Ορθοδοξία

Αρχική Ορθοδοξία Σελίδα 62

Ἀββάς Βαρσανούφιος – Ὑπάρχουν δέ τρεῖς ἄνδρες πού μέ τίς εὐχές τους, κρατάνε τήν ὀργή τοῦ Θεοῦ

Ἀββάς Βαρσανούφιος – Ὑπάρχουν δέ τρεῖς ἄνδρες πού μέ τίς εὐχές τους, κρατάνε τήν ὀργή τοῦ Θεοῦ

06 Φεβρουαρίου, μνήμη των Οσίων Βαρσανουφίου και Ιωάννου: Συναξάριον,  Ακολουθία. | ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΟΡΕΙΑ – orp.gr


«Παράκληση τῶν Πατέρων πού ἡσύχαζαν στό Κοινόβιο πρός τό μεγάλο Γέροντα, σχετικά μέ τόν κόσμο: Ἐπειδή κινδυνεύει ὁ κόσμος, σέ παρακαλοῦμε ὅλοι νά ἱκετεύσεις τήν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ νά ἀποσύρει τό (ἀπειλητικό) Του χέρι καί νά βάλει τή ρομφαία πίσω στή θήκη της. Στάσου ἀνάμεσα σ’ αὐτούς πού ἔπεσαν καί σ’ αὐτούς πού στέκουν μέ τό ἅγιο θυμίαμα τῆς προσευχῆς σου καί σταμάτησε τόν ἐξολοθρευτή. Ὕψωσε τό ἅγιο θυσιαστήριο (τῆς ἁγιασμένης πατρικῆς καρδιᾶς σου) στά ὁλόφωτα καί ἅγια δώματα τοῦ οὐρανοῦ καί θά παύσει ἡ ὀργή τοῦ Θεοῦ. Καί σοῦ δεόμαστε καί σέ παρακαλοῦμε λυπήσου τόν κόσμο πού χάνεται. Θυμήσου ὅτι ὅλοι εἴμαστε μέλη σου. Δεῖξε καί στήν παρούσα στιγμή τήν εὐσπλαγχνία σου καί τά θαυμάσια τοῦ Θεοῦ, διότι σ’ Αὐτόν ἀνήκει ἡ δόξα στούς αἰῶνες. Ἀμήν.

Ἀπόκριση Βαρσανουφίου: Ἀδελφοί, βρίσκομαι σέ πένθος καί σέ ὀδυρμό γιά τήν ὀργή τοῦ Θεοῦ πού κρέμεται πάνω ἀπό τήν ἀνθρωπότητα, διότι ὅλα ὅσα κάνουμε εἶναι ἀντίθετα ἀπό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὁ Κύριος εἶπε· “ἄν ἡ ἀρετή σας δέν ξεπεράσει τήν ἀρετή τῶν Γραμματέων καί τῶν Φαρισαίων, δέν θά εἰσέλθετε στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ” (Ματθ. ε΄ 20). Ἐμεῖς ὅμως πήγαμε στό τελείως ἀντίθετο· ξεπέρασε ἡ παρανομία μας κατά πολύ τήν παρανομία καί τῶν ἀλλοπίστων. Καί εἶναι πολλοί αὐτοί πού παρακαλοῦν τή φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ νά παύσει τήν ὀργή ἀπό τόν κόσμο –καί κανένας βέβαια δέν εἶναι πιό φιλάνθρωπος ἀπό τό Θεό– ἀλλά δέν θέλει νά δώσει ἔλεος, διότι ἀντιστέκεται τό πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν πού γίνονται στόν κόσμο. Ὑπάρχουν δέ τρεῖς ἄνδρες πού, μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἔφθασαν στόν τέλειο βαθμό τῆς ἀναγεννήσεώς τους καί ὑπηρετοῦν ἀφοσιωμένοι τό θέλημά Του, οἱ ὁποῖοι ξεπέρασαν τά ὅρια τῆς ἀνθρώπινης φύσης καί ἔλαβαν ἐξουσία νά λύνουν καί νά δένουν, νά συγχωροῦν καί νά μή συγχωροῦν ἁμαρτίες. Αὐτοί στέκουν ἄγρυπνοι μπροστά στήν ἀπειλούμενη συμφορά καί ἀγωνίζονται ὥστε νά μήν καταστραφεῖ ἀκαριαίως καί ὁλοσχερῶς ὅλος ὁ κόσμος, ἡ Οἰκουμένη. Πραγματικά, μέ τίς εὐχές τους, ὁ Κύριος παρατείνει μαζί μέ τή δοκιμασία καί τό ἔλεός Του. Λέχθηκε δέ πρός αὐτούς, ὅτι γιά λίγο χρόνο θά κρατήσει ἀκόμη ἡ ὀργή. Μαζί μ’ αὐτούς λοιπόν εὐχηθεῖτε καί σεῖς. Οἱ εὐχές δέ αὐτῶν τῶν τριῶν συναντιοῦνται στήν εἴσοδο τοῦ ἄνω Θυσιαστηρίου τοῦ Πατρός τῶν Φώτων. Καί συγχαίρουν ὁ ἕνας μέ τόν ἄλλο καί συναγάλλονται στά ἐπουράνια. Ὅταν πάλι στραφοῦν πρός τή γῆ συμπενθοῦν καί συγκλαίουν καί συνοδύρονται γιά τά κακά ἐκεῖνα πού γίνονται καί κινοῦν τήν ὀργή τοῦ Θεοῦ. Εἶναι δέ αὐτοί ὁ Ἰωάννης στή Ρώμη, ὁ Ἠλίας στήν Κόρινθο καί ἕνας ἄλλος στήν ἐπαρχία τῶν Ἱεροσολύμων. Πιστεύω δέ, ὅτι θά ἐπιτύχουν νά ἀποσπάσουν τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ναί θά τό ἐπιτύχουν. Ἀμήν. Ὁ Θεός μου (πού χαρίζει τό ἔλεός Του σέ μένα τόν ἀνάξιο), νά σᾶς ἐνδυναμώσει, ὥστε νά ἀκούσετε καί νά σηκώσετε τό βάρος καί τήν ὀδύνη πού προκαλοῦν αὐτά πού σᾶς εἶπα, διότι εἶναι ἀπρόσιτα σέ ὅσους δέν ἔχουν τό χάρισμα νά τά ἐννοήσουν»

( Ἀββάς Βαρσανούφιος, Αββάς Ιωάννης,ἐκδ. Ἑτοιμασία, τόμ. Γ΄, σελ. 59‐63).

Αντιγραφή: Τρελογιάννης

    O Ιερός Χρυσόστομος για το πάθος της φιλαργυρίας και την αρετή της πτωχείας.            

το πάθος της φιλαργυρίας

O Ιερός Χρυσόστομος για το πάθος της φιλαργυρίας και την αρετή της πτωχείας.        

(απόσπασμα από την ομιλία Ϛ ΄, που εμπεριέχεται στο Υπόμνημα του αγίου πατρός στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο)

  επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

     Μπορούμε, αρκεί να το θέλουμε και να το επιδιώξουμε, να κερδίσουμε την αιώνια ζωή. Διότι τι το βαρύ μας είπε ο Κύριος να κάνουμε; Να διασχίσουμε βουνά; Να πετάξουμε στον αέρα; Ή να διαβούμε το Τυρρηνικό πέλαγος; Όχι, αλλά αντιθέτως να επιλέξουμε έναν τόσο εύκολο τρόπο ζωής, ώστε να μη χρειάζεται ούτε εργαλεία, παρά μόνο ψυχή και διάθεση. Διότι ποια μέσα είχαν οι Απόστολοι, που κατόρθωσαν τόσα πράγματα; Δεν περιήλθαν με ένα χιτώνα και ανυπόδητοι τον κόσμο και υπερίσχυσαν όλων; Ποια άλλωστε από τις εντολές του Χριστού είναι δύσκολη; Να μην έχεις κανένα εχθρό· να μη μισείς κανέναν· να μην κακολογείς κανέναν. Δυσκολότερα είναι τα αντίθετα αυτών.

    Είπε όμως ο Χριστός, θα μπορούσε να πει κάποιος, να απαλλαγούμε από τα χρήματα. Αυτό λοιπόν είναι το βαρύ και το δύσκολο; Για την ακρίβεια μάλιστα δε διέταξε, αλλά συμβούλευσε. Αλλά και επιταγή να ήταν, πού είναι το βαρύ όταν λέγει να μην περιφέρουμε φορτία και ενοχλητικές φροντίδες; Αλλά πόση είναι η φιλαργυρία και η απληστία! Όλα έγιναν χρήματα· για τούτο και όλα έγιναν άνω-κάτω. Και όταν μακαρίζει κανείς κάποιον, αυτά θυμάται· και όταν τον οικτίρει, από αυτά  προέρχεται ο  ταλανισμός. Και όλες οι συζητήσεις γίνονται για τα χρήματα, πώς αποκτά πλούτη ο τάδε ή πώς βρίσκεται σε πενία κάποιος άλλος. Και όταν κανείς επιχειρεί εκστρατεία, ή ετοιμάζει γάμο ή ασκεί κάποια τέχνη ή οτιδήποτε άλλο, δεν υλοποιεί το σχέδιό του, παρά μόνο αφού δει χρήματα να έρχονται σε αυτόν άφθονα.

   Έπειτα, δε θα συγκεντρωθούμε να σκεφτούμε πώς θα απομακρύνουμε το νόσημα αυτό; Δε θα ντραπούμε τα κατορθώματα των πατέρων; Των τριών χιλιάδων, των πέντε χιλιάδων, οι οποίοι τα είχαν όλα κοινά; Ποιο είναι το κέρδος της παρούσης ζωής, όταν δεν τη χρησιμοποιήσουμε για την απόκτηση της μέλλουσας; Μέχρι πότε θα αφήνετε αδούλωτο τον μαμωνά,ο οποίος σας έχει υποδουλώσει; Μέχρι πότε θα είστε δούλοι του χρήματος; Μέχρι πότε δε θα επιθυμείτε την ελευθερία και δε θα απαρνιέστε τα παζαρέματα της φιλοχρηματίας;

   Αλλά όταν μεν γίνεστε δούλοι ανθρώπων, κάνετε τα πάντα, εάν κανείς σας υποσχεθεί να χαρίσει την ελευθερία· τώρα όμως που είστε αιχμάλωτοι της φιλαργυρίας, ούτε καν σκέπτεστε πώς θα απαλλαγείτε από αυτήν την πικρή δουλεία. Μολονότι το πρώτο δεν είναι καθόλου δεινό, ενώ το δεύτερο, δηλαδή η φιλαργυρία, είναι βαρύτατη τυραννία. Σκεφτείτε πόσο μεγάλο τίμημα προς χάριν μας κατέβαλε ο Χριστός. Έχυσε το αίμα Του, παρέδωσε τον εαυτό Του. Εσείς όμως και μετά από όλα αυτά πέσατε και πάλι, και το ακόμη χειρότερο είναι ότι και ευχαριστείστε με την υποδούλωση και βρίσκετε τέρψη στην ατιμία και σας έγινε αξιαγάπητο αυτό που έπρεπε να αποφύγετε.

     Αλλά επειδή δεν αρκεί μόνο να θρηνολογούμε και να κατηγορούμε, αλλά και να διορθώνουμε, ας δούμε γιατί έγινε αξιαγάπητο αυτό εδώ το πάθος και το κακό. Γιατί λοιπόν, γιατί έγινε αξιαγάπητο αυτό εδώ; «Διότι», θα μπορούσε να απαντήσει κανείς, «μας κάνει δοξασμένους και μας εξασφαλίζει». Πες μου, με ποια ασφάλεια; «Με το να μας δημιουργεί την πεποίθηση ότι δε θα πεινάσουμε, δε θα τρέμουμε από το ψύχος, δε θα υποστούμε βλάβη, δε θα περιφρονούμαστε». Επομένως, εάν σου υποσχεθούμε την εξασφάλιση αυτή, θα πάψεις να πλουτίζεις; Διότι εάν ο πλούτος γίνεται αξιαγάπητος  γι’ αυτό, εάν είναι δυνατό χωρίς αυτόν να μην αισθάνεσαι ανασφάλεια και να είσαι ασφαλής, ποια είναι η ανάγκη αυτού;

   «Και πώς είναι δυνατόν», θα μπορούσε να πει κάποιος, «χωρίς να πλουτίσεις να επιτύχεις αυτά;» Πώς όμως είναι δυνατό (διότι εγώ θα σου πω το αντίθετο) να πλουτίσεις; Διότι για να πλουτίσεις, είναι ανάγκη και να κολακεύεις πολλούς, άρχοντες και αρχομένους, και να παρακαλείς μυρίους, και να υπηρετείς ως δούλος φτάνοντας ακόμη και να γίνεις χαμερπής, και να φοβάσαι και να τρέμεις και να υποψιάζεσαι τα μάτια των φθονερών, και να φοβάσαι τα στόματα των συκοφαντών και τις επιθυμίες των άλλων φιλαργύρων.

    Η πενία όμως δεν είναι τέτοια, αλλά εντελώς αντίθετη. Είναι φρούριο απόρθητο και ασφαλές, λιμάνι γαλήνιο, παλαίστρα και γυμναστήριο καρτερίας, ομοίωμα αγγελικού βίου. Ακούστε τα αυτά όσοι είστε φτωχοί, ή μάλλον και όσοι επιθυμείτε να πλουτίσετε. Δεν είναι κακό να είστε φτωχοί, αλλά το να μη θέλετε να είστε φτωχοί.Μην πιστεύεις ότι η φτώχεια είναι κάτι το φοβερό και δε θα σου είναι φοβερό. Άλλωστε ο φόβος αυτός δε βρίσκεται στην ίδια τη φύση της φτώχειας, αλλά στην ιδέα των ανθρώπων που έχουν ασθενική ψυχή και  γι’ αυτό ολιγοψυχούν. Μάλλον ντρέπομαι που πρέπει να πω τόσα για την πενία, διότι δεν είναι καθόλου κακό. Διότι εάν είσαι υπομονετικός, θα σου γίνεται και πηγή μυρίων αγαθών. Εάν δε κάποιος σου παρέθετε από το ένα μέρος εξουσία, πολιτική δύναμη και πλούτο και απολαύσεις, και από το άλλο μέρος την πτώχεια, και σου έδινε το δικαίωμα εκλογής, να πάρεις εκείνο ακριβώς το οποίο ήθελες, θα άρπαζες επιλέγοντας αμέσως την πενία, εάν βεβαίως γνώριζες το κάλλος της.

    Και γνωρίζω φυσικά ότι πολλοί γελούν καθώς λέγονται αυτά·  εμείς όμως δε θορυβούμαστε· αλλά και από εσάς έχουμε την αξίωση να δείξετε υπομονή και γρήγορα θα συμφωνήσετε μαζί μας. Διότι εμένα μου φαίνεται ότι η πτωχεία ομοιάζει με κόρη κόσμια και καλή και ευπαρουσίαστη· η δε φιλαργυρία μού φαίνεται ότι ομοιάζει με γυναίκα θηριόμορφη, με κάποια Σκύλλα και Λερναία Ύδρα και με μερικά άλλα παρόμοια τέρατα, που έχουν επινοήσει οι μυθοπλάστες. Μη μου αναφέρεις δε εκείνους που κατηγορούν την πτωχεία, αλλά εκείνους οι οποίοι διέπρεψαν χάρη σε αυτήν. Με αυτήν αφού ετράφη ο Ηλίας, έλαβε τη μακαρία εκείνη αρπαγή με πύρινο άρμα στους ουρανούς. Με αυτήν έλαμψε ο Ελισσαίος· με αυτήν ο Ιωάννης· με αυτήν όλοι οι απόστολοι. Για τη φιλαργυρία τους όμως κατεκρίθησαν ο Αχαάβ, η Ιεζάβελ, ο Γιεζή, ο Ιούδας, ο Νέρων, ο Καϊάφας.

    Εάν όμως θέλεις, ας μη μείνουμε σε εκείνους μόνο που διέλαμψαν στη ζωή τους με την πενία, αλλά ας εξετάσουμε προσεκτικά και το κάλλος της κόρης αυτής. Διότι πράγματι και οφθαλμούς έχει καθαρούς και διαυγείς, χωρίς τίποτε το θολό και σκοτεινό, όπως αντιθέτως οι οφθαλμοί της φιλαργυρίας άλλοτε μεν είναι γεμάτοι θυμό, άλλοτε δε πλήρεις ηδονής και άλλοτε ταραγμένοι από την ακράτεια. Ενώ της πτωχείας οι οφθαλμοί δεν είναι τέτοιοι, αλλά είναι ήμεροι και γαλήνιοι, βλέπουν προς όλους με γλυκύτητα, είναι μειλίχιοι και καταδεκτικοί, δεν μισούν κανένα και δεν αποστρέφονται κανένα. Διότι όπου υπάρχουν χρήματα, εκεί υπάρχει αιτία έχθρας και αναρίθμητων πολέμων.

   Το στόμα επίσης της φιλαργυρίας είναι γεμάτο από ύβρεις, από κάποια έπαρση, από πολλή αλαζονεία, από κατάρα και δόλο. Ενώ στην πτωχεία και το στόμα και η γλώσσα είναι υγιής και γεμάτη από διαρκή ευχαριστία και ευλογία, από λόγια καταδεκτικά, στοργικά και εξυπηρετικά, από επαίνους και εγκώμια. Εάν επίσης θέλεις να δεις και την αναλογία των μελών της, είναι αξιόλογη και κατά πολύ υψηλότερη από την ευπορία. Εάν ωστόσο την αποφεύγουν οι περισσότεροι, μην απορείς, διότι και τις άλλες αρετές τις αποφεύγουν οι ανόητοι.

     Αλλά ο πτωχός, θα έλεγε κάποιος, περιφρονείται από τον πλούσιο. Πάλι μου αναφέρεις το εγκώμιο της πτωχείας. Διότι, πες μου, ποιος είναι ευτυχής; Εκείνος που περιφρονεί ή εκείνος που περιφρονείται; Είναι φανερό ότι ευτυχής είναι εκείνος που περιφρονείται. Λοιπόν η φιλαργυρία μεν μάς παρακινεί να περιφρονούμε, ενώ η πτωχεία μάς  προτρέπει να υπομένουμε. «Αλλά ο πτωχός», θα απαντούσε αυτός ο κάποιος, «πεινά». Και ο Παύλος πεινούσε και βρισκόταν σε συνεχή πείνα. Αλλά δεν έχει ανάπαυση και δε σταματά το έργο του ποτέ. Ούτε ο Υιός του ανθρώπου δεν είχε πού να γείρει το κεφάλι Του.

