τόπο και σύμβολο συναντήσεως, αλληλεγγύης και αλληλοκατανοήσεως Χριστιανισμού και Ισλάμ»(1).

Ἔχω μεγάλη ἀπορία, ἄν ἐκαλοῦντο αὐτοὶ ποὺ λέν τέτοιες κουβέντες νὰ ἐξηγήσουν τί σημαίνουν τὰ λόγια τους, τί θὰ ἀπαντοῦσαν σὲ ἀπλὰ ἑλληνικά. Ἡ λεηλατημένη Ἁγία Σοφία, ἡ μετατραπεῖσα σὲ τζαμὶ εἶναι σύμβολο συναντήσεως, ἀλληλεγγύης καὶ ἀλληλοκατανοήσεως; Συνάντησις λέγεται ἡ κατάκτησις, ἡ λεηλασία, ἡ ἀλλαξοπιστία διὰ τῆς βίας; Ἀλληλεγγύη  εἶναι ἡ σφαγὴ, ὁ ἐξανδραποδισμὸς καὶ ἡ γενοκτονία τῶν χριστιανικῶν πληθυσμῶν; Ἀλληλοκατανόησις λέγεται ἡ δουλεία, ἡ καταπίεσις ἡ ἐξαφάνισις κάθε δικαιώματος ἀκόμη καὶ γιὰ τὴν ζωή; Ἡ θρησκεία τοῦ μίσους, τῆς βαρβαρότητος καὶ τῆς ἀπανθρωπίας τίνος εἴδους συνάντησι καὶ ἀληλοκατανόησι μπορεῖ νὰ ἔχει μὲ τὴν πίστι τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἀνθρωπιᾶς;   Κάηκε ἡ Σμύρνη τὸ 22, ξεριζώθηκαν οἱ πληθυσμοὶ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ τοῦ Πόντου, τὸ 55 νέες σφαγὲς καὶ λεηλασίες, ἄδειασε ἡ Πόλις, Ἴμβρος καὶ Τένεδος ἐκτουρκίστηκαν ἡ Κύπρος κινδυνεύει καὶ ἡ Θράκη παίρνει σειρὰ καὶ μιλοῦν γιὰ ἀλληλοκατανόησι καὶ ἀλληλεγγύη; Ποιοί; Αὐτοὶ ποὺ χειροκροτοῦν καὶ ὑμνοῦν τοὺς φονηάδες τοῦ ἑλληνισμοῦ καὶ τῆς ὀρθοδοξίας; Θοῦ Κύριε…

 Ἄν χάσουν οἱ λέξεις τὸ νόημά τους δὲν ὑπάρχει ποτὲ ἐλπίδα διορθώσεως τοῦ κακοῦ. Ἄν τὴν κατάκτησι τὴν ὀνομάζεις καὶ τὴν θεωρεῖς συνάντησι, ἄν τὴν δουλεία καὶ τὴν σκλαβιὰ τὴν λές ἀλληλεγγύη, ἄν τὴν τρομοκρατία καὶ τὴν ὑποταγὴ τὴν λές ἀλληλοκατανόησι, τότε ἀφοὺ ζεῖς ἀρμονικὰ σὲ ἕνα κόσμο ἀλληλεγγύης καὶ ἀλληλοκατανοήσεως δὲν χρειάζεται κάτι νὰ κάνεις καὶ κάτι νὰ ἀλλάξεις. Καλὰ εἶναι ἐκεί. Μὴν παραπονιέσαι γιὰ ὅτι σοῦ συμβεῖ. Καὶ ἄν ὁ κατακτητὴς, ὁ ἐπίβουλος, ὁ τύραννος ζητὰ ὅλο καὶ περισσότερα καὶ μεγαλώνει ὁ αὐταρχισμὸς καὶ τὰ βασανιστήριά του μὴν δίνεις σημασία, ἀπλῶς βαθαίνει καὶ πλαταίνει ἡ ἀλληλεγγύη καὶ ἡ ἀλληλοκατανόησι. 

    Ἄλλοι πάλι, στὸ ἴδιο φάσμα –γιατὶ ἕνα εἶναι τὸ φάσμα τῆς ὑποτέλειας τοῦ ἐκφυλισμοῦ καὶ τοῦ δαιμονισμοῦ, ἀλλὰ ἐκπέμπουν πολλοὶ σταθμοὶ σὲ διάφορες συχνότητες ἔχοντας ἄλλα προγράμματα μὲ τὸ ἴδιο μήνυμα – βλέπουν τὴν Ἁγιὰ Σοφιά ὡς «δημιούργημα του ευρύτερου Ευρωπαϊκού Πολιτισμού, το οποίο ὑπῆρξε σύμβολο ἑνότητος και ειρηνικής συνυπάρξεως»(2). Σοβαρά; Τὸ λέτε ξύπνιοι αὐτὸ; Ἤ λέγοντάς το πιστεύετε ὅτι κατανοεῖτε τὶ ἦταν τί εἶναι καὶ τὶ σημαῖνει ἡ Ἁγία Σοφιά;  Ἡ Ἁγιὰ Σοφιὰ δημιούργημα τοῦ εὐρύτερου Εὐρωπαϊκοῦ Πολιτισμοῦ!!! 

Τόσα καταλαβαίνετε, τέτοια κάνετε, τέτοια λέτε. Ἀλλὰ ἄνθρωποι ποὺ ἔκλεισαν τὶς ἐκκλησίες ὑποκύπτοντας δουλικὰ στοὺς παραλογισμοὺς (καὶ στὶς κρυμένες σκοπιμότητες) τῆς ἐξουσίας ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς φιλανθρωπίας καὶ τοῦ ἐνδιαφέροντος γιὰ τὴν ὑγεία τοῦ λαοῦ, ἀποδεικνύουν ἐμπράκτως ὅτι δὲν πιστεύουν ὀρθῶς στὸν Θεὸ , οὔτε ἔχουν σχέσι μὲ τὴν παράδοσι τῶν πατέρων. Δὲν εἶναι λοιπὸν παράξενο νὰ λένε τέτοιες ἀσυναρτησίες, ἀποδεικνύοντας ξανὰ καὶ ξανὰ τὸν ἤδη διεγνωσμένο γραικυλισμό τους. « Ἕως πότε θὰ εἴμεθα ἀχαρακτήριστοι Γραικύλοι;»( Ἀλ. Παπαδιαμάντης. Ἄπαντα. Τομ4. σελ.194.) Τότε βέβαια περιστασιακὰ ἐξεδήλωναν τὶς φιλοπαπικὲς προτιμήσεις τους οἱ ἡμέτεροι λατινόφρονες: «Καὶ ὅμως εὐρίσκονται ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἐκ τῶν ἡμετέρων τινές, τόσον ἐκφυλισμένοι, ὥστε νὰ θαυμάζωσι τὰ τῆς Παπικῆς ἐκκλησίας.! (ὅ.π. τομ5. Σελ.181.) Σήμερα νυχθημερὸν δηλώνουν ὅτι ἀνήκομεν εἰς τὴν Δύσιν καὶ σ᾿ αὐτὴν ἐλπίζουν καὶ ἀπὸ κεῖ περιμένουν…

δημιουργικὴ συνεισφορὰ τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ, ἡ μόνιμη καὶ διαρκής καὶ ἐπίμονη προσπάθεια καταστοφῆς τῆς ὀρθόδοξης ἀνατολῆς, πλὴν τοῦ 1204 ἐκδηλώθηκε σαφέστερα καὶ πρὸ τῆς πτώσεως τῆς Πόλεως στὴν Φεράρα Φλωρεντία καὶ κατὰ τὴν μικρασιατικὴ καταστροφὴ, καὶ τὸ 55, καὶ στὴν εἰσβολὴ καὶ κατοχὴ τῆς Κύπρου, καὶ στὶς Πρέσπες τώρα, καὶ στὰ μνημόνια ἀλληλεγγύης καὶ ἀλληλοκατανόησις τῆς τελευταίας δεκαετίας.

 Δὲν εἶναι σύμβολο ἑνότητας καὶ εἰρηνικῆς συνυπάρξεως ἡ Ἁγιὰ Σοφιά. Τὰ περιφερόμενα καὶ διατυμπανιζόμενα σύμβολα καὶ ἰδανικὰ τῆς ἑνότητας τῆς συνύπαρξης τῆς ἀνεκτικότητος τῶν δικαιωμάτων καμμιὰ σχέσι δὲν ἔχουν μὲ αὐτὸ τὸ σύμβολο. Δὲν ἔχει σχέσι μὲ νέες ἐποχὲς, νὲες ἀξίες, νέες ἀπάτες. 

Ἡ Ἁγιὰ Σοφιὰ εἶναι ἡ ἀνεπανάληπτη ὑλικὴ μαρτυρία τοῦ πάλαι ποτὲ μεγαλείου καὶ τῶν ἔργων τῆς πάλαι ποτὲ ὀρθόδοξης αὐτοκρατορίας. Τώρα εἶναι σκλαβωμένη στοὺς βαρβάρους ἱσλαμοφασίστες. Τὰ φληναφήματα περὶ παγκοσμίου πολιτιστικῆς κληρονομιᾶς, Οὐνέσκο, συγκλονισμένης ἀνθρωπότητος, εὐρωπαϊκῶν ἀντιμέτρων κλπ ἀπλῶς ἀποδεικνύουν τὴν μόνιμη ἐπικαιρότητα τοῦ ἔργου τοῦ  Λεμπέση Ἡ τεραστία σημασία τῶν βλακῶν ἐν τῷ συγχρόνῳ βίῳ. Μὴν θυμώσει κανεὶς ἐκσυγχρονισμένος ἀνθρωπιστὴς ἤ προοδευτικὸς νεάτερνταλ ἤ δεσπότης ἤ πνευματικὸς ἀπαιτῶν ὑπακοή ἀπὸ ὅλους στὶς ἀνοησίες ποὺ ἕκαστος ἐξ αὐτῶν λέει καὶ κάνει. Ὅποιος ἐπιθυμεῖ δὲν εἶναι δύσκολο νὰ μπῇ τὸ δάκτυλο στὸν τύπο τῶν βλακειῶν ποὺ ἐκστομίζουν καὶ τῶν ἀνοσιουργημάτων ποὺ διαπράττουν. Πλὴν ὁ βίος μικρὸς, ἄς ἀνοίξουν τὰ μάτια τους λιγάκι οἱ ὑπόλοιποι εὐ-βλαβεῖς.

 Σήμερα δὲν κλαῖμε γιὰ τὴν καταστροφὴ κτισμάτων, ἐδὼ διέλυσαν τὶς Ἐκκλησίες, τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ. «Οὐ γὰρ οἰκοδομημάτων γηΐνων καταστροφήν, ἀλλ᾿ Ἐκκλησιῶν ἅλωσιν ὀδυρόμεθα»(Μέγας Βασίλειος PG32. 436)

Μὲ τὸν τελευταῖο διωγμὸ τῆς πίστεως δὲν ἀποδείχθηκε μόνον ἡ ἀνεπάρκεια τῶν ἐπισκόπων, ἀλλὰ φάνηκε καὶ ἡ γύμνια ἀκλινοῦς πίστεως τῶν διαφόρων «πνευματικῶν» ποὺ ὄχι μόνο ὑπήκουσαν στὶς ἐντολὲς τῶν δεσποτάδων καὶ καταπάτησαν τὴν ἱερωσύνη τοῦ Χριστοῦ, κλείνοντας τὶς ἐκκλησίες τους,  ἀλλὰ ἀπαγόρευαν στοὺς ἀνθρώπους νὰ πᾶνε σὲ ἄλλες ἐκκλησίες νὰ λειτουργηθοῦν καὶ νὰ κοινωνήσουν καὶ ἀπαιτοῦσαν ὑπακοή διότι ἔτσι ἀποφάσισε ἡ «ἐκκλησία». Ἀκόμα καὶ σήμερα, δὲν ἔχουν καταλάβει τί ἔχει συμβεῖ τὰ «πνευματικὰ» αὐτὰ πρόσωπα, οἱ κληρικοὶ, στὴν πλειονότητά τους…. 

Αὐτὴ εἶναι ἡ μεγάλη ἄλωσις ποὺ προκαλεῖ πίκρα καὶ θλίψι… Καὶ ἀπὸ πάνω λογίδρια καὶ μποῦρδες γιὰ πανανθρώπινες ἀξίες, πολιτιστικὲς κληρονομιὲς, πολιτισμένους κόσμους, διεθνεῖς κοινότητες κλπ. 

Ὤ! ἀνόητοι καὶ βραδεὶς τὴν καρδίαν!  Κλείσανε τὶς ἀνοικτὲς ἐκκλησίες καὶ δὲν ὄχι μόνο δὲν μιλήσατε ἀλλὰ συναινέσατε καὶ τώρα φωνάζετε ποὺ τὴν Ἁγιὰ Σοφιὰ ἀπὸ μουσεῖο τὴν ξανακάνανε τζαμί;  Ἐκεὶ ποὺ ὁ λόγος καὶ ἡ πρᾶξις σας θὰ εἶχαν ἀποτέλεσμα σιωπήσατε καὶ ἀδρανήσατε μὲ συνέπεια νὰ ριφθοῦν τὰ ἱερὰ τοῖς κυσὶν, νὰ κινδυνεύσῃ καὶ ἡ πίστις καὶ οἱ πιστοὶ καὶ νὰ φτάσουμε στὴν σημερινὴ ἀθλία κατάστασι. Τώρα ἐκεὶ ποὺ ὁ λόγος σας δὲν ἔχει κανένα ἀποτέλεσμα φωνασκεῖτε καὶ λέτε ἄλλα ἀντ᾿ ἄλλων, σύγχρονοι δυσλεξικοὶ δόν κιχῶτες μὲ εἰδικὲς ἀνάγκες. Ἀλλὰ τότε δὲν φτάναν τὰ λόγια. Χρειαζόταν πράξεις. Δηλάδὴ νὰ κάνετε τὸ καθῆκον σας ἔναντι τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων. Ἀλλὰ  ὑπῆρχαν τὰ πρόστιμα καὶ ἡ ἀστυνομία καὶ ὁ φόβος καὶ οἱ ρουφιάνοι γιὰ τοὺς μέν, τὰ φράγκα καὶ ἡ ἐξουσία καὶ ὁ καθωσπρεπισμὸς γιὰ τοὺς δέ. Ὁπότε βολευόμαστε μὲ τὴν «ὑπακοὴ» καὶ φαινόμαστε καὶ ἐνάρετοι. Ὅλοι, ὅσοι τότε πρόδωσαν τὴν πίστι στὴν πράξι, πατριάρχες καὶ δεσπότες καὶ σύνοδοι, τώρα πρωτοστατοῦν πάλι σὲ τζάμπα δηλώσεις καὶ πύρινους λόγους (Βλέπετε τώρα σεβ. Ἀργολίδος τοὺς πράγματι τζάμπα μάγκες; Πολὺ σπουδαῖο τὸ ὅτι «ἡ ὀμορφιὰ θὰ σώσῃ τὸν κόσμο» καὶ πράγματι τζάμπα- μεγάλη καὶ σημαντικὴ ἡ συνεισφορά σας στὸ θέμα τῆς Ἁγιᾶς Σοφίας)(3).

Πράξεις χρειαζόμαστε, ἀγαπητοί. Καὶ πράξεις ποὺ νὰ συνάδουν μὲ τὸ ἀξίωμα καὶ τὴν εὐθύνη ἑκάστου, δηλαδὴ νὰ εἶναι σύμφωνες μὲ τὰς τῶν ἁγίων θεοπνεύστους θεολογίας καὶ τῆς Ἐκκλησίας τὸ εὐσεβὲς φρόνημα.

 Σὲ λίγο πιθανὸν νὰ ξανακληθεῖτε νὰ ξανακλείσετε τὶς ἐκκλησίες. Ὁ «φοβερὸς ἱὸς» ἐτοιμάζεται γιὰ τὸ δεύτερο ἡμίχρονο. Τί θὰ κάνετε; 

Στὸν Καναδὰ ὁ ἐκεὶ ἐκκλησιαστικὸς ἄρχων κοινωνεῖ τὸν κόσμο μὲ ξεχωριστὰ «κουταλάκια» μὲ τὴν εὐλογία-ἀνοχὴ-προτροπή τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως. Πῶς σᾶς φαίνεται; Ποιὰ ἡ εὐθύνη σας ὡς ὀρθοδόξων ἐπισκόπων καὶ ποιὰ ἡ στάσις σας γι᾿ αὐτό;

Γεώργιος Κ. Τζανάκης. Ἀκρωτήρι Χανίων 16/7/2020

 

 

  1. Ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως τὰ λέει αὐτά. 
  2. Ἡ «λεβέντικη» Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τὰ καταθέτει γραπτῶς!!!

(3)“Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο”- Σκέψεις και ερωτήματα για την Αγιά Σοφιά του Αργολίδος Νεκταρίου  https://imargolidos.gr/%ce%b7-%ce%bf%ce%bc%ce%bf%cf%81%cf%86%ce%b9%ce%ac-%ce%b8%ce%b1-%cf%83%cf%8e%cf%83%ce%b5%ce%b9-%cf%84%ce%bf%ce%bd-%ce%ba%cf%8c%cf%83%ce%bc%ce%bf-%cf%83%ce%ba%ce%ad%cf%88%ce%b5%ce%b9%cf%82-%ce%ba/

Αν θέλεις να δοκιμάσεις την πίστη ενός χριστιανού,μίλησέ του για τον ασκητισμό.(Φώτης Κόντογλου)

2
Αν θέλεις να δοκιμάσεις την πίστη ενός χριστιανού,μίλησέ του για τον ασκητισμό.(Φώτης Κόντογλου)

Αν θέλεις να δοκιμάσεις την πίστη ενός χριστιανού,μίλησέ του για τον ασκητισμό.(Φώτης Κόντογλου)

“Λογισμοί αμαρτωλού”(Φώτης Κόντογλου)

Αν θέλεις να δοκιμάσεις την πίστη ενός χριστιανού,μίλησέ του για τον ασκητισμό.(Φώτης Κόντογλου)

 Όταν μιλήσεις στους ψευτοχριστιανούς για σκληρή άσκηση στο κορμί και στο πνεύμα για την αγάπη του Χριστού, θυμώνουνε, σε λένε φακίρη, ειδωλολάτρη, βάρβαρο. Αν θέλεις να δοκιμάσεις την πίστη ενός χριστιανού, μίλησέ του για τον ασκητισμό. Ο πιστός θα νοιώσει κατάνυξη, ο χλιαρός, δηλαδή ο ψεύτικος, ο άπιστος, θα διαμαρτυρηθεί.

 Τί αν λέγει ο Χρι­στός: «Μακάριοι όσοι αφήσανε τα πάντα και μ’ ακολουθήσανε», ή «Η βασιλεία του Θεού βιάζεται και οι βιασταί αρπάζουσιν αυτήν», και πως «θλίψιν έξετε», και πως «στενή και τεθλιμμένη η οδός η απάγουσα εις την ζωήν»; Εμείς θέλουμε να είμαστε Χριστιανοί χωρίς Χριστό, δηλ. χωρίς θλίψη πνευματική, χωρίς να σηκώνουμε τον σκληρό σταυρό, αλλά να περπατάμε στον πλατύν δρόμο. Αυτοί οι ψεύτικοι χριστιανοί, σαν τους μιλά κανένας για σκληρή και στερημένη ζωή, για θυσία, για άσκηση, λένε πως αυτά δεν τα θέλει ο Χριστός, και πως αυτά είναι παρακαμώματα.

  Μα, ω ανόητε άνθρωπε, στον Χριστιανισμό, τίποτα δεν μπορεί να παραγίνει. Για όλα τα ανθρώπινα πράγματα μπορείς να πεις πως κάτι τι είναι παρακανωμένο, μονάχα για τον Χριστιανισμό δεν υπάρχει παρακάνωμα. 
Τί παρακάνωμα μπορεί να σηκώσει ακόμα το να αγαπάς αυτόν που σκότωσε τον πατέρα σου, τί παρακάνω­μα μπορείς να κάνεις στο να σε χτυπήσουνε και στο άλλο μάγουλο, τί παρακάνωμα να γίνει ακόμα στο να πεινάς και να διψάς την καταφρόνεση, στο να κάνεις όσα ζητά ο Θεός από εσένα, δηλ. στο ν’ αγαπάς τους εχθρούς σου, να γλυκομιλάς αυτόν που σε βρίζει, να μην κρίνεις αυτόν που σε δικάζει, να ταπεινώνεσαι μπροστά στον πιο τιποτένιον άνθρωπο, κι’ όταν τα κάνεις όλα αυτά, να λες πως είσαι «αχρείος δούλος»;

 Τί παρακάνωμα μπορεί να γίνει ακόμα στο να πιστέψεις πως θα αναστηθούνε τα σώματά μας αθάνατα ως να ανοιγοκλείσει το μάτι, και πως ο κόσμος όλος θ’ αλλάξει μονομιάς, και πως θα γίνει άλλος καινούριος κόσμος άφθαρτος; 
Λοιπόν υπάρχει τίποτα στον Χριστιανισμό που να μπορεί να παρακαμωθεί;
 Ο Χριστιανισμός είναι η υπερβολή όλων των υπερβολών, το πιο απίστευτο από όλα τα απίστευτα. Για τούτο η πόρτα που μπαίνει κανένας στην εξωτική χώρα του Χριστού είναι μια μοναχά, η πίστη. Και για την πίστη δεν υπάρχει κανένα παρακάνωμα. Ενώ για την απιστία υπάρχει η πονηρή φρονιμάδα, το μέτριο και ο συμβιβασμός. Γι’ αυτό οι τέτοιοι ψευτοχριστιανοί δεν αντέχουνε στη φωτιά της πίστεως και γυρίσανε τον Χριστιανισμό σε κάποιο σύστημα ηθικό, ωφέλιμο για την εγκόσμια ζωή, που γι’ αυτό δεν τους χρειάζεται ολότελα ο Χριστός. Γιατί ο άπιστος φοβάται, ενώ όποιος πιστεύει «ως λέων πέποιθε», κατά τον προφήτη.

* Όποιος αγαπά τον Θεό, φλέγεται χωρίς να το δείχνει, χαίρεται χωρίς να γελά, συντρίβεται μέσα στον βυθό του εαυτού του.

* Η αγάπη που μας δίδαξε ο Χριστός είναι άλλο πράγμα από τη λεγόμενη φιλανθρωπία. Για τούτο οι φιλάνθρωποι δεν γεύουνται αυτή την αγάπη του Χριστού, που είναι «νερό που πηδά σε ζωή αιώνια». Οι φιλανθρωπίες που κάνουνε οι σημερινοί άνθρωποι είναι ένα χρέος κοινωνικό. Αυτοί οι φιλάνθρωποι, κι’ όποιος είναι πρακτικός άνθρωπος, δεν είναι χριστιανοί.

* Όποιος αγαπά τον Χριστό και το Ευαγγέλιό του, αγαπά το πράγμα που αξίζει να αγαπηθεί πιο πολύ απ’ όλα. Μέσα στον Χριστό βρίσκεται ό,τι αξίζει την αγάπη, η ταπείνωση, ο πόνος, η πραότητα, η πνευματική θλίψη κ’ η πνευματική χαρά που είναι κ’ οι δυο γλυκές όταν γίνονται στ’ όνομα του Χριστού.

* «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς». Να μας αναπαύσεις! Δεν θέλουμε ούτε να το ακούσουμε. Μα εμείς δεν θέλουμε ν’ αναπαυθούμε. Εμείς θέλουμε νάμαστε φορτωμένοι, με τα πάθη μας, με τις έχθρες μας, με τους πολέμους, με τις φροντίδες της φιλοδοξίας, της σάρκας, με αίματα λερωμένοι, με πιστόλια, με κανόνια, με μπόμπες. Τί θα γίνουμε χωρίς αυτά, Κύριε ειρηνοποιέ; Πώς θα ζήσουμε έτσι αναπαυμένοι, με τί θα γεμίσουμε τον άδειο τον εαυτό μας, αφού για μας είναι ζωή μονάχα αυτά τα πράγματα. Ειρήνη μας δίνεις, μα η ειρήνη είναι ο θάνατός μας, αφού είναι ο θάνατος των αγαπημένων μας παθών! Αν έλεγες «κ’ εγώ θα σας φορτώσω και άλλα τέτοια βάρη, που δεν τα γνωρίζετε, εγώ θα πλουτήσω την ψυχή σας και με άλλα τέτοια πλούτη, που να μη ειρηνέψετε ποτέ», τότε θα ερχόμαστε κοντά σου, θα σε παραδεχόμαστε για Θεό μας.

Εμείς θέλουμε θεούς που να μας φορτώνουνε, εκδικητικούς, σαν τον Άρη, σαν τον Δία, σαν τον Κρόνο, ψεύτες σαν τον Ερμή, σαν τους άλλους. Εμείς θέλουμε να ζούμε την κακία, γιατί αυτή είναι ζωντανή και δυνατή. «Ναι, έρχου, Κύριε!» Κράζει με χαρά ο Ιωάννης στον Ερχόμενο επί Νεφελών στη Δευτέρα Παρουσία. Πρέπει νάσαι άγιος, δίκαιος και μάλιστα νάσαι Ιωάννης, για να χαίρεσαι πως θάρθει ο Χριστός και να τον περιμένεις. Εμείς κράζουμε «μην έλθεις Κύριε». Γιατί είμαστε αμαρτωλοί και έρχεται η οργή του Κυρίου καταπάνω μας. Με την «ατομική μπόμπα» τα συλλογίζουμαι αυτά. Μόλις μαθεύτηκε, φόβος επέπεσε επί πάσαν καρδίαν. Μακάριοι όσοι είναι έτοιμοι σε κάθε στιγμή! Αλλά αλλοίμονο! Ποιος είναι έτοιμος σαν τον Ιωάννην τον αγιώτατο από τους αγίους; Όλοι μας φοβούμαστε μήπως έλθεις ως κλέπτης εν νυκτί (Λουκάς ΚΑ’).

* Οι άνθρωποι, αν τους βρίσεις ή λογοφέρεις μαζί τους, ή γράψεις γι’ αυτούς κακό, έρχεται ώρα που μπορεί να σου το συχωρέσουν. (Δεν βαρυέσαι, αδελφέ, ξέχασέ τα!) Κείνο που δεν θα σου συχωρέσουνε ποτέ και για το οποίο θα σε μισήσουνε, είναι να ζεις κατά τέτοιον τρόπο, που να ντρέπουνται εκείνοι για τη δική τους τη ζωή, νάναι η ζωή σου σαν ένας έλεγχος της δικής τους.

* Όποιος απογεύθηκε κατάκαρδα την ειρήνη του Χριστού, δεν βιάζει τον εαυτό του νάναι φτωχός, μα θεληματικά ποθεί τη φτώχεια, και χάνει τη χαρά του σαν αποκτήσει κάτι τι παραπάνω, ας είναι και το πιο τιποτένιο πράγμα. Κι’ ό,τι είναι ταπεινό και φτωχικό και καταφρονεμένο, τ’ αγαπά κρυφά μέσα στην καρδιά του χωρίς να λέγει τίποτα σε κανέναν, γιατί ο ταπεινός αγαπά τη σιωπή και τη λησμονιά: «Εγγύς ο Θεός της λυπηράς καρδίας».

* Μόλις σκορπίσουνε οι πειρασμοί κι’ ανοίξει η πόρτα της ψεύτικης χαράς και της αναπαύσεως, κλείνει η πόρτα της αληθινής ευφροσύνης. Αυτό το νοιώθει καθαρά ο Χριστιανός.