     Είδες σε ποιο σημείο έφθασαν τα εγκώμια της πτωχείας και πού σε τοποθετούν; Κοντά σε ποιους άντρες σε αναβιβάζουν και σε κάνουν μιμητή του Δεσπότου; Εάν ήταν καλό να έχει κανείς υπό την κατοχή του χρυσό, θα τον έδινε στους μαθητές Του ο Χριστός, ο οποίος τους έδωσε εκείνα τα άρρητα αγαθά. Ενώ τώρα, όχι μόνο δεν τους έδωσε, αλλά και τους απαγόρευσε να έχουν.  Γι’ αυτό και ο Πέτρος όχι μόνο δε βυθίζεται από την πενία, αλλά και αισθάνεται υπερήφανος λέγοντας: «ργύριον κα χρυσίον οχ πάρχει μοι· δ χω τοτό σοι δίδωμι· ν τ νόματι ησο Χριστο το Ναζωραίου γειρε κα περιπάτει(:Είπε δε ο Πέτρος· “αργυρά και χρυσά νομίσματα δεν έχω. Εκείνο δε που έχω, αυτό και σου δίδω, εν τω ονόματι Ιησού Χριστού του Ναζωραίου, σήκω όρθιος και περπάτα ελεύθερα”)»[Πραξ.3,6].Ποιος από εσάς δε θα ήθελε να κραυγάσει αυτά τα λόγια; «Ασφαλώς όλοι και πάρα πολύ μάλιστα», θα μπορούσε να πει κανείς.

     Λοιπόν, πέταξε τα αργυρά νομίσματα, πέταξε τα χρυσά. «Και εάν τα πετάξω», θα μπορούσε να ρωτήσει κανείς, «θα αποκτήσω τη δύναμη του Πέτρου;» Πες μου, όμως, τι έκανε τον Πέτρο ευτυχή; Άραγε επειδή θεράπευσε τον χωλό; Όχι· αλλά το ότι δεν είχε αυτά, αυτό του εξασφάλισε τον ουρανό. Διότι άλλοι μεν από εκείνους που έκαναν αυτά έπεσαν στη γέεννα του πυρός, ενώ άλλοι από αυτούς που έκαναν αυτά, πέτυχαν την βασιλεία. Αυτό λοιπόν μάθε το και από αυτόν τον Πέτρο. Διότι δύο ήταν εκείνα που είπε· «αργύριο και χρυσάφι δεν έχω» και «στο όνομα του Ιησού Χριστού, σήκω και περπάτησε». Ποιο λοιπόν τον έκανε ένδοξο και μακάριο; Η θεραπεία του χωλού ή η απόρριψη των χρημάτων;.

    Και αυτά διδάξου τα και από τον ίδιο τον αγωνοθέτη, τον Κύριο Ιησού Χριστό. Τι λέγει λοιπόν Αυτός στον πλούσιο ο οποίος ζητούσε την αιώνια ζωή; Δεν είπε «θεράπευε χωλούς», αλλά «πούλησε τα υπάρχοντά σου και δώσε τα στους πτωχούς και ακολούθησέ με· και θα έχεις θησαυρό στους ουρανούς»[Λουκ.18,22]. Αλλά και ο Πέτρος επίσης δεν είπε «να, στο όνομά Σου εκβάλλουμε δαίμονες», αν και εξέβαλλε, αλλά «Να, τα αφήσαμε όλα και σε ακολουθήσαμε· τι θα κερδίσουμε;»[Ματθ.19,27]. Και ο Χριστός πάλι απαντώντας προς αυτόν, δεν είπε «εάν κανείς σηκώσει χωλό», αλλά «Όποιος, για χάρη μου, άφησε σπίτια και αγρούς, θα τα λάβει εκατονταπλάσια και θα κληρονομήσει την αιώνια ζωή»[Ματθ.19,29].

    Και εμείς λοιπόν θα μιμηθούμε αυτόν, για να μην ντροπιαστούμε, αλλά να εμφανιστούμε με θάρρος στο βήμα του Χριστού, για να Τον ελκύσουμε να βρίσκεται μαζί μας, όπως ήταν και μαζί με τους μαθητές. Διότι θα είναι και μαζί μας όπως ήταν και με εκείνους, εάν θελήσουμε να μιμηθούμε εκείνους και να γίνουμε θαυμαστές του βίου και της συμπεριφοράς τους. Διότι από αυτά και ο Θεός στεφανώνει και ανακηρύσσει τους νικητές, χωρίς να απαιτεί να αναστήσεις νεκρό, ή να θεραπεύσεις χωλό. Διότι δεν συντελούν αυτά να γίνουμε όπως ο Πέτρος, αλλά το να απορρίψουμε τα υπάρχοντά μας· διότι αυτό ήταν το κατόρθωμα του αποστόλου.

    Αλλά δεν μπορείς να τα απορρίψεις; Είναι πάρα πολύ εύκολο, αλλά δε σε αναγκάζω, εάν δε με θέλεις, ούτε σε βιάζω· αλλά σε παρακαλώ μόνο αυτό, να ξοδεύεις ένα μέρος από εκείνα για τους συνανθρώπους σου που τα έχουν ανάγκη και να μην επιζητείς τίποτε περισσότερο από ό,τι πραγματικά σου χρειάζεται για τις βασικές σου ανάγκες. Έτσι και εδώ θα ζήσουμε ζωή ήσυχη και ασφαλή και την αιώνια ζωή θα απολαύσουμε, την οποία είθε να επιτύχουμε όλοι εμείς, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμις, μαζί με τον Πατέρα και το άγιο Πνεύμα και τώρα και πάντοτε και αιωνίως. Αμήν.

         ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,

ΠΗΓΕΣ:

  • https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-matthaeum.pdf
  • Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ομιλία Ϛ ΄(επιλεγμένα αποσπάσματα),Πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1979, τόμος 12, σελίδες 403-413.
  • Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 69, σελ.207-214 (ή : 100-104 του PDF).
  • http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
  • Π.Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
  • Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
    O Ιερός Χρυσόστομος για το πάθος της φιλαργυρίας και την αρετή της πτωχείας.            

“Όσοι λένε την ευχή του Ιησού (Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με), αυτοί θα ξεπεράσουν όσα έρχονται με τη βοήθεια του Θεού… ” ~ γέροντας Εφραίμ της Αριζόνα

Όσοι λένε την ευχή

“Όσοι λένε την ευχή του Ιησού (Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με), αυτοί θα ξεπεράσουν όσα έρχονται με τη βοήθεια του Θεού… ”

~ γέροντας Εφραίμ της Αριζόνα

“Όσοι λένε την ευχή του Ιησού (Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με), αυτοί θα ξεπεράσουν όσα έρχονται με τη βοήθεια του Θεού... ” ~ γέροντας Εφραίμ της Αριζόνα

 

Τα δεινά χρόνια πλησιάζουν. Όταν δούμε πολέμους και σεισμούς και διάφορα γεγονότα, εγγύς το τέλος. Περιμένουμε πολλά να μας συμβούν σύμφωνα με τις προφητείες των αγίων, εις τους εσχάτους χρόνους θα συμβούν μεγάλα γεγονότα. Και ο λόγος του Θεού και των αγίων είναι αλήθεια.

Το άθλημα, το οποίον περιμένουμε να δώσουμε είναι για την πίστι στην Θεανθρωπία του Ιησού, αφού βέβαια πιστεύουμε ότι ο Χριστός ήτο Θεός κι έγινε άνθρωπος κι ότι κατέβηκε στη γη, να δώση τη λύτρωσι και να διώξη το σκοτάδι της απιστίας και της αθεΐας. Κι εμείς σαν στρατιώτες του Χριστού μας, αφού αποτελούμε το στράτευμα του Χριστού, οφείλουμε να προετοιμαστούμε, να οπλισθούμε. Ένα κράτος, όταν αντιληφθή ότι κάποιο άλλο κράτος ετοιμάζει επίθεσι αρχίζει την προετοιμασία της άμυνας και της αντεπιθέσεως. Ούτω πως και εμείς. Και η προετοιμασία είναι γνωστή.

Να πιστεύουμε κατά πρώτον, ότι εάν έχουμε πίστι και ταπείνωσι θα ελκύσουμε την Χάρι κι αυτή τη μεγάλη δύναμι του Χριστού, για να μαρτυρήσουμε. Ποτέ να μη πιστέψουμε και να τολμήσουμε να σκεφθούμε, ότι εμείς μόνοι μας έχουμε αυτή τη δύναμι. Θα λέμε: «Εγώ είμαι αδύναμος, είμαι ανίκανος, είμαι αμαρτωλός, είμαι τίποτα, είμαι μηδέν, είμαι ο πιο άχρηστος άνθρωπος»…

Μόνον η ταπείνωσις θα ελκύση τη δύναμι του Χριστού και θα νικήση. Διότι όπου ο Χριστός επιφοιτά με την υπερφυσική Του δύναμι, υπέρ φύσιν ποιεί πράγματα. Μη νομίσετε ότι με τις προσωπικές και τις ανθρώπινες δυνάμεις θα αντιμετωπίσουμε οιανδήποτε ενέργεια και επέμβασι του διαβόλου και των συνεργατών του. Ποτέ. Ο άνθρωπος είναι ασθενικός, δεν έχει καμμία δύναμι να αντιμετωπίση όλα αυτά τα δεινά, παρά μόνο με τη δύναμι του Θεού…

Να πιστέψουμε ότι, όταν ο Θεός μας καλέση σ’ αυτό το μαρτύριο, θα δώση «συν τω πειρασμώ και την έκβασιν» (Α’ Κορινθ. ι’ 13) κι ότι όταν εν ταπεινώσει δεχθούμε να δώσουμε αυτή τη μαρτυρία, θα πάρουμε τη Χάρι του Θεού, για να νικήσουμε τον πονηρό και να στεφανωθούμε.

Εν συνεχεία πρέπει να διορθώσουμε τη ζωή μας, να την κάνουμε ορθόδοξη από απόψεως αρετών και αγωνισμάτων, για να αισθανθούμε, να γευθούμε και να πιστέψουμε πραγματικά στον Θεό. Όταν πιστέψουμε ότι ο Χριστός εις τον καιρό των μαρτυρίων έκανε θαύματα στους αγίους και τους ενίσχυε στον αγώνα, θα νοιώσουμε την ύπαρξη Του μέσα μας ζωντανή, όπως την ένοιωσαν οι Μάρτυρες.

Βλέπουμε στα μαρτύρια των αγίων, ότι και οι Μάρτυρες και οι Ασκηταί εδέχοντο επίσκεψι θεϊκή, μαρτυρική, οράματα θεία και επεμβάσεις Χάριτος, χωρίς οι γύρω τους να το αντιλαμβάνωνται, κι έτσι έπαιρναν δύναμι. Κι όλα αυτά τους βοηθούσαν και ξεπερνούσαν τη μαρτυρική δυσκολία και έτσι ετελειώνοντο εν Κυρίω. Ο Απόστολος Παύλος σε μία από τις Επιστολές του λέγει: «Δια πίστεως οι άγιοι πάντες κατηγωνίσαντο βασιλείας, …επέτυχον επαγγελιών, έφραξαν στόματα λεόντων, έσβεσαν δύναμιν πυρός, ενεδυναμώθησαν από ασθενείας…» (Εβρ. ια’, 33-40) και τόσα άλλα έπαθον.

Δια της πίστεως οι Μάρτυρες κατώρθωσαν όλα αυτά τα μεγάλα. αγωνίσθηκαν εναντίον βασιλέων, εναντίον τυράννων, εναντίον βασάνων, εναντίον του πυρός και τόσων άλλων δεινών και εθριάμβευσαν και εστεφανώθησαν και ηγίασαν. Αλλά λέμε: Αφού τώρα δεν βλέπουμε αρετή, έχουμε βαθύ σκότος αμαρτίας και απιστίας και ιδιαίτερα στις χώρες αυτές, που μας κατακλύζουν όλες οι θρησκείες, όλες οι φυλές, όλα τα χρώματα, οι σατανιστές, που έχουν μεγάλη ισχύ, και τόσες άλλες δοξασίες και βλασφημίες και αιρέσεις, πώς θα αναδει­χθούν σήμερα οι Άγιοι; Αφού έχει εκλείψει κάθε αρετή, αφού ασκητάς δεν έχουμε τώρα, όπως τα παληά χρόνια, που ηγίαζαν στας ερήμους, αφού η πίστις θα κλονισθή μέχρι τα θεμέλια, ποιοι θα είναι οι Άγιοι των τελευταίων χρόνων;

Και όμως οι Άγιοι δεν θα εκλείψουν μέχρι της συντελείας των αιώνων. Μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία η Εκκλησία θα καρποφορή Αγίους. Και επειδή τα χρόνια αυτά θα είναι πολύ κοντινά και περιμένουμε να δώσουμε αυτή τη μεγάλη μαρτυρία, οφείλουμε όλοι να προετοιμαζώμεθα και να ενισχύουμε συνεχώς και τα παιδιά μας, έστω και με τα λίγα, που γνωρίζουμε, και να τα τονώνουμε την Ορθόδοξη πίστι και στο μαρτύριο.
Όποιος θα αξιωθή να δώση αυτή τη μαρτυρία της πίστεως τα επόμενα χρόνια, τα οποία θα είναι τα τελευταία και τα ένδοξα, αυτός ο Μάρτυς θα είναι δέκα φορές λαμπρότερος εις την Βασιλείαν των Ουρανών από τους προηγουμένους Μάρτυρας, που εορτάζει η Εκκλησία μας. Ας ελπίσουμε κι εμείς, με τη Χάρι του Κυρίου, ότι θα αξιωθούμε αυτής της μεγάλης τιμής του μαρτυρίου στους εσχάτους χρόνους. Αμήν. Γένοιτο.

“Η πίστις θα κλονισθή μέχρι τα θεμέλια.
Τα επόμενα χρόνια, θα είναι τα τελευταία και ένδοξα…”
 
~ γερ. Εφραίμ της Αριζόνα


Αντιγραφή από: pneumatoskoinwnia
Ὑπακοή – Μακαριστός Γέροντας Ἐφραίμ Ξηροποταμινός ( † 5/12/1984 ) – Κύριος Ἰησοῦς Χριστός-Ὑπεραγία Θεοτόκος

Ἕνας ἀκόμη διωκόμενος ὁμολογητής ἱερέας…

διωκόμενος ὁμολογητής

Ἕνας ἀκόμη διωκόμενος ὁμολογητής ἱερέας…

 

Ἕνας ἀκόμη διωκόμενος ὁμολογητής ἱερέας…

Βαθιά συγκίνηση γιά τόν λεβέντη ὁμολογητή ἱερέα τῆς Μυτιλήνης, πού κάνοντας πράξη τό «πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἤ ἀνθρώποις», ἀρνήθηκε νά ὑπακούσει στά βλάσφημα κελεύσματα τῶν ψευτοθεολογούντων ναομάχων τῆς μάσκας, μέ ἀποτέλεσμα νά παυθεῖ ἀπό τόν τοπικό μητροπολίτη, ἀλλά καί νά ἐπισύρει τα γνωστά κανιβαλικά σχόλια ἐκ μέρους τῶν ἀντίχριστων ΜΜΕ καί τῶν λοιπῶν…θεματοφυλάκων τῆς ὑγείας μας.

Καί εἰλικρινά δέν τό λέω γιά νά στενοχωρηθοῦμε. Τό πῶς λειτουργεῖ ἄλλωστε ἀφ’ ἑνός ἡ ἐκκλησιαστική ὑποτέλεια στό ἀντίxριστο καθεστώς καί ἡ ἄθλια πλάνη τοῦ ἐπισκοπικοῦ  «ἀλάθητου» ἀφ’ ἑτέρουπού ἔχουν μετατρέψει τό ἐκκλησιαστικό διοικητικό σύστημα ἀπό συνοδικό – ἐπί τῶν ἱερῶν κανόνων – πολίτευμα σέ δυστοπική – εἰς βάρος τῶν ἱερῶν κανόνων – φασιστομοναρχίατό ἔχουμε ἤδη πρό πολλοῦ ἐμπεδώσει πιάἘπ’ αὐτοῦ λοιπόν ἡ περιπέτεια τοῦ ἱερέα τῆς Λέσβου δέν προσθέτει προφανῶς κάτι καινούργιο. Τό λέω πιό πολύ γιά νά παρηγορηθοῦμε καί νά στηριχθοῦμε, ἀκόμη καί ἐν ἀγαλλιάσει (ὅσο κι ἄν αὐτή ἡ τελευταῖα ρήση δείχνει παράδοξη). Καί ὄχι φυσικά ἐπειδή δέν εἶναι ἀπάνθρωπο καί λυπηρό τό νά τίθεται σέ ἀργία (καί προφανῶς καί σέ ἐπακόλουθη μισθολογική στέρηση) ἕνας πολύτεκνος παπᾶς μέ ἔξι παιδιά.

Ἐκεῖνο ὅμως πού ὀφείλει νά μᾶς χαροποιεῖ καί νά μᾶς στηρίζει, εἶναι τό ὅτι μέσα στόν διωγμό πού ζοῦμε καί πού ὁλοένα καί περισσότερο θά κλιμακώνεται, ὑπάρχουν καί ὁμολογητές Χριστοῦ μέ πνεῦμα αὐτοθυσίας καί ἀγωνιστικό φρόνημα. Καί ὅσο θά βγαίνουν τέτοιοι, θά ὑπάρχει καί ἐλπίδα. Δέν τό γνωρίζουμε δηλαδή ὅτι γιά χάρη τῶν ὁλίγων (πού τελικά τότε δέν εὐρέθησαν), δέν θά τά κατέστρεφε ὁ Θεός τά Σόδομα; Ἤ μήπως δέν τό γνωρίζουμε ὅτι τό δέντρο τῆς Ἀνάστασης καί τῆς Λευτεριᾶς ποτίζεται μέ αἷμα μαρτύρων καί ἡρώων καί τρέφεται μέ ἀγῶνες καί θυσίες, πού μπορεῖ νά μή φέρνουν ἄμεσα καρπούς, ἀλλά δημιουργοῦν παρακαταθήκες ἐν οὐρανῷ καί ἐνεργοποιοῦν τούς πνευματικούς νόμους;

Ὅσο γιά τόν ὁμολογητή ἱερέα, ὁ Θεός οὔτως ἤ ἄλλως δέν πρόκειται νά τόν ἀφήσει. «Μακάριοί ἐστε ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καί διώξωσι καί εἴπωσι πᾶν πονηρόν ῥῆμα καθ᾿ ὑμῶν ψευδόμενοι ἕνεκεν ἐμοῦ. Χαίρετε καί ἀγαλλιᾶσθε, ὅτι ὁ μισθός ὑμῶν πολύς ἐν τοῖς οὐρανοῖς».

Τήν εὐχή του νά ἔχουμε!

Νεκτάριος Δαπέργολας

(σχόλιό μου στο fb)

***

Σχετικό Σε αργία ιερέας επειδή πραγματοποίησε αγιασμούς!

Αντιγραφή από ΤΑΣ ΘΥΡΑΣ

Ἕνας ἀκόμη διωκόμενος ὁμολογητής ἱερέας…

όλα αυτά δεν είναι αφελείς και φολκλορικοί συμβολισμοί που κατ οικονομίαν μπορούμε να μεταφέρουμε και να παραλάσσουμε, αλλά τα όσια και τα ιερά μας

δεν είναι αφελείς και φολκλορικοί συμβολισμοί

Όλα αυτά δεν είναι αφελείς και φολκλορικοί συμβολισμοί που κατ οικονομίαν μπορούμε να μεταφέρουμε και να παραλάσσουμε, αλλά τα όσια και τα ιερά μας

Νώντας Σκοπετέας

Μπορεί να είναι εικόνα 1 άτομο

Ο Χριστός μας έμεινε επί 33 ώρες στον Άδη από την ενάτη ώρα , (3 το απόγευμα τής Παρασκευής οπότε και παρέδωσε το πνεύμα Του) , έως τα μεσάνυχτα τού Σαββάτου, όσα ήταν δηλαδή τα χρόνια τής επίγειας ζωής Του. (δείτε και εδώ)

Τριήμερος ανέστη!

Την δωδεκάτη ώρα της Παρασκευής ( 6 το απόγευμα ) ολοκληρώθηκε η πρώτη ημέρα( συμφώνως με τον Εβραϊκό τρόπο μέτρησης του χρόνου) .

Έως την δωδεκάτη ώρα του Σαββάτου ( 6 το απόγευμα του Σαββάτου) συμπληρώθηκε η δεύτερη μέρα .

Και τα μεσάνυχτα της τρίτης μέρας αναστήθηκε !

Δεν αναστήθηκε μετά από τρεις μέρες ( όπως κάποιοι εξ αγνοίας πιστεύουν και απορούν διατυπώνοντας ενστάσεις ) αλλά στην διάρκεια της τρίτης μέρας εξ ου και Τριήμερος !

Και όλα αυτά δεν είναι αφελείς και φολκλορικοί συμβολισμοί που κατ οικονομίαν μπορούμε να μεταφέρουμε και να παραλάσσουμε, αλλά τα όσια και τα ιερά μας !

Χριστέ μας άραγε πόσες ώρες θα σου επιτραπεί φέτος να κατέλθεις και να παραμείνεις στα κατώτατα της γης Σου;

Νώντας Σκοπετέας . 19-4-2021

Η βεβήλωση ως ασυναισθησία!

Η βεβήλωση ως ασυναισθησία

Η βεβήλωση ως ασυναισθησία!

Σπυρίδωνος Μαρίνη

προσωπεῖα μέσα στό Ναό


«
Δόξω μὲν οὖν οὐκ ὁλίγοις κίνδυνον πολὺν ἔχουσιν ἐπιχειρεῖν ὑπὲρ ἱερῶν σοὶ καὶ τοῦ μὴ δεῖν κακῶς αὐτὰ πάσχειν ᾗπερ νῦν, μέλλων διαλέγεσθαι…», δηλαδή σε πολλούς θα φανεί πολύ επικίνδυνο το ότι θα απευθυνθώ σε σένα για να επιχειρηματολογήσω υπέρ των ναών και να υποστηρίξω ότι οι ναοί δεν πρέπει, όπως συμβαίνει τώρα, να παθαίνουν κακό.» Αυτά γράφει ο μεγαλύτερος ρήτορας και σοφιστής του 4ου μ. Χ. αιώνα Λιβάνιος προς τον βασιλέα Θεοδόσιο, υπερασπιζόμενος την καταστροφή των αρχαίων ειδωλολατρικών ναών. Εγώ, δεν θα μιμηθώ εδώ τον Λιβάνιο, αλλά θα θυμίσω αυτά που θέλουν κάποιοι να ξεχνούν ή αγνοούν για τους ιερούς ναούς μας.

*

Ζούμε εδώ και μήνες την κατασυκοφάντηση των ιερών ναών με την επιβολή της μάσκας-φίμωτρου στα πρόσωπα των εκκλησιαζομένων. Ήταν θέμα χρόνου να φτάσουμε, όπως κι έγινε, και στην βεβήλωση των ιερών ναών με την χημική απολύμανσή τους (και πολύ φοβάμαι ότι επιστρέφουμε σ’ αυτούς χωρίς να έχει διαβαστεί μετά την απολύμανση, ευχή εξαγνισμού «επί ανοίξει ναού βεβηλωθέντος»). Ακούμε και διαβάζουμε από τους ταγμένους να ορθοτομούν τον λόγο της αλήθειας για μόλυνση των πιστών μέσα στους ιερούς χώρους, για μετάδοση θανατηφόρων ιών λόγω του ασπασμού των εικόνων και της χειρός των κληρικών. Σαν να μην υπήρξε ποτέ ορθόδοξη θεολογία στον τόπο αυτό, προσπάθησαν κάποιοι -συγκατατιθέμενοι ωστόσο σε όλα τα άλλα μέτρα κατά της μόλυνσης- να εξαιρέσουν την θεία κοινωνία. Αγνοούν, άραγε ότι από αρχαιοτάτων χρόνων η ιερότητα του χώρου όπως και η ιερότητα των εικόνων, των λειτουργικών σκευών, ακόμα και της χειρός του ιερέα συνδέεται μέχρι ταύτισης με τον καθαγιασμό της θείας Ευχαριστίας κι επομένως με αυτή την ίδια την αναίμακτη θυσία, το σώμα και το αίμα του Κυρίου; Οι αγράμματοι αλλά ευσεβείς άνθρωποι του λαού μας, γνώριζαν βιωματικά αυτή την ταύτιση. Τί συνέβη σήμερα με τους σπουδαγμένους ιεράρχες και ιερείς μας; Κανένας δεν έκανε τον κόπο να διαβάσει, τουλάχιστον, τον άγιο Συμεών Θεσσαλονίκης που έγραψε τόσο διεξοδικά σχόλια πάνω στην λειτουργική σημαντική του ναού και ν’ αντιδράσει έστω και με παραίτηση;

Ουδείς από τους πιστούς που υπερασπίζονται την ιερότητα του ναού, απ’ όσο γνωρίζω, δεν διατύπωσε την άποψη ότι ο ναός είναι άφθαρτος ή ακόμα και αντιμικροβιακός κλωβός. Ο ναός δεν μολύνει τον πιστό, όχι γιατί είναι άσηπτος ή άφθορος, αλλά γιατί το κακό (ιοί, μικρόβια κ.α.) γίνονται ανενεργοί στην παρουσία της άκτιστης ενέργειας του Αγίου Πνεύματος. Καταλύει ανά τους αιώνες ο ιερέας την μύγα ή τον σκορπιό που έπεσε μέσα στο άγιο ποτήριο με την θεία Κοινωνία και δεν παθαίνει τίποτα! Καταλύει την θεία Κοινωνία μετά την μετάληψη ασθενών με λέπρα και λοιμώδη νοσήματα και δεν αρρωσταίνει! Πώς θ’ αρρωστήσει λοιπόν μέσα και εξ αιτίας του ναού; Η απαράδεκτη πράξη του κλεισίματος και της απολύμανσης του ναού στα μάτια ενός πιστού σημαίνει ότι:

1) Ο εγκαινιασμένος ναός δεν θεωρείται πλέον ως ο ξεχωρισμένος, «αφορισμένος» χώρος, ένας χώρος καθαγιασμένος από τις ειδικές ευχές του αρχιερέα, κι επομένως ταυτίζεται με οποιοδήποτε άλλο κοσμικό χώρο, ικανό να μολύνει τον πιστό και να του μεταδώσει τον θάνατο. Με την πράξη αυτή παύει ο ναός να είναι ο «οἶκος ὁ οὐρανομήκης, καὶ τὸ τῆς οἰκουμένης καύχημα, τὸ Θυσιαστήριον τὸ ἀληθινὸν τῆς ἀρρήτου δόξης τοῦ Θεοῦ», όπως λέει στην πρώτη ευχή ο αρχιερέας κατά τον εγκαινιασμό του ναού! Η απολύμανση ενός ναού σημαίνει πως οι ευχές εγκαινιασμού και ό,τι ψάλλεται εντός του ναού, όπως το «οὐρανὸς πολύφωτος ἡ ἐκκλησία» κ.α., όχι μόνο αμφισβητούνται, αλλά γίνονται λόγια συμβολικά άνευ οντολογικού περιεχομένου.

2) Ομολογείται στην πράξη ότι τα λείψανα των αγίων και μαρτύρων που τοποθετούνται μέσα στο ναό είναι ανίσχυρα κόκαλα απλών ανθρώπων τα οποία αδυνατούν «καρποὺς ἰαμάτων βλαστάνειν», ούτως ώστε «ὁ πάντων τῶν ἀγαθῶν χορηγὸς ὑπάρχων, πρεσβείαις τῶν Ἁγίων (…) ἐν τῷ σεπτῷ Οἶκῳ γενέσθαι (…) καὶ δώρησαι ἡμῖν πάντα τὰ πρὸς σωτηρίαν αἰτήματα», δηλαδή «τὸ θαυματουργεῖν δι’ αὐτῶν, πρὸς ἡμετέραν σωτηρίαν» (β΄ ευχή τελετής Εγκαινίων). Επομένως, αποτελεί μία μάταιη κι ανώφελη πράξη η τιμή και προσκύνηση των αγίων λειψάνων!

3) Υπονομεύεται η αρχιερατική εξουσία με τον πιο ύπουλο τρόπο και ακυρώνεται ο μεσολαβητικός ρόλος του επισκόπου, ο οποίος κατά τον εγκαινιασμό κλίνας τα γόνατα και βλέπων προς Ανατολάς εύχεται προς τον Θεό να τον κάνει δική του κατοικία, σκήνωμα της δόξας Του, ιατρείο παθών και καταφυγή ασθενών, ώστε όλες οι ιερουργίες εντός του να καταλήγουν στο υπερουράνιο και νοερό θυσιαστήριο του Θεού. 

Πώς φτάσαμε όμως στο σημερινό αυτό φαινόμενο; Φτάσαμε γιατί καταπατήθηκε και βεβηλώθηκε ο «θεσμός» της Εκκλησίας!

Η μαρτυρία ενός Λατίνου Πατέρα της αδιαίρετης Εκκλησίας, του οσίου Ιερωνύμου διασχίζει τους αιώνες και μας θυμίζει αυτό που έγραψε το 376/7 προς τον μοναχό φίλο του Ηλιόδωρο: «Non omnes episcopi episcopi. Adtendis Petrum, sed et Judam considera», δηλαδή «όλοι οι επίσκοποι δεν είναι επίσκοποι. Πρόσεξε τον Πέτρο αλλά παρατήρησε και τον Ιούδα!»

Τα αποκαλυπτικά λόγια του οσίου μου έφεραν στη μνήμη έναν σύγχρονο διάλογο ανάμεσα σε Αρχιμανδρίτη εκτός μονής και τον επίσκοπο «Γέροντά» του: 

-Γέροντα θέλω να κάνω μεταπτυχιακό στη θεολογική σχολή!

-Να κάνεις. Σε ποιο τομέα θα το κάνεις;

-Στη δογματική.

-Βρε παιδάκι μου πώς την μπορείς; Εγώ ποτέ δεν την κατάλαβα!…

Τελικά, ο αρχιμανδρίτης δεν έκανε ποτέ το μεταπτυχιακό, ενώ αντίθετα η δεσποτική άγνοια καθιερώθηκε στο πανελλήνιο!

Ας έρθουμε όμως στην σημασία της δογματικής.

Δόγμα και δογματικό μέσα στην Εκκλησία είναι «το κάθε τι» κι εκφράζει μία αλήθεια. Το σημαντικότερο δογματικό στοιχείο που αφορά στην ταυτότητα της Εκκλησίας και ανήκει στην εκκλησιολογία, είναι το στοιχείο που αποτελεί τον κορμό της διοίκησης και της κανονικής δομής της Εκκλησίας: ο «συνοδικός θεσμός». 

Ο συνοδικός θεσμός δεν είναι ένα απλό διοικητικό όργανο, που ασχολείται με «τρέχοντα» θέματα διοίκησης της Εκκλησίας. Όπως μας αποκαλύπτουν οι κανόνες της Εκκλησίας, ο συνοδικός θεσμός από αρχαιοτάτους χρόνους είχε ως πρωταρχικό έργο την ευθύνη να λύνει και να αποφασίζει πρωτίστως για δογματικά θέματα: «δεύτερον τοῦ ἔτους σύνοδος γινέσθω τῶν ἐπισκόπων, καὶ ἀνακρινέτωσαν ἀλλήλους τὰ δόγματα τῆς εὐσεβείας καὶ τὰς ἐμπιπτούσας ἐκκλησιαστικὰς ἀντιλογίας διαλυέτωσαν…» (37ος Αποστολικός Κανών, 2ος-3ος αι. Ομοίως: 5ος Κανών της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου το 325/ 20ος της Αντιοχείας το 341/20ος της Λαοδικείας το 380/18ος, 51ος, 52ος, 73ος, 76ος, 77ος, 95ος της Καρθαγένης το 419). 

Τουλάχιστον από το 1923 κι ύστερα ορίζεται σαφώς ότι «ανωτάτη αρχή στην Εκκλησία της Ελλάδος είναι η Σύνοδος της Ιεραρχίας της, η οποία αποτελείται από «πάντας» τους αρχιερείς που έχουν επαρχίες. Επειδή όμως κατά πλειοψηφία η ιεραρχία αποτελείται από υπέργηρους μητροπολίτες που βρίσκονται σε μακρινές περιοχές από την πρωτεύουσα, καθιερώθηκε η ολιγάριθμη σύνοδος, η λεγόμενη «διαρκής» που αναφέρεται ωστόσο στην Σύνοδο της Ιεραρχίας. Τόσο σημαντικές αποφάσεις, όπως το κλείσιμο των ναών, η ματαίωση του εορτασμού του Πάσχα, δεν θα έπρεπε να παίρνονται, τουλάχιστον, ομόφωνα και «από κοινού», δηλαδή από ολόκληρο το σώμα της ιεραρχίας; Μήπως, λοιπόν, το σώμα της ιεραρχίας, ενδίδει όπως και στην Επταετία 1967-1974 στη λογική της κρατικής απολυταρχίας; Μήπως πολλοί ποιμένες αποδεικνύονται μισθωτοί, γι’ αυτό και βλέποντας τον λύκο να έρχεται, αφήνουν τα πρόβατα και φεύγουν και ο λύκος τ’ αρπάζει και σκορπίζει τα πρόβατα; Λύκος είναι ο διάβολος που γεννά σήμερα μέσα στην ψυχή των διασκορπισμένων προβάτων την θλίψη, την αμφιβολία, την απόγνωση. Κι αν αντιστέκονται όσα πρόβατα ευλογήθηκαν να ποιμανθούν στη ζωή τους από αγίους ποιμένες, τι γίνεται με τα άλλα πρόβατα;

Μετά από έναν ολόκληρο χρόνο βρισκόμαστε σήμερα, δυστυχώς, μπροστά σε μία οδυνηρή, όσο και ανομολόγητη πραγματικότητα: την επισφράγιση του διωγμού της Εκκλησίας από τους ίδιους τους θεματοφύλακές της! Επιστρέφουμε, λοιπόν, και πάλι στη ζωή των κατακομβών με μοναδικό μας όπλο το Ψαλτήρι και περιμένουμε με βεβαιότητα την επέμβαση του Κυρίου, κράζοντας: «πτωχός εἰμι καὶ πένης· ὁ Θεός, βοήθησόν μοι. Βοηθός μου καὶ ρύστης μου εἶ σύ· Κύριε, μὴ χρονίσῃς!».   

 

ΟΡΘΟΠΡΑΞΙΑ

Οι “ποιμένες” και η στρατηγική εξουθένωσης των πιστών.

Οι “ποιμένες” και η στρατηγική εξουθένωσης των πιστών!

 

Οι "ποιμένες" και η στρατηγική εξουθένωσης των πιστών.

 

«Δεν μπορούμε να ζούμε στον κόσμο μας, κλείνοντας τα μάτια μας μπροστά στις εκατόμβες των νεκρών, που, όπως φαίνεται, σε λιγότερο από έναν χρόνο ξεπερνούν τα θύματα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, που διήρκεσε έξι χρόνια.» (Μητροπολίτης Δημητριάδος, Ιγνάτιος – 20/12/2020 – Εφημερίδα “το Παρόν” / romfea.gr) *

 

Όταν διαβάζω κάτι τέτοια, νιώθω τέτοια απογοήτευση, γιατί όχι μόνο εμπεδώνω, για μία ακόμα φορά, ότι μας περνάνε για ζώα και πρόβατα κανονικά (σε καμία περίπτωση λογικά), αλλά καταλαβαίνω πως δημιουργούν μια χιονοστιβάδα αισχρών δηλώσεων, ώστε πρώτα να πάθουμε “ανοσία” και έπειτα να μην μπαίνουμε καν στον κόπο να σχολιάζουμε τα όσα ΑΙΧΡΑ και ΨΕΥΔΗ μας λένε.

Κάθε μέρα και κάτι νέο, κάθε μέρα και κάτι απίστευτο, κάθε μέρα και μια ύβρις. Τι να σχολιάσει κανείς; Του μένουν αντοχές;

Προσωπικά έχω τόσο συνηθίσει την δυσωδία των λόγων των Ιεραρχών και των ΚΑΝΟΝΙΚΩΝ υπαλλήλων τους, που μερικές φορές σκέφτομαι πως όλα αυτά φαίνονται φυσιολογικά.