* Προσευχή. Σε ευχαριστώ, Κύριε πολυέλεε, σε υμνώ, σε δοξάζω, γιατί μ’ έπλασες από το τίποτα. Αλλά δεν μ’ έπλασες μοναχά μια φορά, αλλά και κάθε μέρα με πλάθεις από το τίποτα, επειδή και κάθε μέρα με βγάζεις από τον ίσκιο του θανάτου που ξαναπέφτω. Μέσα στον ακαταμέτρητο τον κόσμο, μέσα στη μερ­μηγκιά των ανθρώπων, είμαι ένα τίποτα. Ο κάθε άνθρωπος είναι ένα τίποτα. Και μολαταύτα τον κάθε άνθρωπο τον θυμάσαι και τον βρίσκεις και τον τραβάς προς εσένα, και τον ζωοποιείς από πεθαμένον, και τον ξαναπλάθει το πατρικό χέρι σου, σαν να είναι ο καθένας μας μοναχά αυτός στον κόσμο. Η κραταιά δύναμή σου βαστά όλη την κτίση κι’ όλες τις ψυχές σαν νάναι μια και μοναχή. Και τις κάνεις να νοιώσουνε την αθανασία σαν νάναι μια και μονάχη η καθεμιά και σε νοιώθουνε πατέρα τους σπλαχνικόν, που δεν κουράζεται να συχωρά και να ξαναπλάθει τον εαυτό μας, που πεθαίνει κάθε ώρα από την αμαρτία.

 Αξιοπρόσεκτες ευσεβείς σκέψεις του ακαταβλήτου αγωνιστού αειμνήστου ΦΩΤΙΟΥ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ † 1965. Εκδόσεις “Ορθόδοξος Κυψέλη”.
Το είδαμε: Προσκυνητής

Αρχιμ. Σάββας Αγιορείτης: Αν δεν μετανοήσουμε έρχεται μία νέα τουρκοκρατία.

2
Αρχιμ. Σάββας Αγιορείτης: Αν δεν μετανοήσουμε έρχεται μία νέα τουρκοκρατία.

Αρχιμ. Σάββας Αγιορείτης: Αν δεν μετανοήσουμε έρχεται μία νέα τουρκοκρατία.

Αρχιμ. Σάββας Αγιορείτης: Αν δεν μετανοήσουμε έρχεται μία νέα τουρκοκρατία.

…Αυτό είναι για να δούμε και την δική μας την κατάντια και το πόσο μακριά είμαστε. Και πολλές φορές το λέω ότι αν λειτουργούσαν σωστά οι λαϊκοί θα είχαμε και σωστούς ιερείς και σωστούς αρχιερείς. Αλλά επειδή εμείς δεν λειτουργούμε σωστά ως βάση, δεν προωθούνται και οι σωστοί αρχιερείς και ιερείς, και αν προωθηθούν (κατά λάθος, δεν ξέρω πως) μετά από λίγο τους κατεβάζουμε κάτω, δεν τους θέλουμε, δεν είναι ανεκτοί. Καταλάβατε;

Το έχω πει πολλές φορές το παράδειγμα με τον Άγιο… Μακάριο Κορίνθου. Όταν πήγε στην Κόρινθο εξομολόγησε όλους τους ιερείς. Τους είπε θα εξομολογηθείτε σε μένα κι εγώ σε σας. Και μετά έβγαλε έξω πάνω από 100. Τους ξεχώρισε γιατί είχανε διάφορα κωλύματα. Πες τε μου αν βρεθεί ένας αρχιερέας σήμερα να το κάνει αυτό στην Μητρόπολή του, τι θα γίνει μετά την επόμενη μέρα; Όλα τα χωριά θα πάνε στον δεσπότη, θα του πούνε, εμείς θέλουμε τον παπά μας, γιατί μας τον επήρες. Ό,τι και να ναι. Ας έχει χίλια δυο κωλύματα. Ας δημιουργεί χίλιους δυο σκανδαλισμούς. Τον θέλουν. Καταλάβατε; Γιατί; Γιατί μας βολεύει. Γιατί πάει στο καφενείο, καπνίζει. Είναι παπάς με τα όλα του. Τέτοιους παπάδες θέλουμε. Καταλάβατε;

Έχουμε τα χάλια μας, γι’ αυτό να συμπονάμε και την λεγόμενη επίσημη Εκκλησία. Γιατί όλοι είμαστε μέσα συνένοχοι σε όλο αυτό που υπάρχει σήμερα, που δεν λειτουργεί σωστά βεβαίως. … Δεν λειτουργεί σωστά ούτε η επίσημη Εκκλησία αλλά ούτε κι εμείς λειτουργούμε σωστά. Οπότε τί θα γίνει; Ας διορθώσουμε ο καθένας τον εαυτόν του. Αυτή είναι η αρχή, το πρώτο, και από εκεί και μετά δεν θα χάσουμε την Πόλη ξανά, την Ελλάδα ξανά, την Μακεδονία ξανά.

Ξέρετε γιατί χάσαμε την Πόλη; Γιατί είχαμε χάσει την Πίστη μας. Ξέρετε γιατί χάσαμε την Μακεδονία μας και δώσαμε το όνομα στους Σκοπιανούς; Γιατί προηγουμένως προδώσαμε την Πίστη μας και δώσαμε το όνομα στους αιρετικούς. Ποιό όνομα; Τους είπαμε ότι είναι «εκκλησία». Προηγείται η πτώση στην Πίστη και ακολουθεί η πτώση στην Πατρίδα, στα εθνικά θέματα.

Στην Κρήτη το ’16, στο Κολυμπάρι, ονομάσαμε «εκκλησία» τους παπικούς, τους μονοφυσίτες, όλον αυτό τον συρφετό των αιρετικών. Το καταλάβατε; Πόσοι από τους Έλληνες το έπιασαν και αντέδρασαν; Πολύ λίγοι. Αυτό ήτανε μέγιστη προδοσία. Τώρα φωνάζουμε για την Μακεδονία. Καλά κάνουμε και φωνάζουμε, αλλά θα έπρεπε να είχαμε φωνάξει πιο πριν για το πιο σπουδαίο που ήτανε η προδοσία της Πίστης. Δώσαμε όνομα. Ξέρετε τι σημαίνει όνομα; Τους ονομάσαμε «εκκλησία», δηλαδή ότι έχουν Μυστήρια, ότι έχουν Θεία Χάρη.

Ποιός έχει Θεία Χάρη; Αυτός που βλασφημεί το Άγιο Πνεύμα; Ο πάπας έχει Χάρη; Από που κι ως που; Ή οι μονοφυσίτες έχουν Χάρη; Που λένε ότι Χριστός δεν έχει πλέον ανθρώπινη φύση, έχει μείνει μόνο με την Θεία φύση; Τί Χάρη να έχουν αυτοί; Αφού δεν έχουν σωστή θεώρηση του Θεού. Έχουν άλλον Θεό. Κι όμως εμείς επιμέναμε εκεί ότι αυτοί είναι αδελφοί μας και δεν τρέχει τίποτα να είμαστε μαζί και να λέγονται και αυτοί «εκκλησίες».

Και είπε και κάποιος: πώς θα τους πω ότι είναι αιρετικοί (στους παπικούς) όταν θα πάω στην Μητρόπολή μου; Πως θα τους πω ότι είναι αιρετικοί, στον Καρδινάλιο που θα έλθει να με επισκεφθεί; Πώς ο πάπας μας λέει εμάς ότι είμαστε αιρετικοί; Το ξέρετε ότι ο πάπας μας βρίζει και μας λέει ότι είμαστε ελλειμματική Εκκλησία; Γιατί αυτοί μας βρίζουν δηλαδή κι εμείς δεν πρέπει να τους πούμε την αλήθεια; Αυτοί λένε ψέματα όταν λένε ότι εμείς είμαστε ελλειμματική Εκκλησία, γιατί θεωρούν ότι αυτοί είναι η σωστή Εκκλησία κι εμείς είμαστε οι αιρετικοί. Τόση διαστροφή και τόσο σκοτάδι αλλά όλα αυτά πληρώνονται.

Ευτυχώς ένας από τους Έλληνες επισκόπους είπε ‘όχι’ στην Κρήτη τώρα. Όλοι οι άλλοι υπέγραψαν. Τους ήλεγξε κανείς τους επισκόπους που υπέγραψαν; (και ο Αρχιεπίσκοπος μέσα). Κανένας ή ελαχιστότατοι. Σα να μην τρέχει τίποτα. Σα να μην έγινε τίποτα.

Οπότε μας έρχονται οι απώλειες εθνικών εδαφών σιγά-σιγά. Έτσι χάσαμε και την Πόλη. Λίγους μήνες πριν είχαμε κάνει συλλείτουργο με τους παπικούς παρακαλώ και τους είχαμε δώσει Θεία Κοινωνία. Είχε γίνει ένωση δηλαδή, ενωτική λειτουργία μες την Αγιά Σοφιά. Με τον αυτοκράτορα, με τον καρδινάλιο τον παπικό. Κι εμείς συλλειτουργούσαμε μαζί τους. Και οι μουσουλμάνοι παρακαλώ, όχι οι Ορθόδοξοι, είδαν να φεύγει η σκέπη της Παναγίας από την Πόλη μόλις έγινε αυτό.

Βλέπετε; Τα αίτια είναι πάντα πνευματικά. Κι αν θέλετε να ερμηνεύσετε την ιστορία, γιατί συμβαίνουν τα διάφορα ιστορικά γεγονότα, να ψάχνετε πτώσεις πνευματικές προηγουμένως, αμαρτίες δηλαδή. Όλες οι αυτοκρατορίες που πέσανε -κι εμείς είπατε σωστά ότι είμαστε απόγονοι αυτοκρατορίας-, πέσανε για την διαφθορά. Ξέρετε πως ντυνόντουσαν οι κοπέλες στην Κωνσταντινούπολη λίγο πριν την πτώση; Το λένε οι συγγραφείς. Ως πόρνες. Όπως ντύνονται και σήμερα. Και τα κοριτσάκια σήμερα ως πόρνες ντύνονται και δεν το ‘χουν για τίποτα και οι μανάδες που ντύνονται ακόμη χειρότερα να τα κυκλοφορούν έτσι τα παιδάκια τους.

Θα μας έλθουνε. Αν δεν μετανοήσουμε αυτά που έγιναν τότε θα ξανάρθουνε. Πολύ φοβάμαι ότι έρχεται μία νέα τουρκοκρατία, αν δεν την ζούμε ήδη. Βεβαίως. Αυτά λένε τα έργα μας. Όπως έλεγε κάποιος φωτισμένος άνθρωπος «άλλους γράφει η ιστορία και άλλοι γράφουν την ιστορία». Ποιοί γράφουν την ιστορία; Ξέρετε ποιοι την γράφουν; Οι Άγιοι. Μπορεί ένας Άγιος να προσευχηθεί και να ανατραπούν τα πάντα.

Όλες οι αυτοκρατορίες αν δείτε διαχρονικά Βαβυλωνιακοί, Ασσυρίων, Αιγύπτου, τα αίτια ήταν η διαφθορά και μάλιστα τα βδελυρά αμαρτήματα της αρσενοκοιτίας. Αυτά είναι τα αίτια και το ίδιο υπήρχε και στην αυτοκρατορία την δική μας. Είχε κυριαρχήσει η διαφθορά και πίσω από την διαφθορά την ηθική υπήρχε η διαφθορά της Πίστεως. Έφυγε η σκέπη της Παναγίας. Αυτό ήταν ορατό στους μουσουλμάνους. Οι μουσουλμάνοι ξέρετε είχαν απογοητευθεί. Θα φεύγαν, Ο Μωάμεθ είχε απογοητευθεί, θα ‘φευγε, Και την τελευταία ημέρα, αν θυμάμαι καλά (το γράφουν οι ιστορικοί), ένας Τούρκος είδε την σκέπη της Παναγίας να φεύγει και του είπε, οι Ρωμιοί χάσανε τον Θεό τους, τώρα θα τους νικήσουμε. Γιατί κάναμε αυτήν την προδοτική λειτουργία, προδώσαμε την Πίστη μας.

Αυτά όλα είναι τα αίτια. Μην ψάχνετε. Οι ερμηνείες οι άλλες που δίνουν οι ιστορικοί, εξουσιαστική ερμηνεία που είπατε, οικονομική ερμηνεία, οτιδήποτε, αυτά δεν είναι, αυτά είναι επιφαινόμενα. Από πίσω υπάρχει η διαφθορά της Πίστεως, πρώτον, και η διαφθορά του ήθους, της ζωής δηλαδή. Αυτά είναι τα αίτια. Έτσι χάνονται οι αυτοκρατορίες. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία κράτησε χίλια χρόνια. Γιατί κράτησε χίλια χρόνια; Καμιά αυτοκρατορία δεν κράτησε χίλια χρόνια. Γιατί ακριβώς οι άνθρωποι, και ο λαός και οι βασιλείς, είχαν ευσέβεια, είχαν ευλάβεια. Όταν χάσαν την ευλάβεια και την Πίστη χάσαν και την αυτοκρατορία. Εκεί είναι τα αίτια.


Απομαγνητοφώνηση Φαίη (ΤΑΣ ΘΥΡΑΣ)

Κύριος Ιησούς Χριστός

Η αγιοπατερική διδασκαλία για την εγκράτεια και τη σωφροσύνη ως πρόταση αντί των προγραμμάτων σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης.

0
Η αγιοπατερική διδασκαλία για την εγκράτεια και τη σωφροσύνη ως πρόταση αντί των προγραμμάτων σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης.

Η αγιοπατερική διδασκαλία για την εγκράτεια και τη σωφροσύνη ως πρόταση αντί των προγραμμάτων σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης.

Η Νέα Τάξη Πραγμάτων εκμεταλλεύεται -ομολογουμένως με μεγάλη επιτυχία- την άγνοια και απροθυμία του σύγχρονου ανθρώπου να μάχεται κατά των παθών του, την τάση του να τα δικαιολογεί, να τ’ αγαπά και εν τέλει να τα υπερασπίζεται, ανυψώνοντάς τα σε δήθεν ανθρώπινες αξίες και δικαιώματα, για τα οποίες πρέπει μάλιστα να αισθάνεται υπερήφανος.

Έχοντας αυτόν τον σπουδαίο σύμμαχο στο πλευρό της, συνεχώς αναπτύσσει μεθοδικά δια μέσου των οργάνων της σε όλους τους τομείς της ζωής μας, πρακτικές που εξυπηρετούν τους στόχους της, με κύριο και τελικό στόχο την οριστική αποξένωση του ανθρώπου από το Χριστό και τη λατρευτική προσκύνηση του επερχομένου αντιχρίστου.

Βασικός τομέας μέσα από τον οποίο δρομολογούνται και κατευθύνονται οι πρακτικές αυτές είναι η πολιτική. Αν παρακολουθήσει κανείς τα νομοσχέδια, που φέρνουν προς ψήφιση τα πιστά όργανα της ΝΤΠ τις τελευταίες δεκαετίες και τα οποία αντιστρατεύονται ευθέως το Νόμο του Τριαδικού Θεού ή που κρυφίως τον υπονομεύουν, εύκολα θα συμπεράνει τα ανωτέρω.

Ένα τέτοιο νομοσχέδιο εσχάτως, από το Υπουργείο Παιδείας, είναι και αυτό που εισάγει τα αντίθεα προγράμματα σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης στα νήπια και παιδιά του δημοτικού από αγνώστους. Παρά τις αντιδράσεις μας, χιλιάδων γονέων στη δημόσια διαβούλευση για την εισαγωγή αυτή, και με σύμμαχο την παγίως χαλαρή και επιζήμια στάση της ηγεσίας της Εκκλησίας σε κάθε κρίσιμο θέμα υπεράσπισης της πίστεως, του έθνους και του ποιμνίου της, η κυβέρνηση προχωρά στην υλοποίηση των προγραμμάτων αυτών. Η εξυπηρέτηση, άλλωστε, των νεοταξικών στόχων είναι υπεράνω κάθε πολιτικού κόστους. Κάθε ατομικό, συλλογικό ή εθνικό δικαίωμα που στέκεται εμπόδιο στην επίτευξη αυτών, εύκολα καταφρονείται. Ακόμα κι αυτού που έχει ο γονιός στο να υπερασπίζεται και γαλουχεί το παιδί του κατά τις ορθόδοξες χριστιανικές πεποιθήσεις του. Η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση είναι αποκλειστική ευθύνη και αρμοδιότητα των γονέων και όχι οποιασδήποτε ΜΚΟ ή «φορέα υγείας» ή έστω «ειδικού», την είσοδο των οποίων στα σχολεία σχεδιάζει το Υπουργείο.

Επειδή το θέμα είναι σοβαρότατο και ως γονείς έχουμε να δώσουμε λόγο στο Χριστό για τα παιδιά μας, προτρέπουμε να ενημερωθούμε σχετικά, από την αξιόλογη ημερίδα: «Σεξουαλική Διαπαιδαγώγηση στα Σχολεία: Αγωγή ή χειραγώγηση;» : https://youtu.be/kep1jf7xEoA

Εξ’ αυτής θα αρκεσθούμε περιληπτικά μόνο να αντλήσουμε τις πληροφορίες, ότι τα προγράμματα αυτά (CSE Comprehensive Sexual Education) που προωθεί το Τοπικό Γραφείο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας στην Ευρώπη και έχει υιοθετήσει το Υπουργείο Παιδείας ,

1) Διδάσκουν στα παιδιά:

α) Τη σεξουαλική ευχαρίστηση.

β) Πως να συναινούν στο σεξ.

γ) Την άποψη πως συγκεκριμένες παρά φύσιν σεξουαλικές επαφές είναι κανόνες συμπεριφοράς ασφαλείς και εξ ίσου αποδεκτές με την κανονική επαφή.

2) Προωθούν:

α) την ομοφυλόφιλη/ αμφιφυλόφιλη συμπεριφορά.

β) τη σύγχυση των φύλων.

γ) την πρώιμη σεξουαλική ανεξαρτησία.

δ) την ατομική ή αμοιβαία σεξουαλική αυτοϊκανοποίηση.

ε) τον ακτιβισμό για τα σεξουαλικά δικαιώματα.

Και όλα αυτά καταστρατηγώντας τα γονεϊκά δικαιώματα, υποβαθμίζοντας τις παραδοσιακές αξίες, εξοβελίζοντας το φόβο Θεού, και παραπέμποντας σε επιβλαβείς πηγές πληροφόρησης.

Οι ορθόδοξοι αγωνίζονται να εξασκούν την σωφροσύνη και την εγκράτεια. Αυτές τις αρετές προσπαθούν με κάθε κόπο να εμπνεύσουν και στα παιδιά τους, μέσα σε μια ηθικώς φθίνουσα κοινωνία που τροφοδοτεί τα πάθη.

«Τοῦτο γάρ ἐστιν ἐγκράτεια, τὸ μηδενὶ ὑποσύρεσθαι πάθει».1 Μόνο τις αξίες αυτές αν διδάσκονταν στα παιδιά μας, όλα όσα επαγγέλλονται (ψευδώς) τα προγράμματα αυτά, θα επιτυγχάνονταν και πολλά περισσότερα. Σωφροσύνη, χρειάζονται να διδαχθούν τα παιδιά, που είναι η εγκράτεια και το να στέκονται υπεράνω από τα πάθη που τα πολεμούν 2, διδάσκει ο ιερός Χρυσόστομος , του οποίου η παιδαγωγική είναι απαράμιλλη.

«Ἐκριζώσωμεν ἡδονὰς, καὶ καταφυτεύσωμεν ἐγκράτειαν» 3 παραινεί.

Από τους Αγίους μαθαίνουμε ότι τα πάθη, είναι ασθένειες της ψυχής και η άσκηση των αρετών, η θεραπεία τους. Αν τα παιδιά διδαχθούν, εγκολπωθούν και συνειδητοποιήσουν αργότερα αυτή την αλήθεια, πόσα κακά θα αποσοβηθούν στην κοινωνία!

«Τοῦ ἐπιθυμητικοῦ τά ἁμαρτήματα, ἡ γαστριμαργία, ἡ πορνεία, ἡ ἀκαθαρσία, ἡ ἀσέλγεια, ἡ φιλοχρηματία, ἡ τῆς δόξης ἐπιθυμία. Ἴασις τούτων καὶ θεραπεία, ἡ ἐγκράτεια, ἡ νηστεία, ἡ κακοπάθεια, ἡ ἀκτημοσύνη, ὁ τῶν χρημάτων πρὸς πένητας σκορπισμὸς, ἡ τν ἀθανάτων ἐκείνων ἔφεσις, ἡ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ ὄρεξις…» 4 κηρύττει ο Μέγας Αθανάσιος. Τα προγράμματα ΣΔ όμως, αθωώνουν τα αμαρτήματα αυτά και τα νομιμοποιούν. Αντί να διδάξουν ποιο είναι το αληθινό κάλλος της ψυχής, την αμαυρώνουν με τη διαστροφή.

«Τί οὖν ἐστι κάλλος ψυχῆς; Σωφροσύνη, ἐπιείκεια, ἐλεημοσύνη, ἀγάπη,
φιλαδελφία, φιλοστοργία, ὑπακοὴ Θεοῦ, νόμου πλήρωσις, δικαιοσύνη, συντριβὴ διανοίας. Ταῦτα κάλλη  ψυχῆς»
5 μας νουθετεί ο ι.Χρυσόστομος και αναγνωρίζοντας ότι η πορνεία είναι γλυκιά και δύσκολo να υπομείνεις τη σωφροσύνη, επισημαίνει εντούτοις την κατοίκηση του διαβόλου στην πρώτη, και του Χριστού στη δεύτερη:

«Ἡδεῖα ἡ πορνεία, ἀλλ’ ἐπιβλαβής· τραχεῖα ἡ σωφροσύνη, ἀλλ’ ἐπωφελής. Ἡ πορνεία συμπράττουσαν ἔχει τοῦ σώματος τὴν φύσιν· ἡ σωφροσύνη συνεργοῦσαν ἔχει τοῦ Πνεύματος τὴν χάριν. Ὅπου τοίνυν πορνεία, ἐκεῖ ὁ διάβολος κατοικεῖ ὅπου δὲ σωφροσύνη, ἐκεῖ ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ἐπαναπαύεται» 6

Εάν μάθουν τα παιδιά να υποτάσσουν τα πάθη και να αντιπαραβάλλουν στο θυμό την αγάπη, και στην επιθυμία τη σωφροσύνη, θα απολαύσουμε λαμπρούς νέους με φωτισμένο, υγιή λογισμό:

«Ἐάν ἐστιν ἐν τῷ θυμῷ ἀγάπη καὶ φιλανθρωπία, καὶ ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ καθαρότης καὶ σωφροσύνη, ὁ λογισμός ἐστι πεφωτισμένος· ἐὰν δέ ἐστιν ἐν τῷ θυμῷ μισανθρωπία, καὶ ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ ἀκολασία, ὁ λογισμός ἐστιν ἐσκοτισμένος. Ὁ μὲν οὖν λογισμὸς τότε ὑγιαίνει, καὶ σωφρονεῖ, ὅταν τὰ πάθη ἔχῃ ὑποτεταγμένα…» 7

Η αγιοπατερική διδασκαλία για την εγκράτεια και τη σωφροσύνη ως πρόταση αντί των προγραμμάτων σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης.

Ο Άγιος Ιάκωβος ο εν Ευβοία, πάντοτε επεσήμαινε τη σπουδαιότητα της παιδαγωγίας που έλαβε από την ευσεβεστάτη και ασκητική μητέρα του, με την οποία είχε, όχι μόνο φυσικό και συναισθηματικό σύνδεσμο, αλλά κυρίως πνευματικό. 8

Ο ίδιος διηγείται:

«Ἡ μητέρα μου πρόσεχε πολύ το θέμα τῆς σωφροσύνης τῶν παιδιῶν της. Ὅταν κάποτε με εἶδε νά βάζω τά χεράκια μου, για να τά ζεστάνω ἀνάμεσα στά πόδια μου, μοῦ εἶπε διακριτικά και με πραότητα: Παιδί μου Ἰάκωβε, μήν ξαναβάλεις τά χεράκια σου ἀνάμεσα στά πόδια σου, γιατί ὅσα παιδάκια κάνουν αὐτό τό πρᾶγμα πεθαίνουν οἱ γονεῖς τους καί τά ἴδια χτικιάζουν. Ὅταν ἐγώ τῆς εἶπα ὅτι κρυώνουν τά χεράκια μου γι’ αὐτό τά βάζω ἐκεῖ γιά νά τά ζεστάνω, μοῦ ἔφτιαξε δυό μάλλινα γαντάκια, σάν κάλτσες μάλλινες, τά ὁποῖα φοροῦσα στά χέρια μου γιά να ζεσταίνομαι. Μέ τόση διάκριση και προσοχή παρακολουθοῦσε ἡ μητέρα μου το θέμα τῆς σωφροσύνης».9

Τέτοια ήταν η διαπαιδαγώγηση μητέρων, που παρέδιδαν Αγίους στον κόσμο. Καθόλου παράδοξο που ειδοποιήθη για τη κοίμησή της, τρεις ημέρες νωρίτερα, από τον φύλακα άγγελό της και εκείνη με τη σειρά της προετοίμασε γι’ αυτήν την στιγμή, τον αγαπημένο της Ιάκωβο.

Σήμερα όμως ο σκοτισμένος κόσμος, αντί να καταφύγει στους φωταγωγούς της ευτυχίας, τους Πατέρες της Εκκλησίας και τους Αγίους, καταφεύγει σε ψευδοεπιστήμες που ψυχή δεν παραδέχονται, δικαιολογούν και ενισχύουν τα πάθη του μεταπτωτικού ανθρώπου και παραμυθιασμένος όπως είναι για την αποτελεσματικότητα των πλανεμένων θεωριών τους, τις ακολουθεί πιστά, αποκομίζοντας την καταδίκη του.