Λέω να μην ξαναγράψω. Και είμαι σίγουρος πως το ίδιο σκέφτονται και τα υπόλοιπα άτομα που διατηρούν χριστιανικά ιστολόγια.

Όμως από την άλλη μου έρχονται κάποιοι στίχοι (από ένα τραγούδι που άκουγα σε μια “προ Χριστού” φάση της ζωής μου)…

 

«…Θα μείνω εδώ και θα υπάρχω όπως μπορώ
και για το πείσμα σας γουρούνια θα αντέχω…» (Η μοναξιά του Σχοινοβάτη, Χ & Π Κατσιμίχας)

 


* Οι νεκροί του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου υπολογίζονται από 35.000.000 έως 60.000.000,  και του πρώτου περίπου 40.000.000

Με κορονοϊο και ίσως όχι από κορονοϊό 1.690.000. Όμως ο Δημητριάδος Ιγνάτιος βλέπει τα ούτε  2 εκατομμύρια παραπάνω από τα τα 35 και τα 60 εκατομμύρια.

 

Χρήστος Βλαμάκης orthopraxia.gr

 

ΟΡΘΟΠΡΑΞΙΑ

Διορθόδοξη δυσαρέσκεια για τον αποθανόντα αρχιεπίσκοπο Κύπρου (π. Θεόδωρος Ζήσης)

αναίρεση της Συνοδικής Εγκυκλίου

Διορθόδοξη δυσαρέσκεια για τον αποθανόντα αρχιεπίσκοπο Κύπρου.

Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης
Ὁμότιμος Καθηγητὴς Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ.


Ἦταν ὄντως συμπαθὴς καὶ ἀνοικτὸς στὴν ἐπικοινωνία μὲ τὸν κόσμο ὁ ἀποθανὼν ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου Χρυσόστομος Β´. Δὲν ἦταν οὔτε σπουδαῖος θεολόγος οὔτε πνευματικὸς καθοδηγητής. Ἦταν ὅμως μεγάλος πατριώτης καὶ καλὸς διοικητής. Ἀναδιοργάνωσε διοικητικὰ τὴν μικρὴ ἐκκλησία τῆς Κύπρου καὶ ὑποστήριζε ἀταλάντευτα καὶ μὲ σθένος τὴν ἀκεραιότητα τῆς μεγαλονήσου καὶ τὴν ἐξάλειψη τῶν κακῶν συνεπειῶν τῆς διχοτόμησης ἀπὸ τὴν τουρκικὴ εἰσβολὴ τοῦ 1974.

 

Τὸ δυστύχημα καὶ γιὰ τὸν ἴδιο ἀλλὰ καὶ τὴν ἐκκλησία τῆς Κύπρου ἔγκειται εἰς τὸ ὅτι ὁ ὑπερβολικὸς καὶ ὑπέρμετρος πατριωτισμὸς τὸν ὁδήγησε σὲ στάσεις, συμπεριφορὲς καὶ ἐκτιμήσεις ἀντιχριστιανικὲς καὶ ἀντορθόδοξες, ποὺ τὸν ἐντάσσουν στὴν καταδικασθεῖσα τὸ 1872 παρέκκλιση ἢ αἵρεση τοῦ ἐθνοφυλετισμοῦ. Ἀπὸ δικαιολογημένη συμπάθεια πρὸς τὸ ἐπὶ αἰῶνες χειμαζόμενο κάτω ἀπὸ τὸν βαρὺ ζυγὸ τῶν Ὀθωμανῶν Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ ζώντας καὶ ὁ ἴδιος τὴν Ὀθωμανικὴ κατάκτηση τῆς μισῆς σχεδὸν πατρίδος του καὶ τὸν διασκορπισμὸ τοῦ Ὀρθοδόξου ποιμνίου, ὑποστήριζε ἀδιάκριτα τὸν πατριάρχη Βαρθολομαῖο σὲ ὅλες του τὶς ἐνέργειες, εἴτε εἶχε δίκαιο εἴτε εἶχε ἄδικο.

Ἀγνόησε ἀκόμη καὶ τὸ διαχρονικὰ ἰσχυρὸ γνωμικὸ τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων «φίλος μὲν Πλάτων, φιλτάτη δὲ ἡ Ἀλήθεια», ποὺ ἐνισχύθηκε ἀκόμη περισσότερο στὸν Χριστιανισμό, μὲ τὸ νὰ ἐνσαρκωθεῖ ἡ Ἀλήθεια στὸ πρόσωπο τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Χριστοῦ, ἡ ἀκολούθηση τοῦ ὁποίου ἱεραρχικὰ θέτει σὲ ὑποδεέστερη θέση τὴν ἐπαινετή, κατὰ τὰ ἄλλα, ἀγάπη πρὸς τὴν πατρίδα τοὺς συγγενεῖς καὶ τοὺς ὁμοεθνεῖς. Ὁ Χριστός, Ἑβραῖος ὢν τὴν καταγωγή, ἐστράφη ἐναντίον τῶν ὁμοεθνῶν του, Ἀρχιερέων, Γραμματέων καὶ Φαρισαίων, οἱ ὁποῖοι μὲ ἀδιάκριτο ἐπίσης πατριωτισμὸ ὁδήγησαν στὸ Σταυρὸ τὴν Ἀλήθεια, τὸν Θεάνθρωπο Χριστό, ἐσταύρωσαν τὴν Ἀλήθεια, διότι ἔκριναν ὅτι δὲν ἦταν ἀρκετὰ πατριώτης, ἀφοῦ στὸ ἔργο καὶ στὴν διδασκαλία του ἦταν οἰκουμενικός, ὑπερφυλετικός, ἀγκάλιαζε ὅλα τὰ ἔθνη καὶ ὄχι μόνο τοὺς ὁμοεθνεῖς του, τοὺς συμπατριῶτες του. Εἶναι πάμπολλες οἱ εὐαγγελικὲς μαρτυρίες γιὰ τὸν ὑπερφυλετικό, ὑπερεθνικό, οἰκουμενικὸ χαρακτήρα τοῦ Χριστιανισμοῦ, τὶς ὁποῖες συνοψίζει ὁ φανατικὸς ἐπίσης Ἑβραῖος, πρὶν γίνει Χριστιανός, Ἀπόστολος Παῦλος λέγοντας: «Πάντες γὰρ υἱοὶ Θεοῦ ἐστε διὰ τῆς πίστεως ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ· ὅσοι γὰρ εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε. Οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἒνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ»[1].

Ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος ἀπὸ τὰ νεανικά του χρόνια στρατευμένος στὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τῆς Πανθρησκείας, ἐσταύρωσε τὴν Ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας φραστικὰ πολλὲς φορές, στὴν πράξη ὅμως καὶ θεσμικὰ δύο φορές. Στὴν ψευδοσύνοδο τοῦ Κολυμπαρίου τῆς Κρήτης (2016), στὴν ὁποία νομιμοποίησε τὶς αἱρέσεις, καὶ στὸ Οὐκρανικὸ ψευδοαυτοκέφαλο (2018), ὅπου νομιμοποίησε καὶ ἐκκλησιοποίησε σχισματικοὺς καὶ ἀχειροτόνητους κληρικοὺς μὲ εἰσβολὴ καὶ εἰσπήδηση σὲ ξένη ἐκκλησιαστικὴ δικαοδοσία. Πρὶν ἀπὸ τὴν σύνοδο τῆς Κρήτης δὲν ἄκουσε τὶς διαμαρτυρίες τῶν Ἀντιοχειανῶν, τῶν Ρώσων, τῶν Βουλγάρων καὶ τῶν Γεωργιανῶν, ποὺ ἀντιπροσωπεύουν πληθυσμιακὰ τὰ τρία τέταρτα (3/4) τῶν Ὀρθοδόξων, ἐνῶ θὰ ἔπρεπε ἀκόμη καὶ μιᾶς ἐκκλησίας τὴν ἀντίθεση νὰ προσπαθήσει νὰ τὴν ἐξομαλύνει. Καὶ πολὺ χειρότερα στὸ Οὐκρανικὸ αὐτοκέφαλο παρόργισε τὴν μεγάλη καὶ ἰσχυρὴ ἐκκλησία τῆς Ρωσίας, ἀλλὰ καὶ τὴν κανονικὴ αὐτόνομη ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας, χορηγώντας αὐτοκεφαλία στοὺς ἀχειροτόνητους σχισματικοὺς καὶ δημιουργώντας νέο σχίσμα δίπλα στὸ παλαιό.

Καὶ στὶς δύο περιπτώσεις ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος εἶχε ἄδικο, ἐνήργησε ἀντορθόδοξα καὶ ἀντικανονικά, ἐσταύρωσε τὴν Ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅπως διὰ πολλῶν καὶ ἀπὸ πολλοὺς ἔχει ἐπισημανθῆ[2]. Ὁ ἀποθανὼν ἀρχιεπίσκοπος τῆς Κύπρου ὄχι μόνον δὲν προβληματίσθηκε γιὰ τὴν ἄδικη ἀντιμετώπιση τῶν τεσσάρων αὐτοκεφάλων ἐκκλησιῶν (Ἀντιοχείας, Ρωσίας, Βουλγαρίας καὶ Γεωργίας), τὶς ὁποῖες μὲ σφοδρότητα ἐκάκισε, γιατὶ δὲν ἔλαβαν μέρος στὴν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν διάρκεια τῶν ἐργασιῶν τῆς ψευδοσυνόδου ἐπροπηλάκιζε καὶ προσέβαλλε «λεβέντικα» ὅσους ἀρχιερεῖς προσπαθοῦσαν νὰ ὀρθοδοξοποιήσουν τὰ αἱρετίζοντα κείμενα, χαριζόμενος στὸν φίλο του καὶ ὁμοεθνῆ πατριάρχη Βαρθολομαῖο, ποὺ ἤθελε νὰ προχωρήσει καὶ νὰ τελειώσει ἡ σύνοδος, γιὰ νὰ δοξασθεῖ, εἰς βάρος τῆς Ἀληθείας καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας. Στὸ Οὐκρανικὸ ψευδοαυτοκέφαλο δυσκολεύθηκε περισσότερο, διότι ὑπῆρχαν στὴν Κύπρο ἀντιδράσεις ἰσχυρῶν ἱεραρχῶν, δικαιολογημένες ὡς πρὸς τὴν ἀναγνώριση καὶ μνημόνευση τοῦ σχισματικοῦ μητροπολίτη Ἐπιφανίου, ἀλλὰ καὶ διότι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας, ὅπως καὶ πολιτικὰ ὡς χώρα, ἡ Ρωσία, ἦσαν πάντοτε στὸ πλευρὸ τῆς Κύπρου στὴν ἀντιμετώπιση τῶν ἐχθρικῶν ἐνεργειῶν τῆς Τουρκίας. Ἔπρεπε, λοιπόν, τώρα νὰ πικράνη τὴν Ρωσία, ἐκκλησία καὶ πολιτεία, πρὸς χάριν τῶν σταυροφόρων τῆς Δύσης[3], Ἀμερικανῶν καὶ Εὐρωπαίων, νὰ ὑποστηρίζει τὶς ἄδικες καὶ διαιρετικὲς ἐνέργειες τοῦ Βαρθολομαίου καὶ ὄχι τὸ ἀπόλυτο δίκαιο τῶν Ρώσων καὶ τῶν μὴ σχισματικῶν Οὐκρανῶν; Μετὰ ἀπὸ ὀλιγοχρόνια ἀμφιταλάντευση καὶ ἐπιφύλαξη, δὲν ὑπολόγισε ὅτι διαιροῦσε τὸ σῶμα τῆς κυπριακῆς ἱεραρχίας καὶ τὸ ποίμνιο, οὔτε λογάριασε τὸ δίκαιο τῶν ὁμοδόξων ἀδελφῶν μας Ρώσων καὶ Οὐκρανῶν, ἀλλά «λεβέντικα» καὶ πάλι ἐτάχθη μὲ τὶς ἀδικίες καὶ τὶς διαιρέσεις τοῦ Βαρθολομαίου καὶ ἀναγνώρισε τὸ ψευδοαυτοκέφαλο τῶν σχισματικῶν καὶ τὸν ψευδομητροπολίτη Ἐπιφάνιο μνημονεύοντάς τον στὶς ἱερὲς ἀκολουθίες. Καὶ τὸ ἔπραξε αὐτὸ γιὰ δύο βασικοὺς λόγους· ἐν πρώτοις γιὰ νὰ ὑποστηρίξει τὸν Ἕλληνα πατριάρχη Βαρθολομαῖο, ἐθνοφυλετικά, πατριωτικά, γιατὶ ὅπως ἐλέχθη «τὸ αἷμα νερὸ δὲν γίνεται» καί «σκασίλα μας», ἂν στενοχωροῦνται οἱ Ρῶσοι. Καὶ ὁ δεύτερος λόγος, διότι ἀσκήθηκαν, σχεδὸν φανερά, πιέσεις ἀπὸ τοὺς δυτικοὺς «συμμάχους» μας, ὥστε νὰ ἀπομονωθεῖ γεωπολιτικὰ καὶ ἐκκλησιαστικὰ ἡ Ρωσία καὶ νὰ ἐνισχυθεῖ ἡ Κωνσταντινούπολη τὴν ὁποία δῆθεν ἐχθρεύεται καὶ ὑπονομεύει ἡ Μόσχα.

Γιὰ τοὺς ἴδιους ἀναλογικὰ λόγους πῆραν θετικὴ θέση στὰ δύο θέματα οἱ ἑλληνόφωνες ἐκκλησίες τῆς Ἀλεξανδρείας καὶ τῆς Ἑλλάδος, γιὰ νὰ στηρίξουν ἐθνοφυλετικὰ τὸν Ἕλληνα πατριάρχη Βαρθολομαῖο, σταυρώνοντας τὸ Δίκαιο καὶ τὴν Ἀλήθεια καὶ ὑποκύπτοντας στὶς πιέσεις τῆς Ἀμερικῆς καὶ τῆς Εὐρώπης. Ἐπαινετὴ στάση στὸ θέμα τῶν Οὐκρανῶν σχισματικῶν, ὑπερεθνικὴ καὶ δίκαιη, κράτησαν οἱ ἑλληνόφωνες, σὲ ἐπίπεδο ἡγεσίας, ἐκκλησίες τῶν Ἱεροσολύμων καὶ τῆς Ἀλβανίας, ἀπομειώνοντας γιὰ τοὺς Ἕλληνες τὴν ρετσινιὰ τοῦ ἐθνοφυλετισμοῦ, ὅπως καὶ εὐάριθμοι ἀρχιερεῖς τῆς Κύπρου.

Αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ λόγος τῆς διορθόδοξης ἀπαρέσκειας καὶ ἀπομόνωσης ποὺ φανερώθηκε στὸ πρόσωπο τοῦ ἐκλιπόντος ἀρχιεπισκόπου κατὰ τὴν ἐπικήδεια τελετὴ τῆς ἀποδημίας του ἀπὸ τὰ κοσμικὰ καὶ τὰ γήϊνα. Ἀπὸ τοὺς δεκατρεῖς ζῶντες προκαθημένους τῶν αὐτοκεφάλων ἐκκλησιῶν, ἦσαν παρόντες μόνον οἱ τρεῖς (Κωνσταντινούπολη, Ἀλεξάνδρεια, Ἑλλάδα), ἐνῶ ἀπουσίαζαν οἱ δέκα (Ἀντιόχεια, Ἱεροσόλυμα, Ρωσία, Σερβία, Ρουμανία, Βουλγαρία, Γεωργία, Πολωνία, Ἀλβανία, Τσεχία-Σλοβακία). Καὶ ἀσφαλῶς στὸν νοῦ ὅσων προκαθημένων δὲν παρέστησαν στὴν ἐξόδιο ἀκολουθία θὰ περνοῦσε ὡς ὑποψία ἡ πιθανότητα νὰ ἔχουν στὴν Κύπρο κάποιο «κακὸ συναπάντημα» μὲ τὸν ἀναγνωρισθέντα καὶ μνημονευόμενο στὰ Δίπτυχα ὡς δέκατο πέμπτο προκαθήμενο, τὸν σχισματικό, ἀχειροτόνητο καὶ καθηρημένο δῆθεν μητροπολίτη Κιέβου Ἐπιφάνιο, τὸν ὁποῖο δὲν τόλμησε νὰ κουβαλήσει μαζί του ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος, γιὰ νὰ μὴ χειροτερεύσει τὰ πράγματα καὶ μέσα στὴν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου. Δὲν ἀμαυρώνουν ὅλα αὐτὰ τὸ κῦρος τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ δὲν συνιστοῦν οὐσιαστικὰ ἀντιπατριωτικὴ καὶ ἀντεθνικὴ στάση, ἀφοῦ στρέφουν τοὺς ὁμοδόξους λαοὺς ἐναντίον τῶν Ἑλλήνων; Τόσο πολὺ φραγκέψαμε καὶ χάσαμε τὴν ὀρθόδοξη αὐτοσυνειδησία μας; Τόση δουλοφροσύνη καὶ ραγιαδισμὸς στοὺς κοσμοκράτορες τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου;

Οἱ ἄσχετοι στὰ ἐκκλησιαστικὰ διπλωμάτες τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν ὀφείλουν νὰ μελετήσουν ἐνδελεχέστερα τὴν ἱστορία τῆς Ρωμιοσύνης τοῦ Βυζαντίου, στὴν κολυμβήθρα τῆς ὁποίας βαπτίσθηκαν καὶ μυρώθηκαν οἱ Ρῶσοι καὶ οἱ βαλκανικοὶ λαοὶ καὶ προσέθεσαν στὸν πλοῦτο τῆς Ὀρθοδοξίας τὰ δικά τους χαρίσματα καὶ πλεονεκτήματα. Δὲν ἔπρεπε νὰ ἀφήσουν τὴν πρόεδρο τῆς Δημοκρατίας τῆς Ἑλλάδος στὴν ἐπικήδεια προσφώνησή της νὰ ἐπαινεῖ καὶ νὰ ἐκθειάζει τὸν ἐκλιπόντα ἀρχιεπίσκοπο, γιατὶ στήριξε τὸν πατριάρχη Βαρθολομαῖο στὰ δύο ἀντορθόδοξα καὶ ἀνθελληνικά «κατορθώματά» του, τὴν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης καὶ τὸ ψευδοαυτοκέφαλο τῶν Οὐκρανῶν σχισματικῶν.