Εμείς όμως ας ποθήσουμε κι ας ακολουθήσουμε τους αγαπώντας ημάς Αγίους:

«Πόθησον τοὺς ἁγίους, ἵνα ὁ ζῆλος αὐτῶν ἑλκύσῃ σε πρὸς ἀρετήν».10

Η διδασκαλία των Πατέρων είναι αυτή που θέτει τις βάσεις μιας υγιούς κοινωνίας, αποτρέπει από τα σύγχρονα κακά, προστατεύει από κινδύνους, προάγει την αρετή και την αγιότητα και νοηματοδοτεί τη ζωή. Πόσο μεγάλη βοήθεια θα δέχονταν τα παιδιά, αν αντί άλλης σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης διδάσκονταν αγιοπατερικές νουθεσίες για δοκιμή της εγκράτειας στην επιθυμία και την ηδονή, χαλιναγωγώντας τις αισθήσεις, και αντιδρώντας σε λογισμούς ηδυπαθείας και το θέλημα της σαρκός, ενσπείρωντας το φόβο του Θεού, όπως διδάσκει ο Άγιος Εφραίμ ο Σύρος.11

Ο Άγιος Παΐσιος, ο μέγας ευεργέτης του ζαλισμένου από την πλάνη

κόσμου, λέει:

«Καὶ βλέπω σήμερα ποὺ ἀπομακρύνουν τὰ παιδιά ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, πῶς ἔχουν ἀγριέψει! Ἐνῶ στὴν Ἐκκλησία τὸ παιδάκι θὰ ἠρεμήση, θὰ γίνη καλό παιδί, γιατί δέχεται τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, ἁγιάζεται. Δὲν τὰ ἀφήνουν νὰ πηγαίνουν στὴν Ἐκκλησία, γιὰ νὰ μην ἐπηρεασθοῦν ἀπὸ τὰ πνευματικά! Ἀπὸ τὶς ἄλλες ἀνοησίες ὄχι μόνον δὲν τὰ ἀπομακρύνουν, ἀλλὰ τούς τὶς διδάσκουν κιόλας!…Ἀλλά σκοπός τούς τώρα εἶναι νὰ ἀπομακρύνουν τὰ παιδιά ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία.Τὰ δηλητηριάζουν, τὰ μολύνουν μὲ διάφορες θεωρίες, κλονίζουν τὴν πίστη τους. Τὰ ἐμποδίζουν ἀπὸ τὸ καλό, γιὰ νὰ τὰ ἀχρηστέψουν. Τὰ καταστρέφουν ἀπὸ μικρά. Καὶ τὰ παιδάκια, φυσικά, ἀπὸ ἀρνάκια γίνονται κατσικάκια».12

Και συμπλήρωνε: «Ὅταν παραβαίνη ἕνας ἄνθρωπος μία ἐντολὴ τοῦ Εὐαγγελίου, εὐθύνεται μόνον αὐτός. Ὅταν ὅμως κάτι ποὺ ἀντίκειται στὶς ἐντολὲς τοῦ Εὐαγγελίου γίνεται ἀπὸ τὸ κράτος νόμος, τότε ἔρχεται ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ σὲ ὅλο τὸ ἔθνος, γιὰ νὰ παιδαγωγηθῆ».13

Είναι πραγματικό συμφέρον της Πατρίδας μας εάν φυλάξουμε τις εντολές των Πατέρων, δεδομένης της εξ’ ανατολών απειλής και των μεταναστών: «Ἔλεγεν ὁ ἀββᾶς Μωϋσῆς ἐν Σκήτει· «ἐὰν φυλάξωμεν τὰς ἐντολὰς τῶν πατέρων ἡμῶν, ἐγὼ ἐγγυῶμαι ὑμᾶς πρὸς τὸν Θεόν, ὅτι βάρβαροι οὐκ ἔρχονται ὧδε! Εἰ δὲ μὴ φυλάξωμεν, ἐρημωθῆναι ἔχει ὁ τόπος οὗτος»14 Αν δεν ακολουθήσουμε τους Πατέρες, βάρβαροι θα μας ερημώσουν τον τόπο….

Ας μη «τα βάζουμε» λοιπόν με το Θεό. Δεν μας συμφέρει ως έθνος….

Με τη Χάρη Του, η μάχη των γονέων -ερήμην δυστυχώς της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας- για το μάθημα των θρησκευτικών κερδήθηκε, τουλάχιστον σε ανώτατο δικαστικό επίπεδο. Μένει η συμμόρφωση του κράτους με τις αποφάσεις του ΣτΕ. Γιατί να μην κερδηθεί και αυτό της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης; Ας κάνουμε το ανθρώπινο κι ας αφήσουμε τα υπόλοιπα στο Θεό, όπως συχνά έλεγε ο Άγιος Παΐσιος.

Ιωάννης Λίτινας

1. Ιωάννης Χρυσόστομος. PG.62,673.

2.Ιωάννης Χρυσόστομος. PG.63,599 :«σωφροσύνη γάρ ἐστιν ἐγκράτεια, καὶ τὸ μαχομένων περιγενέσθαι τῶν ἡδονῶν».

3. Ιωάννης Χρυσόστομος. PG.60,719.

4. Μέγας Αθανάσιος. PG.28,1397.

5. Ιωάννης Χρυσόστομος. PG.52,413.

6. Ιωάννης Χρυσόστομος. PG.60,706.

7. Μέγας Αθανάσιος. PG.28,1397.

8. Ἕνας ἅγιος Γέροντας ὁ μακαριστός π. Ἰάκωβος. 1996. Έκδοση των Πατέρων της Ι.Μονής Οσίου Δαβίδ Γέροντος, Λίμνη Ευβοίας, (σελ.24-25)

9 . Ως άνω, σελ.10

10. Μέγας Αθανάσιος. PG.28,1412.

11.Εφραίμ ο Σύρος. Λόγος ΚΒ’ περί εγκράτειας: «Ἐγκράτεια ἐπὶ ἐπιθυμίας καὶ ἡδονῆς πονηρᾶςτὸ κρατεῖν τῆς αἰσθήσεως καὶ μὴ συγκαταπίπτειν ταῖς συμβαινούσαις ἐπιθυμίαιςτὸ μὴ κατατίθεσθαι τοῖς λογισμοῖς  ἡδυπάθειαν ὑποβάλλουσιτὸ μὴ ἡδύνεσθαι ὡς ἅτε δὴ πράσσων τὸ μύσος,
τὸ μὴ ποιεῖν τὸ θέλημα τῆς σαρκόςἀλλὰ χαλινοῦν τῷ φόβῳ τοῦ Θεοῦ»

12. Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου. 1998. Λόγοι Α’ .Με Πόνο Και Αγάπη Για Τον Σύγχρονο Άνθρωπο. Ιερόν Ησυχαστήριον Ευαγγελιστής «Ιωάννης ο Θεολόγος». Σουρωτή Θεσσαλονίκης. (σελ.300).

13
Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου. 2002. Λόγοι Δ’ .ΟικογενειακήΖωή. Ιερόν Ησυχαστήριον Ευαγγελιστής «Ιωάννης ο Θεολόγος». Σουρωτή Θεσσαλονίκης. (σελ.78).

14
 Αποφθέγματα Πατέρων PG. 65,283.

14/07 – Βίος καὶ πολιτεία καὶ λαμπροὶ ἀγῶνες τοῦ Ὁσίου καὶ Θεοφόρου Πατρὸς ἡμῶν καὶ σοφωτάτου Διδασκάλου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου

0
14/07 – Βίος καὶ πολιτεία καὶ λαμπροὶ ἀγῶνες τοῦ Ὁσίου καὶ Θεοφόρου Πατρὸς ἡμῶν καὶ σοφωτάτου Διδασκάλου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου

Βίος καὶ πολιτεία καὶ λαμπροὶ ἀγῶνες
τοῦ Ὁσίου καὶ Θεοφόρου Πατρὸς ἡμῶν
καὶ σοφωτάτου Διδασκάλου
Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου.

Ποίημα Γερασίμου Μοναχοῦ Μικραγιαννανίτου

(Ἐκ τοῦ βιβλίου: Διονυσιάτικον Ἁγιολόγιον,
ἔκδοσις Ἱερᾶς Μονῆς Διονυσίου Ἁγίου Ὄρους,
Ἅγιον Ὄρος, 2004, σ.σ.: 98-130)

 

Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου

 

Ἡ ἀρετὴ εἶναι ὄντως μέγα καὶ οὐράνιον πρᾶγμα, ὡς ἔχουσα πηγὴν καὶ ἀρχὴν τὸν Θεόν, καὶ ὡς τιμῶσα καὶ δοξάζουσα τοὺς φίλους καὶ ἐργάτας αὐτῆς. Δι᾿ αὐτῆς ἐτιμήθησαν οἱ Ἅγιοι Προφῆται, ἐμεγαλύνθησαν οἱ θεηγόροι Ἀπόστολοι, ἠνδραγάθησαν οἱ καλλίνικοι Μάρτυρες, ἐλαμπρύνθησαν οἱ θεοειδεῖς Ἱεράρχαι καὶ ᾠκειώθησαν τῷ Θεῷ οἱ ἀπ᾿ αἰῶνος θεοφόροι Πατέρες. Διὰ τῆς ἀρετῆς εἰργάσαντο «ξένα καὶ παράδοξα» ἐν τῷ κόσμῳ οἱ ἀγαπήσαντες τῷ Θεῷ Ἅγιοι, καὶ ἀνεδείχθησαν πολύφωτοι φωστῆρες, «λόγον ζωῆς ἐπέχοντες» καὶ φαίνοντες «ἀπὸ ἀνατολῶν ἡλίου μέχρι δυσμῶν», πρὸς φωτισμὸν «τῶν ἐν σκότει καὶ σκιᾷ θανάτου», κατὰ τὴν θείαν ῥῆσιν, καὶ πρὸς σωτηρίαν ψυχῶν αἰώνιον. Ἡ ἀρετὴ ἀναδεικνύει τὸν ἄνθρωπον μακάριον, ἄγγελον ἐπίγειον, πλήρη θείου φωτός, σιωπῶντα καὶ λαλοῦντα καὶ ὁρώμενον, ἔμψυχον στηλογραφίαν παντὸς καλοῦ καὶ λυσιτελοῦς, κληρονόμον Θεοῦ, συγκληρονόμον Χριστοῦ.

Τῆς ἀρετῆς φίλος γνήσιος καὶ ἀληθὴς ἐργάτης καὶ μυσταγωγὸς καὶ ὑποφήτης, «ἔργῳ καὶ λόγῳ», ὑπήρξε καὶ ὁ θεοφόρος Νικόδημος, ὁ μέγας τῆς Ἐκκλησίας καὶ πολύσοφος διδάσκαλος, τὸ θαῦμα τῶν ἐν Ἄθῳ μοναστῶν, ὁ φαεινὸς ἑωσφόρος τῆς οὐρανίου σοφίας καὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς· ὁ ἐν ἐσχάτοις λάμψας καιροῖς, καὶ καταφωτίζων τῆς οἰκουμένης τὰ πέρατα διὰ τῶν θεοσόφων αὐτοῦ συγγραμμάτων· ἡ εὔηχος σάλπιγξ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· ἡ μελίῤῥυτος καὶ σοφωτάτη γλῶσσα, ἡ ἐν «δυνάμει λόγου» διατρανοῦσα καὶ ἀναπτύσσουσα τὰ ῥήματα τῆς αἰωνίου ζωῆς καὶ τὰ τῶν Πατέρων συνεπτυγμένα νοήματα· τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς ὁ πρακτικώτατος ὑφηγητής· τῶν πνευματικῶν ἀναβάσεων ὁ θεοειδὴς μυστογράφος, καὶ τῶν ἐν αὐταῖς ἐλλάμψεων ὁ ἐκφάντωρ, τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας «ὁ στῦλος καὶ ἑδραίωμα» καὶ τὸ ἐξαίρετον καύχημα, καὶ πάσης αἱρετικῆς καὶ κενοφώνου διδαχῆς ὁ ἰσχυρώτατος καθαιρέτης· ὁ πολυειδῶς καὶ πολυτρόπως δοξάσας τὸν Θεόν, καὶ ἐπαξίως παρὰ Θεοῦ δοξασθείς. «Τοὺς δοξάζοντάς με ἀντιδοξάσω», λέγει Κύριος Παντοκράτωρ.

Οὗτος ὁ πολὺς ἐν σοφίᾳ καὶ μέγας ἐν ἀρετῇ, ὁ περιφανὴς τῆς Ἐκκλησίας φωστὴρ καὶ διδάσκαλος, τὸ στόμα τῶν πάλαι Ὁσίων διδασκάλων θεῖος Νικόδημος, ἐγεννήθη ἐν τῇ νήσῳ τῶν Κυκλάδων Νάξῳ, κατὰ τὸ σωτήριον ἔτος 1749, ἐκ γονέων εὐσεβῶν καὶ ἐναρέτων, Ἀντωνίου καὶ Ἀναστασίας, τὸ ἐπίθετον Καλλιβούρτση. Διὰ τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος ὠνόμασαν αὐτὸν Νικόλαον, καὶ πρῶτοι οὗτοι ἐγαλούχησαν τὸν υἱὸν τῶν διὰ τῶν ζωηφόρων τῆς πίστεως ναμάτων, ἐκ βρεφικῆς ἡλικίας. Τρανὴ ἀπόδειξις τῆς θερμῆς τῶν γονέων τοῦ Ὁσίου εὐσεβείας, καὶ μάλιστα τῆς μητρὸς αὐτοῦ, εἶναι τὸ γεγονός, ὅτι βραδύτερον αὕτη ἐγένετο μοναχή, ἄρασα τὸν ἐλαφρὸν τοῦ Κυρίου ζυγόν, μετονομασθεῖσα Ἀγάθη.

Ἐξ ἀπαλῶν ὀνύχων ἐφαίνετο ὁ Ὅσιος ὁ ὁποῖος ἔμελλε νὰ ἀποβῇ μετὰ ταῦτα· διότι ἦτο λίαν προσεκτικὸς καὶ φρόνιμος, καίτοι ἐν παιδικῇ ἡλικίᾳ, ἀποφεύγων τὰς ματαίας συναναστροφὰς καὶ πᾶν δυνάμενον νὰ φέρῃ βλάβην εἰς τὸν ἔσω ἄνθρωπον. Ἐπιμέλεια ἠθῶν, ἀγχίνοια ἔξοχος, τρόπων εὐκοσμία, ζῆλος περὶ τὰ καλὰ καὶ ὠφέλιμα, ἀγάπη πρὸς τὴν θύραθεν καὶ τὴν κατὰ Θεὸν παιδείαν, ἦσαν τὰ χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ νεαροῦ Νικολάου. Ἀλλὰ πλέον πάντων διεκρίνετο διὰ τὴν μεγάλην ὀξύτητα τοῦ νοός, τὴν ἀκριβῆ διορατικότητα, τὴν λαμπρὰν εὐφυΐαν καὶ τὴν ἀπέραντον μνήμην, δι᾿ ὧν κατέπληττεν, ὅχι μόνον τοὺς συνομήλικας, ἀλλὰ καὶ πάντα τοὺς ὁρῶντας τοσαῦτα ἐξαίρετα προσόντα καὶ ἀγλαὰ προτερήματα ἐν τοιαύτῃ νεαρᾷ ἡλικίᾳ.

Τὰ πρῶτα γράμματα ἐδιδάχθη ἐν τῇ Νάξῳ, ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ αὐτοῦ πατρίδι Χώρᾳ, παρὰ τοῦ ἱερέως τῆς ἐνορίας του, παρὰ τοῦ ὁποίου καὶ ἐδιδάσκετο συγχρόνως τὴν πρὸς τὸν Χριστὸν ἀγάπην καὶ πρὸς τὴν Ἁγίαν Αὐτοῦ Ἐκκλησίαν, καὶ πᾶν ὠφέλιμον καὶ λυσιτελές, καὶ τὸν ὁποῖον ἱερέα μετ᾿ εὐλαβείας καὶ προθυμίας πολλῆς ἐξυπηρέτει, διακονῶν, κατὰ τὴν τέλεσιν τῆς θείας Λειτουργίας καὶ λοιπὰς ἱεροπραξίας.

Καταρτισθεὶς οὕτω καταλλήλως ὁ μακάριος παρὰ τοῦ εὐλαβοῦς ἱερέως τὴν ἐνορίας, ἐφοίτησεν ὕστερον εἰς τὴν ἐν Νάξῳ σχολήν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐδιδάχθη τὰ θύραθεν καὶ ἱερὰ γράμματα, παρὰ τοῦ ἐναρέτου καὶ σοφοῦ διδασκάλου τοῦ Γένους Ἀρχιμανδίτου Χρυσάνθου, ἀδελφοῦ τοῦ θαυμαστοῦ καὶ περιβοήτου «ἐν λόγῳ καὶ ἔργῳ καὶ ἀναστροφῇ» Ἰσαποστόλου καὶ Ἱερομάρτυρος Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ.

Εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι εἰς τὴν Νάξον, τῇ μερίμνῃ τῶν λογίων Ἀρχιερέων Θεωνᾶ, Ἀθανασίου, Ἰωάσαφ καὶ ἄλλων, εἶχεν ἱδρυθῆ σχολή, ἡ ὁποία ἀπὸ τοῦ 1770 καὶ ἐντεῦθεν ἀνεκαινίσθη. Ἀπὸ δὲ τοῦ 1781 ἐγκατεστάθη ἐν τῇ Ἱερᾷ Μονῇ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ἔνθα ἐλειτούργει μέχρι τοῦ 1821. Εἰς τὴν σχολὴν ταύτην ἐχρημάτισε διευθυντὴς ὁ ῥηθεὶς Ἀρχιμανδίτης Χρύσανθος ὁ Αἰτωλός, καὶ ἐδίδαξεν ἐν συνεχείᾳ μέχρι τοῦ θανάτου αὐτοῦ, ἐπισυμβάντος ἐν ἔτει 1785. Τοιούτου διδασκάλου τυχών, ὁ νεαρὸς Νικόλαος ἐξεπαιδεύθη θαυμασίως ὡς ἔδει, καὶ ἐξεκαύθη ἡ φιλόθεος αὐτοῦ καρδία πρὸς πλείονα παιδείαν καὶ ἐκμάθησιν ἀνωτέρων γνώσεων. Ἄγων δὲ τὸ 15ον ἔτος τῆς ἡλικίας μετεφέρθη ὑπὸ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ εἰς Σμύρνην, εἰς τὴν λαμπρὰν ἐλληνικῆς σχολὴς τῆς πόλεως ταύτης, τὴν ὀνομασθεῖσαν ἀργότερον καὶ γενομένην περιάκουστον ὡς Εὐαγγελικὴν Σχολήν2, καὶ εἰσήχθη ὡς οἰκότροφος ἐν τῷ μαθητικῷ αὐτῆς κοινοβίῳ.

Ἐνταῦθα ἔσχε σπουδαιότερον διδάσκαλον τὸν ἐπιφανῆ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην διὰ τὴν παιδείαν καὶ ὀνομαστὸν διὰ τὴν ἀρετὴν Ἱερόθεον Βουλισμᾶν τὸν Ἰθακήσιον3, καὶ παρέμεινεν ἐν τῇ σχολῇ ἐπὶ πέντε ἔτη. Προκόπτων ὁ μακάριος εἰς τὰ μαθήματα κατέπληττε τοὺς πάντας διὰ τὰς θαυμασίας αὐτοῦ ἐπιδόσεις, τὴν πλουσιωτάτην μνήμην, τὴν φωτεινὴν κρίσιν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἄκραν ἐπιμέλειαν, τῶν ἠθῶν καὶ τὴν χρηστότητα τῶν τρόπων. Δι᾿ αὐτὸν θὰ ἠδύνατο νὰ λεχθῇ ὅ,τι ὁ Θεολόγος Ἅγιος Γρηγόριος εἶπε διὰ τὸν Μέγαν Βασίλειον: «Ποῖον εἶδος οὐκ ἐπῆλθε παιδεύσεως; Μᾶλλον δὲ ποῖον οὐ μεθ᾿ ὑπερβολῆς ὡς μόνον; Οὕτω μὲν ἅπαντα διελθών, ὡς οὐδεὶς ἕν· οὕτω δὲ εἰς ἄκρον ἕκαστον, ὡς τῶν ἄλλων οὐδείς».

Μαθητεύων ἐν τῇ σχολῇ ταύτῃ ὁ νεαρὸς Νικόλαος, ἐγίνετο διδάσκαλος τῶν συμμαθητῶν αὐτοῦ, ἀναλύων, ἀποσαφηνίζων καὶ ἐκμανθάνων εἰς αὐτοὺς ὅσα δὲν κατώρθωναν κατὰ τὰς ὧρας τῆς διδασκαλίας νὰ ἀντιληφθῶσι καὶ ἐννοήσωσι σαφῶς. Διὰ τὴν προθυμία του αὐτήν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ὅλην καλωσύνην του καὶ τὰ λοιπὰ περικοσμοῦντα ἀυτὸν χαρίσματα, ἐτύγχανεν κατ᾿ ἐξοχὴν ἀγαπητὸς ἐκ μέρους τῶν συμμαθητῶν του, ὥστε νὰ προθυμοποιῶνται καὶ ἐπιδιώκουν οὗτοι νὰ τὸν ἀντικαθιστοῦν εἰς τὰς διοαφόρους ὑπηρεσίας τοῦ οἰκοτροφείου, παρὰ τὰς διαμαρτυρίας καὶ ἀντιρρήσεις του. Αὐτὸς οὗτος ὁ διδάσκαλος Ἱερόθεος, ἐκτιμῶν τὴν λαμπρὰν θεολογικὴν καὶ λοιπὴν βαθεῖαν μόρφωσιν καὶ ἀρετὴν τοῦ Νικολάου, ἔγραφε βραδύτερον πρὸς αὐτόν, ἀναχωρήσαντα πλέον ἐκ τῆς σχολῆς: «Ἐλθέ, υἱέ μου, κἂν τώρα εἰς τὸ γῆράς μου, νὰ σὲ ἀφήσω μετὰ θάνατον εἰς τὸν σχολεῖον διδάσκαλον, διότι δὲν ἔχω πλέον ἄλλον ὡσὰν σὲ ὅμοιον εἰς τὴν προκοπήν».

Ἐν τῇ σχολῇ ταύτῃ ἐδιδάχθη καὶ ἐξέμαθε, πλὴν τῶν ἐγκυκλίων μαθημάτων, τῶν θεολογικῶν γραμμάτων καὶ τῶν Ἀρχαίων Ἐλληνικῶν, τὴν Λατινικήν, τὴν Ἰταλικήν, καὶ τὴν Γαλλικὴν γλῶσσαν. Ἡ δὲ ἐπίδοσίς του καὶ ἡ γνῶσις τῆς Ἀρχαίας Ἐλληνικῆς γλῶσσης, εἶναι τῷ ὄντι σπανίᾳ, ἥτις θαυμασίως διαλάμπει εἰς πάντα τὰ ἔργα αὐτοῦ. Ἐγένετο βαθὺς κάτοχος αὐτῆς, δυνάμενος νὰ γράφῃ καὶ νὰ ἐκφράζηται εἰς οἱανδήποτε μορφὴν τῶν ἱστορικῶν φάσεων καὶ παραλλαγῶν τῆς γλώσσης ἡμῶν. Μετὰ τῆς ἰδίας εὐχερείας, μετὰ τῆς ὁποίας ἐξήγει εἰς τὴν ἁπλοελληνικὴν τὰ ἱερὰ κείμενα πρὸς κατανόησιν αὐτῶν ὑπὸ τοῦ λαοῦ, συνέτασσε καὶ τὰ ἀρχαιοπρεπέστατα ἐπιγράμματα εἰς τὴν Ὁμηρικὴν διάλεκτον.

Κατὰ τὸ 1770, ἐξ αἰτίας τῶν ὑπὸ τῶν Τούρκων κατὰ τῶν Χριστιανῶν διωγμῶν καὶ σφαγῶν, ἐξαγριωθέντων διὰ τὴν πυρπόλησιν τοῦ στόλου αὐτῶν ὑπὸ τῶν Ῥώσσων παρὰ τῶν Τσεσμέν, ἀνεχώρησε ἐκεῖθεν καὶ ἐπανῆλθεν εἰς τὴν πατρίδα αὐτοῦ Νάξον, ἔνθα ὁ τότε Μητροπολίτης Παροναξίας Ἄνθιμος Βαρδῆς προσέλαβε αὐτὸν ὡς γραμματέα καὶ ἀκόλουθόν του, ἔχων σκοπὸν νὰ προπαρασκευάσῃ αὐτὸν ἀρμοδιώτερον «ἐπὶ τὰ τελεώτερα τῆς χάριτος», καὶ εἰσαγάγῃ κατόπιν εἰς τὸ ἱερατικὸν στάδιον, «εἰς διακονίαν Κυρίου». Ἐπὶ πέντε ἔτη ἔμεινε πλησίον τοῦ Ἀνθίμου ἐν Νάξῳ, ὅπου καὶ τῷ ἐδόθη ἡ εὐκαιρία νὰ γνωρισθῇ μετὰ τῶν ὁσιωτάτων καὶ ἐναρέτων Ἁγιορειτῶν Ἱερομονάχων Γρηγορίου καὶ Νήφωνος, καὶ τοῦ Μοναχοῦ Ἀρσενίου, ἀνδρῶν τῇ ἀληθείᾳ τοὺς πλείστους ὑπερεχόντων τῇ ἀρετῇ καὶ σεμνότητι. Οὗτοι ἀφηγήθησαν αὐτῷμτὰ τῆς μοναχικῆς ζωῆς καὶ ἀγγελικῆς πολιτείας τῶν ἀσκητῶν ἐν Ἁγίῳ Ὄρει, καὶ ἐμύησαν τὰ τῆς νοερᾶς προσευχῆς, γνωρίσαντες τοῦτον κατάλληλον καὶ ἐπιδεικτικὸν τῶν μυστηρίων τῆς μακαρίας ταύτης ἐργασίας. Ἐκ τῆς συναναστροφῆς καὶ συνομιλίας τῶν Ὁσίων τούτων ἀνδρῶν ᾐχμαλωτίσθη ἡ καρδία τοῦ μακαρίου πρὸς ἔνθεον ζῆλον, καὶ ἀνεφλέχθη πρὸς πόθον τῆς ἀγγελικῆς ζωῆς τῶν μοναστῶν τοῦ Ἄθωνος.

Ἐπειδὴ δὲ πολλὰ εἶχεν ἀκούσει περὶ τῆς ἀρετῆς καὶ σοφίας τοῦ Μητροπολίτου Κορίνθου Ἁγίου Μακαρίου τοῦ Νοταρᾶ4, ἦλθεν καὶ συνήντησεν αὐτὸν εἰς Ὕδραν, διατρίβοντα ἐκεῖ, διὰ νὰ ἐνισχυθῇ καὶ φωτισθῇ παρ᾿ αὐτοῦ ἔτι περισσότερον εἰς τὴν κατὰ Χριστὸν ἀσκητικὴν ζωήν, πρὸς τὴν ὁποίαν εἶχεν ἤδη κατευθύνει ὅλην τὴν ῥοπὴν τῆς ψυχῆς του. Ἐκ τῆς ἁγίας αὐτῆς συναντήσεως ἀνεπτύχθη στενὸς καὶ ἰσόβιος ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ σύνδεσμος καὶ βαθεῖα ἀγάπη καὶ ἐκτίμησις μεταξὺ τῶν δύο τοῦτων ἁγίων καὶ θεοφόρων ἀνδρῶν. Ἐκεῖ ἐγνώρισεν ἐπίσης τὸν περιβόητον διὰ τὴν ἀρετὴν αὐτοῦ Μοναχὸν Σίλβεστρον τὸν Καισαρέα, ἔξω τῆς νήσου ἐν κελλίῳ ἐρημικῷ ἀσκούμενον, «τὸν ὑψίνουν καὶ πλατύνουν, τὸ μέλι τῆς ἡσυχίας καὶ θεωρίας τρεφόμενον», παρὰ τοῦ ὁποίου ἐπὶ πλέον ἐξεκαύθη καὶ ἀνεπτερώθη εἰς τὴν ἀγγελικὴν τῶν μοναχῶν πολιτείαν καὶ διαγωγήν.

Καιομένην ἔχων ἤδη τὴν καρδίαν πρὸς τὴν ἐν πνεύματι μακαρίαν ζωὴν καὶ τὰ τελειότερα τοῦ πνεύματος χαρίσματα, λαβὼν συστατικὰ παρὰ τοῦ ῥηθέντος Γέροντος Σιλβέστρου γράμματα, ἀνεχώρησεν ἐκ τῆς Νάξου κατὰ τὸ 1775 διὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος, ἀρνησάμενος κόσμον καὶ ἑαυτόν, κατὰ τὴν τοῦ Κυρίου φωνήν, ἐπιθυμῶν νὰ ἄρῃ τὸν γλυκὺν καὶ χρηστὸν τοῦ Σωτῆρος Σταυρόν. Κατὰ τὴν ἀναχώρησίν του ἐκ Νάξου συνέβη τὸ ἐξῆς περιστατικόν, δεικνῦον τὸν διάπυρον ζῆλον τοῦ Νικολάου πρὸς τὴν μοναχικὴν ζωήν: Κατελθὼν εἰς τὸν αἰγιαλὸν εὗρεν ἱστιοφόρον ἑτοιμαζόμενον πρὸς ἀναχώρησιν διὰ Ἅγιον Ὄρος, καὶ μεγάλως ἐδόξασε τὸν Θεὸν ἐπὶ τῇ ἐκπληρώσει τοῦ πόθου του. Παρεκάλεσε τότε τὸ πλοίαρχον νὰ παραλάβῃ καὶ αὐτόν, ὅστις τῷ ὑπεσχέθη ὅτι τὴν στιγμὴν τῆς ἀναχωρήσεως θὰ τὸν εἰδοποιήσῃ. Ἀλλὰ τίς οἶδε διατί, ἀνεχώρησε χωρὶς νὰ εἰδοποιηθῇ ὁ Ὅσιος, ὅστις ἰδὼν παρ᾿ ἐλπίδα τὸ πλοῖον ἀναχωροῦν, ἤρχισε νὰ φωνάζῃ καὶ νὰ θρηνῇ διατὶ τὸν ἐγκατέλειψαν, καὶ συγχρόνως ἔῤῥιψεν ἑαυτὸν εἰς τὴν θάλασσαν, σκοπὸν ἔχων νὰ φθάσῃ κολυμβῶν τὸ ἀναχωροῦν πλοῖον. Ἰδόντες τοῦτο οἱ ναῦται ἐπέστρεψαν καὶ τὸν παρέλαβον, καὶ ἀποπλεύσαντες ἐκεῖθεν ἔφθασαν αἰσίως εἰς Ἅγιον Ὄρος.

Ἀποβιβασθεὶς ἐν Ἁγίῳ Ὄρει ὁ Νικόλαος, ἐχάρη χαρὰν μεγάλην σφόδρα, καὶ έλθὼν κατὰ τὰς ὁδηγίας τοῦ ῥηθέντος γέροντος Σιλβέστρου εἰς τὴν Ἱερὰν καὶ εὐαγῆ Μονὴν τοῦ Ἁγίου Διονυσίου, τιμωμένην ἐπ᾿ ὀνόματι τοῦ Τιμίου Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου, εὗρεν ἐκεῖ πλείσους ὁσίους ἄνδρας, κεκοσμημένου πάσῃ ἀρετῇ καὶ σεμνότητι καὶ ἀσκητικοῖς χαρίσμασι, μεταξὺ τῶν ὁποίων τοὺς Γέροντας Μακάριον μετὰ τοῦ πατρός αὐτοῦ, Ἀβράμιον καὶ ἄλλους, ἐν εὐλαβείᾳ καὶ ὁσιότητι ἀσκουμένους τὸν πνευματικὸν ἀγῶνα, θαυμάσας δὲ τὴν ἀρετὴν αὐτῶν, ἐκοινοβίασεν ἐν τῇ ἱερᾷ καὶ σεβασμίᾳ ταύτῃ Μονῇ. Ἐνταῦθα πνέων θείου ζήλου πρὸς τὴν κατὰ Χριστὸν ὁσίαν ζωὴν καὶ ἀποβαλὼν πλήρως πᾶν κοσμικὸν φρόνημα καὶ νόημα, ἐκάρη μοναχός, λαβὼν τὸ μικρὸν σχῆμα, καὶ μετωνομάσθη ἀπὸ Νικολάου Νικόδημος.

Γνωρίσαντες οἱ ἀδελφοὶ τῆς Μονῆς καὶ τὴν βαθεῖαν παιδείαν καὶ γνῶσίν του, ἔτι δὲ ἐκτιμήσαντες τὴν θερμὴν αὐτοῦ ἐυλάβειαν καὶ τὴν λοιπὴν σπουδὴν καὶ προθυμίαν πρὸς τοὺς κανόνας καὶ τὰς τάξεις τῆς ὁσίας καὶ σεμνῆς κοινοβιακῆς ζωῆς καὶ τὸ ὑποδειγματικὸν αὐτοῦ ἦθος, διώρισαν αὐτὸν ἀναγνώστην καὶ γραμματέα τῆς Μονῆς.

Ἐν τῇ Ἱερᾷ ταύτῃ Μονῇ ὁ Ὅσιος Νικόδημος ὑπῆρξε τύπος ἐν πᾶσιν ἀπαράμμιλος, τόσον ἐν τῇ ἀνατεθείσῃ αὐτῷ διακονίᾳ, ὅσον καὶ ἐν ταῖς πνευματικαῖς πράξεσιν, διὰ τῶν ὁποίων ἡμέρας ἐξ ἡμέρας προήγετο «τοῖς ἔμπροσθεν ἐπεκτεινόμενος», ὑποτάσσων τὴν σάρκα τῷ πνεύματι καὶ λαμπρύνων τὸν νοῦν διὰ τῆς μελέτης τοῦ κρείττονος καὶ προετοιμάζων ἑαυτὸν διὰ τοὺς τελειοτάτους ἀγῶνας τῆς θεοποιοῦ ἡσυχίας καὶ τῆς ἄκραν κατὰ Χριστὸν φιλοσοφίας, ἐν οἷς ἀνεδείχθη δοκιμώτατος καὶ μέγας ἐν ἔργῳ καὶ λόγῳ.

Κατὰ τὸ 1777 ἐπεσκέψατο τὸ Ἅγιον Ὄρος ὁ Κορίνθου Ἅγιος Μακάριος, ὁ γνωρίσας τὸν ἱερὸν Νικόδημον ἐν Ὕδρᾳ, καὶ ἀφοῦ προσεκύνησε τὰς Ἱερὰς Μονάς, ἦλθεν εἰς Καρυὰς καὶ κατέλυσεν εἰς τὸ Κελλίον «Ἅγιος Ἀντώνιος» τοῦ συμπολίτου αὐτοῦ Δαβίδ. Ἐνταῦθα ἐκάλεσε τὸν μακάριον Νικόδημον καὶ προέτρεψεν αὐτὸν νὰ ἐπιθεωρήσῃ πρὸς ἔκδοσιν τὰ ὀγκωδέστατα πνευματικὰ βιβλία «Φιλοκαλίαν» καὶ «Εὐεργετινόν», καὶ τὸ περὶ «Θείας καὶ ἱερᾶς Μεταλήψεως» πονημάτιον αὐτοῦ. Δώσας τὰς ἀφορμὰς εἰς τὸν Ὅσιον ἄνδρα νὰ ἐπιδοθῇ εἰς τοὺς ὑψηλοὺς πνευματικοὺς ἀγῶνας, οἵτινες ἀνέδειξαν αὐτὸν φωστῆρα τῆς Ἐκκλησίας ἀειλαμπέστατον, καὶ οἰκουμενικὸν τῆς εὐσεβείας διδάσκαλον. Καὶ ἤρχισεν ἀπὸ τῆς «Φιλοκαλίας», τὴν ὁποίαν ἀφοῦ διεξῆλθε, τακτοποιήσας ὅπου ἦτο ἀνάγκη τὰς ἐν αὐτῇ περιεχομένας πνευματικὰς καὶ ὑψηλὰς διδασκαλίας, συνέταξε γλαφυρῶς ἑκάστου Ὁσίου συγγραφέως ἐν συνόψει τὸν βίον, καὶ τῆς ὅλης βίβλου τὸ λαμπρὸν προοίμιον. Ἀκολούθως διορθώσας τὸν «Εὐεργετινόν», συντάξας καὶ αὐτοῦ τὸ θαυμάσιον προοίμιον, καὶ ἐν τέλει διόρθωσε καὶ ἐπλάτυνε τὸ «Περὶ συνεχοῦς Μεταλήψεως», ἅτινα παραλαβὼν ὁ Ἅγιος Μακάριος ἀπῆλθε πρὸς ἐκτύπωσιν εἰς Σμύρνην.

Μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τοῦ Ἁγίου Μακαρίου, ὁ θεῖος Νικόδημος παρέμενεν εἰς Καρυάς, φιλοξενούμενος εἰς τὸ ἐκεῖ κελλίον τῆς Μεγίστης Λαύρας, τιμώμενον ἐπ᾿ ὀνόματι τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καὶ κοινῶς ἐπωνομαζόμενον τῶν «Σκουρταίων», μετὰ τῶν ὁποίων καὶ συνεδέθη δι᾿ ἀῤῥήκτου ἐν Χριστῷ φιλίας καὶ ἀγάπης, ἔνθα ἐπὶ ἕν ἔτος ἀντέγραψε τὴν «Ἀλφαβηταλφάβητον», βιβλίου συγγραφὲν ὑπὸ Ὁσίου Μελετίου τοῦ Γαλησιώτου καὶ Ομολογητοῦ, καὶ περιέχων πνευματικὰ διδάγματα στιχηδόν, καὶ εἶτα ἐπανῆλθεν εἰς τὴν Μονήν αὐτοῦ.

Ἀγωνιζόμενος ὁ θεῖος Πατὴρ ἐν τῇ ἱερᾷ Μονῇ τοῦ Ἁγίου Διονυσίου τὸ καλὸν τῆς κατὰ Χριστὸν ζωῆς καὶ ἀσκήσεως ἀγῶνα, καὶ ἀναβάσεις καθ᾿ ἑκάστην ἡμέραν ἐν τῇ καρδίᾳ αυτοῦ ποιούμενος, ἤκουσε τὴν φήμην τῶν ἀρετῶν τοῦ Κοινοβιάρχου Παϊσίου τοῦ Ρώσσου5, εὑρισκομένου εἰς Μπογδανίαν, (σημερινὴν Ῥουμανίαν), καὶ ἔχοντος ὑπὸ τὰς πνευματικὰς αὐτοῦ ὁδηγίας ὑπὲρ τοὺς χιλίους ἀδελφούς, τοὺς ὁποίους σὺν τοῖς ἄλλοις ἐδίδασκε καὶ τὴν νοερὰν προσευχήν, ἀπεφάσισε νὰ μεταβῇ ἐκεῖ, ὡς ἄκρος ἐραστὴς τῆς θεοποιοῦ ταύτης νοερᾶς προσευχῆς. Ἀλλ᾿ ἀποπλεύσαντες τοῦ Ἄθωνος κατελήφθησαν ὑπὸ σφοδρᾶς ἐν τῷ πελάγει τρικυμίας, κινδυνεύσαντες νὰ πνιγῶσι, καὶ ἠναγκάσθησαν νὰ ἀλλάξουν κατεύθυνσιν, μετὰ πολλοῦ δὲ κόπου προσήραξαν εἰς Θάσον, ἔνθα μετέβαλε σκοπόν. Ἐπανελθὼν δὲ εἰς Ἅγιον Ὄρος, δὲν μετέβη εἰς τὴν Μονὴ τοῦ Ἁγίου Διονυσίου, ἀλλὰ καταφλεγόμενος ὑπὸ τοῦ ἔρωτος τῆς ἡσυχίας πρὸς ἀπερίσπαστον μελέτην τῶν θείων Γραφῶν καὶ ἀδιάλειπτον καὶ ἀρρέμβαστον προσευχήν, ἦλθε προσωρινῶς εἰς τὸ κελλίον τῶν Σκουρταίων, μετὰ δὲ ταῦτα ἐγκατεστάθη ἔν τινι δωματίῳ ἡσύχῳ καὶ μεμονωμένῳ τοῦ Κελλίου «Ἅγιος Ἀθανάσιος», ὅπου καὶ ἡσύχασεν, ἐπιδιδόμενος εἰς πνευματικὰς μελέτας καὶ ἀδιαλείπτους προσευχάς, δι᾿ ὧν ἐλαμπρύνετο ὁ νοῦς του, καὶ ἐτρέφετο ἡ ψυχή του, καὶ ἐφαίνετο ὅλος θεοειδὴς καὶ πλήρης οὐρανίου γαλήνης καὶ χάριτος. Εἰς δὲ ὡρισμένας ὥρας τῆς ἡμέρας ἠσχολεῖτο εἰς ἀντιγραφὴν κωδίκων πρὸς πορισμὸν τῶν ἀπαραιτήτως χρειωδῶν τῆς ζωῆς. Ἐκεῖ συνέταξε τὰ ἰδιόμελα καὶ προσόμοια τροπάρια πρὸς πλουτισμὸν τῆς ᾀσματικῆς ἀκολουθίας τῶν Ἁγίων Ἱεραρχῶν Ἀθανασίου καὶ Κυρίλλου, ἐπ᾿ ὀνόματι τῶν ὁποίων ἐτιμᾶτο ὁ ναὸς τοῦ Κελλίου.

Μετὰ παρέλευσιν ὀλίγου καιροῦ ἦλθεν ἐκ Νάξου καὶ ἐγκατεστάθη εἰς τὴν Σκήτην τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παντοκράτορος (νῦν Καψάλαν) ὁ λίαν ἐνάρετος μοναχὸς Γέρων Ἀρσένιος ὁ Πελοποννήσιος, τὸν ὁποῖον ἐγνώρισεν ἐν Νάξῳ ὁ θεῖος Νικόδημος, καὶ ἐκ τοῦ στόματος τοῦ ὁποῖου ἤκουσε τὰ οὐράνια καὶ γλυκύτατα ῥήματα περὶ τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς καὶ ὅλος ἐτρώθη ἐξ αὐτῶν πρὸς τὰ κρείττονα χαρίσματα. Μαθὼν τὴν ἔλευσιν τούτου ὁ θεῖος Πατήρ, ἦλθεν εἰς τὴν Σκήτην τοῦ Παντοκράτορος, καὶ εὑρὼν τοῦτον, ἐγένετο ὑποτακτικὸς αὐτοῦ. Ἐνταῦθα, ἐν τῇ Ἱερᾷ ταῦτῃ Σκήτῃ, ἔστησεν ὁ ἀοίδιμος τὴν παλαίστραν τῶν ἀσκητικῶν ἀγώνων, ἀποδυθεὶς εἰς τὸ μέγαν στάδιον τῆς ἡσυχίας, τὴν ὁποίαν τοσοῦτον ἐπόθει καὶ ὡς διψῶσα ἔλαφος ἐπεδίωκε νὰ εὕρῃ, πλὴν ἐπεσκέπτετο συχνῶς καὶ τῶν ἀγαπητῶν αὐτοῦ Σκουρταίων τὸ Κελλίον.

Ἐνταῦθα, ἐν τῇ ποθητῇ ἡσυχίᾳ, ὁ θεῖος Πατὴρ ἐπεδόθη ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τοὺς μεγάλους πνευματικοὺς ἀγῶνας τῆς κατὰ Χριστὸν ἱερᾶς φιλοσοφίας, και «νυκτὸς καὶ ἡμέρας μελετῶν ἐν τῷ νόμῳ τοῦ Θεοῦ» καὶ τὰς θεοπνεύστους Ἁγίας Γραφὰς καὶ τοὺς θεοσόφους Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, ἐπληρώθη θείας ἀγαλλιάσεως καὶ ἔγνω μυστήρια Θεοῦ, ζῶν ὑπὲρ τὰ ὁρώμενα. Τίς νὰ διηγηθῇ τοὺς ἐνταῦθα καὶ ἀπ᾿ ἐντεῦθεν θείους ἀγῶνας καὶ καμάτους τοῦ μακαρίου Πατρός; Ἀρνησάμενος τελείως ἑαυτόν, καὶ λιπὼν πᾶσαν φροντίδα περὶ τὰ ὑλικά, ἐνέκρωσεν ὁλικῶς τὸ φρόνημα τῆς σαρκὸς διὰ τῆς συντόνου νηστείας, τῆς ἀδιαλείπτου νοερᾶς προσευχῆς, καὶ τῶν λοιπῶν κακουχιῶν τῆς ἐπιπόνου ἀσκητικῆς ζωῆς, καὶ ὅλος ἐλαμπρύνθη καὶ ἐφωτίσθη καὶ ἡγιάσθη διὰ τῆς μακαρίας ταύτης πολιτείας.

Ἐντεῦθεν ὡς ἄλλος θεόπτης Μωϋσῆς ἀνῆλθεν εἰς τὸ ὄρος τῶν ἀρετῶν καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸν ὑπέρφωτον γνόφον τῆς ἐν Πνεύματι θεωρίας καὶ εἶδεν, ὡς ἦν ἀνθρώπῳ δυνατόν, τὸν ἀόρατον Θεόν, καὶ ἤκουσεν ἄῤῥητα ῥήματα καὶ ἐδέχθη τὸν ἐνυπόστατον τῆς χάριτος φωτισμὸν καὶ τὰς ἀΰλους ἐλλάμψεις καὶ ἐπιπνοίας τοῦ Παρακλήτου. Καὶ ἐθεώθη κατὰ μέθεξιν, καὶ ἐγένετο μακάριος καὶ θεοειδέστατος καὶ ἄγγελος μετὰ σώματος καὶ ἔνθους μύστης τῆς οὐρανίου γνώσεως καὶ ἐκφάντωρ ἀκριβέστατος τῆς ἐν πνεύματι ζωῆς, διαπορθμεύων καὶ σαφηνίζων ἡμῖν διὰ «τοῦ λόγου τῆς χάριτος» τοὺς καρποὺς καὶ τὰ ἀγαθὰ αὐτῆς, τῶν ὁποίων ἦτον πλήρης.

Πληρωθεὶς ἐντεῦθεν ὁ θεῖος Νικόδημος «χάριτος καὶ σοφίας», καὶ λαβὼν οὐρανόθεν τὸ χάρισμα τῆς διδασκαλίας, ἀνεδείχθη φαεινότατος φωστὴρ τῆς Καθολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, μέγας διδάσκαλος τοῦ Χριστιανικοῦ πληρώματος καὶ κράτιστος ἀντίπαλος πάσης αἱρέσεως καὶ ἑτεροδόξου διδαχῆς. Ὡς ὕδωρ ἀλλόμενον εἰς ζωὴν αἰώνιον καὶ τρυφῆς, κατὰ τὸν Δαβίδ, χειμάῤῥους, ἀνέβλυσεν ἐκ τοῦ μακαρίου του στόματος ὁ λόγος τῆς χάριτος καὶ οἱ ποταμοὶ τῆς διδασκαλίας, καταδροσίζοντες καὶ καταρδεύοντες τόσον τοὺς ἐν Ἁγίῳ Ὄρει μοναχούς, ὅσον καὶ τὴν λοιπὴν τοῦ Χριστοῦ Ἁγίαν Ἐκκλησίαν. Ἡ δὲ ἁγία του χεὶρ ἀνεδείχθη «κάλαμος γραμματέως ὀξυγράφου», συγγράψασα πλῆθος ἱερῶν συγγραμμάτων καὶ ἁγίων βιβλίων καὶ πλείστους πνευματικοὺς καὶ γλυκεῖς ὕμνους καὶ ᾀσματικὰς ἀκολουθίας εἰς διαφόρους Ἁγίους. Ὁλόκληρον βιβλιοθήκην ἀποτελοῦσι τὰ ἱερὰ αὐτοῦ συγγράμματα, θεολογικά, δογματικά, ἑρμηνευτικὰ καὶ ἠθικά, ἐν οἷς διαφαίνεται τὸ ὕψος καὶ τὸ βάθος τῆς παντοδαποῦς θείας καὶ ἀνθρωπίνης γνώσεως καὶ τὸ χῦμα τῆς οὐρανίου σοφίας. Μυρίους κόπους καὶ ἱδρῶτας κατέβαλεν ὁ θεοφόρος Νικόδημος, συγγράφων νύκτα καὶ ἡμέραν τὰς ἱεράς του διδαχάς, πρὸς ὠφέλειαν τοῦ πλησίον καὶ πλουτισμὸς τῆς Ἁγίας ἡμῶν Ἐκκλησίας, τὴν ὁποίαν τοσοῦτον κατελάμπρυνε καὶ κατεκόσμησεν ἐν ἐσχάτοις χρόνοις.

Κατὰ τὸ 1782 ὁ Γέρων Ἀρσένιος ἐκ τῆς Σκήτης τοῦ Παντοκράτορος, ἀπῆλθεν εἰς τὴν ἀπέναντι τοῦ Ἄθω νησίδα Σκυροποῦλαν, τὸν ὁποῖον ἠκολούθησεν ὁ θεῖος Νικόδημος. Ἡ διαβίωσις ἐκεῖ ὑπῆρξε πλήρης δυσκολιῶν καὶ ταλαιπωριῶν. Ἐξ ἐπιστολῆς τὴν ὁποίαν ἔστειλεν ἐκεῖθεν εἰς τὸν ἐξάδελφόν του καὶ Ἐπίσκοπον Εὐρίπου Ἱερόθεον6 πληροφορούμεθα διὰ τὸ ἄγονον τῆς νήσου, ὅπου μόνον «ὄρνεα, αἱ γρῆες, ἰχθυοφάγα, αἰγιαλοῖς καὶ παραλίοις πέτραις ἐνδιατώμενα, νυκτινόμα καὶ φωνὴν άπηχῆ ἀφιέντα, τοῖς κλαυθμηρισμοῖς τῶν νηπίων προσεοικυῖαν» ἦσαν οἱ μόνοι σύντροφοι. Καὶ ἐκεῖ ἡ ζωή του ἦτον ἀγγελικὴ καὶ οὐράνιος. Ἔζη ὡς ἄσαρκος καὶ μόλις ἐπήρκει, ἐργαζόμενος σκληρῶς, εἰς τὰς στοιχειώδεις βιοτικὰς ἀνάγκας. Καὶ τοῦτο διότι προετίμησεν, ὅπως γράφει ὁ ἴδιος, «τὸν ἐργατικὸν καὶ χειρωνακτικὸν βίον, δικελλίτης γεγονὼς καὶ σκαπανεύς, σπείρων, θερίζων καὶ καθ᾿ ἑκάστην καὶ τ᾿ ἄλλα πάντα ποιῶν, οἷς ἡ πολύμοχθος χαρακτηρίζεται τῶν ἐρημονήσων ζωὴ καὶ πολυειδὴς περιπέτεια». Ἐπὶ πλέον δὲ ἐκεῖ ἐστερεῖτο βιβλίων, ἀλλ᾿ ἔχαιρε «χαρὰν ἀνεκλάλητον καὶ δεδοξασμένην», ἐπιδιδόμενος εἰς τὴν ἀδιάλειπτον νοερὰν προσευχήν, δι᾿ ἧς κατηλλάμπετο ὁ νοῦς καὶ ἐδέχετο τὰς οὐρανίους ἀποκαλύψεις καὶ θείας μυήσεις τῆς ὑπερκοσμίου σοφίας.

Ἀλλὰ καίτοι ἐστερεῖτο πάντων, ζῶν ὡς ἄγγελος, καίτοι ἀποφεύγων πᾶσαν ἐπικοινωνίαν καὶ φροντίδα μετὰ τῶν ἔξω, δηλονότι τοῦ κόσμου, ὑπήκουσεν ὅμως εἰς τὴν παράκλησιν τοῦ ἐξαδέλφου του Ἱεροθέου, ἀποβλέπων εἰς τὴν ἐκ τούτου ὠφέλειαν, καὶ ἔγραψε, κατὰ μικρὰ διαλείμματα, «ἀπὸ τῆς σκαφῆς καὶ τοῦ χειρομύλωνος» θαυμάσιον πολυσέλιδον βιβλίον, πλῆρες σοφίας θείας καὶ ἀνθρωπίνης, κατωχυρωμένων διὰ πολλῶν μαρτυριῶν τόσον ἐκ τῶν θείων Πατέρων, ὅσον καὶ τῶν ἔξω σοφῶν, ὑπὸ τὸν τίτλον «Συμβουλευτικόν», καθὃ περιέχων συμβουλάς πρὸς ἀρχιερεῖς μὲν εἰδικώτερον, καὶ πρὸς πάντας τοὺς πιστοὺς γενικώτερον. Τὸ σοφὸν τοῦτο σύγγραμμα, ἐν ᾧ διαπραγματεύεται περὶ φυλακῆς αἰσθήσεων καὶ τοῦ κατὰ τὸν ἔσω ἄνθρωπον ἀγῶνος πρὸς τελειοποίησιν, δεικνύει ἐξαιρετικῶς τὴν πλουσίαν ἐκ Θεοῦ χάριν καὶ τὴν ἀπέραντον μνήμην τοῦ μεγάλου τούτου Πατρός, γράψαντος ἐν ἐρημονήσῳ, στερουμένου, ὡς ἀνωτέρω εἴπομεν, καὶ αὐτῶν τῶν στοιχειωδῶν.

Ὁ ἴδιος θεῖος Πατὴρ χαριτολογῶν κάπως, ἔγραφε πρὸς τὸν Ἱερόθεον, ὅτι «κατὰ τὴν εἰκόνα τῶν ἀναμηρυκαζόντων ζώων… πάνθ᾿ ὅσα δι᾿ ἀναγνώσεως ἔφθη ἐντυπωθέντα τῷ, κατ᾿ Ἀριστοτέλην, ἀγράφῳ ἀβακίῳ τῆς ἐμῆς φαντασίας, καὶ κατὰ Πρόκλον, τοῖς ἱεροῖς σηκοῖς τοῦ ἐμοῦ νοός· ἢ μᾶλλον εἰπεῖν τὸ τοῦ θείου Δαβίδ, «ἅπερ ἐν τῇ καρδίᾳ μου ἔκρυψα θεῖα λόγια, ὅπως ἂν μὴ ἁμάρτω», ταῦτα φημὶ (ὅσα δηλονότι τῷ προκειμένῳ σκοπῷ συνετέλου) ἀναπεμπάσας καὶ μνημονεύσας, κατὰ τὴν ὑπὸ τῶν Πλατωνικῶν καλουμένην ἀναζωγράφησιν, τῷ ῥυπώδει τουτωῒ Συμβουλευτικῷ ἐνεχάραξα». Διὰ νὰ τὸν ἀνακουφίσῃ ὀλίγον ἐκ τῶν στερήσεων τῆς ἐρημικῆς ζωῆς ὁ Ἱερόθεος τοῦ ἔστειλεν εἰς Σκυροποῦλαν τροφάς, ἐνδύματα καὶ σκεπάσματα, ἅτινα εὐχαρίστως ἐδέχθη ὁ θεῖος Πατήρ.

Κατὰ τὸ 17787 ἐπανῆλθεν εἰς Ἅγιον Ὄρος καὶ ἔλαβε τὸ μέγα καὶ ἀγγελικὸν σχῆμα παρὰ τοῦ Ὁσιωτάτου Γέροντος Δαμασκηνοῦ Σταυρουδᾶ. Μετὰ πάροδον ὀλίγου καιροῦ ἐγκατεστάθη ὁριστικῶς εἰς ἀγορασθεῖσαν Καλύβην, εὑρισκομένην ἄνωθεν τοῦ Κυριακοῦ τῆς Σκήτης τοῦ Παντοκράτορος, τὴν λεγομένην τοῦ Θεωνᾶ. Ἐν αὐτῇ, μετὰ ἓν ἔτος, προσέλαβεν ὡς ὑποτακτικὸν τὸν συμπολίτην αὐτοῦ Ἰωάννην, μετονομασθέντα διὰ τοῦ ἀγγελικοῦ σχήματος Ἱερόθεον, ὅστις καὶ ὑπηρέτησεν αὐτὸν ἐπὶ ἓξ ἔτη. Ἡσυχάζων καὶ ἐργαζόμενος ἐκεῖ τὸ μέλι τῆς ἀρετῆς, καὶ καταλαμπόμενος ὑπὸ τοῦ φωτὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, συνέγραφε συνεχῶς καὶ ἐδίδασκε διὰ τῶν σοφῶν καὶ μελισταγῶν λόγων καὶ πνευματικῶν νουθεσιῶν τοὺς προσερχομένους ἀδελφούς, ἐκ τῶν ὁποίων πλεῖστοι κατῴκησαν εἰς τὰς πέριξ Καλύβας, διὰ νὰ βλέπουν τὸ χαρίεν αὐτοῦ πρόσωπον, καὶ ἀκούουν τὴν οὐράνιον διδασκαλίαν του· διότι ὡς ἑλκύει ὁ μαγνήτης τὸν σίδηρον, οὕτως εἵλκυε τοὺς πάντας ἡ ἐπανθοῦσα χάρις ἐν τῷ Ἁγίῳ Νικοδήμῳ.