Αὐτὴν τὴν διορθόδοξη δυσαρέσκεια προσπάθησε νὰ καλύψει ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος μὲ τὴν παρουσία του στὴν Κύπρο, χωρὶς ὅμως νὰ τὸ καταφέρει, ἀφοῦ τὸ πρωτεῖο του, πρωτεῖο τιμῆς, δὲν ἐξαφανίζει τοὺς ἴσους μὲ αὐτὸν προκαθημένους. Εἶχε πάντως δίκαιο, ὅταν εἶπε ὅτι βρισκόταν ἐκεῖ γιὰ νὰ τιμήσει ἕναν προσωπικό του φίλο, νὰ ἐξοφλήσει προσωπικό του χρέος. Διότι καὶ ὁ ἀρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος ἦταν προσωπικὸς φίλος τοῦ Βαρθολομαίου, καὶ ὄχι φίλος τῆς Ἀλήθειας, τοῦ Δικαίου καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας.


[1]. Γαλ. 3, 27-28. Βλ. ἐπίσης Κολ. 3, 11: «Ὅπου οὐκ ἔνι Ἕλλην καὶ Ἰουδαῖος, περιτομὴ καὶ ἀκροβυστία, βάρβαρος. Σκύθης, δοῦλος, ἐλεύθερος, ἀλλὰ τὰ πάντα καὶ ἐν πᾶσι Χριστός». Α´ Κορ.12, 13: «Καὶ γὰρ ἐν ἑνὶ Πνεύματι ἡμεῖς πάντες εἰς ἓν σῶμα ἐβαπτίσθημεν, εἴτε Ἰουδαῖοι εἴτε Ἕλληνες, εἴτε δοῦλοι εἴτε ἐλεύθεροι, καὶ πάντες εἰς ἓν Πνεῦμα ἐποτίσθημεν».

[2]. Τὶς διαφωνίες καὶ τὶς ἀντιδράσεις γιὰ τὴν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης ἀπὸ πλειάδα τοπικῶν ἐκκλησιῶν, ἐπισκόπων, ἱερέων, ἱερομονάχων, μοναχῶν καὶ λαϊκῶν βλ. στὰ δύο διπλᾶ τεύχη τοῦ περιοδικοῦ Θεοδρομία: 18(2016) 1-352 καὶ 18(2016) 353-704. Τὸ δεύτερο ἔχει ὡς τίτλο στὸ ἐξώφυλο: «Οὔτε Ἁγία οὔτε Μεγάλη οὔτε Σύνοδος. Βλ. ἐπίσης τὰ Πρακτικὰ  Ἡμερίδας ποὺ ὀργανώθηκε στὴν Θεσσαλονίκη μὲ γενικὸ θέμα: «Ὀρθοδοξία καὶ Κολυμπάρι. Δύο χρόνια μετά. Αἵρεση-Καθαίρεση-Ὀρθόδοξη Ἀντίσταση», στὶς 16 Ἰουνίου τοῦ 2018. Τὰ Πρακτικὰ δημοσιεύονται ἐπίσης στὴν Θεοδρομία 20(2018) 210-375. Ἐπίσης βλ. Πρωτοπρεσβύτερος Θεοδωρος Ζησησ, Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος. Πρέπει νὰ ἐλπίζουμε ἢ νὰ ἀνησυχοῦμε; Ἐκδόσεις «Τὸ Παλίμψηστον», Θεσσαλονίκη 2016, καὶ Του Ιδιου, Μετὰ τή «σύνοδο» τῆς Κρήτης. Ἡ διακοπὴ μνημοσύνου καὶ ἡ δικαστική μου δίωξη, Θεσσαλονίκη 2017, ἐκδόσεις «Τὸ Παλίμψηστον».

Γιὰ τὸ Οὐκρανικὸ ψευδοαυτοκέφαλο Βλ. Πρωτοπρεσβύτερος Θεοδωρος Ζησησ, Τὸ Οὐκρανικὸ Αὐτοκέφαλο. Ἀντικανονικὴ καὶ διαιρετικὴ εἰσπήδηση τῆς Κωνσταντινούπολης,  Θεσσαλονίκη 2018, ἐκδόσεις «Τὸ Παλίμψηστον». Πρωτοπρεσβύτερος Αναστάσιος Γκοτσόπουλος, Οὐκρανικὸ Αὐτοκέφαλο. Συμβολὴ στὸν Διάλογο, Θεσσαλονίκη 2019, ἐκδόσεις «Τὸ Παλίμψηστον». Βλ. ἐπίσης τὰ Πρακτικὰ Ἡμερίδος ποὺ ὀργανώθηκε στὴν Θεσσαλονίκη στὶς 22 Ἰουνίου τοῦ 2019 μὲ γενικὸ θέμα: «Τὸ Οὐκρανικὸ Αὐτοκέφαλο καὶ ἡ Νέα Ἐκκλησιολογία τοῦ Φαναρίου». Δημοσιεύονται στὴν Θεοδρομία 21 (2019) 161-527.

[3]. Σχετικὰ μὲ τοὺς νέους σταυροφόρους τῆς Ἀμερικῆς καὶ τῆς Εὐρώπης βλ. εἰς Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδωρου Ζηση, «Δυτικοὶ ‘‘Σταυροφόροι’’ ἐναντίον τῆς Ὀρθόδοξης Ρωσίας. Οἱ ἴδιοι διέλυσαν καὶ τὸ Ὀρθόδοξο Βυζάντιο. Στόχος ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.», Θεοδρομία 24(2022) 5-17.

Ο Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος καὶ τὸ «σχίσμα» τῶν Ιωαννιτών 1.

πρόταση αντί των προγραμμάτων σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης

Ο Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος καὶ τὸ «σχίσμα» τῶν Ιωαννιτών 1.

Πρωτοπρεσβύτερος π. Ἀναστάσιος Γκοτσόπουλος,
Πάτρα 27 . 1 . 2023


Σχόλιο Ορθοπραξία: Μεγάλη σε έκταση η εργασία, αλλά εξαιρετική! 


 

Ὁ Ἃγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος θεμελιώνει τὴν ἐκκλησιολογὶα του, δηλαδὴ τὴν περὶ τῆς Ἐκκλησίας διδασκαλία του, στὸν Ἀπ. Παῦλο, ὁ ὁποῖος προσδιορίζει τὴν Ἐκκλησία ὡς «τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ» ποὺ ἔχει μοναδικὴ Κεφαλὴ της τὸν ἴδιο τὸν Χριστό.

Ἡ εἰκόνα αὐτὴ τῆς Ἐκκλησίας ὡς τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ τονίζει δύο ἀπὸ τὶς θεμελιώδεις ἰδιότητές της, οἱ ὁποῖες εἶναι ἀδιάρρηκτα συνδεδεμένες ὡς «ἡ ἐν ἀληθείᾳ ἑνότητα». Ὁτιδήποτε καὶ ὁποιοσδήποτε ἀμφισβητεῖ ἢ προσβάλλει τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἑνότητα καὶ τὴν ἀλήθεια ποὺ αὐτὴ ἐκφράζει δὲν μπορεῖ νὰ παραμένει μέλος τῆς Ἐκκλησίας ἀλλὰ, ἐκβάλλεται ἀπὸ τὸ Σῶμα.

Ἔτσι κατανοοῦμε τὴν ἔνταση μὲ τὴν ὁποία ὁ Ἰω. Χρυσόστομος, ὅπως καὶ ὅλοι οἱ Πατέρες μέσα στοὺς αἰῶνες, εἶναι κατηγορηματικὰ ἀντίθετοι καὶ ἀναφέρονται μὲ τὰ σκληρότερα λόγια γιὰ τὴν αἵρεση καὶ τὸ σχίσμα.

Ἡ μὲν αἵρεση ἀλλοιώνει καὶ τελικὰ καταστρέφει τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἀλήθεια, ἐνῶ τὸ σχίσμα προσβάλλει τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἑνότητα. Ἀμφότερες βέβαια οἱ καταστάσεις ὁδηγοῦν τοὺς ἐμπνευστὲς καὶ τοὺς ὀπαδοὺς τους ἐκτὸς Ἐκκλησίας, στὴν ἀπώλεια. Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ φράση τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου «τοῦ εἰς αἵρεσιν ἐμπεσεῖν τὸ τὴν Ἐκκλησίαν σχίσαι οὐκ ἔλαττον ἐστὶ κακὸν»2 , ποὺ ὑποδηλώνει ὅτι ἡ προσβολή τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας εἶναι σοβαρότατο ἐκκλησιαστικὸ ἔγκλημα. Μάλιστα, γιὰ νὰ τονίσει τήν σοβαρότητα τοῦ σχίσματος φτάνει στὸ σημεῖο νὰ πεῖ ὅτι «οὐδὲν οὕτω παροξύνει τὸν Θεόν, ὡς τὸ Ἐκκλησίαν διαιρεθῆναι… οὐδὲ μαρτυρίου αἷμα ταύτην, ἒφησε, δύνασθαι τήν ἁμαρτίαν ἐξαλείφειν»3 . oὒτε τὸ αἷμα τοῦ μαρτυρίου δὲν ἐξαλείφει τήν ἁμαρτία τοῦ σχίσματος!

Α. Ἡ παρά τήν Δρῦ σύνοδος, ἡ ἐξορία καὶ ὁ μαρτυρικὸς θάνατος τοῦ Χρυσοστόμου.

Ὁ Ἰ. Χρυσόστομος ἐξελέγη Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως τὸ 398 μ.Χ. ἐπὶ αὐτοκράτορος Ἀρκαδίου καί τῆς συζύγου του Εὐδοξίας. Χαρακτῆρας εὐθὺς καὶ συνεπής στὴ χριστιανικὴ ζωή, αὐστηρός στὸν ἑαυτό του, ἐραστής τῆς ἁγιότητας, ἀνυπέρβλητος κήρυκας τοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου, ἀσυμβίβαστος ὑπέρμαχος των ἀδυνάτων, «ἀπέναντι στοὺς ἰσχυρούς τῆς ἐποχῆς του ἔπαιξε τὸ ρόλο ἑνὸς Νάθαν μπροστά στὸν Δαυίδ, ἑνὸς Ἠλία μπρὸς στὴν Ἰεζάβελ, ἑνὸς Ἠσαΐα ἀπέναντι στοὺς ἱερεῖς τοῦ Βάαλ»4 . Το κήρυγμά του στὸ Ναό τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας συνήγειρε τὸν ἁπλὸ λαὸ ποὺ ἐκδήλωνε μὲ ἐνθουσιώδη χειροκροτήματα καὶ μὲ ἐκδηλώσεις μεγάλης ἀγάπης τήν χαρὰ καί τήν εὐγνωμοσύνη του στὸν καλό του Ποιμένα. Ὅμως, ἐνῶ ὁ ἁπλὸς λαὸς χαιρόταν τὸν Ἀρχιεπίσκοπὸ του, ἡ παρουσία του στὸ θρόνο τῆς Βασιλεύουσας σύντομα κατέστη ἀφόρητη γιά τὸ διεφθαρμένο πολιτικὸ καὶ ἐκκλησιαστικὸ κατεστημένο τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Γιά τὸ παλάτι τοῦ ἀβούλου Ἀρκαδίου, ἀλλά καὶ τῆς δυναμικῆς καὶ δόλιας Εὐδοξίας, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἦταν ἐπικίνδυνος. Το ἴδιο ἐπικίνδυνος ἦταν καὶ γιά τὴ μερίδα κληρικῶν καὶ κυρίως τῶν ἐπισκόπων ποὺ κέρδισαν τήν ἀρχιερωσύνη μὲ συναλλαγὲς (σιμωνία) καὶ συνέχιζαν νὰ ζοῦν ζωὴ τρυφιλὴ καὶ ἀνήθικη. Γιὰ νὰ ἀντιληφθοῦμε τὸ μέγεθος τῆς διαφθορᾶς τοῦ κλήρουσημειώνουμε ὅτι ὁ Χρυσόστομος σὲ διάστημα μικρότερο τῶν ἕξι ἐτῶν καθαίρεσε 13 ἐπισκόπους καὶ 70 πρεσβύτερους, ἐνῶ ἒγραψε τὴ μνημειώδη φράση: «οὐδένα γὰρ λοιπὸν δέδοικα ὡς τοὺς ἐπισκόπους, πλὴν ὀλίγων»6!

Ἔτσι, τὸ Παλάτι καὶ μερίδα ἀθλίων ἐπισκόπων, «διεφθαρμένη συναγωγὴ»7 συνασπίστηκαν ἐναντίον τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καὶ «ἐζήτουν εὐκαιρίαν8 τοῦ παραδοῦναι αὐτὸν» (Λουκ. 25, 6). Καὶ ἡ εὐκαιρία ἐδόθη το Σεπτέμβριο 403 μΧ: Ὁ Ἀλεξανδρείας Θεόφιλος, ἄνθρωπος σκληρὸς καὶ ἀδίστακτος πνέων μένεα ἐναντίον τοῦ Χρυσοστόμου μὲ ὁμάδα 29 Αἰγυπτιωτῶν ἐπισκόπων βρέθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ μέ τήν σύμφωνη γνώμη τοῦ Παλατιοῦ συνέπραξε μέ τοὺς ἐκεῖ ἐχθρούς του ἐπισκόπους καὶ συγκρότησαν Σύνοδο 45 ἐπισκόπων στὴ Δρῦ (προάστιο τῆς Χαλκηδόνος, ἀπέναντι ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη). Τό ἐναντίον τοῦ Χρυσοστόμου ψευδὲς κατηγορητήριο περιελάμβανε 29 κατηγορίες (ἀπὸ βιαιοπραγίες, κλοπές, ἀνηθικότητες, περιφρόνηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς τάξεως μέχρι ἀνταρσία καὶ πολιτικὴ προδοσία)! Τό ἀποτέλεσμα ἦταν προδιαγεγραμμένο: Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Ἰωάννης καθαιρέθηκε καὶ μὲ αὐτοκρατορικὴ ἐντολὴ ὁδηγήθηκε στὴν ἐξορία κρυφὰ ἀπό τόν λαό9 , ὁ ὁποῖος ἐξέφρασε μὲ ἔντονο τρόπο τήν ἀποδοκιμασία του.

Λίγες μέρες μετά, καὶ ἐνῶ ὁ Ἰωάννης βρισκόταν ἐξόριστος στὴ Νικομήδεια, ἰσχυρὸς σεισμός στὴν Κωνσταντινούπολη κατατρόμαξε τήν αὐτοκράτειρα Εὐδοξία, ἡ ὁποὶα τὸν θεώρησε ὡς θεϊκὴ τιμωρία γιά τὴν ἐναντίον τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἂδικη κρίση. Μετανοημένη ἔστειλε ἀμέσως αὐτοκρατορικοὺς ἀπεσταλμένους καί τοῦ ζήτησε νὰ ἐπιστρέψει στὴ Βασιλεύουσα.

Στὶς 13 Νοεμβρίου 403 ὁ ἐξόριστος Ἀρχιεπίσκοπος ἐπιστρέφει στὸν θρόνο του μετὰ ἀπὸ μεγαλειώδη ὑποδοχὴ ποὺ τοῦ ἐπεφύλαξε ὅλος ὁ λαός στὸ Βόσπορο.

Ἀλλὰ ὁ Χρυσόστομος παραμένει… ἴδιος! Δὲν μπορεῖ νὰ σιωπήσει μπροστά στὴν περιφρόνηση τοῦ εὐαγγελικοῦ νόμου ἀπό τὸ Παλάτι καὶ συνεχίζει τὰ προδρομικά, ἐλεγκτικά του κηρύγματα. Τὸ ἀποτέλεσμα ἀναμενόμενο: μετὰ ἀπὸ λίγους μῆνες «πάλιν Ἡρωδιὰς μαίνεται, πάλιν ταράττεται»… Ἡ Εὐδοξία δὲν μποροῦσε νὰ τὸν ἀνεχθεῖ πλέον. Στὸ μιαρό της ἔργο συμπράττουν σὲ σύνοδο στὴν Κωνσταντινούπολη (Ἰανουάριος 404)10 καὶ πάλι οἱ γνωστοὶ ἐπίσκοποι-ἐχθροί τοῦ Ἁγίου: τὸν κατηγόρησαν ὅτι αὐθαίρετα ἀποκαταστάθηκε στὸν θρόνο, ἐνῶ εἶχε καθαιρεθεῖ. Ἡ ποινὴ ποὺ προβλέπεται γιά τὸ ἀδίκημα εἶναι ἐπικύρωση τῆς καθαὶρεσης καὶ ἀφορισμός.

Λόγῳ τῆς σφοδρῆς ἀντίδρασης τοῦ λαοῦ ἡ ἐκτέλεση τῆς ποινῆς ἀναβλήθηκε γιὰ λίγους μῆνες. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος τελοῦσε ὑπὸ περιορισμό στὸ κτήριο τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς. Ἀνήμερα ὅμως τὸ Μ. Σάββατο 404 μΧ., ἀποφάσισε νὰ μεταβεῖ στὸ ναὸ γιὰ νὰ λάβει μέρος στὴν Ἀναστάσιμη Πανυχίδα καὶ στὴν τελετή τῆς Βαπτίσεως περίπου 3.000 κατηχουμένων! Αὐτοκρατορικὸ ἀπόσπασμα διέκοψε τὴν Ἀκολουθία, συνέλαβε τὸν Ἀρχιεπίσκοπο καὶ διεσκόρπισε τοὺς πρός τὸ Βάπτισμα Κατηχουμένους, οἱ ὁποῖοι κατέφυγαν μαζὶ μέ τούς ἱερεῖς καὶ διακόνους στὰ δημόσια λουτρὰ γιὰ νὰ ὁλοκληρώσουν τή Βάπτιση!11

Ο Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος καὶ τὸ «σχίσμα» τῶν Ιωαννιτών 1.