Ἐκεῖ τῇ προτροπῇ τοῦ διὰ δευτέραν φορὰν ἐλθόντος εἰς Ἅγιον Ὄρος, ἐν ἔτει 1784, ἀγαπητοῦ του Μητροπολίτου Κορίνθου Ἁγίου Μακαρίου, διώρθωσε καὶ ἡτοίμασε πρὸς ἔκδοσιν τὰ συγγράμματα τοῦ Ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου. Ἐπίσης συνέθεσε τὸ «Ἐξομολογητάριον», συνέλεξε καὶ ἐγκαλλώπισε τὸ «Θεοτοκάριον»· ὁμοίως τὸν «Ἀόρατον Πόλεμον», τὸ «Νέον Μαρτυρολόγιον» καὶ τὰ «Πνευματικὰ Γυμνάσματα». Βιβλία πλήρη χάριτος θείας καὶ οὐρανίου σοφίας, διδάσκοντα ἀποχὴν ἁμαρτίας καὶ εἰλικρινῆ μετάνοιαν, τοὺς ποικίλους τρόπους πρὸς ἀπόκρουσιν τῶν καθ᾿ ἡμῶν ἐπιθέσεων τοῦ ἐχθροῦ καὶ τὰς ἱερὰς γυμνασίας τῆς κατ᾿ εὐσέβειαν πολιτείας.

Κατ᾿αὐτὸν τὸν καιρόν, τῇ προτροπῇ τοῦ σοφοῦ διδασκάλου Ἀθανασίου τοῦ Παρίου8, διδάσκοντας τότε ἐν Θεσσαλονίκῃ, καὶ τοῦ Μητροπολίτου Ἡλιουπόλεως Λεοντίου, περισυνέλεξε ἐκ τῶν βιβλιοθηκῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ ἡτοίμασε πρὸς ἔκδοσιν τὰ συγγράμματα τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ «μετὰ πολλοῦ κόπου καὶ ἐν τρισὶν ὅλοις τεύχεσιν ἀπαρτίσας, καὶ πλείστοις σημειώσεσιν, ὡς ἔθος αὐτῷ, προσεπαυξήσας καὶ κατακαλλύνας ἀπέστειλεν εἰς Βιέννην διὰ νὰ τυπωθῶσιν εἰς τὸ τυπογραφεῖον τῶν ἀδελφῶν Μαρκίδου Πουλίου».

Δυστυχῶς ὅμως τὰ πολύτιμα αὐτὰ χειρόγραφα ἀπωλέσθησαν. Διότι τὸ τυπογραφεῖον αὐτὸ κατεστράφη καὶ διηρπάγη ὑπὸ τῶν Αὐστριακῶν, ἐξ αἰτίας μερικῶν ἐπαναστατικῶν προκηρύξεων, κατ᾿ ἄλλους μὲν τοῦ Ρήγα τοῦ Φερραίου, κατ᾿ ἄλλους δὲ τοῦ Ναπολέοντος πρὸς Ἕλληνας, αἱ ὁποῖαι εἶχον τυπωθεῖ ἐκεῖ. Μεταξὺ τῶν διαρπαγέντων ὑπὸ τῆς ἐξουσίας καὶ κατακρατηθέντων ἀντικειμένων ἦσαν καὶ τὰ χειρόγραφα τοῦ Ὁσίου Νικοδήμου. Ὅταν δὲ ὁ ἐν Θεσσαλονίκῃ πρόκριτος Νάνος Καυταντζόγλου ἔμαθε παρὰ τῶν ἐν Βιέννῃ ὁμογενῶν τὴν ἀπώλειαν τῶν ἱερῶν τούτων συγγραμμάτων, τὴν κατέστησε γνωστὴν εἰς τὸν θεῖον Νικόδημον, ὁ ὁποῖος «κλαίων καὶ ὀδυρώμενος ὡς λέγει ὁ ῾παράδελφός᾿ του Εὐθύμιος, δὲν ἠθέλησε νὰ σταθῇ μίαν ὥραν εἰς τὴν καλύβα του». Ἀπῆλθε δὲ εἰς τὸ Κελλίον τῶν λίαν ἀγαπητῶν του ἀδελφῶν Σκουρταίων, διὰ νὰ εὕρῃ παρ᾿ αὐτῶν παρηγορίαν. Τοσοῦτον ἐλυπήθη ὁ μακάριος διὰ τὴν ἀπώλειαν τῶν ἐν λόγῳ θαυμαστῶν αὐτῶν συγγραμμάτων, ἀναλογιζόμενος οἵου καλοῦ θὰ ἐστεροῦντο οἱ εὐσεβεῖς Χριστιανοί.

Μετὰ ταῦτα ἦλθεν εἰς Ἅγιον Ὄρος ὁ διδάσκαλος Ἱερομόναχος ἐκ Δημητσάνης Πελοποννήσου Ἀγάπιος9, μετὰ τοῦ ὁποίου συμφωνήσας ὁ θεῖος Νικόδημος, ἀποβλέπων ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὴν ὠφέλειαν τοῦ πλησίον, ἤρχισε τὴν ἐργασίαν διὰ τὴν συστηματικὴν κατάταξιν καὶ ἑρμηνείαν τῶν Ἱερῶν τῆς Ἐκκλησίας Κανόνων, ἀπαραιτήτων πρὸς ὁδηγίαν καὶ φωτισμὸν τῶν ἱερωμένων ἀλλὰ καὶ παντὸς εὐσεβοῦς. Τὸ πολύτιμον αὐτὸ σύγγραμμα, τὸ ὁποῖον, βοηθούμενος καὶ ὑπὸ τοῦ ἀνωτέρω ἱεροδιδασκάλου Ἀγαπίου, μετὰ πολλῶν κόπων ἔφερεν εἰς πέρας, τὸ ὠνόμασε «Πηδάλιον» ὡς κυβερνὸν καὶ κατευθύνον τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ, εἶναι δὲ πεπλουτισμένον, πλὴν τῆς ἑρμηνείας ἑκάστου κανόνος, διὰ πλήθους σχολίων καὶ σημειώσεων, πρὸς ἀκριβῆ γνῶσιν τοῦ κανονικοῦ δικαίου καὶ τοῦ πνεύματος τῶν ἱερῶν κανόνων.

Ἀμέσως μετὰ τὸ πέρας τοῦ ἔργου τούτου τὸ ἀπέστειλεν ὁ θεῖος Πατὴρ διὰ τοῦ Ἀγαπίου εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, διὰ νὰ ἐγκριθῇ ὑπὸ τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας. Μετὰ ἓν ἔτος ὁ Πατριάρχης Νεόφυτος10, λαβὼν «τὴν καλὴν περὶ τοῦ βιβλίου μαρτυρίαν» καὶ παρὰ τῶν ἐν Χίῳ εὑρισκομένων Ἁγίου Μακαρίου Κορίνθου καὶ Ἀθανασίου τοῦ Παρίου, πρὸς οὓς εἶχε στείλει τὸ βιβλίον, ζητῶν καὶ ἐκείνων τὴν ἔγκρισιν, ἔδωσε τὴν Συνοδικὴν ἔγκρισιν, καὶ διὰ τοῦ Ἁγίου Μακαρίου τὸ ἐπέστρεψεν εἰς τὸν θεῖον Νικόδημον. Ἀλλ᾿ οὗτος ὁ μακάριος, πάμπτωχος καθὼς ἦτο, δὲν ἠδύνατο ποτὲ νὰ ἐκδώσῃ τὸ Πηδάλιον, ὅπως ἄλλωστε καὶ τὰ ἄλλα βιβλία του, ἔγινεν ἔρανος μεταξὺ τῶν Μοναχῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους, καὶ τὰ συλλεγέντα χρήματα μετὰ τῶν χειρογράφων ἐδόθησαν εἰς τὸν Ἀρχιμανδίτην Θεοδώρητον τὸν ἐξ Ἰωαννίνων11, παρακληθέντα νὰ φροντίσῃ διὰ τὴν ἐκτύπωσιν τοῦ Πηδαλίου ἐν Βενετίᾳ.

Ἀλλ᾿ ἐδῶ νέα πικρία ἐπεφυλάσσετο διὰ τὸν ἱερώτατον ἄνδρα Ὅσιον Νικόδημον. Ὁ Θεοδώρητος ἀπεδείχθη, κατὰ τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ Εὐθυμίου, «δόλιος» καὶ «ψευδάδελφος». Διότι, ἐκ τῶν ἐπεξηγηματικῶν σημειωμάτων καὶ σχολίων τοῦ θείου Πατρὸς ἐν αὐτῷ πρὸς τοὺς κανόνας, ἄλλα μὲν αὐθαιρέτως ἀφῄρεσεν, ἄλλα ἠλλοίωσε, καί τινα ἰδικά του προσέθεσεν, εἰς ὑποστήριξιν πεπλανημένων δοξασιῶν καὶ ξένων καὶ ὀθνείων πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας φρονημάτων, παραποιήσας καὶ καταστρέψας τὸ ἔργον εἰς δεκαοκτὼ καὶ πλέον σημεῖα. Ὅταν ὁ ἱερὸς Νικόδημος εἶδε τὴν παραποίησιν καὶ διαστρέβλωσιν ταύτην, πρὸς βλάβην τῶν εὐσεβῶν Χριστιανῶν, κατεθλίβη καὶ ἐπικράνθη μεγάλως. Δὲν ἠδύνατο ἐκ τούτου νὰ εὕρῃ ἡσυχίαν, καὶ ἔλεγεν μετὰ δακρύων εἰς τοὺς ἀδελφικούς του φίλους Σκουρταίους, ὅτι τὸ «εἶχε κάλλιον πολλάκις νὰ τὸν ἐκτύπα (ὁ Θεοδώρητος) εἰς τὴν καρδίαν μὲ μάχαιραν, παρὰ νὰ προσθέσῃ ἢ ἀφαιρέσῃ εἰς τὸ βιβλίον του». Ἐλυπεῖτο ὁ μακάριος βαθύτατα, ἀναλογιζόμενος τὴν βλάβην καὶ τὸν σκανδαλισμόν, ὃν θὰ προεξένουν εἰς τὰς εὐσεβεῖς ψυχὰς αἱ ἑτεροδιδασκαλίαι αὗται εἰς ἓν τοιοῦτον κανονικὸν βιβλίον.

Μετὰ τὸ συμβὰν τοῦτο παρέμεινεν εἰς τὸ Κελλίον τῶν Σκουρταίων ἐπὶ δύο μῆνας, καὶ μετέπειτα ἐκοινοβίασεν εἰς τὸν Γέροντα Σίλβεστρον Καισαρέα, ἔχοντα τὸ Παντοκρατορινὸ Κελλίον «Ἅγιος Βασίλειος», ἔνθα καὶ συνέχισε τοὺς πνευματικοὺς αὐτοῦ ἀγῶνας καὶ τὴν γονιμωτάτην συγγραφικὴν ἐργασίαν. Ἐκεῖ συνέγραψε τὴν «Χρηστοήθειαν», βιβλίον διδακτικώτατον, διορθοῦν τὰ ἤθη τῶν εὐσεβῶν Χριστιανῶν καὶ διδάσκον ἀποχὴν ἐκ πάσης πλάνης καὶ μαγείας καὶ γοητείας. Ἐπίσης διώρθωσε τὰ ἐγκώμια τοῦ Ἐπιταφίου. Μετ᾿ ὀλίγον καιρὸν ἀπεχώρησεν ἐκ τοῦ Κελλίου τοῦ Ἁγίου Βασιλείου, λόγῳ δυσφορίας τοῦ ὑποτακτικοῦ τοῦ Γέροντος Σιλβέστρου, καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὴν Ἱερὰν Μονὴν τοῦ Παντοκράτορος. Ἀλλ᾿ ὁ ἔρως τῆς ἡσυχίας καὶ τῆς ἐρημικῆς ζωῆς, δι᾿ ἧς ἠξιοῦτο ὑψηλῶν θεωριῶν, δὲν τὸν ἀφῆκεν ἐνταῦθα ἐπὶ πολύ. Ἀπεχώρησε τῆς Μονῆς Παντοκράτορος καὶ ἐγκατεστάθη εἰς μικρὰν ἡσυχαστικὴν Καλύβην, ἀπέναντι τοῦ Κελλίου τοῦ Ἁγίου Βασιλείου, ὅπου ἔζη ἀσκητικώτατα, ὡς ξένος καὶ πάροικος ἐπὶ τῆς γῆς καὶ σαρκοφόρος ἄγγελος, συντηρούμενος ὑπὸ τῶν πνευματικῶν καὶ ἀγαπητῶν αὐτοῦ ἀδελφῶν Σκουρταίων.

Ἡ ἀσκητικὴ καὶ ἰσάγγελος αὕτη ζωὴ τοῦ Ὁσίου διδασκάλου καὶ μεγάλου Πατρὸς Νικοδήμου κατέπληττε τοὺς πάντας. «Ἡ ζωοτροφία του, λέγει ὁ παράδελφός του Εὐθύμιος, ποτὲ μὲν ἦτο ὀρύζιον νερόβραστον, ποτὲ δὲ νερόμελον· τὸν δὲ περισσότερον καιρὸν ἐλαίας καὶ μουσκεμένα κουκιὰ ἦτο τὸ προσφάγιόν του. Καὶ ὅποτε τοῦ ἐτύγχανον ὀψάρια, τὰ ἔδιδε κανενὸς γειτόνου του καὶ τὰ ἐμαγείρευε καὶ ἔτρωγον μαζί. Ὁμοίως καὶ οἱ γείτονές του, ἠξεύροντες ὅτι δὲν μαγειρεύει, πολλάκις τοῦ ἐπήγαινον μαγείρευμα».

Οἱ ἀδελφοὶ Σκουρταίοι βλέποντες τὴν σκληροτάτην ζωήν του, ἐν τῇ ὁποίᾳ κατεπονεῖτο ἀγωνιζόμενος καὶ συγγράφων, συχνάκις τὸν ἐκάλουν νὰ συμφάγει μετ᾿ αὐτῶν, πρὸς ἀνακούφισιν τοῦ καταπεπονημένου σώματός του. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν ὥραν τοῦ φαγητοῦ, ὁσάκις ἠρωτᾶτο ἐπὶ πνευματικῶν ζητημάτων, «ἤρχιζε νὰ λέγῃ, καὶ ἀπὸ τὸ λέγειν ἀλησμονοῦσε τὴν πεῖναν, ὥστε ὅπου πολλὰς φορὰς τὸν ἐπρόσταζεν ὁ μακαρίτης γέροντάς μας νὰ σιωπήσῃ διὰ νὰ φάγῃ». Τόσον ἦτον θεόληπτος καὶ θεοφορούμενος, καὶ τόσον πολὺ ηὐφραίνετο ἡ καρδία του εἰς τὴν μελέτην καὶ ἀνάλυσιν τῶν θείων λόγων.

Ἐν ταύτῃ τῇ καλύβῃ ἐκάθηρε καὶ ἐκαλλώπισε τὸ «Εὐχολόγιον», τὸ δεύτερον «Ἐξομολογητάριον», ἡρμήνευσε τὰς δεκατέσσαρας Ἐπιστολὰς τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Παύλου καὶ τὰς ἑπτὰ «Καθολικὰς», μετέφρασε καὶ ἐσχολίασε τὴν «Ἑρμηνείαν τῶν Ψαλμῶν» Εὐθυμίου τοῦ Ζυγαδηνοῦ, καὶ τὰς ἐννέα ᾨδάς, ὀνομάσας τὸ βιβλίον «Κῆπον τῶν χαρίτων». Ἔργα ὀγκωδέστατα περιέχοντα θησαυρὸν θεολογικῶν νοημάτων καὶ ἠθικῶν διδαγμάτων καὶ παντοδαπῆ διδασκαλίαν εὐσεβείας, τὰ ὁποῖα μελετῶν πᾶς εὐσεβὴς καρποῦται βελτίωσιν ζωῆς καὶ ἀληθῆ φωτισμόν.

Ἀλλὰ τί νὰ εἴπωμεν περὶ τῶν πειρασμῶν καὶ διωγμῶν καὶ συκοφαντιῶν τὰς ὁποίας ὑπέστη ὁ μέγας οὗτος τῆς Ἐκκλησίας φωστήρ; Ἀγωνιζόμενος τὸν καλὸν τῆς ἀρετῆς ἀγῶνα, καὶ συγγράφων τῇ ὁδηγίᾳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τὰ ἱερά του βιβλία, ποικιλοτρόπως ἐφθονήθη καὶ ἐπειράσθη τόσον ὑπὸ ἀπαιδεύτων καὶ ἀμαθῶν ἀνθρώπων, ὅσον καὶ ὑπὸ τῶν νοητῶν ἐχθρῶν. Καὶ περὶ μὲν τῶν ἀπαιδεύτων καὶ ἀμαθῶν ἀδελφῶν οὐδεὶς λόγος, διότι ὁ θεῖος Πατὴρ ἐθεώρει αὐτοὺς ὡς γνησίους ἀδελφοὺς καὶ μεγάλους εὐεργέτας, ὑπομένων τὰ πάντα καὶ συγχωρῶν ἐκ καρδίας. Οἱ δὲ νοητοὶ ἐχθροὶ μὴ δυνάμενοι νὰ πειράξουν αὐτὸν κατὰ ἄλλον τρόπον, ὅταν ἠγρύπνει καὶ ἔγγραφεν, ἤρχοντο ἔξωθεν τοῦ παραθύρου τοῦ κελλίου του καὶ ἐψιθύριζον καὶ ἐθορύβουν, ἀλλ᾿ οὗτος ἐνδεδυμένος τὴν χάριν τοῦ Παναγίου Πνεύματος, οὐδεμίαν σημασίαν ἔδιδε, πολλάκις δὲ ἐγέλα εἰς τὰς ἀνοήτους καὶ ἀηδεῖς αὐτῶν πράξεις.

Ἐν μίᾳ δὲ νυκτὶ εὑρισκόμενος ἀκόμη εἰς Σκυροποῦλαν, ἤκουσε ψιθυρισμοὺς ἔξω τῆς καλύβης του μετὰ κρότου δυνατοῦ, νομίσας ὅτι κατέπεσε τοῖχός τις εὑρισκόμενος πλησίον τῆς καλύβης, ἀλλὰ τὴν πρωΐα εὕρεν αὐτὸν ὡς ἦτον πρότερον. Καὶ ἐνταῦθα πολλάκις τὰ ὅμοια τῷ συνέβαινον. Ποτὲ ἠθέλησεν νὰ ἀκούσῃ τί λέγουν, καὶ ἤκουσε τὴν φωνήν: «αὐτός ὁ γράψας». Ἐνίοτε δὲ ἐκτύπων κατ᾿ ἐπανάληψιν τὴν θύραν τῆς Καλύβης. Ὅταν ἐξήγει τὸν 34ο ψαλμὸν εἰς τὸν στίχον: «Γενηθήτω ἡ ὁδὸς αὐτῶν σκότος καὶ ὀλίσθημα, καὶ Ἄγγελος Κυρίου καταδιώκων αὐτούς», προεξένησαν τόσον κρότον καὶ θόρυβον, ὥστε ἐνόμισε ὅτι διῆλθεν ἐκ τῆς Καλύβης του στρατὸς πολὺς μετὰ πατάγου, καὶ ὅτι κατέπεσεν ὁ ἐκεῖ πλησίον εὑρισκόμενος τοῖχος. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα ἦσαν κατὰ φαντασίαν, πρὸς ἐκφοβισμὸν τοῦ θείου καὶ μακαρίου Πατρός. Ἀλλ᾿ οὗτος, ὅστις πρότερον ἦτον τόσον δειλός, ὡς λέγεις ὁ ῥηθεὶς Εὐθύμιος, ὥστε ὅταν ἐκοιμᾶτο εἰς τὸ Κελλίον αὐτῶν ἄφηνε τὴν θύραν τοῦ δωματίου ἀνοικτὴν διὰ νὰ λαμβάνῃ ἰσχὺν τρόπον τινὰ ἐκ τῶν παρακειμένων ἀδελφῶν, ὅταν ἐξῆλθεν εἰς τὴν ἡσυχίαν του τόσον ἠνδρειώθη καὶ ἐνεδυναμώθη ὑπὸ τῆς χάριτος τοῦ Κυρίου, ὥστε πάντα ταῦτα καὶ πᾶσαν ἄλλην μανιώδη τοῦ ἐχθροῦ ἐπίθεσιν ἐθεώρει ὡς ἀθύρματα καὶ «βέλη νηπίων».

Τοιουτοτρόπως διήνυε τὸν ἀνάντη ἀλλὰ καλλιστέφανον τῆς ἀσκήσεως ἀγῶνα ὁ τρισαριστεὺς μέγας Νικόδημος, ἀντιμετωπίζων πλείστας δυσχερείας καὶ ποικίλους πειρασμούς, ἐν οἷς ἐδοκιμάσθη «ὡς χρυσὸς ἐν χωνευτηρίῳ» καὶ ἔλλαμψεν ὑπὲρ ἥλιον ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ. Κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τῆς ἐπιγείου ζωῆς του, ἴσως πρὸς περισσότερον ἀνετον ἐπίδοσιν εἰς τὰς συγγραφάς του, καὶ μελέτην τῶν εἰς διαφόρους Μονὰς ἀποκειμένων χειρογράφων κωδίκων, ἴσως καὶ διὰ νὰ μὴ ἐπιβαρύνῃ τὰ αὐτὰ συνεχῶς πρόσωπα μὲ τὴν λιτοτάτην ἀσκητικὴν συντήρησίν του, πιθανὸν δὲ καὶ διότι προσεκαλεῖτο καὶ παρ᾿ ἄλλων ἀδελφῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἤλλαξεν ἐπανειλημμένως τόπον παραμονῆς. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὰ ἔτη αὐτὰ ἠγωνίσθη ὡς καὶ πρότερον ὑπερανθρώπως, γράφων καὶ κινούμενος ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντι αὐτὸν Χριστῷ καὶ λέγων μετὰ Παύλου: «Ζῶ οὐκέτι ἐγῶ, ζῇ ἐν ἐμοὶ Χριστός».

Ἑπτὰ ἔτη πρὸς τῆς μακαρίας μεταστάσεώς του εἶχεν ὡς ἀντιγραφέα τῶν ἔργων του τὸν μοναχὸν Κύριλλον, ἀδελφὸν τὸ πρῶτον τῆς ἐν Εὐρυτανίᾳ Μονῆς Προυσοῦ, καὶ ἐπὶ δεκαεννέα ἔτη ἱερομόναχον ἐν Ἁγίῳ Ὄρει. Εἰς κτηματολόγιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Προυσοῦ, εἰς τὴν σελίδα 925, ὁ ἐν λόγῳ ἱερομόναχος Κύριλλος γράφει τὰ ἑξῆς: «Ἐκ τῶν δέκα ἐννέα ἐτῶν, ὅπου κατὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος ἡσύχαζον, ἑπτὰ ἔτη ἐξ αὐτῶν διῆλθον ὑπὸ τὴν ὑποταγὴν τοῦ ἀοιδίμου τούτου ἀνδρός, καλλιγραφίᾳ χρώμενος, ὅθεν καὶ τῶν αὐτοῦ ποιημάτων τὰ πλεῖστα ἰδίαις χερσὶ καλλιέγραψα». Παραθέτει δὲ κατάλογον δέκα ἑπτὰ ἐκδεδομένων ἔργων τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου, καὶ πεντήκοντα ὀκτὼ ἀνεκδότων, διὰ τὰ ὁποῖα λέγει: «ταῦτα εἰσιν ἅπερ ἰδίοις ὄμμασιν εἶδον, καὶ διὰ τῆς ἐπιταγῆς τοῦ ἰδίου ἀνδρὸς ἀντέγραψα… ͵αωιε´ μαρτ. η´ ἐν Πυρσῷ».

Ἡ φήμη τῶν ἀρετῶν καὶ τῆς σοφίας τοῦ μεγάλου τούτου Πατρὸς ἐξῆλθε ταχέως καὶ διεδόθη πανταχοῦ, καὶ πλεῖστοι πανταχόθεν ἔχοντες πνευματικὴν ἀνάγκην συνέρρεον πρὸς αὐτόν, διὰ νὰ εὕρωσιν ψυχικὴν παρηγορίαν, ὡς διηγεῖται ὁ παράδελφός του Εὐθύμιος, «ὅλοι οἱ πληγωμένοι ἐκ τῶν ἁμαρτιῶν ἄφησαν τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ πνευματικούς, καὶ ὅλοι ἔτρεχον εἰς τὸν ῥακενδύτην Νικόδημον, διὰ νὰ εὕρουν τὴν ἰατρείαν τους καὶ παραμυθίαν τῶν θλιψεών τους, οὐ μόνον ἀπὸ τὰ μοναστήρια καὶ σκήτες καὶ κελλία, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ χριστιανοὶ ἤρχοντο ἀπὸ διαφόρους χώρας, νὰ ἰδοῦν καὶ παρηγορηθοῦν εἰς τὰς θλίψεις των ἀπὸ τὸν Νικόδημον».

Ἡ συνεχὴς ὅμως καὶ γόνιμος αὕτη ἐργασία, ἡ ἔντονος ἐξάλλου ἐπιθυμία του νὰ καθοδηγῇ διὰ πνευματικῶν συνομιλιῶν καὶ συμβουλῶν καὶ παραινέσεων τόσον τοὺς μοναχοὺς τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὅσον καὶ τοὺς ἔξωθεν πανταχόθεν συρρέοντας Χριστιανούς, καὶ ἐπὶ τούτοις ἡ σύντονος δι᾿ ἀεννάων προσευχῶν, ἀγρυπνιῶν καὶ λοιπῶν ἀσκητικῶν καμάτων ἐπίδοσίς του ἐν τῇ μακαρίᾳ κατὰ Χριστὸν ζωῇ, ἔκαμψαν τὴν ἀντοχὴν τοῦ σώματός του καὶ ἐκλόνισαν τὴν ὑγείαν του, ὁπότε ἠναγκάσθη νὰ καταφύγῃ εἰς τὸ Κελλίον τοῦ ζωγράφου Κυπριανοῦ. Ἐνταῦθα παρ᾿ ὅλους τοὺς κόπους καὶ τὰς ἀσθενείας του σώματός του, ἐξηκολούθει τοὺς τιμίους ἀγῶνας ὡς καλὸς τῆς ἀληθείας ἀγωνιστής, ἄνω ἔχων τὸ φρόνημα καὶ τὰ ἄνω ποθῶν καὶ ζητῶν νύκτα καὶ ἡμέραν. Καὶ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τῆς μακαρίας ζωῆς του συνέταξε τὸν τρίτομον «Συναξαριστὴν», ἡρμήνευσε καὶ ἀνέλυσε εἰς ὀγκῶδες θεολογικώτατον βιβλίον, «Ἑορτοδρόμιον» ἐπικαλούμενον, τοὺς ᾀσματικοὺς κανόνας τῶν Δεσποτικῶν καὶ Θεομητοριῶν ἑορτῶν, ἐπίσης καὶ εἰς ἄλλον βιβλίον ἐπιγραφόμενον «Νέα Κλίμαξ» τοὺς ἀναβαθμοὺς τῆς Ὀκτωήχου. Ἔργα θαυμαστὰ καὶ ὡς εἰπεῖν «θεοπαράδοτα», ἀποπνέοντα τὴν μυστικὴν εὐωδίαν τῆς πολυποικίλου σοφίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τῆς ὁποίας ἔμψυχον θησαυροφυλάκιον ὕπήρχεν. Ἐν τέλει συνέταξεν «Ὁμολογίαν τῆς ἑαυτοῦ πίστεως» εἰς ἀναίρεσιν ἀνευλαβῶν καὶ ἀσυστάτων κατηγοριῶν, αἱ ὁποῖαι εἶχον διατυπωθῇ ὑπό τινων φθονερῶν καὶ κακοβούλων μοναχῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους κατὰ τοῦ μεγίστου τούτου ἐν ἀρετῇ καὶ περιβλέπτου ἐν σοφίᾳ.

Ἀλλὰ τίς νὰ διηγηθῇ τὰς διαβολάς, τὰς θλίψεις καὶ τοὺς πειρασμοὺς τοῦ μακαρίου Νικοδήμου ὑπὲρ τῶν ὑγιῶν καὶ ἀληθῶν τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν παραδόσεων; Ὑπὲρ αὐτῶν ἠγωνίσθη καρτεροψύχως, καταβαλλὼν πᾶσαν προσπάθειαν διὰ τὴν τήρησιν αὐτῶν, καὶ μάλιστα διὰ τὴν τέλεσιν τῶν μνημοσύνων τῶν τεθνεώτων κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ Σαββάτου12, καθὼς ὥρισεν ἀπ᾿ ἀρχῆς ἡ Ἁγία ἡμῶν Ἐκκλησία, καὶ διὰ τὴν ἀναζωογόνησιν μίας ἀληθοὺς πνευματικῆς ζωῆς μεταξὺ τῶν μοναχῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ τοῦ λοιποῦ Ὀρθοδόξου πληρώματος. Λόγῳ τούτου κατεδιώχθη ἀμειλίκτως ὁ δίκαιος ὑπὸ «ψευδαδέλφων» ὑποκρινομένων εὐλαβειαν, καὶ ἐσυκοφαντήθη ἀπηνῶς «ὑπὸ χειλέων ἀδίκων λαλούντων ἀδικίαν ἐν ὑπερηφανίᾳ καὶ ἐξουδενώσει», ὡς οἱ μεγάλοι τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν Πατέρες Ἅγιος Ἀθανάσιος, Ἅγιος Χρυσόστομος, Ἅγιος Φώτιος, τῶν ὁποίων μιμητὴς καὶ ζηλωτὴς καὶ κατὰ τὸν λόγον ἐφάμιλλος ἐτύγχανε. Τότε διὰ τὴν συνείδησιν τῶν ἀπλουστέρων ἀδελφῶν ἠναγκάσθη νὰ γράψῃ τήν, ὡς ἀνωτέρω εἴπομεν, «Ὁμολογίαν», ἡ δὲ Ἱερὰ Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὑπεραμυνομένη τῆς ἀθωότητος καὶ δικαιοσύνης τοῦ μεγάλου διδασκάλου, ἐξέδωκεν ἐγκύκλιον ἐπιστολήν, σφοδρῶς ἐλέγχουσα καὶ ἐπιτημῶσα τοὺς τὰ ζιζάνια σπείροντας ἐν τῷ νοητῷ τῆς Ἐκκλησίας ἀγρῷ.

Ὅλη ἡ ἀγία ζωὴ τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἠναλώθη εἰς ὑψηλοὺς πνευματικοὺς ἀγῶνας καὶ εἰς συγγραφὴν ἱερῶν βιβλίων. Ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία ἐνῴκει εἰς τὴν καθαρὰν καρδίαν του, ἔρρεε και ἐχύνετο ἄφθονος ἐκ τοῦ στόματός του, ὡς ἀπὸ πηγῆς πλουσίας, εὐφραίνουσα πάντας. Μίαν καὶ μόνην φροντίδα καὶ ἔννοιαν ἔσχε καθ᾿ ὅλην τὴν ὁσίαν ζωήν του, τὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ θείου θελήματος καὶ τὴν ὠφέλειαν τοῦ πλησίον. Καὶ εἰς ἀμφότερα ἀνεδείχθη καθ᾿ ὅλα ἀπαράμιλλος, καὶ τῶν πάλαι Ἁγίων ἰσοστάσιος καὶ χαρακτήρ. Ἐδέχθη παρὰ Κυρίου τὸ τάλαντον, καὶ ηὔξησεν αὐτὸ μυριοπλασίως, ὡς εὐγνώμων δοῦλος καὶ πιστὸς θεράπων. Ἔζησεν ὡς ἄγγελος καὶ ὑπῆρξεν ὅσιος καὶ ἅγιος, καὶ θεόσοφος θεολόγος, ταμεῖον ἀκένωτον τοῦ Παρακλήτου, θεοειδὴς και φωτεινὸς πνευματικὸς σύμβουλος ἀπὸ τοῦ Πατριάρχου μέχρι τοῦ ἀπλουστέρου πιστοῦ, ἀκτινοβολῶν τὴν χάριν τοῦ Χριστοῦ, δόξα τῆς Ἐκκλησίας καὶ μέγα καύχημα τοῦ Ἁγιωνύμου Ὄρους. Ἦτον τὸν τρόπον ἁπλοῦς καὶ ἀνεξίκακος, τὸ ἦθος γλυκὺς καὶ χαρίης, ἀκτήμων, πρᾶος καὶ ταπεινότατος. Ἡ ταπείνωσίς του ἦτον βαθυτάτη ἔργῳ καὶ λόγῳ. Ὁσάκις ὁμιλεῖ περὶν αὐτοῦ λέγει, «Ἔγὼ εἰμὶ τὸ ἔκτρωμα», «Ἐγὼ εἰμι ὁ τεθνηκὼς κύων», «Ἐγὼ είμι τὸ οὐδέν», «ὁ κεγχριαῖος», «ὁ ἄσοφος, ὁ ἀπαίδευτος». Ἀντὶ ὑποδημάτων ἔφερεν πάντοτε «τσαρούχια». Δὲν εἶχεν δεύτερον ῥάσον, ἀλλ᾿ οὔτε μόνιμον, ὡς ἀνωτέρω εἴδομεν κατοικίαν. Κατοικία τοῦ θεοφόρου διδασκάλου ἦτο ὅλον τὸ Ἅγιον Ὄρος, ἐξ οὗ ἔλαβεν καὶ τὴν κατ᾿ ἐξοχὴν ἐπωνυμίαν Ἁγιορείτης.

Διανύων τὸ τελευταῖον στάδιον τῆς ἐπιγείου ζωῆς του, καὶ αἰσθανόμενος τὸν ἑαυτόν του περισσότερον καταβεβλημένον, ἐπανῆλθε εἰς τὸ Κελλίον τῶν ἀγαπητῶν του Σκουρταίων, ὅπου καὶ ἐδέχθη τὰς ἀδελφικὰς ἐκείνων περιποιήσεις. Ἤγγιζε πλέον ἡ ἐκ τοῦ κόσμου τούτου ἀποδημία αὐτοῦ, διότι ἡ ὑγεία του, λόγῳ τῶν πολλῶν κόπων, εἶχε κλονισθῆ ἀνεπανορθώτως. Ὁ ὀργανισμὸς εἶχεν ἐξαντληθῆ. Οἱ ὀδοντές του εἶχον πέσει. Ἡ ἀκοή του εἶχε γίνει βαρεῖα. Μετὰ δυσκολίας ἐκινεῖτο. Τὴν 5ην Ἰουλίου τοῦ 1809 ἐπεσκέφθη χάριν ἀναψυχῆς τὴ Ἱερὰν Μονὴν Κουτλουμουσίου. Οἱ Πατέρες περιχαρεῖς ἐδέχθησαν τὸν θεῖον διδάσκαλον, καὶ περὶ τὴν ἑσπέραν ἀπερχόμενον ἀπεχαιρέτησαν αὐτὸν μετὰ σεβασμοῦ καὶ πολλῆς εὐλαβείας, προπέμψαντες εἰς τὸ Κελλίον τῶν Σκουρταίων, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι πάλιν θὰ τὸν ἔβλεπον εἰς τὴν Μονήν των.

Ἀλλὰ δὲν τὸν ἐπανεῖδον ἐκεῖ. Διότι, κατὰ τὴν ἑσπέραν τῆς ἡμέρας, καθὼς κατήρχετο τοῦ ἡμιόνου ἔξω τοῦ Κελλίου, προσεβλήθη ὑπὸ ἡμιπληγίας. Καὶ, ὅπως διηγεῖται ὁ Εὐθύμιος, «ἐπιάσθη ἡ δεξιά του χείρ, τὴν δὲ ἄλλην ἡμέραν ἐπιάσθη ἡ γλῶσσά του, καὶ βρέχων αὐτὴν μὲ τὸ νερὸ ὡμίλει ὀλίγον καὶ μετ᾿ ὀλίγον πάλιν ἐπιάνετο». Προῃσθάνετο ὁ θεῖος Πατὴρ ὅτι ἐγγίζει πλέον τὸ ποθητὸν τέλος καὶ ἔχαιρε, διότι καὶ αὐτός, κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ θεηγόρου Παῦλου, «ἐπεθύμει ἀναλῦσαι καὶ σὺν Χριστῷ εἶναι».

Προετοιμαζόμενος διὰ τὴν ἐντεῦθεν ἀποδημίαν ὁ θεῖος Πατήρ, ἔκαμε γενικὴν ἐξομολόγησιν, ἐζήτησε καὶ ἐτέλεσεν Εὐχέλαιον, καὶ καθημερινῶς μετεῖχε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Τὴν 13ην Ἰουλίου ἐβάρυνε ἀκόμη περισσότερον ἡ κατάστασίς του. Μὲ μόλις ἀκουομένη φωνὴν ἀπήυθυνε, μὲ μικρὰς διαλείψεις, θερμὴν προσευχὴν πρὸς τὸν Χριστόν, εἰπὼν εἰς τοὺς παρεστῶτας ἀδελφούς: «Δὲν ἠμπορῷ, πατέρες μου, νὰ προσευχηθῶ νοερῶς, καὶ προσεύχομαι μὲ τὸ στόμα». Ηὐχαρίστει συνεχῶς τοὺς ἀδελφοὺς διὰ τὴν ἀγάπην καὶ τοὺς κόπους, εἰς τοὺς ὁποίους εἶχον ὑποβληθῆ καὶ ὑπεβάλλοντο δι᾿αὐτόν. Κρατῶν δὲ εἰς τὰς ὁσίας χεῖράς του τὰ τίμια λείψανα τοῦ Ἁγίου Μακαρίου Κορίνθου καὶ τοῦ Ὁσίου Ἱερομονάχου Παρθενίου Σκούρτα ἐψιθύριζε: «Σεῖς ἤλθατε εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἀνεπαύεσθε διὰ τὰς ἀρετὰς ὅπου ἐκατορθώσατε εἰς τὴν γῆν, καὶ ἤδη κατατρυφᾶτε τὴν δόξαν τοῦ Κυρίου μας, καὶ ἐγὼ πάσχω ἐξ ἁμαρτιῶν μου. Διό, παρακαλῶ σας, πατέρες μου, ἱκετεύσατε τὸν Κύριόν μας, νὰ ἐλεήσῃ καὶ ἐμὲ καὶ νὰ μὲ ἀξιώσῃ αὐτοῦ, ὅπου εἶσθε σεῖς».

Τοιουτοτρόπως διῆλθεν ὁλόκληρον τὴν ἡμέραν. Τὴν νύκτα ἐβάρυνε περισσότερον. Ἐζήτησε καὶ ἐκοινώνησε πάλιν. Ἐσταύρωσε τότε τὰς χεῖρας, ἥπλωσε τοὺς πόδας, ἠρέμησε πλήρως, καὶ συνεχῶς προσηύχετο, εἰς ἐρώτησιν δὲ τῶν παρισταμένων ἀδελφῶν: «Διδάσκαλε, ἡσυχάζεις;» ἐκεῖνος ἀπήντησε: «Τὸν Χριστὸν ἔβαλα μέσα μου, καὶ πῶς νὰ μὴ ἡσυχάσω;».

Περιστοιχιζόμενος ὑπὸ ἀγαπητῶν ἀδελφῶν, τὸν Κύριον ἡμῶν καὶ τὰ οὐράνια ἀγαθὰ συνεχῶς φανταζόμενος, καὶ ἐν ὑπερτάτῃ γαλήνῃ, τῇ 14ῃ Ἰουλίου, ἡμέρᾳ Τετάρτῃ τοῦ ἔτους 1809, ἐν ἡλικίᾳ 60 ἐτῶν, παρέδωκεν τὴν μακαρίαν αὐτοῦ ψυχὴν εἰς χεῖρας Θεοῦ ζῶντος, τὸν ὁποῖον ἐκ νεότητος ἠγάπησεν, καὶ ὁλόκληρον ἑαυτὸν ἀφιέρωσε. Καὶ, ὅπως πάλιν ἱστορεῖ ὁ Εὐθύμιος: «ἀνατέλλοντος τοῦ ἡλίου εὶς τὴν γῆν ἐβασίλευσεν ὁ νοητὸς ἥλιος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ἔλειψεν ὁ στῦλος ὁ ὁδηγῶν τὸν νέον Ἰσραὴλ εἰς τὴν εὐσέβειαν, ἐκρύφθη ἡ νεφέλη ἡ δροσίζουσα τοὺς τηκομένους τῷ καύσωνι τῶν ἁμαρτιῶν, ἐπένθησαν οἱ φίλοι καὶ γνωστοὶ καὶ ὅλοι οἱ Χριστιανοί, ἐκ τῶν ὁποίων εἷς Χριστιανός, ἂν καὶ ἀγράμματος, εἶπεν τοιοῦτον λόγον: ῾Πατέρες μου, καλλίτερον ἦτον νὰ ἀπέθνησκον σήμερον χίλιοι Χριστιανοὶ καὶ ὄχι ὁ Νικόδημος᾿».

Τὸ πανόλβιον σῶμα τοῦ θεοφόρου Πατρὸς καὶ ἁγίου διδασκάλου ἐτάφη εἰς τὸ ἐν Καρυαῖς Λαυριωτικὸν Κελλίον τῶν Σκουρταίων, ἔνθα ὁσίως ἐκοιμήθη. Ἐνταῦθα ἐν τῷ αὐτῷ Κελλίῳ, φυλάσσεται ἤδη εὐλαβῶς ἡ τιμία κάρα του, θείαν εὐωδίαν ἁγιότητος ἀποπνεύουσα, καὶ ἁγιάζουσα τοὺς μετὰ πίστεως προσκυνοῦντας αὐτήν.

Μεγάλως ἐλύπησεν τοὺς πάντας ὁ θάνατος τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου, τόσον τοὺς ἐν Ἁγίῳ Ὄρει Μοναχούς, ὅσον καὶ τοὺς ἐν τῷ κόσμῳ εὐσεβεῖς Χριστιανούς, καὶ πάντες ἐθρήνησαν τὴν μετάστασιν αὐτοῦ, διότι ἦτο κοινὸς ἁπάντων διδάσκαλος καὶ παρήγορος, καὶ μάλιστα κατὰ τοὺς χαλεποὺς καὶ ζοφεροὺς τῆς δουλείας χρόνους. Ἀλλ᾿ ἡ μακαρία αὐτοῦ ψυχὴ συνηριθμήθη μετὰ τῶν Ὁσίων καὶ θεολόγων καὶ διδασκάλων καὶ πάντων τῶν Ἁγίων, ὡς Ὁσίου καὶ θεολόγουν καὶ διδασκάλου καὶ Ἁγίου. Καὶ ἤδη ἀπολαύων τῆς αἰωνίου χαρᾶς ἐν τῷ φωτὶ τῆς δόξης τοῦ Κυρίου, ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ τῶν πρωτοτόκων, ἐν ταῖς λαμπρότησι τῶν Ἁγίων, βλέπει ἀνακεκαλυμμένως, πρόσωπον πρὸς πρόσωπον, ἅπερ πρότερον ἐν ἐσόπτρῳ καὶ αἰνίγμασι καὶ σκιαῖς ἑώρα, καὶ θεοῦται κατὰ θείαν μέθεξιν, καὶ πρεσβεύει πάντοτε ὑπὲρ τοῦ Ἁγιωνύμου Ὄρους καὶ παντὸς Ὀρθοδόξου Χριστιανικοῦ πληρώματος, ὡς συμπαθέστατος πάντων πατὴρ καὶ διδάσκαλος.

Ἀλλ᾿ ὦ Πάτερ μου Πάτερ, θεόπνευστε καὶ οἰκουμενικὲ τῆς ἀληθείας διδάσκαλε, ἐξαίρρτον τοῦ Ἁγιωνύμου Ὄρους καύχημα, φαεινότατε ἑωσφόρε τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, πανόσιε καὶ πανάγιε Νικόδημε· δίδου ἡμῖν φωτισμὸν ταῖς πρεσβείαις σου πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ θείου θελήματος· κατεύθυνον τὰ διαβήματα ἡμῶν πρὸς τὰς τρίβους τῆς ἐναρέτου ζωῆς· ἐπισκίασον ἡμᾶς τῇ χάριτί σου, καὶ συνέτισον ἡμῶν τὸν νοῦν τοῦ συνιέναι τὰς θεοσόφους διδαχάς σου, ἵνα ἐν αὐταῖς εὕρωμεν μετάνοιαν, ἴασιν, χαράν, εἰρήνην, χρηστότητα, ἀγαθωσύνην, πραότητα, ἀγάπην, καὶ εἴτι ἀγαθὸν καὶ καλὸν καὶ σωτήριον, καὶ ἐν τέλει ζωὴν αἰώνιον, οἱ εἰλικρινῶς ἀγαπῶντές σε καὶ καθ᾿ ἑκάστην ἡμέραν καὶ ὥραν ἐπικαλούμενοι τὴν πατρικήν σου χάριν καὶ βοήθειαν. Καὶ πρέσβευε πάντοτε πρὸς Κύριον ὑπὲρ πάντων ἡμῶν. Ἀμήν.

Δίστιχον.

Δίδου τὴν χάριν σου Νικόδημε Πάτερ
Γερασίμῳ γράψαντι τόνδε σου βίον.


Ὑποσημειώσεις:

1. Ἡ εἰς Ἅγιον ἀνακήρυξις τοῦ Ὁσίου Νικοδήμου ἔγινε τὴν 31 Μαΐου 1955. Ὁ βίος ποὺ παραθέτουμε συνεγράφη ὑπὸ τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Γερασίμου μοναχοῦ Μικραγιαννανίτου, Ὑμνογράφου τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, ὁ ὁποῖος συνέθεσε καὶ πλήρη ᾀσματικὴ ἀκολουθία στὸν Ἅγιο. Ἐνταῦθα, ἐκφράζουμε θερμὲς εὐχαριστίες στὴ συνοδεία τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος, ἡ ὁποία μᾶς ἐχορήγησε τὴ σχετικὴ ἄδεια δημοσιεύσεως τοῦ βίου τοῦ Ἁγίου.

2. Εὐαγγελικὴ Σχολή: Λαμπρὸ μορφωτικὸ ἴδρυμα τῆς Ἐλληνικῆς κοινότητος Σμύρνης. Ἱδρύθη τὸ 1717 ὡς μικρὴ Σχολὴ μὲ τὸ ὄνομα «Σχολεῖον τοῦ Χριστοῦ» μὲ διευθυντὴ τὸν Ἰθακήσιο μοναχὸ Ἱερόθεο Βουλισμᾶ (Δενδρινό). Τὸ 1733 ἔγινε κοινοτικὴ σχολὴ καὶ στὶς ἀρχὲς τοῦ ΙΘ´ αἰῶνα, ἀφοῦ πῆρε διάφορες ὀνομασίες, τέλος ὀνομάστηκε «Ἐυαγγελικὴ Σχολή» καὶ ἔτσι ἔμεινε γνωστή. Ἔκτοτε μὲ κληροδοτήματα ἀναπτύχθηκε τόσο, ὥστε τὸ ὄνομά της ἀναφερόταν μαζὶ μὲ τὸ ὄνομα τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει «Μεγάλης τοῦ γένους Σχολῆς», καθότι συναγωνίζονταν ὡς πρὸς τὴν ἀνθρωπιστικὴ καὶ ἐθνικὴ δράση, καθὼς καὶ τὰ ἐξαιρετικὰ μορφωτικὰ ἀποτελέσματα. Ἡ Εὐαγγελικὴ Σχολὴ τελοῦσε ὑπὸ ἀγγλικὴ προστασία ἀπὸ τῆς ἱδρύσεώς της μὲχρι τῆς πυρπολήσεώς της κατὰ τὴν Μικρασιατικὴ καταστροφή.

3. Ἱερόθεος Βουλισμᾶς (Δενδρινός): Λόγιος κληρικὸς ἀκμάσας κατὰ τὸν ΙΗ´ αἰῶνα. Γεννήθηκε τὸ 1697 στὴν Ἰθάκη καὶ σὲ νεαρὴ ἡλικία πῆγε στὴν Πάτμο, ὅπου φοίτησε στὴν ἐκεῖ ὀνομαστὴ Σχολὴ μὲ διευθυντὴ τὸν Ἅγιο Μακάριο Καλογερᾶ. Εἰκοσαετὴς πῆγε στὴν Σμύρνη ὅπου ἐκάρη μοναχός, ἀνέλαβε δὲ ἀμἐσως τὴ διεύθυνση τῆς ἀργότερα ὀνομαζομένης Εὐαγγελικῆς Σχολῆς, θέση τὴν ὁποίαν διατήρησε μὲχρι τὸ θάνατό του τὸ ἔτος 1780.

4. Ἅγιος Μακάριος ὁ Νοταρᾶς, Μητροπολίτης Κορίνθου: Γεννήθηκε στὴν Κόρινθο τὸ 1731 ἁπὸ τὴν ἐπιφανὴ οἰκογένεια τῶν Νοταράδων. Τὸ 1765 χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Κορίνθου ὅπου ἐργάσθηκε δραστήρια μέχρι τὸ 1774, ὁπότε ἐξαναγκάσθηκε σὲ παραίτηση κατ᾿ ἀπαίτησιν τῆς Ὑψηλῆς Πύλης, ποὺ διέτασσε νὰ ἀντικατασταθοῦν οἱ Ἀρχιερεῖς τῆς Πελοποννήσου. Ἐν συνεχείᾳ πῆγε στὴν Χίο καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Νικόδημο άπετέλεσαν τοὺς ἡγέτες τοῦ κινήματος τῶν Κολλυβάδων. Ἀφοῦ περιήλθε διάφορα μέρη διδάσκοντας καὶ στηρίζοντας τοὺς Χριστιανούς, ἐπανῆλθε στὴ Χίο, ὅπου καὶ ἐκοιμήθη τὸ 1805. Ἀποβλέποντας στὴν ψυχικὴν ὠφέλεια τῶν Χριστιανῶν ἔγραψε ἀρκετὰ βιβλία, προέτρεψε δὲ καὶ τὸν ἰσάδελφό του Νικόδημο, ὅπως ἐπιμεληθῇ πλῆθος ἀπὸ πατερικὰ συγγράμματα, πολλὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα αὐτὸς ὁ Μακάριος ἐξέδωσε ὥστε νὰ φωτισθεῖ τὸ ὑπόδουλο ἑλληνικὸ γένος.

5. Παΐσιος Βελιτσκόφσκυ: Γεννήθηκε τὸ 1722 στὴν Πολτάβα τῆς Ρωσίας. Το 1734 εἰσῆλθε στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Κιέβου. Μετὰ ἀπὸ μερικὰ χρόνια ἀσκητικῆς ζωῆς στὶς σκῆτες τῆς Ῥουμανίας ἔφθασε τὸ 1746 στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἀλλὰ δὲν βρῆκε κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν του πνευματικὸν πατέρα, οὔτε ἀνεπτυγμένη τὴν γνώση τῶν πατερικῶν συγγραμμάτων στοὺς μοναχοὺς ποὺ συνάντησε. Ἡ ἔλλειψη πνευματικοῦ ὁδηγοῦ παρακίνησε τὸν Παΐσιο νὰ ἀναζητάει μὲ ζῆλο τὰ συγγράμματα τῶν Ἁγίων Πατέρων, τὰ ὁποῖα σποραδικὰ καὶ λανθασμένα ἦταν μεταφρασμένα στὴν σλαβονικὴ γλῶσσα. Ἡ ἀσκητικὴ ζωὴ καὶ ἡ καλλιέργεια τῆς νοερᾶς προσευχῆς ἀπὸ τὸν Ἅγιο ἔγιναν γνωστὰ καὶ σύντομα προσῆλθε κοντά του πλήθος μοναχῶν, Μολδαβῶν καὶ Ῥώσων, μὲ ἀποτέλεσμα τὸ 1758 νὰ δημιουργηθῇ ἡ Σκήτη τοῦ Προφήτου Ἡλιού. Ὁ Ὅσιος Παΐσιος εἶχε μάθει τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα καὶ κατέβαλε μεγάλες προσπάθειες γιὰ τὴν εὕρεση καὶ ἀντιγραφὴ τῶν πατερικῶν κειμένων. Το 1763, ὅταν ἡ συνοδία του ἀριθμοῦσε περὶ τὰ πενήντα μέλη, ἀναγκάσθηκε νὰ ἀναχωρήσει στὴ Βλαχία καὶ ἔπειτα στὶς Μονὲς Σέκου καὶ Νέαμτς τῆς Μολδαβίας, ὅπου ἡ συνοδία ἔφθασε τοὺς χιλίους μοναχούς. Ὅλο τὸν ἐλεύθερό του χρόνο τὸν δαπανοῦσε στὴν μετάφραση τῶν νηπτικῶν κειμένων, τὰ δὲ βιβλία που ἐκδόθηκαν στὸ Νέματς ἀποτελοῦν σπουδαία προσφορὰ στὴ σλαβικὴ γραμματεία καὶ ἔγιναν ἀφετηρία τῆς μεγάλης ἀφυπνίσεως τοῦ σλαβικοῦ μοναχισμοῦ κατὰ τὸν ιθ´ αἰῶνα. Ἐκοιμήθη τὸ 1794.

6. Ἱερόθεος ὁ Β´, μητροπολίτης Ἰωαννίνων: Καταγόταν ἀπὸ τὴ Νάξο καὶ ἦταν ἐξάδελφος τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου. Διετέλεσε ἐπίσκοπος Εὐρίπου (Εὐβοίας) καὶ τὸ 1779 μετατέθηκε στὴν μητρόπολη Ἰωαννίνων. Ἤταν ἄνδρας λόγιος καὶ ἱεροπρεπής, ἡ δὲ ἐκκλησιαστικὴ καὶ ἐθνική του δράση στὴν Ἤπειρο ὑπῆρξε ὑποδειγματική. Ἐκοιμήθη τὸ 1810.

7. Πλέον ὁρθὸ εἶναι τὸ 1783.