Τελικά στὶς 20 Ἰουνίου 404 μΧ. αὐτοκρατορικὸ στρατιωτικὸ ἀπόσπασμα συνέλαβε τὸν Ἀρχιεπίσκοπο γιὰ νὰ τὸν ὁδηγήσει στὴν ἐξορία, στὴν Κουκουσὸ τῆς Μικρῆς Ἀρμενίας, 800 χιλιόμετρα μακρυὰ ἀπὸ τὴν Βασιλεύουσα. Στὴν Κουκουσσὸ ἔμεινε περίπου τρία χρόνια σὲ πολὺ δύσκολες συνθῆκες. Ὅμως ἡ φήμη τοῦ ἐξόριστου Ἁγίου Ἀρχιεπισκόπου ἔφτασε στὴν κοντινὴ Ἀντιόχεια τῆς Συρίας (περίπου 170 χιλιόμετρα) μὲ ἀποτέλεσμα πλήθη πιστῶν ἀπό τὴ μεγαλούπολη («τὴν Ἀθήνα τῆς Ἀνατολῆς») νὰ τὸν ἐπισκέπτονται12 . Ἡ κατάσταση αὐτὴ ἐξόργισε τὸν Ἀρχιεπίσκοπό της Πορφύριο, δεδηλωμένο ἐχθρό τοῦ Χρυσόστομου, ὁ ὁποῖος σὲ συνεννόηση μέ τὸν Κωνσταντινουπόλεως Ἀττικὸ καὶ τὸν Ἀλεξανδρείας Θεόφιλο ἀπευθύν-θηκαν στὸ νέο Αὐτοκράτορα Ἀρκάδιο καὶ κατόρθωσαν νὰ τὸν ἐξορίσουν στὶς ἐσχατιές τῆς Αὐτοκρατορίας, στὴν Πιτυούντα τοῦ Καυκάσου (σημερινὴ Γεωργία), σὲ περιοχὴ βαρβάρων, εἰδωλολατρῶν. Ὅμως λόγῳ τῆς κλονισμένης ἀπό τὶς κακουχίες ὑγείας του ἐκοιμήθη στὰ Κόμμανα τοῦ Πόντου,13 στὸ δρόμο γιά το νέο τόπο τῆς ἐξορίας του, στὶς 14 Σεπτεμβρίου 407 μΧ. σὲ ἡλικία 60 ἐτῶν.

Ο Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος καὶ τὸ «σχίσμα» τῶν Ιωαννιτών 1.

Διετέλεσε Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως 9 χρόνια καὶ 7 μῆνες ἀπό τὰ ὁποῖα 3 χρόνια καὶ 3 μῆνες στὴν ἐξορία!

Ἀπό τὴ σύντομη αὐτὴ περιγραφή τῆς διώξεως καί τοῦ θανάτου τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Ἰωάννου δημιουργοῦνται κάποια ἐρωτήματα τὰ ὁποῖα σχετίζονται μέ τό κρίσιμο ἐρώτημα γιά τή στάση τοῦ Ἁγίου ἀπέναντι στὰ σχίσματα ποὺ ταλαιπωροῦν τήν Ἐκκλησὶα.

Β. Ἀποδέχθηκε ὁ Ἃγιος Χρυσόστομος τὶς συνοδικὲς ἀποφάσεις πού τὸν καθαίρεσαν; Ἀποδέχθηκε ὡς κανονικὸ ἐπίσκοπο τὸν διάδοχό του στὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως;

Ἀσφαλῶς ὄχι! Οὐδέποτε ὁ Ἰ. Χρυσόστομος ἀποδέχθηκε οὔτε ἐφάρμοσε μέ τὴ θέλησή του τὶς συνοδικὲς ἀποφάσεις τῆς παρά τήν Δρῦ συνόδου (Σεπτέμβριος 403) καί τῆς συνόδου στὴν Κωνσταντινούπολη (Ἰανουάριος 404).

Καὶ μετά τὴ δεύτερη καταδίκη, μέχρι τὸ θάνατό του, θεωροῦσε τὸν ἑαυτό του κανονικὸ Ἀρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως καὶ ὅσο τοῦ ἐπέτρεπαν οἱ συνθῆκες ἔτσι πολιτευόταν μέχρι τοῦ θανάτου του, διότι γιά τὸν Ἰωάννη οἱ σύνοδοι αὐτὲς δὲν στηρίζονταν στὴν ἐκκλησιαστικὴ τάξη καὶ παράδοση καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν ἀλήθευαν, οἱ δε ἀποφάσεις τους δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ εἶναι ἔγκυρες καὶ νὰ ἐφαρμοστοῦν ἀπό τοὺς πιστούς. Συνεπῶς, αὐτὸς παρέμενε ὁ μόνος κανονικὸς Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινου-πόλεως.

Εἶναι χαρακτηριστικά τὰ ὅσα γράφει ὁ Χρυσόστομος γιά τὸν διάδοχό του Ἀρσάκιο (26.6.404 ἕως 11.11.405): «Ἤκουσα γὰρ κἀγὼ περὶ τοῦ λήρου ἐκείνου τοῦ Ἀρσακίου, ὃν ἐκάθισεν ἡ βασίλισσα ἐν τῷ θρόνῳ, ὅτι ἔθλιψε τοὺς ἀδελφοὺς ὅλους μὴ θέλοντας αὐτῷ κοινωνῆσαι· πολλοὶ δὲ αὐτῶν δι’ ἐμὲ καὶ ἐν τῇ φυλακῇ ἐναπέθανον. Ὁ γὰρ προβατόσχημος ἐκεῖνος λύκος, ὁ σχῆμα μὲν ἔχων ἐπισκόπου, μοιχὸς δὲ ὑπάρχων· ὡς γὰρ ἡ γυνὴ μοιχαλὶς χρηματίζει, ἡ ζῶντος τοῦ ἀνδρὸς ἑτέρῳ συναφθεῖσα· οὕτω καὶ οὗτος μοιχός ἐστιν, οὐ σαρκὸς, ἀλλὰ πνεύματος· ζῶντος γὰρ ἐμοῦ ἥρπασέ μου τὸν θρόνον τῆς Ἐκκλησίας»14. Χαρακτηρίζει τὸν διάδοχό του Ἀρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως Ἀρσάκιο «λῆρο» (φλύαρο) «προβατόσχημο λύκο» καὶ «μοιχό». Μάλιστα οὔτε κἂν τὸν ἀναγνωρίζει ὡς πραγματικὸ ἐπίσκοπο σημειώνοντας ὅτι «σχῆμα μὲν ἔχει ἐπισκόπου» στὴν πραγματικότητα «μοιχὸς ὑπάρχων». Ἐπίσης, ἀπό τήν ἐπιστολὴ αὐτή τοῦ Χρυσοστόμου πρός τὸν ἐπίσκοπο Κυριακό, ὁ ὁποῖος καὶ αὐτὸς εἶχε ἐξοριστεῖ γιατὶ ἀρνήθηκε τήν κοινωνία μέ τὸν νέο Ἀρχιεπίσκοπο Ἀρσάκιο, πληροφορούμαστε ὅτι ὁ Ἀρσάκιος ἐξαπέλυσε διωγμὸ μὲ φυλακίσεις καὶ θάνατο ἐναντίον τῶν πιστῶν ποὺ δὲν ἦλθαν σὲ ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μαζί του.

Ἐπὶ πλέον δὲ, ἀξίζει νὰ ἐπισημάνουμε ὅτι μέχρι τῆς κοιμήσεώς του, ὅσο τοῦ ἐπέτρεπαν οἱ δύσκολες συνθῆκες τῆς ἐξορίας15, ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἐνεργοῦσε ἀντίθετα μὲ τήν συνοδικὴ “καθαίρεση” καί τὸν “ἀφορισμὸ” ὡς κανονικὸς ἀρχιερέας. Ἐνδεικτικὰ ἀναφέρουμε:

1.Παρά τὶς σοβαρὲς ἀσθένειες, τοὺς κινδύνους ληστῶν καὶ βαρβάρων, τὸ ψῦχος, τήν ἐρημιὰ ὁ Ἅγιος δὲν παρέλειπε νὰ ἐνδιαφέρεται γιά τα πνευματικά του παιδιά στὴν Κωνσταντινούπολη τὰ ὁποῖα ὑπέφεραν ἀπό τοὺς διῶκτες του, ἐκκλησιαστικοὺς καὶ πολιτικούς. Παράλληλα, πολλαπλῶς ἐκδηλωνόταν ἡ ἀγάπη του πρός τοὺς νέους συμπολῖτες του στὴν ἐξορία. Ὅπως διασώζει ὁ βιογράφος τοῦ Ἁγίου, ὁ ἐπίσκοπος Ἑλενοπόλεως Παλλάδιος ἀπό τὶς προσφορὲς πού τοῦ ἔστελναν οἱ πιστοί τῆς Κωνσταντινούπολης ἀλλὰ, καὶ οἱ Ἀντιοχεῖς πού τὸν ἐπισκέπτονταν, «ὁ μὲν μακάριος Ἰωάννης οἰκήσας τήν Κουκουσὸν ἔτος ἓν, πλείστους διαθρέψας πένητας τῆς Ἀρμενίας… (ἔφθασε γὰρ κατ’ ἐκεῖνο καιρὸν μέγας λιμός τήν χώραν ἐκείνην)»16.

Ὁ ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας Μαρτύριος ἀναφέρει χαρακτηριστικὰ ὅτι «ἐν ἐρημίᾳ καθήμενος, ψυχὰς μυρίας τὰς μὲν ἐκ βαρβαρικῶν ἐξωνούμενος χειρῶν οἷς εἶχε μικροῖς καὶ πενιχροῖς χρήμασι . τὰς δὲ ἐκ τῶν τοῦ διαβόλου βρόχων ἀνασπῶν οἷς εἶχε πλουσίως πόνῳ καὶ χάριτι κτηθεῖσι λόγοις . ἑτέρους λιμῷ καὶ φυγῇ πολεμουμένους τοῖς τῆς ἁγίας χήρας διατρέφων ἀλεύροις. μοναστήριά τε φυτεύων ἐν φόνοις καὶ ἁρπαγαῖς συνεκτραφείσαις χώραις, ἅπερ ἅπαντα μικροῦ καί τήν Ἀντιόχου πόλιν ἅπασαν μετῴκισεν ὡς αὐτὸν»17 (ἂν καὶ βρισκόταν ὁ Ἰωάννης στὴν ἐρημιὰ μέ τὰ λίγα χρήματα ποὺ εἶχε ἐξαγόρασε πολλοὺς αἰχμαλώτους ἀπό τοὺς βαρβάρους, ἐνῶ μέ τὸν πλούσιο λόγο του ἀπέσπασε πολλοὺς ἀνθρώπους ἀπό τὶς δαιμονικὲς παγίδες. Ἄλλους ἔθρεψε μέ τὰ τρόφιμα πού τοῦ ἔστελνε ἡ διακόνισσα Ὀλυμπιάδα («ἡ ἁγία χήρα»). Συγκρότησε καὶ μοναστήρια σὲ περιοχὲς ποὺ εἶχαν συνηθίσει σὲ φόνους καὶ ληστεῖες καὶ πραγματικὰ ὅλη ἡ Ἀντιόχεια μετώκησε κοντά του).

2.Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ἐπέδειξε ἰδιαίτερη φροντίδα στὴν κατήχηση τοῦ λαοῦ τῶν περιοχῶν στὶς ὁποῖες βρέθηκε ἐξόριστος: «οὐ μικρῶς διαλάμψας ταῖς ἀρεταῖς… ἐξήγειρεν γὰρ καθάπερ ἐξ ὕπνου τῆς ἀγνοίας πρὸς τὴν τοῦ λόγου ἀκτῖνα ἐκ πάσης περιχώρου τοὺς ἂγαν κεκαρωμένους τῇ ἀπιστίᾳ»18 καὶ «πολλοὺς πρός τήν ἀμώμητον πίστιν χειραγωγῶν, διδάσκων, βαπτίζων, χειροτονῶν καὶ θαυματουργῶν»19.

3.Το ἐνδιαφέρον τοῦ Ἰωάννου γιά τὸν εὐαγγελισμό τοῦ λαοῦ δὲν περιορίστηκε μόνο στὴν περιοχὴ ποὺ ζοῦσε, ἀλλὰ ὡς πραγματικός Ἀρχιεπίσκοπος τῆς Βασιλεύουσας ἐκτεινόταν σὲ ὅλη τήν Αὐτοκρατορία: Κατά τὶς πρῶτες ἡμέρες τῆς ἐξορίας, εὑρισκόμενος προσωρινά στὴ Νίκαια καὶ ἀναμένοντας τὸ αὐτοκρατορικὸ διάταγμα γιὰ νὰ πληροφορηθεῖ τὸν τόπο τῆς ἐξορίας του ἐπέδειξε ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον γιά τήν ἱεραποστολή στὴ Φοινίκη20 (Λίβανο) ἀποστέλλοντας ἐπιστολὲς καὶ ἀναζητώντας καταλλήλους κληρικοὺς γιά τὸ ἔργο αὐτό, τοὺς ὁποίους βρῆκε καὶ ἀπέστειλε21. Τὸ ἴδιο ἐνδιαφέρον ἐπέδειξε καὶ γιά τήν πρόοδο τῆς Ἐκκλησὶας τῶν Γότθων (Κριμαία)22, ἐνῶ προσπάθησε νὰ καλλιεργήσει τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ δεδηλωμένου ἐχθροῦ του ἐπισκόπου Μαρουθά γιά τὸν εὐαγγελισμό τῶν Περσῶν23. Στὴ μέριμνά του βρέθηκε καὶ ἡ Σαλαμῖνα τῆς Κύπρου ἡ ὁποία κινδύνευε ἀπὸ πνευματικῆς ἀπόψεως ὡς «ὑπό τῆς αἱρέσεως τῶν Μαρκιωνιστῶν πολιορκούμενη»24. Καὶ ὅλη αὐτὴ ἡ ποιμαντικὴ μέριμνα ἀπὸ ἕναν “καθηρημένο”, “ἀναθεματισμένο” καὶ ἐξόριστο μὲ οἰκουμενικὴ ὅμως συνείδηση καὶ ποιμαντορικὴ εὐαισθησία Ἀρχιεπίσκοπο τῆς Βασιλεύουσας…

4.Ἀξιοσημείωτη εἶναι ἡ δράση τοῦ Ἰωάννου στὴν Ἀραβισσό, ὅπως μᾶς τήν περιγράφει ὁ Ἁγ. Συμεών Μεταφραστής: Στὴν περιοχὴ ζοῦσαν πολλοὶ εἰδωλολάτρες οἱ ὅποιοι ἀκούγοντας τὰ κηρύγματα τοῦ Χρυσοστόμου περί τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου τὸν “προκάλεσαν” πὼς θὰ βαπτιστοῦν ἐὰν θεραπεύσει ἕναν παράλυτο συμπολίτη τους. Ὁ Χρυσόστομος προσευχήθηκε καί στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ θεράπευσε τὸν παράλυτο.

Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν πολλοὶ εἰδωλολάτρες τῆς περιοχῆς νὰ πιστέψουν στὸ Χριστὸ καὶ νὰ βαπτιστοῦν. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος δὲν σταμάτησε ἀλλὰ προχώρησε ἔτι πλέον καὶ ἐνεργώντας ὡς κανονικὸς ἐπίσκοπος ἀναλαμβάνει τήν πλήρη ὀργάνωση τῆς «νεοπαγοῦς Ἐκκλησίας» ποὺ αὐτὸς θεμελίωσε: χειροτονεῖ ἑπτὰ ἐπισκόπους, ἀρκετοὺς πρεσβυτέρους καὶ διακόνους, μεταφράζει τό Ψαλτήρι καί τήν Κ. Διαθήκη, τοὺς παραδίδει τὴ Θ. Λειτουργία, συνεχίζει τήν κατήχηση, τοὺς ὁρίζει τυπικὸ λατρείας (ψαλμωδίες καὶ προσευχές). Μέσα σὲ λίγο χρόνο κατόρθωσε ὄχι μόνο νὰ αὐξηθεῖ ἀριθμητικὰ ἡ νεοπαγὴς Ἐκκλησία, ἀλλὰ καὶ νὰ προοδεύσει στὴ συμμόρφωσή της μέ τὶς εὐαγγελικὲς ἐντολὲς («Ἑπτὰ τοίνυν ἐπισκόπους σὺν ἅμα πρεσβυτέροις καὶ διακόνοις ἱκανοῖς τῷ πλήθει τῶν πιστευσάντων ἐπὶ τούτοις χειροτονήσας, εἴπερ εὕροι τινὰς αὐτῶν τὴν Ἑλλήνων φράσιν ἐπισταμένους (γνώριζαν τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα) τούτοις ὅσα καὶ γλώσσῃ χρησάμενος τὸν τε θεῖον Δαυΐδ καὶ τὴν Καινὴν ἅπασαν πρὸς τὴν Ἑλλάδα γλῶτταν δι’ αὐτῶν μεταβάλλει. Καὶ παραδίδωσι μὲν τὸν τύπον τῆς ἀναιμάκτου θυσίας, ἐκδιδάσκει δὲ καὶ τὰ τῆς Καινῆς Διαθήκης. Εἶτα καὶ κανόνας αὐτοῖς εἰσηγεῖται ψαλμῳδίας καὶ προσευχῶν. Ὀλίγων δὲ ἡμερῶν πληθυνομένην ὁρῶν τὴν νεοπαγῆ ταύτην Ἐκκλησίαν, ἀλλὰ καὶ τῶν τοῦ Χριστοῦ ἐντολῶν οὐ μικρὰν ἐν αὐτοῖς τὴν ἐπίδοσιν, ᾡμολόγει τε τῷ Θεῷ χάριν, καὶ ἠγαλλιᾶτο τῷ πνεύματι, τοῖς ἀσθενέσιν αὐτῶν χεῖρας ἰασίμους ἐπιτιθείς, καὶ προῖκα τὸ πάντων κάλλιστον χαριζόμενος»25).

Σὲ αὐτή τή δράση τοῦ ”καθηρημένου” Ἀρχιεπισκόπου ἀναφέρεται ἐπιγραμματικὰ καὶ ὁ Λέων Στ΄ ὁ Σοφὸς: «Διά τοῦ ἑνὸς ἅπασαν τήν χώραν (πολλὴ δὲ καὶ ἀναρίθμητος ἣν) ἕλκει, βαπτίζει, τήν εὐσέβειαν ἐκδιδάσκει, καὶ τέλος πᾶσαν τάξιν ἐκεῖ συνέταξεν ἱερώσυνον»26.