8. Ἀθανάσιος ὁ Πάριος: Γεννήθηκε στη Πάρο τὸ 1725, ὅπου καὶ διδάχθηκε τὰ πρῶτα γράμματα. Μετὰ συνέχισε τὶς σπουδές του γιὰ ἕξι χρόνια στὴν σχολὴ τῆς Σμύρνης, τοῦ Ἱεροθέου Βουλισμᾶ (Δενδρινοῦ), καὶ κατόπιν στὸ Ἅγιον Ὄρος στὴν Ἀθωνιάδα Σχολὴ μὲ διδασκάλους τὸν Εὐγένιο Βούλγαρη καὶ Νεόφυτο Καυσοκαλυβίτη. Δίδαξε στὴ Θεσσαλονίκη ἐπὶ δώδεκα ἔτη, στὴν Κέρκυρα, στὸ Μεσολόγγι καὶ στὴν Ἀθωνιάδα γιὰ μικρὸ χρονικὸ διάστημα κυρίως λόγῳ τῆς ἔριδος τῶν κολλύβων (τῆς ὁποίας ὑπῆρξε πρωταγωνιστὴς μαζὶ μὲ τοὺς Ἁγίου Μακάριο ἐπίσκοπο Κορίνθου τοῦ Νοταρᾶ καὶ Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη) ποὺ ὑπῆρχε μεταξὺ τῶν μοναχῶν τοῦ Ὄρους, ἐξ αἰτίας τῆς ὁποίας τὸ 1776 καθηρέθη ὑπὸ τοῦ Πατριαρχείου, ἀργότερα ὅμως ἀθωώθηκε ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Γαβριήλ. Ἐν τέλει τὸ 1792 μετέβη στὴ Χίο ὅπου ἀνέλαβε τὴ διεύθυνση τῆς ἐκεῖ σχολῆς. Ἐπειδὴ διαδόθηκε ἡ φήμη του ἔτρεχον σ᾿ αὐτὸν πλήθη μαθητῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ἄλλοι ἐκόσμησαν ἐπισκοπικοὺς θρόνους καὶ ἄλλοι ἐργάσθηκαν ὡς δημοδιδάσκαλοι. Τὸ 1812 παραιτήθηκε λόγῳ γήρατος καὶ ἀπορσύθηκε στὸ ἐν Χίῳ μονύδριο τοῦ Ἁγίου Γεωργίου ὅπου καὶ ἀπεβίωσε τὸ 1813. Ὑπῆρξε ἐκ τῶν μεγάλων διδασκάλων τοῦ Γένους καὶ ἐκ τῶν πολυγραφωτέρων ἐπὶ τουρκοκρατίας συγγραφέων. Τὰ θεολογικά του συγγράμματα διακρίνονται σὲ ἁγιογραφικά, λειτουργικά, συστηματικὰ καὶ ὁμιλητικά. Τελευταῖα ἀνεκηρύχθη Ἅγιος ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως.

9. Ἀγάπιος (ἱερομόναχος) ὁ Λεονάρδος (1741-1815): Καταγόταν ἀπὸ τὴ Δημητσάνα. Σπούδασε στὴ γενέτειρά του καὶ στὴν Εὐαγγελικὴ Σχολὴ τῆς Σμύρνης. Ἐπέστρεψε στὴ Δημητσάνα καὶ ἴδρυσε τὴν περίφημη «Σχολὴ τῆς Δημητσάνης», ὅπου σπούδασαν μεγάλες φυσιογνωμίες (Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ε´, Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανὸς κ.λ.π.). Κατόπιν ἀνέλαβε γιὰ ἕνα χρόνο τὴ Σχολαρχία τῆς Εὐαγγελικῆς Σχολῆς Σμύρνης. Ὕστερα περιώδευσε τὴν ὑπόδουλη Ἐλλάδα διδάσκοντας καὶ κτίζοντας πάρα πολλὰ σχολεῖα. Ἔγραψε πολλὰ ἐκκλησιαστικὰ συγγράμματα καὶ ὕμνους καὶ μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Νικόδημο ἐξέδωσαν τὸ 1800 τὸ πασίγνωστο ἔργο «Πηδάλιον». Ἐπίσης ἔγραψε τὸ ἔργο «Συλλογὴ πάντων τῶν ἱερῶν καὶ θείων κανόνων τῶν τε Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ Οἰκουμενικῶν Συνόδων».

10. Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νεόφυτος ὁ Ζ´ ὁ ἀπὸ Μαρωνείας: Ἀνήκει στοὺς λογίους Πατριάρχες καὶ μάλιστα στοὺς καλύτερους τοῦ ΙΗ´ αἰῶνα, ὑποστηρικτὴς τῆς παιδείας. Γεννήθηκε στὴ Σμύρνη, ὅπου ἐσπούδασε, καὶ ἐν συνεχείᾳ πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη. Τὸ 1771 χειροτονήθηκε μητροπολίτης Μαρωνείας. Διετέλεσε Πατριάρχης σὲ δύο περιόδους, ἀπὸ τὸ 1789-98 καὶ τὸ 1798-1801. Καὶ στὶς δύο Πατριαρχίες του ἐπιμελήθηκε μὲ ζῆλο τὰ ζητήματα τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, γεγονὸς τὸ ὁποῖο μαρτυρεῖται καὶ ἀπὸ τὶς πολλὲς πατριαρχικές του πράξεις. Ἀνασύστησε τὴν Πατριαρχικὴ Μουσικὴ Σχολή, τὴν Πατριαρχικὴ Σχολὴ τοῦ Γένους καὶ ἄλλες Σχολές.

11. Θεοδώρητος (Λαυριώτης) ἱερομόναχος: Διετέλεσε ἡγούμενος τῆς Μονῆς Ἐσφιγμένου. Ὑπῆρξε λόγιος καὶ «φιλοπονώτατος ἀνὴρ ἀλλ᾿ ἀνημέρου χαρακτῆρος, παιδεύσεως στοιχειώδους τῆς ἔσω καὶ τῆς θύραθεν κάτοχος» (Μ. Γεδεὼν «Ὁ Ἄθως»). Τὴν ἐποχὴ τῶν διενέξεων μὲ τοὺς Κολλυβάδες ἀντιτάχθηκε στὶς παραδοσιακὲς ἀπόψεις τους. Ἐπιστάτησε στὴν ἔκδοσιν τοῦ «Πηδαλίου» τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου (Λειψία), στὸ ὁποῖο πρόσθεσε σημειώσεις δικές του μὲ ἐλευθεριάζουσες ἀπόψεις, πρᾶγμα ποὺ λύπησε βαθύτατα τὸν Ἅγιο Νικόδημο.

12. Κολλυβάδες: Πνευματικὸ κίνημα τοῦ 18ου αἰῶνα. Ἐκδηλώθηκε ἀπὸ μία ὁμάδα λογίων Ἁγιορειτῶν, ἐπικεφαλῆς τῆς ὁποίας ἦταν οἱ Ἅγιοι Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, Μακάριος ἐπίσκοπος Κορίνθου καὶ Ἀθανάσιος ὁ Πάριος. Ὀνομάσθηκαν «Κολλυβάδες» εἰρωνικὰ ἀπὸ τοὺς ἀντιπάλους των, ἀλλὰ καὶ διότι ὑποστήριζαν τὴν ἀρχαία παράδοση τῆς Ἐκκλησίας περὶ μὴ τελέσεως μνημοσύνων (κολλύβων) ἐν ἡμέρᾳ Κυριακῇ. Θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι τὸ κίνημα αυτὸ ἀποτελεὶ ἀπάντηση στὴν πρόκληση τοῦ Διαφωτισμοῦ. Οἱ Κολλυβάδες συνέβαλαν στὸν ἀληθινὸ διαφωτισμὸ τοῦ Γένους μὲ τὸ μεγάλο συγγραφικό τους ἔργο καὶ τὴν ἐπανέκφραση τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως. Τὸ κίνημα χαρακτηρίζεται δικαίως ὡς φιλοκαλικὴ καὶ ησυχαστικὴ ἀναγέννηση, ἀνάλογη τῆς ἡσυχαστικῆς κινήσεως τοῦ 14ου αἰῶνα, διότι καὶ στὶς δύο περιπτώσεις ἔχουμε μία φανέρωση τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως ὡς ἀντίβαρο τοῦ δυτικοῦ ὀρθολογισμοῦ καὶ τῆς ἐπιχειρουμένης ἐκφιλοσοφήσεως καὶ ἀπορρίψεως τῆς πίστεως.

 

Το είδαμε: Εδώ

 

γ. Φιλοθέου Ζερβάκου -Μη κλίνετε γόνυ εις τον αντίχριστον Πάπα!

2
γ. Φιλοθέου Ζερβάκου -Μη κλίνετε γόνυ εις τον αντίχριστον Πάπα!
γ. Φιλοθέου Ζερβάκου -Μη κλίνετε γόνυ εις τον αντίχριστον Πάπα!
Οσίου Γέροντος Φιλοθέου Ζερβάκου

“Μη κλίνετε γόνυ εις τον αντίχριστον Πάπα”

* …Πιστεύω και ελπίζω ότι ο ιδρυτής της Εκκλησίας, ο Αρχηγός της σωτηρίας ημών, ο κραταιός και δυνατός εν πολέμοις, πάντας τους πολεμούντας την Νύμφην Αυτού Εκκλησίαν, την καθαράν και άσπιλον, την οποίαν περιποιήσατο με το Τίμιον Αίμα Του, θα τους σύντριψη ως σκεύη κεραμέως και θα διαφύλαξη και διάσωση Αυ­τήν καθαράν. Υμείς δε οι εναπολειφθέντες στήτε καλώς, στήτε μετά φόβου, στήτε ανδρείως και μη κλίνετε γόνυ εις τον αντίχριστον Πάπα και εις τους οπαδούς αυτού φιλοπαπιστάς οικουμενιστάς, και λοιπούς δειλούς και προδότας. Στήτε μέχρι τέλους, μέχρι θανάτου, δια να λά­βετε τον άφθαρτον στέφανον εις τους ουρανούς….

Κρατείτε την πίστιν στερεάν

* Αφήνω συμβουλήν εις τους πιστούς και πνευματικά μου τέκνα να ακολουθούν την Εκκλησίαν… Εάν ενω­θούν, τότε, να χωρήσουν, να αποχωρήσουν τελείως ακολουθούντες εκείνο το οποίον παρελάβομεν και τους α­γίους Πατέρας.

* Εάν ο ποιμήν είναι αληθής, οφείλετε να ακολουθήτε τον αληθή ποιμένα. Εάν δεν είναι αληθής, ακολουθήτε τον Χριστόν, ο Οποίος είναι αληθής.

* Οι Άγιοι Πατέρες δεν επλανήθησαν διότι είχον ταπείνωσιν, είχον το Πνεύμα το Άγιον, το οποίον τους ωδήγει και δεν τους άφηνε να πλανηθούν.

* Πως είναι δυνατόν, να τιμήση κάποιος τους τοιού­τους (νεωτεριστάς Αρχιερείς), οι οποίοι συνετάραξαν την Εκκλησίαν, εκλόνισαν τας πεποιθήσεις των Ορθοδόξων Χριστιανών, και να υπακούση εις αυτούς, όταν αυτοί με πλατύ το στόμα κηρύττουν εναντίον των Αγίων Αποστόλων;….

* Ως γέρων πνευματικός λέγω εις τα πρόβατα του Χριστού προσέξατε, μη δεχθήτε φιλίαν και ένωσιν με τον Πάπαν, διότι ο Πάπας, εάν και την όψιν του προσώ­που του άλλαξε εναντίον της εντολής του Θεού (Λευϊτ. Α’9)…, εάν και ήλλαξε την μορφήν του σώματος και μετεμορφώθη εις γυναίκα, την γνώμην του δεν την άλλαξε.

Δια να γίνη ένωσις με τους παπιστάς και τον Πάπα, πρέπει ο Πάπας να μετανοήση και να επιστρέψη εις την μίαν αγίαν καθολικήν και αποστολικήν Εκκλησίαν, την οποίαν μας παρέδωκε ο Χριστός, δια των Αγίων Απο­στόλων και των Αγίων Πατέρων των επτά Οικουμενι­κών Αγίων Συνόδων. Ο Πάπας απεσχίσθη και οφείλει να επιστρέψη εις την μίαν πίστιν, την οποίαν παραχάρα­ξαν εις το εν βάπτισμα, το όποιον κατήργησαν και το α­ντικατέστησαν με ράντισμα και επίχυσιν ύδατος, και εις τα δόγματα και ιεράς παραδόσεις, τας οποίας τελείως κατεφρόνησαν. Και εάν θέλουν διάλογους και συζητή­σεις αυτά πρέπει να γίνουν επάνω εις το σύμβολον της πίστεως εις δέκα λεπτά της ώρας. Συμφωνείτε; αποπτύετε την πλάνην και τας αιρέσεις σας; επιστρέφετε εις τον Θεόν και την Αγίαν Εκκλησίαν; Σας δεχόμαστε. Δεν δέχεσθε; πηγαίνετε εκεί που σας στέλλουν οι Άγιοι Από­στολοι, οι Άγιοι Πατέρες και αι επτά Οικουμ. Σύνοδοι, εις το ανάθεμα….

* * *

* Εάν ημείς οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί εφυλάττωμεν ό­σα η πίστις ημών υπαγορεύει, όλα τα έθνη, ως λέγει ο θείος Χρυσόστομος, θα εγένοντο Χριστιανοί. Διότι ο­ποία πίστις ανέδειξεν Αποστόλους, Μάρτυρας, Ομολογητάς, Οσίους και δικαίους; Η Ορθόδοξος. Οποία πίστις ετέλεσε μεγάλα ένδοξα και θαυμαστά σημεία; Η Ορθόδοξος. Δίκαιον είναι να είπωμεν τις Θεός μέγας ως ο Θεός ημών και οποία πίστις ως η ημετέρα πίστις, η Ορθόδοξος;….

Τίποτε δεν είναι ισάξιο της Ορθοδοξίας

*  Η Ορθόδοξος Εκκλησία οφείλει να διακρατή απα­ραχάρακτα όσα ο Κύριος έδωσε, οι Απόστολοι εκήρυξαν και οι Πατέρες εφύλαξαν. Όποιος αποκόπτεται από αυτά δεν μπορεί να λέγεται Χριστιανός.

*  Είναι προδοσία της αληθείας το να αποδεχόμεθα αι­ρετικές διδασκαλίες και να μη ομολογούμε με ακρίβεια όσα διδαχθήκαμε από τους θεοφόρους Αγίους Πατέρας της Εκκλησίας μας. Καλούμεθα να αρέσουμε όχι εις τον κόσμον αλλά εις τον Κύριον και να συμφωνούμε με τις άγιες Γραφές και με όσους δεν αντιμάχονται με όσα μας λέγουν οι Πατέρες.

*  Ο Χριστός, δεν θα αφήση την Εκκλησίαν Του, αλ­λά και εμείς ότι μπορούμε να κάνουμε. Μακάριοι εκεί­νοι οι όποιοι μέχρι θανάτου θα μείνουν πιστοί εις την ορθόδοξον πίστιν και ομολογίαν… Να αγωνισθήτε κατά των θεοκαπήλων προδοτών της Ορθοδοξίας και των πα­τρικών παραδόσεων.

Γνώρισε  το μεγαλείο της Ορθοδοξίας
Αγιογραφικές και Πατερικές μαρτυρίες
Εκδόσεις “Ορθόδοξος Κυψέλη”
Θεσσαλονίκη

Το είδαμε: https://www.impantokratoros.gr

 

γ. Φιλοθέου Ζερβάκου -Μη κλίνετε γόνυ εις τον αντίχριστον Πάπα!

Φώτης Κόντογλου – Καρδία συντετριμμένη

0
Φώτης Κόντογλου – Καρδία συντετριμμένη

Φώτης Κόντογλου – Καρδία συντετριμμένη

Ἀληθινὴ χαρά, ἡ πονεμένη


Μνήμη Φώτη Κόντογλου

…Χρυσὰ χέρια καὶ πολλὰ χαρίσματα μοῦ ἔδωσε ὁ Κύριος. Δὲν τὰ μεταχειρίσθηκα γιὰ νὰ ἀποχτήσω ὑλικὰ ἀγαθά, μήτε χρήματα, μήτε δόξα, μήτε κανενὸς εἴδους καλοπέραση. Τὰ μεταχειρίσθηκα πρὸς δόξαν τοῦ Κυρίου καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας του. Ὄχι μόνο τὸν ἑαυτό μου παράβλεψα, μὰ καὶ τοὺς δικούς μου, τὴ γυναῖκα μου, τὰ παιδιά μου καὶ τὰ ἐγγόνια μου τὰ ἀδίκησα, κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου. Κανένας ἄνθρωπος δὲν στάθηκε τόσο ἀνίκανος νὰ βοηθήσει τοὺς συγγενεῖς του, ὅσο ἐγώ. Μ᾿ ὅλο ποὺ εἶχα ἕνα ὄνομα καὶ πολλοὺς θαυμαστές, ποτὲ δὲν τὰ μεταχειρίσθηκα γιὰ ὠφέλειά μου, τόσο, ὥστε ν᾿ ἀποροῦν οἱ γνωστοί μου κι οἱ ξένοι. Ἤμουνα προσηλωμένος στὸ ἔργο ποὺ ἔβαλα γιὰ σκοπό μου, καὶ στὸν σκληρὸν ἀγῶνα γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη πίστη μας. Γιὰ τοῦτο τυραννιστήκαμε καὶ τυραννιόμαστε στὴ ζωή μας. Φτωχὸς ἐγώ, φτωχὰ καὶ τὰ παιδιά μας. Βιοπάλη σκληρή. Μά, μὲ τὴν ἐλπίδα τοῦ Θεοῦ, ὅλα γαληνεύουν. Ὅλα τὰ θλιβερὰ τὰ περνοῦμε μὲ εὐχαριστία. Ξέρω πὼς ὅσα βάσανα μᾶς ἔρχονται, μᾶς ἔρχονται γιατὶ δὲν πέσαμε νὰ προσκυνήσουμε τὸν διάβολο, νὰ καλοπεράσουμε, παρὰ ἀκολουθοῦμε Ἐκεῖνον ποὺ μᾶς δείχνει «τὴν στενὴν καὶ τεθλιμμένην ὁδόν», καὶ σ᾿ αὐτὸν τὸν δρόμο τὸν ἀκολουθοῦμε πρόθυμα….

Ἐχτές, παραμονὴ τῆς Πρωτοχρονιᾶς, ἤμουνα ξαπλωμένος στὸ κουβούκλι μας περασμένα τὰ μεσάνυχτα, καὶ συλλογιζόμουνα. Εἶχα δουλέψει νυχτέρι γιὰ νὰ τελειώσω μία Παναγία Γλυκοφιλοῦσα, καὶ δίπλα μου καθότανε ἡ γυναίκα μου κ᾿ ἔπλεκε. Ὅποτε δουλεύω, βρίσκουμαι σὲ μεγάλη κατάνυξη, καὶ ψέλνω διάφορα τροπάρια. Σιγόψελνα λοιπὸν ἐκεῖ ποὺ ζωγράφιζα τὴν Παναγία, κ᾿ ἡ Μαρία ἔψελνε καὶ κείνη μαζί μου μὲ τὴ γλυκειὰ φωνή της. Βλογημένη γυναίκα μοῦ ἔδωσε ὁ Θεός, ἂς εἶναι δοξασμένο τ᾿ ὄνομά του γιὰ ὅλα τὰ μυστήρια τῆς οἰκονομίας του. Τὸν εὐχαριστῶ γιὰ ὅσα μοῦ ἔδωσε, καὶ πρῶτ᾿ ἀπ᾿ ὅλα γιὰ τὴν ἁπλὴ τὴ Μαρία, ποὺ μοῦ τὴ δώρησε συντροφιὰ στὴ ζωή μου, ψυχὴ θρησκευτική, ἕνα δροσερὸ ποταμάκι ποὺ γλυκομουρμουρίζει μέρα-νύχτα δίπλα σ᾿ ἕνα παλιὸν καστρότοιχο. Τὸ κρουσταλένιο νερό του δὲν θολώνει μὲ τὰ χρόνια, ἀλλὰ γίνεται κι᾿ ὁλοένα πιὸ καθαρὸ καὶ πιὸ γλυκόλαλο: «Καλότυχος ὁ ἄνδρας πού ῾χει καλὴ γυναίκα. Ἡ καλὴ γυναίκα εὐφραίνει τὸν ἄνδρα της, καὶ θὰ ζήσει εἰρηνεμένα τὰ χρόνια τῆς ζωῆς του. Καλὴ γυναίκα, κορῶνα στὸ κεφάλι τοῦ ἀνδρός της. Ἡ ἐμορφιὰ τῆς καλῆς γυναίκας φεγγοβολᾶ μέσα στὸ σπίτι σὰν τὸν ἥλιο ποὺ βγαίνει καὶ λάμπει ὁ κόσμος». Τέτοια γυναῖκα μοῦ χάρισε κ᾿ ἐμένα ὁ Κύριος.

Ἡ ἐμορφιὰ δὲν τὴν περηφάνεψε, ἴσια-ἴσια ἡ ταπείνωση τὴν πλήθυνε, κι ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ τὴν εὐωδίασε. Ἀνάμεσα στὶς ἔμορφες ξεχώρισε, γιατὶ ἡ ἀκαταδεξιὰ δὲν θάμπωσε τὸ κρούσταλλό της, κ᾿ ἡ πονηρία δὲν λέρωσε τὸ σιντέφι τῆς ψυχῆς της. Κοντά μου κάθεται καὶ μὲ συντροφεύει, ἥμερος ἄνθρωπος. Μαρία ἡ ἁπλή! Ἐκείνη πλέκει εἴτε ράβει, κ᾿ ἐγὼ δουλεύω τὴν ἁγιασμένη τέχνη μου καὶ φιλοτεχνῶ εἰκονίσματα ποὺ τὰ προσκυνᾶ ὁ κόσμος. Τί χάρη μᾶς ἔδωσε ὁ Παντοδύναμος, ποὺ τὴν ἔχουνε λιγοστοὶ ἄνθρωποι, «ὅτι ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν ταπείνωσιν τῶν δούλων αὐτοῦ». Τὸ καλύβι μας εἶναι φτωχὸ στὰ μάτια τοῦ κόσμου, καὶ μολοταῦτα στ᾿ ἀληθινὰ εἶναι χρυσοπλοκώτατος πύργος κ᾿ ἡλιοστάλαχτος θρόνος, γιατὶ μέσα του σκήνωσε ἡ πίστη κ᾿ ἡ εὐλάβεια. Κ᾿ ἐμεῖς ποὺ καθόμαστε μέσα, εἴμαστε οἱ πιὸ φτωχοὶ ἀπὸ τοὺς φτωχούς, πλὴν μᾶς πλουτίζει μὲ τὰ πλούτη του Ἐκεῖνος, ποὺ εἶπε: «πλούσιοι ἐπτώχευσαν καὶ ἐπείνασαν, οἱ δὲ ἐκζητοῦντες τὸν Κύριον οὐκ ἐλαττωθήσονται παντὸς ἀγαθοῦ».

Ἀφοῦ λοιπὸν τελείωσα τὴ δουλειά μου κατὰ τὰ μεσάνυχτα, ξάπλωσα στὸ μεντέρι μου, κ᾿ ἡ Μαρία ξάπλωσε καὶ κείνη κοντά μου καὶ σκεπάσθηκε καὶ τὴν πῆρε ὁ ὕπνος. Ἔπιασα νὰ συλλογίζουμαι τὸν κόσμο. Συλλογίσθηκα πρῶτα τὸν ἑαυτό μου καὶ τοὺς δικούς μου, τὴ γυναίκα μου καὶ τὸ παιδί μου. Γύρισα καὶ κοίταξα τὴ Μαρία ποὺ ἤτανε κουκουλωμένη καὶ δὲν φαινόταν ἂν εἶναι ἄνθρωπος ἀποκάτω ἀπὸ τὸ σκέπασμα. Κ᾿ εἶπα: Ποιὸς μᾶς συλλογίζεται; Οἱ ἄνθρωποι λένε λόγια πολλά, μὰ δὲν πιστεύουνε σὲ τίποτα, γι᾿ αὐτὸ εἶπε ὁ Δαυίδ: «πᾶς ἄνθρωπος ψεύστης». Γύρισα καὶ κοίταξα τὸ φτωχικό μας, πού ῾ναι σὰν ξωκκλήσι, στολισμένο μὲ εἰκονίσματα καὶ μὲ ἁγιωτικὰ βιβλία, χωμένα ἀνάμεσα στ᾿ ἀρχοντόσπιτα τῆς Βαβυλωνίας, κρυμμένο, σὰν τὸν φτωχὸ ποὺ ντρέπεται μὴ τὸν δεῖ ὁ κόσμος. Ἡ καρδιά μου ζεστάθηκε, κρυμμένη καὶ κείνη μέσα μου. Ἔνοιωσα πὼς ἤμουνα χωρισμένος ἀπὸ τὸν κόσμο κ᾿ οἱ λογισμοί μου πὼς ἤτανε καὶ κεῖνοι κρυμμένοι πίσω ἀπὸ τὸ καταπέτασμα ποὺ χώριζε τὸν κόσμο ἀπὸ μένα, καὶ πῶς ἄλλος ἥλιος κι ἄλλο φεγγάρι φωτίζανε τὸν δικό μας τὸν κόσμο. Κι ἀντὶ νὰ πικραθῶ, εὐφράνθηκε ἡ ψυχή μου πὼς μ᾿ ἔχουνε ξεχασμένον, κ᾿ ἡ χαρὰ ἡ μυστική, ποὺ τὴν νοιώθουνε ὅσοι εἶναι παραπεταμένοι, ἄναψε μέσα μου ἥσυχα κι εἰρηνικά, κ᾿ ἡ παρηγοριὰ μὲ γλύκανε σὰν μπάλσαμο, ἀνακατεμένη μὲ τὸ παράπονο. Καὶ φχαρίστησα Ἐκεῖνον, ποὺ κάνει τέτοια μυστήρια στὸν ἄνθρωπο καὶ ποὺ κάνει πλούσιους τοὺς φτωχούς, χαρούμενους τοὺς θλιμμένους, ποὺ δίνει μυστικὴ συντροφιὰ στοὺς ξεμοναχιασμένους, καὶ ποὺ μεθᾶ μὲ τὸ κρασὶ τῆς τράπεζάς του ὅσους βάλανε τὴν ἐλπίδα τους σὲ Κεῖνον. Ἂν δὲν ἤμουνα φτωχὸς καὶ ξευτελισμένος, δὲν θὰ μποροῦσα νὰ ἀξιωθῶ τούτη τὴν πονεμένη χαρά, γιατὶ δὲν ξαγοράζεται μὲ τίποτα ἄλλο, παρεχτὸς μὲ τὴν συντριβὴ τῆς καρδιᾶς, κατὰ τὸν Δαυῒδ ποὺ λέγει: «Κύριε, ἐν θλίψει ἐπλάτυνάς με». Ἐπειδή, ὅποιος δὲν πόνεσε καὶ δὲν ταπεινώθηκε, δὲν παίρνει ἔλεος. Ἔτσι τὰ θέλησε ἡ ἀνεξιχνίαστη σοφία Του. Μὰ οἱ ἄνθρωποι δὲν τὰ νοιώθουνε αὐτά, γιατὶ δὲν θέλουνε νὰ πονέσουν καὶ νὰ ταπεινωθοῦνε, ὥστε νὰ νοιώσουνε κάτι παραπέρα ἀπὸ τὴν καλοπέραση τοῦ κορμιοῦ κι ἀπὸ τὰ μάταια πάθη τους.