Γ. Ἀποδέχθηκαν οἱ πιστοὶ τὶς συνοδικὲς ἀποφάσεις πού τὸν καθαίρεσαν; Ἀποδέχθηκαν ὡς κανονικὸ ἐπίσκοπο καὶ εἶχαν ἐκκλησιαστικὴ καὶ λειτουργικὴ κοινωνία μέ τὸν διάδοχό του;

Ἀσφαλῶς ὄχι! Ὁ πιστὸς λαός τῆς Βασιλεύουσας ἀπό τήν πρώτη στιγμὴ δὲν ἀποδέχθηκε τήν καθαίρεση καί τήν ἐξορία τοῦ ποιμένα του. Παρά τοὺς ἀπηνεῖς καὶ σκληροὺς διωγμοὺς μεγάλο μέρος τῶν πιστῶν δὲν εἶχαν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία καὶ δὲν ἀναγνώρισαν ὡς ποιμένες τους τοὺς παρεισάκτους “διαδόχους” τοῦ Χρυσοστόμου, τὸν Ἀρσάκιο (26.6.404 ἕως 11.11.405) καί τὸν Ἀττικὸ (Μάρτιος 406 ἕως 10.10.425), διότι στὴ συνείδησή τους ὁ Χρυσόστομος παρέμενε ὁ Ἀρχιεπίσκοπός τους.

Ὁ λαὸς ποὺ παρέμεινε πιστός στὸν Χρυσόστομο καὶ δὲν μνημόνευε, δηλαδὴ δὲν εἶχε ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία27 μέ τοὺς διαδόχους του Ἀρχιεπισκόπους, ὀνομάστηκαν ἀπό τοὺς κραττοῦντες περιφρονητικὰ «Ἰωαννίτες» καὶ θεωροῦνταν γιά τήν κρατικὴ Ἐκκλησία «σχισματικοί». Ἀποτελοῦν ὅμως ἔνδοξο στράτευμα στὴ ζωή τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἀναμενόμενο λοιπὸν ἦταν το “σχίσμα” τῶν Ἰωαννιτῶν νὰ ἀναδείξει πολλοὺς ἁγίους μὲ πλέον ἔνδοξη τήν Διακόνισσα Ἁγία Ὀλυμπιάδα.

Εἶναι συγκινητικὴ ἡ ἀγάπη τοῦ λαοῦ καὶ ἡ προσπάθειά του νὰ προστατεύσει τὸν Ἀρχιεπίσκοπό του ἀπό τὴ μανία τῶν ἐχθρῶν του. Ἔφτασε στὸ σημεῖο νὰ δώσει καὶ τὸ αἷμα του γιὰ χάρη τοῦ Πατέρα του. Κατά τήν πρώτη, σύντομη ἐξορία, μετά τή σύνοδο τῆς Δρυός, ὁ Ἰωάννης γιὰ νὰ μὴ χυθεῖ αἷμα ὑπάκουσε στὴν αὐτοκρατορικὴ ἀντιπροσωπεία καὶ νύχτα, κρυφὰ ἀπό το λαό, παραδόθηκε στὸ αὐτοκρατορικὸ ἀπόσπασμα γιά τήν ἐξορία. Τήν ἑπόμενη ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας Θεόφιλος καὶ ἡ συνοδεία του εἰσῆλθαν ὡς νικητὲς καὶ ἐκκλησιαστικοὶ κατακτητές στὴ Βασιλεύουσα. Ὁ λαὸς ὅμως τῆς Κωνσταντινουπόλεως πληροφορήθηκε τήν ἐξορία τοῦ ποιμένα του καὶ διαμαρτυρήθηκε ἔντονα. Ὅταν ὁ Θεόφιλος «θέλησε νὰ μπεῖ στὸ ναὸ τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς, ἐκδιώχθηκε ἀπό τοὺς πιστούς. Οἱ Ἀλεξανδρινοί τῆς συνοδείας του τράβηξαν τά ὃπλα τους καί ἔγινε μάχη. Ἡ ἀντίσταση τοῦ λαοῦ ἦταν ἐνεργητική. Ἡ Ἐκκλησία καί τὸ βαπτιστήριο γέμισαν ἀπὸ πτώματα καὶ ἡ κολυμβήθρα, καθὼς λένε, ξεχείλισε ἀπὸ ἀνθρώπινο αἷμα. Καθὼς ἄρχισε ἡ σύγκρουση, οἱ ἀξιωματοῦχοι ἔστειλαν στρατό, γιὰ νὰ τήν ἐνισχύσουν. Δόθηκαν μάχες παντοῦ. Κάθε Ἐκκλησία μεταβλήθηκε σὲ φρούριο, ὃπου ὁ λαὸς ὀχυρωνόταν καὶ οἱ στρατιῶτες ἐφορμοῦσαν χτυπώντας μὲ λοστοὺς καὶ βέλη. Τὸ αἷμα κυλοῦσε στὰ θυσιαστήρια καὶ οἱ κραυγαλέες κατάρες ἀντικαθιστοῦσαν τὸν ὕμνο τῆς εὐσπλαχνίας… Οἱ στρατιῶτες ἔκαναν ἐπίθεση ἐναντίον τῶν μοναχῶν. Τοὺς ἔσφαζαν ὁμαδικὰ μές στὶς Ἐκκλησίες τους, ἐρευνοῦσαν τὰ κελλιά τους… καὶ ὡς τὸ δρόμο καταδίωκαν μέ τὸ σπαθὶ στὸ χέρι ὅσους κατὰφεραν νὰ διαφύγουν»28.

Κατά τήν δεύτερη καὶ ὁριστικὴ ἐξορία, ἀκόμα καὶ μετά τὸ θάνατο τοῦ Ἁγίου οἱ διωγμοὶ ποὺ ὑπέστησαν οἱ πιστοί τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπό τήν κρατικὴ Ἐκκλησία ἦσαν φοβεροὶ καὶ ἐξαπλώθηκαν σὲ ὅλο τὸ ἀνατολικὸ τμῆμα τῆς Αὐτοκρατορίας.

Ἡ τριανδρία των Πατριαρχῶν (Ἀρχιεπισκόπων) τῆς Ἀνατολῆς: ὁ Κωνσταντινου-πόλεως Ἀρσάκιος (καὶ ἐν συνεχείᾳ ὁ Ἀττικός), ὁ Ἀλεξανδρείας Θεόφιλος καὶ ὁ Ἀντιοχείας Πορφύριος29 δὲν μποροῦσαν νὰ ἀνεχθοῦν νὰ ἀκούγεται κάπου το ὄνομα τοῦ ἐξορίστου Ἀρχιεπισκόπου Ἰωάννου. Ἡ παραμονὴ μάλιστα τοῦ Χρυσοστόμου στὴν Κουκουσὸ (τόπος τῆς ἐξορίας του) πλησίον τῆς Ἀντιόχειας καὶ ἡ μετάβαση τῶν Ἀντιοχέων στὴν Κουκουσὸ γιὰ νὰ συναντηθοῦν μέ τὸν μεγάλο ἐξόριστο αὔξησε τὸν φθόνο τῶν ἐχθρῶν του καὶ μεθόδευσαν τὴ μετάβασή του σὲ ἄλλο ἔρημο τόπο, ὅπως ἤδη ἀναφέραμε.

Ἀλλὰ οἱ διωγμοὶ ἐναντίον τοῦ προσώπου τοῦ Χρυσοστόμου συνεχίστηκαν καὶ μετά τὸ θάνατό του στὸ πρόσωπο τῶν Ἰωαννιτῶν, οἱ ὅποιοι δὲν ἐνέδωσαν στὶς πιέσεις, καὶ συνέχιζαν νὰ μὴν μνημονεύουν τοὺς ἐπισκόπους ποὺ ἀποδέχθηκαν τήν καθαίρεση τοῦ Ἰωάννη. Ὁ παρείσακτος διάδοχός του «θεασάμενος μηδένα τῶν Ἀνατολικῶν αὐτῷ ἐπισκόπων κοινωνοῦντα, μήτε μὴν τοῦ τῆς πόλεως λαοῦ, διὰ τὰ οὕτως ἀνόμως παρακολουθήσαντα καὶ ἀθέσμως, παρασκευάζει… ταῖς ἀντιγραφαῖς (δηλαδὴ αὐτοκρατορικές ἀποφάσεις), καταναγκάζεσθαι τοὺς μὴ κοινωνοῦντας»30 ἐπὶ ποινῇ δήμευσης περιουσίας, ἔκπτωσης ἀπό τὸ ἀξίωμα, προστίμου, ἐξορίας ὅσους δὲν ἔχουν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μαζί του καὶ μέ τὸν Ἀλεξανδρείας Θεόφιλο καὶ Ἀντιοχείας Πορφύριο.

Οἱ περιγραφὲς31 τοῦ βιογράφου τοῦ Χρυσοστόμου Παλλαδίου, ἐπισκόπου Ἑλενουπόλεως, γιά τὸ τί ὑπέστησαν οἱ ἐπίσκοποι καὶ οἱ λοιποὶ κληρικοὶ ποὺ παρέμειναν πιστοί στὸν Ἀρχιεπίσκοπό τους μᾶς θυμίζουν μαρτυρολόγια τῶν ρωμαϊκῶν χρόνων. Τέτοιο μίσος, τέτοια μανία ἐπέδειξε ἡ τριανδρία τῶν Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς ἐναντίον τους32. Εὔστοχα σημειώνει ὁ Ἁγ. Ἰωάννης ἀναφερόμενος στοὺς ἐπισκόπους ποὺ δίωκαν τὰ πνευματικά του παιδιὰ: «Μηδὲν σὲ τούτων σκανδαλιζέτω, μὴ ἱερεὺς νῦν φαῦλος γεγενημένος καὶ λύκου παντὸς ἀγριώτερον ἐπιπηδῶν τῇ ἀγέλῃ, μὴ τῶν ἀρχόντων, μὴ τῶν κρατούντων τις πολλὴν ὠμότητα ἐνδεικνύμενος»33.

Ο Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος καὶ τὸ «σχίσμα» τῶν Ιωαννιτών 1.

Καὶ ὅμως· οἱ Ἰωαννίτες παρέμειναν πιστοί στὸν Πατέρα τους ὅσο ζοῦσε, ἀλλὰ καὶ μετά τὸ θάνατό του συνέχιζαν νὰ εἶναι ἀποκομμένοι ἐκκλησιαστικὰ ἀπὸ ὅσους δέν τὸν μνημόνευαν ὡς κανονικὸ Ἀρχιεπίσκοπο. Μόνο ὅταν 30 χρόνια μετά τὸν θάνατο τοῦ Χρυσοστόμου στὸν θρόνο τῆς Βασιλεύουσας ἀνέβηκε ὁ μαθητής του Πρόκλος καὶ ἐνέγραψε τό ὄνομά του στὰ Δίπτυχα, τότε οἱ Ἰωαννίτες ἀποκατέστησαν τήν κοινωνία μέ τήν Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ ἀπαίτησαν τήν ἐπιστροφή τοῦ ἱεροῦ Λειψάνου τοῦ Ἁγίου στὴν Κωνσταντινού-πολη (438 μ.Χ.).

Ὁλόκληρη τήν ἐκκλησιαστική μας παράδοση γιά το “σχίσμα” τῶν Ἰωαννιτῶν τήν συγκεφαλαιώνει ὁ Ἃγ. Συμεὼν Μεταφραστής, ὅταν γράφει γιά τοὺς Ἰωαννίτες : «ὅσοι δὲ τῶν αὐτῷ (τῷ Ἰωάννῃ) κεκοινωνηκότων ἦσαν ἐπίσκοποι τε καὶ ἱερεῖς ἁπλῶς, οἱ διὰ τὸν ὑπὲρ Χριστοῦ ζῆλον ἐκκλησίαν ἐμίσησαν πονηρευομένων, τούτους δὴ πάντας δημεύσεις, ἐξορίαι, θάνατοι καὶ κολάσεις ποικίλαι διεμερίζοντο…. Ἦν οὖν ὁρᾷν τοὺς μὲν τὰς ἐγγὺς που φυλακὰς πληροῦντας, τοὺς δὲ τὰς μακρὰν ἠπείρους καὶ νήσους οἰκεῖν κατακρισομένους, πολλαῖς πρότερον καὶ χαλεπαῖς ταῖς βασάνοις κατεργασθέντας»34. Γιά τὸν Ἃγ. Συμεὼν ὅσοι ἐπίσκοποι καὶ ἱερεῖς κοινωνοῦσαν μέ τὸν Χρυσόστομο καὶ φυσικὰ δὲν κοινωνοῦσαν μέ τοὺς ἐχθρούς του ἐπισκόπους μὴ μνημονεύοντάς τους καὶ γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ὑπέστησαν δημεύσεις, ἐξορίες, θανάτους καὶ ποικίλες τιμωρίες τὸ ἔκαναν «διά τὸν ὑπὲρ Χριστοῦ ζῆλον» καὶ ἐξαιτίας αὐτοῦ τοῦ «ζήλου» «ἐμίσησαν τήν ἐκκλησίαν πονηρευομένων»! Δηλαδὴ ἡ τότε κρατικὴ ἐκκλησία ποὺ δίωκε τὸν Χρυσόστομο καὶ ὅσους κοινωνοῦσαν μαζί του ἦταν, κατά τὸν Ἃγ. Συμεὼν, «ἐκκλησία πονηρευομένων»!

Δ. Ποιὰ στάση τήρησε ὁ Χρυσόστομος ἀπέναντι στοὺς πιστοὺς ποὺ ἀρνοῦνταν τήν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μέ τὸν διάδοχό του;

Ἂς δοῦμε ὅμως ποιὰ στάση τήρησε ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἔναντι των πιστῶν ποὺ δὲν μνημόνευαν τοὺς διαδόχους του και εἶχαν διακόψει κάθε ἐκκλησιαστικὴ καὶ λειτουργικὴ κοινωνία μαζί τους. Ὑπενθυμίζουμε ὅτι ὁ ἴδιος ὁ ἱερὸς Πατὴρ ἦταν ἐξαιρετικὰ αὐστηρὸς μὲ ὅσους ἔσχιζαν τήν Ἐκκλησία λέγοντας γιά το σχίσμα ὅτι «οὐδὲν οὕτω παροξύνει τὸν Θεόν, ὡς τὸ Ἐκκλησίαν διαιρεθῆναι… οὐδὲ μαρτυρίου αἷμα ταύτην ἒφησε δύνασθαι τήν ἁμαρτίαν ἐξαλείφειν»35.

Στοιχούμενος σὲ αὐτὴ τὴν ἐκκλησιολογική του θέση ὁ Ἰωάννης λίγο πρὶν παραδοθεῖ στὴν αὐτοκρατορικὴ κουστωδία ποὺ θά τὸν μετέφερε στὴν ἐξορία, κατά τὸν συγκινητικό ἀποχωρισμό του ἀπό τοὺς στενοὺς συνεργάτες του (ἐπισκόπους καὶ διακόνισσες) ζήτησε ἀπό τὶς διακόνισσες νὰ ἀναγνωρίσουν καὶ νὰ ἔρθουν σὲ ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μέ τὸ διάδοχό του («κλίνατε αὐτῷ τὴν κεφαλὴν ὑμῶν ὡς Ἰωάννῃ»). Αὐτὸ ὅμως θὰ γινόταν μέ τὶς ἑξῆς προϋποθέσεις: α) αὐτὸς νὰ χειροτονηθεῖ χωρίς τή θέλησή του («ἄκων ἀχθῇ ἐπὶ τὴν χειροτονίαν»), β) νὰ μὴν ἐπιδιώξει νὰ καταλάβει τὸ θρόνο («μὴ ἀμφιβατεύσας τὸ πρᾶγμα») καὶ γ) νὰ ἔχει τὴν συγκατάθεση ὅλων («κατὰ συναίνεσιν τῶν πάντων»): «ὃς ἂν ἄκων ἀχθῇ ἐπὶ τὴν χειροτονίαν, μὴ ἀμφιβατεύσας τὸ πρᾶγμα, κατὰ συναίνεσιν τῶν πάντων, κλίνατε αὐτῷ τὴν κεφαλὴν ὑμῶν ὡς Ἰωάννῃ· οὐ δύναται γὰρ ἡ Ἐκκλησία ἄνευ ἐπισκόπου εἶναι»36. Φυσικὰ καμία ἀπό τὶς προϋποθέσεις ποὺ ἔθεσε ὁ Χρυσόστομος δὲν πληρώθηκαν στὸ πρόσωπο τῶν διαδόχων του καὶ γιά το λόγο αὐτὸ ὅλοι οἱ στενοὶ συνεργάτες τοῦ Ἁγίου, ὅπως ἤδη εἴδαμε, ἀρνήθηκαν τήν ὁποιαδήποτε ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μαζί τους καί, φυσικά, δέν τοὺς μνημόνευαν ὡς ἐπισκόπους καὶ ποιμένες τους.

Γιά τὸ λόγο αὐτὸ καὶ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἰωάννης ὄχι μόνο δέν τοὺς ἐπιτίμησε, ἀλλὰ ἀντίθετα ἐπιστρατεύοντας πρόσωπα Παλαιᾶς τε καὶ Καινῆς Διαθήκης μέ τὴ ρητορικὴ δεινότητα πού τὸν χαρακτήριζε τοὺς συνεχάρη, τοὺς ἐπαίνεσε καί τοὺς ἐνθάρρυνε στὸν ἀγῶνα αὐτό.

Γιά τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο ὁ ἀγῶνας τῶν Ἰωαννιτῶν δὲν ἀφοροῦσε μόνο τήν προσωπική του δικαίωση καὶ ἀποκατάσταση στὸ θρόνο του, οὔτε ἀφοροῦσε μόνο τήν Ἐκκλησὶα τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀλλά τήν ἀνά τήν οἰκουμένη Ἐκκλησὶα καί τοὺς ἱεροὺς θεσμούς της37. Γράφοντας πρός τοὺς φυλακισμένους στὴ Χαλκηδόνα ἐπισκόπους, πρεσβυτέρους καὶ διακόνους σημειώνει: «Διὸ δὴ παρακαλῶ τὴν ὑμετέραν ἀγάπην … πλείονα καὶ τὴν προθυμίαν ἐπιδείξασθαι, καὶ καθ’ ἑκάστην ἡμέραν μεριμνᾷν ὑπὲρ τῶν κατὰ τὴν οἰκουμένην Ἐκκλησιῶν, ὅπως ἂν γένοιτό τις διόρθωσις ἡ προσήκουσα»38. Σὲ ἂλλη ἐπιστολή του κάνει χρήση «τῶν καλῶν τούτων ἱδρώτων καὶ ἀγώνων, τῶν μόχθων, καὶ πόνων, καὶ τῶν κινδύνων, οὓς ὑπὲρ τῶν Ἐκκλησιῶν τῶν κατὰ τὴν οἰκουμένην κειμένων ὑπομεμενήκατε»39.