Ὁλοένα, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβω, ἀνεβαίνανε τὰ δάκρυα στὰ μάτια μου, δάκρυα γιὰ τὸν κόσμο καὶ δάκρυα γιὰ μένα. Δάκρυα γιὰ τὸν κόσμο, γιατὶ γυρεύει νὰ βρεῖ τὴ χαρὰ ἐκεῖ ποὺ δὲν βρίσκεται· καὶ δάκρυα γιὰ μένα, γιατὶ πολλὲς φορὲς δείλιασα τὴ φτώχεια καὶ τοὺς ἄλλους πειρασμούς, καὶ δικαίωσα τοὺς ἀνθρώπους, ἐνῶ τώρα ἔνοιωσα πὼς δὲν παίρνει ὁ ἄνθρωπος μεγάλο χάρισμα, χωρὶς νὰ περάσει μεγάλον πειρασμό. Κι ἀντρειεύτηκα κατὰ τὸ πνεῦμα, κ᾿ ἔνοιωσα πὼς δὲν φοβᾶμαι τὴ φτώχεια, παρὰ πὼς τὴν ἀγαπῶ. Καὶ κατάλαβα καλά, πὼς δὲν πρέπει ὁ ἄνθρωπος νὰ ἀγαπήσει ἄλλο τίποτα ἀπὸ τὸν πόνο του, γιατὶ ἀπὸ τὸν πόνο ἀναβρύζει ἡ ἀληθινὴ χαρὰ κ᾿ ἡ παρηγοριά, κ᾿ ἐκεῖ βρίσκουνται οἱ πηγὲς τῆς ἀληθινῆς ζωῆς. Ἀληθινά, ἡ φτώχεια εἶναι φοβερὸ θηρίο. Ὅποιος τὸ νικήσει, ὅμως, καὶ φτάξει νὰ μὴν τὸ φοβᾶται, θὰ βρεῖ μεγάλα πλούτη μέσα του. Τούτη τὴν ἀφοβιὰ τὴ δίνει ὁ Κύριος ἅμα ταπεινωθεῖ ὁ ἄνθρωπος. Σ᾿ αὐτὸν τὸν πόλεμο ποὺ ἡ ἀντρεία λέγεται ταπείνωση, καὶ τὰ βραβεῖα εἶναι καταφρόνεση καὶ ξευτελισμός, δὲν βαστᾶνε οἱ ἀντρεῖοι τοῦ κόσμου. Ὅποιος δὲν περάσει ἀπὸ τὴ φωτιὰ τῆς δοκιμῆς, δὲν ἔνοιωσε ἀληθινὰ τί εἶναι ἡ ζωή, καὶ γιατὶ ὁ Χριστὸς εἶπε: «Ἐγὼ εἶμαι ἡ ζωή», καὶ γιατὶ εἶπε «Μακάριοι οἱ πικραμένοι, γιατὶ αὐτοὶ θὰ παρηγορηθοῦνε». Ὅποιος δὲν ἀπελπίστηκε ἀπὸ ὅλα, δὲν τρέχει κοντὰ στὸν Θεό, γιατὶ λογαριάζει πὼς ὑπάρχουνε κι ἄλλοι προστάτες γι᾿ αὐτόν, παρεχτὸς τοῦ Θεοῦ.

Κ᾿ ἐκεῖ ποὺ τὰ συλλογιζόμουνα αὐτά, ἔνοιωσα μέσα μου ἕνα θάρρος καὶ μία ἀφοβιὰ ἀκόμα πιὸ μεγάλη, κ᾿ εἰρήνη μὲ περισκέπασε, κ᾿ εἶπα τὰ λόγια ποὺ εἶπε ὁ Ἰωνᾶς μέσα ἀπὸ τὸ θεριόψαρο: «Ἐβόησα ἐν θλίψει μου πρὸς Κύριον τὸν Θεόν μου καὶ εἰσήκουσέ μου»! «Ἀπὸ τὴν κοιλιὰ τοῦ Ἅδη ἄκουσες τὴν κραυγή μου, ἄκουσές τη φωνή μου. Ἄβυσσο ἄπατη μὲ ἔζωσε. Τὸ κεφάλι μου χώνεψε μέσα στὶς σκισμάδες τῶν βουνῶν, κατέβηκα στὴ γῆς, ποὺ τὴν κρατᾶνε ἀμπάρες ἀκατέλυτες. Ἂς ἀνεβεῖ ἡ ζωή μου ἀπὸ τὴ φθορὰ πρὸς ἐσένα, Κύριε ὁ Θεός μου. Τὴν ὥρα ποὺ χάνεται ἡ ζωή μου, θυμήθηκα τὸν Κύριο. Ἂς ἐρθεῖ ἡ προσευχή μου στὴν ἁγιασμένη ἐκκλησιά σου. Ὅσοι φυλάγονται μάταια καὶ ψεύτικα θὰ παρατηθοῦνε χωρὶς ἔλεος. Μὰ ἐγὼ θὰ σὲ φχαριστήσω καὶ μὲ φωνὴ αἰνέσεως θὰ σὲ δοξολογήσω». Καὶ πάλι δόξασα τὸν Θεὸ καὶ τὸν φχαρίστησα γιατὶ μ᾿ ἔκανε ἀναίσθητο γιὰ τὶς ἡδονὲς τοῦ κόσμου, τόσο ποὺ νὰ σιχαίνουμαι ὅσα εἶναι ποθητὰ γιὰ τοὺς ἄλλους, καὶ νὰ νοιώθω πὼς εἶμαι κερδισμένος, ὅποτε οἱ ἄλλοι λογαριάζουνε πῶς εἶμαι ζημιωμένος· καὶ γιατὶ πῆρα δύναμη ἀπὸ Κεῖνον νὰ καταφρονήσω τὸν σατανᾶ, ποὺ παραφυλάγει πότε θὰ λιγοψυχήσω, κ᾿ ἔρχεται καὶ μοῦ λέγει: «Πέσε προσκύνησέ με, γιατὶ θὰ γίνουνε ψωμιὰ αὐτὲς οἱ πέτρες ποὺ βλέπεις». Καὶ πάλι ξανάρχεται καὶ μοῦ λέγει: «Ἔ, πῶς χαίρεται ὁ κόσμος! Ἀκοῦς τὸν ἀλαλαγμό, τὶς φωνὲς ποὺ βγαίνουνε ἀπὸ τὰ παλάτια, ὅπου διασκεδάζουνε οἱ φτυχισμένοι ὑποταχτικοί μου, ἄντρες καὶ γυναῖκες; Πέσε προσκύνησέ με καὶ θὰν ἁπλώσεις μονάχα τὸ χέρι σου νὰ τὰ πάρεις ὅλα. Ἐσὺ εἶσαι ἄνθρωπος τιμημένος γιὰ τὴν τέχνη σου· γιατί νὰ ὑποφέρνεις, σὲ καιρὸ ποὺ αὐτοὶ χαίρουνται ὅλα τὰ καλὰ καὶ τ᾿ ἀγαθά, μ᾿ ὅλο ποὺ δὲν ἔχουνε τὴ δική σου τὴν ἀξιωσύνη; Κοίταξε τὴ φτώχειά σου, κι ἂν δὲν λυπᾶσαι τὸν ἑαυτό σου, λυπήσου τὴν καϋμένη τὴ γυναίκα σου, τὸ φτωχὸ τὸ παιδί σου, ποὺ ὑποφέρνουνε ἀπὸ σένα! Ἄλλη φορὰ τὸν ἄκουγα, μὲ ὅλο ποὺ δὲν ἔκανα ὅ,τι μοῦ ῾λεγε, μὰ τώρα τὸν ἄφησα νὰ λέγει χωρὶς νὰ τὸν ἀκούω ὁλότελα. Ἐμένα ὁ νοῦς μου ἤτανε σὲ κείνους τοὺς θλιμμένους καὶ τοὺς βασανισμένους, ποὺ δὲν ἔχουνε ἐλπίδα, καὶ σὲ κείνους ποὺ τρώγανε καὶ πίνανε κείνη τὴ νύχτα, καὶ χορεύανε μὲ τὶς γυναῖκες ποὺ δὲν ἔχουνε ντροπή, καὶ σὲ κείνους ποὺ μαζεύουνε πλούτη κι ἀδιαφόρετα πράγματα ποὺ δὲν μποροῦνε νὰ τ᾿ ἀποχωριστοῦνε σὰν σιμώσει ὁ θάνατος, καὶ ποὺ καταγίνουνται νὰ δέσουνε τὸν ἑαυτό τους μὲ πιὸ πολλὰ σκοινιά, ἀντὶς νὰ τὰ λιγοστέψουνε. Ἐπειδὴς οἱ δύστυχοι εἶναι φτωχοὶ ἀπὸ μέσα τους κι ἀδειανοὶ καὶ τρεμάμενοι καὶ θέλουνε νὰ ζεσταθοῦνε καὶ ρίχνουνε ἀπὸ πάνω τοὺς ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα, σὰν τὸν θερμασμένο ποὺ ρίχνει ἀπάνω του παπλώματα καὶ ροῦχα, δίχως νὰ ζεσταθεῖ. Λογαριάζω πὼς οἱ σημερινοὶ οἱ ἄνθρωποι εἶναι πιὸ φτωχοὶ στὸ ἀπομέσα πλοῦτος, γιὰ νά ῾χουν ἀνάγκη ἀπὸ τόσα πολλὰ μάταια πράγματα. Αὐτὰ ποὺ λένε χαρὲς καὶ ἡδονές, τὰ δοκίμασα κ᾿ ἐγὼ σὰν ἄνθρωπος, καὶ πίστευα κ᾿ ἐγὼ πὼς ἤτανε στ᾿ ἀλήθεια χαρὰ κ᾿ εὐτυχία. Μὰ γλήγορα κατάλαβα πὼς ἤτανε ψευστιὲς καὶ φαντασίες ἀσύστατες, καὶ πὼς χοντραίνουνε τὴν ψυχὴ καὶ στραβώνουνε τὰ πνευματικά της μάτια καὶ δὲν μπορεῖ νὰ δεῖ, καὶ γίνεται κακιὰ κι ἀλύπητη στὸν πόνο τ᾿ ἀδερφοῦ της, ἀδιάντροπη, ἀκατάδεχτη, ἄθεη, θυμώτρα, αἱμοβόρα.

Ὅσοι εἶναι σκλάβοι στὴν καλοπέραση τοῦ κορμιοῦ τους δὲν ἔχουνε ἀληθινὴ χαρά, γιατὶ δὲν ἔχουνε εἰρήνη· γιὰ τοῦτο θέλουνε νὰ βρίσκουνται μέσα σε φουρτούνα καὶ νὰ ζαλίζουνται, ὥστε νὰ θαρροῦνε πὼς εἶναι φτυχισμένοι. Ἡ χαρὰ ἡ ἀληθινὴ εἶναι μία θέρμη τῆς διάνοιας καὶ μία ἐλπίδα τῆς καρδιᾶς ποὺ τὶς ἀξιώνουνται ὅσοι θέλουνε νὰ μὴν τοὺς ξέρουνε οἱ ἄνθρωποι, γιὰ νὰ τοὺς ξέρει ὁ Θεός. Γι᾿ αὐτό, Κύριε καὶ Θεὲ καὶ Πατέρα μου, καλότυχος ὅποιος ἔκανε σκαλούνια ἀπὸ τὴ φτώχεια, κι ἀπὸ τὰ βάσανα, κι ἀπὸ τὴν καταφρόνεση τοῦ κόσμου, γιὰ ν᾿ ἀνεβεῖ σὲ Σένα. Καλότυχος ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔνοιωσε τὴν ἀδυναμία του ἀληθινά· ὅσο γλήγορα τὸ κατάλαβε, τόσο πιὸ γλήγορα θὰν ἀπογευτεῖ ἀπὸ τὸ ψωμὶ ποὺ θρέφει κι ἀπὸ τὸ κρασὶ ποὺ δυναμώνει, ἂν ἔχει τὴν πίστη του σὲ Σένα· ἀλλιῶς θὰ γκρεμνιστεῖ στὸ βάραθρο τῆς ἀπελπισίας. Μὲ τί λόγια νὰ φχαριστήσω τὸν Κύριό μου, ποὺ ἤμουνα χαμένος καὶ μὲ χεροκράτησε, στραβὸς καὶ μ᾿ ἔκανε νὰ βλέπω; Ἐκεῖνος ἔστρεψε τὴν λύπη μου σὲ χαρά. «Διήλθομεν διὰ πυρὸς καὶ ὕδατος, καὶ ἐξήγαγεν ἡμᾶς εἰς ἀναψυχήν. Μακάριος ἄνθρωπος ὁ ἐλπίζων ἐπ᾿ Αὐτόν»!

*

Ἀδέρφια μου, δῶστε προσοχὴ στὰ λόγια μου! Ἔτσι ποὺ βλέπετε, ἔβλεπα κ᾿ ἐγώ, καὶ θαρροῦσα πὼς ἔβλεπα· μὰ τώρα κατάλαβα πὼς ἤμουνα στραβὸς καὶ κουφὸς καὶ ποδαγρός. Μετὰ χαρᾶς δέχουμε κάθε κακοπάθηση, γιατὶ ἀλλιῶς δὲν ἀνοίγουνε τὰ μάτια στὸ ἀληθινὸ τὸ φῶς, μήτε τ᾿ αὐτιὰ ἀκοῦνε τὰ καλὰ μηνύματα, μήτε τὰ πόδια περπατᾶνε στὸ δρόμο ποὺ πάγει ἐκεῖ ὁποῦ εἶναι ἡ αἰώνια πολιτεία τοῦ Χριστοῦ, ἐκεῖ ποὺ βρίσκουνε εἰρήνη κι ἀνάπαψη οἱ ἀγαπημένοι του. Ὅποιος δὲν καταλάβει πὼς εἶναι ἀπροστάτευτος κ᾿ ἔρημος στὸν κόσμο τοῦτον, δὲν θὰ ταπεινωθεῖ: κι ὅποιος δὲν ταπεινωθεῖ, δὲν θὰ ἐλεηθεῖ. Ἡ λύπη τῆς διάνοιάς μας σιμώνει στὸν Θεό. Γι᾿ αὐτὸ δὲν θέλω καμμιὰ καλοπέραση· καρδιὰ συντριμμένη.

Αὐτὰ κι ἄλλα πολλὰ ἀναβρύζανε ἀπὸ μέσα μου κείνη τὴ νύχτα, καὶ τὰ μάτια μου τρέχανε. Δὲν ἤξερε τί συλλογίζουμαι κανένας ἄνθρωπος, ἐκεῖ ποὺ ἤμουνα τρυπωμένος, στὸ κουβούκλι μου, οὔτε κἂν ἡ Μαρία ποὺ κοιμότανε δίπλα μου κουκουλωμένη. Ὁ βοριὰς ἔκανε μεγάλη ταραχὴ ἀπ᾿ ὄξω, τὰ δέντρα ἀναστενάζανε, θαρροῦσες πὼς κλαίγανε καὶ πῶς παρακαλούσανε ν᾿ ἀνοίξω νὰ μποῦνε μέσα νὰ προστατευτοῦνε. Τὸ καντήλι ἔρριχνε τὸ χρυσοκέρινο φέγγος του ἀπάνου στὰ κονίσματα καὶ στ᾿ ἀσημωμένο Εὐαγγέλιο. Δόξα σοι ὁ Θεός, καλὰ ἤμαστε! Μακάριος εἶναι ὅποιος εἶναι ξεχασμένος. Ὁ κόσμος παραπέρα γλεντᾶ, χορεύει, κάνει ἁμαρτίες μὲ τὶς γυναῖκες, παίζει χαρτιά. Ὁ δυστυχής, γιορτάζει τὸν θάνατο τοῦ κορμιοῦ του, ποὺ κάνει τόσα γιὰ νὰ τὸ φχαριστήσει. Λὲς πὼς κερδίσανε τὴν ἀθανασία, τώρα ποὺ ἦρθε ὁ καινούργιος χρόνος, ἀντὶς νὰ κλάψουνε πὼς σιμώνουνε ὁλοένα στὸ τέλος αὐτῆς τῆς πονηρῆς ζωῆς. «Πάτερ ἅφες αὐτοίς, οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι». Τί κάνουνε; Ποῦ πᾶνε; Σὲ λίγο θὰ καταντήσουνε τὰ κόκκαλά τους σὰν λιθάρια ἄψυχα, θὰ γκρεμνιστοῦνε τὰ παλάτια τους, θὰ σβήσει καὶ ὅλη τούτη ἡ ὀχλοβοὴ κι᾿ ἡ φωτοχυσία, σὰν κάποιο πράγμα ποὺ δὲν γίνηκε ποτές. Ὦ κατάδικοι, τί ξεγελιόσαστε; «Ἵνα τί ἀγαπᾶτε ματαιότητα καὶ ζητεῖτε ψεῦδος;»

Ξημέρωμα 1ης Ἰανουαρίου 1950

Πηγή: εδώ

Μνήμη αγίου Παϊσίου Αγιορείτη. Περί εξυπνάδας και πονηρίας.

Μνήμη αγίου Παϊσίου Αγιορείτη. Περί εξυπνάδας και πονηρίας.
Μνήμη αγίου Παϊσίου Αγιορείτη. Περί εξυπνάδας και πονηρίας.Αγίου Παϊσίου – Περί εξυπνάδας και πονηρίας

Όταν ο άνθρωπος δεν τροχίζη το μυαλό με το Θείο, αλλά το τροχίζη με την πονηριά, παραδίνει τον εαυτό του στον διάβολο. Καλύτερα να το είχε χάσει το μυαλό, για να έχη ελαφρυντικά την ημέρα της Κρίσεως.

– Γέροντα, διαφέρει η απλότητα από την πονηριά;

– Ναι, όσο η αλεπού από το τσακάλι. Το τσακάλι, αν δη κάτι και το θέλη, με λεβεντιά θα πάη να το πάρη. Ενώ η αλεπού θα κάνη πονηριές και μετά θα πάη να το πάρη.

– Μπορεί, Γέροντα, να θεωρή κανείς την πονηριά για εξυπνάδα;

– Ναι, μπορεί, αλλά, αν εξετάζη τον εαυτό του, θα καταλάβη τι είναι πονηριά και τι εξυπνάδα. Έχει τον πίνακα αναγνωρίσεως. Ποια είναι τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος; αγάπη, χαρά, ειρήνη κ.λπ. *  Έχει συγγένεια μ’ αυτά; Αν δεν συγγενεύη μ’ αυτά, θα έχη κάτι το σατανικό, θα έχη γνωρίσματα του ταγκαλακιού.

Έξυπνος είναι ο εξαγνισμένος άνθρωπος, ο καθαρισμένος από τα πάθη. Αυτός που έχει αγιάσει και το μυαλό του, αυτός είναι ο πραγματικά έξυπνος. Άμα δεν αγιασθή το μυαλό, η εξυπνάδα δεν ωφελεί σε τίποτε. Να, οι δημοσιογράφοι, οι πολιτικοί, έξυπνοι είναι, αλλά πολλοί από αυτούς, επειδή δεν έχουν αγιασμένο το μυαλό τους, εκεί που λένε εξυπνάδες, λένε και ανοησίες. Από την πολλή εξυπνάδα λένε μεγάλες ανοησίες! Αν δεν αξιοποιήση ο άνθρωπος το μυαλό, το εκμεταλλεύεται ο διάβολος. Αν δεν αξιοποιήση την εξυπνάδα για το καλό, την χρησιμοποιεί ο διάβολος για το κακό.

– Δηλαδή, επειδή δεν αξιοποίησε την εξυπνάδα, δίνει και δικαίωμα στον διάβολο;

– Άμα δεν την αξιοποιή, ήδη τα δικαιώματα δίνονται μόνα τους. Όταν ο άνθρωπος δεν εργάζεται πνευματικά, αλλοιώνει το καλό και κάνει ο ίδιος το κακό, δεν είναι ότι ο διάβολος το κάνει. Ένας λ.χ. είναι έξυπνος, αλλά δεν το δουλεύει το μυαλό του και τεμπελιάζει. Όταν δεν χρησιμοποιή το μυαλό του, σε τι τον ωφελεί η εξυπνάδα;

– Μπορεί ένας άνθρωπος που είναι έξυπνος, αλλά έχει πάθη, να έχη σωστή κρίση;

– Κατ’ αρχάς να προσέξη να μην πιστεύη στο μυαλό του, γιατί, αν είναι πνευματικός άνθρωπος, θα πλανηθή και, αν είναι κοσμικός, θα τρελλαθή. Να μην πιστεύη στον λογισμό του. Να ρωτάη, να συμβουλεύεται, να αγιάση την εξυπνάδα του. Και γενικά όλα όσα έχει ο άνθρωπος, όλα να τα αγιάζη. Όταν η εξυπνάδα αγιασθή, βοηθάει να αποκτήση κανείς την διάκριση. Ένας έξυπνος, αν δεν αγιασθή, δεν έχει πνευματική διάκριση. Ένας πάλι από την φύση του απλός μπορεί έναν πλανεμένο να τον πάρη για άγιο και έναν θηλυπρεπή να τον πάρη για ευλαβή. Ενώ, όταν εξαγνισθή ο έξυπνος, γίνεται πολύ διακριτικός.

– Γέροντα, πώς εξαγνίζεται η εξυπνάδα;

– Για να εξαγνισθή, δεν πρέπει ο άνθρωπος να δέχεται τα τηλεγραφήματα του πονηρού ούτε και να σκέφτεται πονηρά, αλλά να ενεργή όλο με καλωσύνη και απλότητα. Έτσι έρχεται η διαύγεια η πνευματική, ο θείος φωτισμός, και τότε ο άνθρωπος βλέπει καρδιές ανθρώπων και δεν βγάζει ανθρώπινα συμπεράσματα.

*. Βλ. Γαλ. 5, 22-23.

Εκ του βιβλίου: Αγίου Παϊσίου Αγιορείτου Λόγοι Α΄ Με πόνο και Αγάπη για τον σύγχρονο άνθρωπο

Το είδαμε: impantokratoros.gr

11/07 – Μνήμη αγίου Σωφρονίου Σαχάρωφ. Πρωϊνή Προσευχή.

0
11/07 – Μνήμη αγίου Σωφρονίου Σαχάρωφ. Πρωϊνή Προσευχή.

Μνήμη αγίου Σωφρονίου Σαχάρωφ. Πρωϊνή Προσευχή.

11/07 - Μνήμη αγίου Σωφρονίου Σαχάρωφ. Πρωϊνή Προσευχή.

Αιώνιε Κύριε, Δημιουργέ των απάντων, ο καλέσας με εις την ζωήν ταύτην τη ανεξερευνήτω Σου αγαθότητι· ο δους μοι την Χάριν του Βαπτίσματος και την σφραγίδα του Αγίου Πνεύματος· ο κοσμήσας με τη επιθυμία του αναζητείν Σε, τον μόνον αληθινόν Θεόν, επάκουσον της δεήσεώς μου. Ο Θεός μου, ουκ έχω ζωήν, φως, χαράν, σοφίαν, δύναμιν άνευ Σου.

Αλλά Συ είπας τοις μαθηταίς Σου: «Πάντα όσα εάν αιτήσητε εν τη προσευχή πιστεύοντες, λήψεσθε».

Όθεν τολμώ επικαλείσθαί Σε: Καθάρισόν με από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος. Δίδαξόν με πως δει προσεύχεσθαι. Εύλογησον την ημέραν ταύτην ην εχάρισάς μοι, τω αναξίω δούλω Σου. Ικάνωσόν με τη δυνάμει της Χάριτός Σου αδιαλείπτως ομιλείν και εργάζεσθαι προς την Σην δόξαν εν πνεύματι καθαρότητος, ταπεινώσεως, υπομονής, αγάπης, ευγενείας, ειρήνης, ανδρείας και σοφίας, επιγινώσκειν αεί την απανταχού παρουσίαν Σου.

Κύριε ο Θεός, δείξόν μοι την οδόν του θελήματός Σου εν τη απείρω Σου αγαθότητι και αξίωσόν με πορεύεσθαι ενώπιόν Σου χωρίς αμαρτίας. Καρδιογνώστα Κύριε, Συ επιγινώσκεις πάσάν μου ένδειαν, Συ γινώσκεις την τυφλότητα και την άγνοιάν μου, Συ γινώσκεις την αστάθειαν και την διαφθοράν της ψυχής μου.

Αλλ’ ούδ’ ο πόνος ούδ’ η αγωνία η εμή κεκρυμμένα Σοι τυγχάνει.

Επάκουσον της δεήσεώς μου και δίδαξόν με τω Πνεύματί Σου τω Αγίω, οδόν εν η πορεύσομαι.

Μη εγκαταλείψης με, ότι η διεφθαρμένη μου θέλησις οδηγήση με προς άλλας οδούς, αλλά βιαίως επανάγαγέ με προς Σε.

Δος μοι, τη δυνάμει της Σης αγάπης, στερεωθήναί με εις το αγαθόν.

Φύλαξόν με από παντός λόγου ή έργου ψυχοφθόρου, από πάσης εσωτερικής και εξωτερικής κινήσεως μη ευαρέστου ενώπιον Σου και επιβλαβούς διά τον αδελφόν μου.

Δίδαξόν με πως δει και τι με δει λαλείν. Εάν το Σον θέλημά εστι του μη αποκριθήναι με δος μοι πνεύμα ειρηναίας σιωπής, αλύπου και ακινδύνου διά τον αδελφόν μου.

Νομοθέτησόν με εν τη τρίβω των εντολών Σου και έως εσχάτης μου αναπνοής μη επιτρέψης παρεκκλίναι με από του Φωτός των προσταγμάτων Σου, έως ότου καταστώσιν ο μοναδικός νόμος πάσης υπάρξεώς μου, προσκαίρου τε και αιωνίου.

Δέομαι Σου ο Θεός ελέησόν με. Λύτρωσαί με από της θλίψεως και αθλιότητός μου και μη αποκρύψης απ’ εμού την οδόν της σωτηρίας. Εν τη αφροσύνη μου, ο Θεός, περί πολλών και μεγάλων δέομαι Σου, γινώσκων αεί την εμήν κακότητα, την αδυναμίαν και φαυλότητα κράζω Σοι: ελέησόν με.

Μη απορρίψης με από του Προσώπου Σου ένεκεν της αλαζονείας μου.

Δος και αύξησον εν εμοί τω αχρείω την δύναμιν του αγαπάν Σε, κατά τας εντολάς Σου, εξ όλης της καρδίας μου, εξ όλης της ψυχής μου, εξ όλης της διανοίας μου, εξ όλης της ισχύος μου, και δι’ όλου του είναι μου.

Ναι, ο Θεός, δίδαξόν με δικαίαν κρίσιν και γνώσιν τω Πνεύματί Σου τω Αγίω. Δος μοι του γνώναι την Αλήθειάν Σου προτού με απελθείν εκ της ζωής ταύτης. Παράτεινον τας ημέρας της ζωής μου έως ότου Σοι προσφέρω μετάνοιαν αληθινήν. Μη αναγάγης με εν ημίσει ημερών μου μηδέ εν ω ο εμός νους τετυφλωμένος εστί.

Και όταν ευδοκήσης ελθείν το τέλος της ζωής μου προγνώρισόν μοι τον θάνατον, ίνα η ψυχή μου ετοιμασθή προς συνάντησίν Σου.

Έσο μετ’ εμού, Κύριε, εν εκείνη τη ώρα τη φοβέρα και απόδος μοι την αγαλλίασιν του Σωτηρίου Σου. Καθάρισόν με από παντός αμαρτήματος φανερού και αποκρύφου, από πάσης ανομίας κεκρυμμένης εν εμοί και δώρησόν μοι καλήν απολογίαν ενώπιον του φοβερού βήματός Σου.

Ο Θεός, κατά το μέγα έλεός Σου και την άμετρον φιλανθρωπίαν Σου, επάκουσον της δεήσεώς μου.

https://gerontesmas.com