Φτάνει μάλιστα στὸ σημεῖο νὰ σημειώσει ὅτι αὐτοὶ ποὺ ἀγωνίστηκαν ἐναντίον τῆς ἐκκλησιαστικῆς καταστάσεως ποὺ ἐπικράτησε μετά τήν ἐκδίωξή του εἶναι «δίκαιοι μυριάκις» καὶ πρέπει «εἰς τὸν τῶν μαρτύρων καταλεγῆναι χορὸν», «μετὰ τῶν μαρτύρων, μετὰ τῶν Ἀποστόλων, μετὰ τῶν γενναίων καὶ ὑψηλῶν ἀνδρῶν στήσονται, λάμποντες ἀπὸ τῶν κατορθωμάτων, ἀπὸ τῶν παθῶν, ἀπὸ τῶν στεφάων, ἀπὸ τῶν βραβείων, ἀπὸ τῆς πολλῆς παρρησίας»40!

Ἀξίζει νὰ δοῦμε πῶς ἡ Χρυσοστομικὴ πένα ἀναφέρεται στοὺς Ἰωαννίτες ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παιδιὰ: «Οἱ τοσαύτας σφαγὰς προσδοκήσαντες… πρὸς τοὺς κρατοῦντας τῆς οἰκουμένης ἁπάσης ἀποδυσάμενοι… νόμοις πατρώοις καὶ θεσμοῖς Ἐκκλησίας ἐπηρεασθεῖσι παραστάντες καὶ διὰ τῶν ρημάτων καὶ τῶν πραγμάτων τὴν παρρησίαν ἐπιδειξάμενοι καὶ καθ’ ἑκάστην ἡμέραν ἀποθνήσκοντες καὶ ἄνδρες καὶ γυναῖκες καὶ παῖδες, πῶς οὐκ ἂν εἶεν δίκαιοι μυριάκις εἰς τὸν τῶν μαρτύρων καταλεγῆναι χορόν;… οὗτοι ἑαυτῶν μὴ φεισάμενοι, ἐννόησον πόσον λήψονται μισθόν, οὐ μίαν, οὐ δύο καὶ τρεῖς ἡμέρας, ἀλλ’ ὁλόκληρον τὸν βίον ἐπὶ τῆς παρατάξεως ἱστάμενοι ταύτης βαλλόμενοι λοιδορίαις, ὕβρεσιν, ἐπηρείαις, συκοφαντίαις. Οὐδὲ γὰρ τοῦτο μικρόν… καὶ γὰρ οὐσίας ἐπέδωκαν πολλοί… οἱ μὲν πατρίδος, οἱ δὲ καὶ αὐτῆς ἐξεβλήθησαν τῆς ζωῆς… πρὸς ἄρχοντας παρρησιαζόμενοι, βασάνων καταφρονοῦντες, ἀπειλῶν καταγελῶντες, δεικνύντες ὅσον ἐστὶν ἀρετὴ»41.

Λίγο πιὸ κάτω ἀντιδιαστέλλει τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς καὶ κρατικοὺς διῶκτες μέ τὰ ἱερὰ θύματά τους: «ἐννόησον πόσας δώσουσιν οὗτοι δίκας ἐν τῷ φοβερῷ δικαστηρίῳ τότε ἐκείνῳ, πόσας ὑποστήσονται τιμωρίας, τὸ γε εἰς αὐτοὺς ἧκον, τὴν οἰκουμένην ταράξαντες ἅπασαν, τοσαύτας ἀνατρέψαντες ἐκκλησίας, τοσαύτῃ πολεμήσαντες εἰρήνῃ, μυρία πανταχοῦ σκάνδαλα θέντες; Οἱ δὲ παρ’ ἐκείνων παθόντες, ἅπερ ἔπαθον, μετὰ τῶν μαρτύρων, μετὰ τῶν Ἀποστόλων, μετὰ τῶν γενναίων καὶ ὑψηλῶν ἀνδρῶν στήσονται, λάμποντες ἀπὸ τῶν κατορθωμάτων, ἀπὸ τῶν παθῶν, ἀπὸ τῶν στεφάνων, ἀπὸ τῶν βραβείων, ἀπὸ τῆς πολλῆς παρρησίας… οἱ μὲν γὰρ ἐπιβουλευόμενοι, τὴν οἰκουμένην ἐραστὰς ἔχουσιν, ἐπαινετάς, θαυμαστάς, ἀνακηρύττοντας, στεφανοῦντας, τοὺς εἰδότας, τοὺς οὐκ εἰδότας, τοὺς ἀπὸ πραγμάτων, τοὺς ἀπὸ φήμης τὰ ἐκείνων μανθάνοντας, τοὺς συναλγοῦντας μυρίους, τοὺς συναγωνιζομένους, τοὺς τὰ χρηστὰ συνευχομένους αὐτοῖς πάντας»42.

Μὲ ἰδιαίτερο ἐνθουσιασμὸ γράφει στὴν πολλὰ παθοῦσα διακόνισσα Πενταδία γιά τὴ νίκη τήν ὁποία κατήγαγε κατά τῶν ἐχθρῶν: «Χαῖρε τοίνυν καὶ εὐφραίνου τοιαύτην ἀραμένη νίκην, καὶ τοιούτους εὐκόλως ἐπιστομίσασα θῆρας, καὶ τὰς ἀναισχύντους αὐτῶν ἐμφράξασα γλώττας, καὶ λυσσῶντα ἀποῤῥάψασα στόματα. Τοιοῦτον γὰρ ἡ ἀλήθεια μεθ’ ἧς ἠγωνίσω, καὶ ὑπὲρ ἧς ἐσφάγης πολλάκις … Χαῖρε τοίνυν καὶ εὐφραίνου (οὐ γὰρ παύσομαι συνεχῶς ταῦτα λέγων τὰ ῥήματα), ἀνδρίζου, καὶ κραταιοῦ, καὶ καταγέλα πάσης ἐπαγομένης σοι παρ’ αὐτῶν ἐπιβουλῆς»43.

Σὲ ἄλλη ἐπιστολή του στὴν ἰδία διακόνισσα Πενταδία τῆς ζητεῖ νὰ μὴν φύγει ἀπό τήν Πόλη ἀλλὰ νὰ παραμείνει ἐκεῖ καὶ νὰ συνεχίζει νὰ ἀγωνίζεται γιὰ νὰ ἐνθαρρύνει καί τοὺς ἄλλους πιστοὺς μέ τὸ ἀνδρεῖο παράδειγμά της: «Τῶν μὲν στεφάνων σε μακαρίζω, οὓς ἀνεδήσω καὶ νῦν, διὰ τῆς ἀνδρείας πάντα ἑλομένη παθεῖν ὑπὲρ τῆς ἀληθείας. Διὰ τοῦτο καὶ τὸν Θεὸν ὑπερασπίζοντά σου ἔχεις μετὰ πολλῆς τῆς σφοδρότητος. Ἕως γὰρ θανάτου, φησὶν, ἀγώνισαι ὑπὲρ τῆς ἀληθείας, καὶ ὁ Κύριος πολεμήσει ὑπὲρ σοῦ. Ὅπερ καὶ γέγονε. Μέχρι γὰρ τοσούτου δραμοῦσα τὸν καλὸν τοῦτον ἀγῶνα, πολλὰ ἄνωθεν ἐπεσπάσω τὰ βραβεῖα· τούτου μὲν οὖν ἕνεκεν χαίρω. Ἐπειδὴ δὲ ἔγνων, ὅτι βουλεύῃ περὶ ἀποδημίας, καὶ μεταστῆναι ἐκεῖθεν βούλει, παρακαλῶ σου τὴν τιμιότητα μηδὲν τοιοῦτον ἐννοῆσαι μηδὲ βουλεύσασθαι. Πρῶτον μὲν δι’ αὐτὸ τοῦτο, ὅτι δὴ στήριγμα τῆς πόλεως εἶ τῆς αὐτόθι, καὶ λιμὴν εὐρὺς, καὶ βακτηρία, καὶ τεῖχος ἀσφαλὲς τοῖς καταπονουμένοις. Μηδὲ τοσαύτην ἀπὸ τῶν χειρῶν ἐμπορίαν ῥίψῃς, μηδὲ τοσοῦτον πρόῃ κέρδος, τοσούτους καθ’ ἑκάστην ἡμέραν συνάγουσα θησαυροὺς ἀπὸ τῆς παρουσίας τῆς αὐτόθι. Οἵ τε γὰρ ὁρῶντες, οἵ τε ἀκούοντές σου τὰ κατορθώματα, οὐ μικρὰ κερδαίνουσιν. Οἶσθα δὲ ἡλίκον τοῦτο φέρει σοι τὸν μισθόν. Πρῶτον μὲν, ὅπερ ἔφην, διὰ τοῦτο παρακαλοῦμεν αὐτόθι μένειν· καὶ γὰρ πεῖραν οὐ μικρὰν δέδωκας τῆς ὠφελείας, ἣν παρέσχες διὰ τῆς αὐτόθι παραμονῆς»44.

Συγκινητικὲς εἶναι οἱ ἐπιστολὲς ποὺ ἀπευθύνει στοὺς κληρικοὺς ποὺ βρίσκονται φυλακισμένοι γιὰ χάρη του: «Μακάριοι καὶ τῶν δεσμῶν ὑμεῖς, καὶ τῆς γνώμης, μεθ’ ἧς φέρετε τὰ δεσμὰ, ἀποστολικὴν ἀνδρείαν ἐν τούτοις ἐπιδεικνύμενοι· ἐπεὶ κἀκεῖνοι καὶ μαστιγούμενοι, καὶ ἐλαυνόμενοι, καὶ δεσμούμενοι, μετὰ πολλῆς ταῦτα ἔφερον τῆς ἡδονῆς· οὐ μόνον δὲ μετὰ πολλῆς ἔφερον τῆς ἡδονῆς, ἀλλὰ καὶ τὰ αὑτῶν ἐποίουν ἐν ταῖς ἁλύσεσιν ὄντες, καὶ τὴν οἰκουμένην μεριμνῶντες ἅπασαν. Διὸ δὴ παρακαλῶ τὴν ὑμετέραν ἀγάπην μηδὲν ἐντεῦθεν ἀναπεσεῖν, ἀλλ’ ὅσῳ πλείων ὑμῖν ἡ ὀδύνη γίνεται ἐξ ὧν πάσχετε, πλείονα καὶ τὴν προθυμίαν ἐπιδείξασθαι, καὶ καθ’ ἑκάστην ἡμέραν μεριμνᾷν ὑπὲρ τῶν κατὰ τὴν οἰκουμένην Ἐκκλησιῶν, ὅπως ἂν γένοιτό τις διόρθωσις ἡ προσήκουσα, μηδὲ εἰς τὴν ὀλιγότητα ὑμῶν ἀπιδόντες, καὶ τῷ περιελαύνεσθαι πανταχόθεν, ὑπτιώτεροι γένησθε. Δι’ ὧν γὰρ πάσχετε, μείζονα τὴν παρὰ τῷ Θεῷ παῤῥησίαν κτώμενοι, πλείονα εὔδηλον ὅτι καὶ τὴν δύναμιν ἕξετε»45.

Σὲ ἄλλους κληρικοὺς ποὺ καὶ αὐτοὶ βρίσκονταν φυλακισμένοι γιὰ τὸν ἴδιο λόγο γράφει: «Μακάριοι καὶ τρισμακάριοι, καὶ πολλάκις τοῦτο ὑμεῖς τῶν καλῶν τούτων ἱδρώτων καὶ ἀγώνων, τῶν μόχθων, καὶ πόνων, καὶ τῶν κινδύνων, οὓς ὑπὲρ τῶν Ἐκκλησιῶν τῶν κατὰ τὴν οἰκουμένην κειμένων ὑπομεμενήκατε, λαμπροὶ μὲν ἐν γῇ, λαμπροὶ δὲ ἐν οὐρανοῖς διὰ τούτων γενόμενοι. Καὶ γὰρ ἄνθρωποι πάντες οἱ νοῦν ἔχοντες ἀνακηρύττουσιν ὑμᾶς, καὶ στεφανοῦσιν, ἐκπληττόμενοι τὴν εὐτονίαν ὑμῶν, τὴν ἀνδρείαν, τὴν καρτερίαν, τὴν προσεδρείαν. Ὅ τε φιλάνθρωπος Θεὸς, ὁ μείζονας ἐκ πολλοῦ τοῦ περιόντος τιθεὶς ἀεὶ τῶν πόνων τὰς ἀμοιβὰς, τοσούτοις ἀμείψεται ἀγαθοῖς, ὅσοις ἀμείβεσθαι Θεῷ πρέπον τοὺς οὕτω γενναίως ἀγωνιζομένους ὑπὲρ τῆς κατὰ τὴν οἰκουμένην ἅπασαν εἰρήνης. Διὰ τοῦτο καὶ ἡμεῖς οὐ παυόμεθα μακαρίζοντες ὑμᾶς, ἐντρυφῶντες ὑμῶν τῇ μνήμῃ διηνεκῶς, ἐπὶ διανοίας περιφέροντες, εἰ καὶ πολλῷ διῳκίσμεθα τῷ τῆς ὁδοῦ μήκει»46.

Ὁ Χρυσόστομος ἐπαινεῖ, ἐνθαρρύνει καὶ προτρέπει τοὺς πιστοὺς κληρικοὺς καὶ λαϊκοὺς νὰ συνεχίσουν τὸν ἀγῶνα ἐναντίον τῆς νοσηρῆς ἐκκλησιαστικῆς καταστάσεως ποὺ ἀκολούθησε τήν ἐξορία του, διότι θεωροῦσε αὐτόν τὸν ἀγῶνα τους ὡς τὴ μοναδικὴ ἐλπίδα γιὰ ἀποκατάσταση τῆς κανονικῆς τάξεως στὴν Ἐκκλησὶα τῆς Κωνσταντινου-πόλεως: «Χρήσασθε τοίνυν εἰς καιρὸν τῇ προθυμίᾳ, καὶ δι’ ἑαυτῶν, καὶ δι’ ἑτέρων, ὧν ἂν οἷόν τε ᾖ, ταῦτα καὶ πρᾶξαι καὶ εἰπεῖν σπουδάσατε, ἵνα τὸ κατέχον κλυδώνιον καταστεῖλαι δυνήσεσθε. Μάλιστα μὲν γὰρ ἔσται τι καὶ πλέον σπουδαζόντων ὑμῶν»47.

Σὲ ἐπιστολή του στὸν ἐπίσκοπο Θεοδόσιο τὸν παρακαλεῖ νὰ συνεχίσει τὸν ἀγῶνα πού καὶ τὸν ἲδιον τὸν ἀγωνιζόμενον τιμᾶ καὶ τὶς Ἐκκλησίες προφυλάσσει καὶ νὰ ἀποστρέφεται μέ τήν πρέπουσα ἀνδρεία αὐτοὺς ποὺ δημιούργησαν ταραχές στὴν οἰκουμένη καὶ συντάραξαν τὶς Ἐκκλησὶες. Θεωρεῖ ὁ ἱερὸς Πατὴρ ὅτι αὐτὴ ἡ ἀνδρεία στάση θὰ εἶναι ἡ ἀρχὴ ἀπαλλαγῆς ἀπό τὴ συμφορά, αὐτὸ θὰ εἶναι ἡ ἀσφάλεια γιά τὶς Ἐκκλησίες αὐτὸ θὰ βοηθήσει στὴν ἐξάλειψη τῶν δεινῶν, ὅταν οἱ σώφρονες διακόψουν κάθε ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ «τοὺς τοσαύτας ταραχὰς ἐμβαλόντας»: «παρακαλοῦμεν ὑμᾶς καθάπερ καὶ ἔμπροσθεν ἐποιήσατε, κοσμοῦντες τε ἑαυτοὺς καὶ τὰς Ἐκκλησίας ἀσφαλιζόμενοι, οὕτω καὶ νῦν ποιήσατε, καί τοὺς τοσαύτας ταραχὰς ἐμβαλόντας εἰς τήν οἰκουμένην ἅπασαν καὶ τὰς Ἐκκλησίας διαταράξαντας ἀποστρέφεσθαι μετά τῆς προσηκούσης ὑμῖν ἀνδρείας. Τοῦτο γὰρ ἀρχή τῆς λύσεως τοῦ χειμῶνος, τοῦτο ἀσφάλεια ταῖς Ἐκκλησίαις, τοῦτο τῶν κακῶν διόρθωσις, ὅταν ὑμεῖς οἱ ὑγιαίνοντες ἀποστρέφησθε καὶ μηδὲν ἒχητε πρὸς αὐτοὺς»48.

Ε. Συμπερασματικὰ: Εἶναι ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ὑπερασπιστὴς σχίσματος;

Ἀσφαλῶς, ὄχι! Ὅμως, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ προτρέπει τοὺς πιστοὺς ποὺ τὸν σέβονταν νὰ παραμείνουν μακρυὰ ἀπὸ τοὺς ἐπισκόπους τους νὰ μὴν ἔχουν καμμία λειτουργικὴ κοινωνία μαζὶ τους καὶ νὰ μὴν τοὺς μνημονεύουν ὡς κανονικοὺς ποιμένες τους;

Ὅπως πολὺ συνοπτικὰ εἴδαμε ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος οὐδέποτε ἀποδέχθηκε τὶς ἀποφάσεις τῶν συνόδων Δρυὸς καὶ Κωνσταντινουπόλεως ποὺ τὸν καθαίρεσαν καὶ ἀφόρισαν. Τὴν ἰδία στάση τήρησε καὶ μέρος τοῦ πιστοῦ λαοῦ τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ ἀρνήθηκε τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τοὺς διαδόχους του. Ἔτσι δημιουργήθηκε στὴν Βασιλεύουσα τὸ “σχίσμα” τῶν Ἰωαννιτῶν. Καὶ ὅμως ὁ Ἰωάννης ἀντὶ νὰ ἐπιπλήξει τοὺς πιστοὺς γιὰ τὴ ”σχισματικὴ” τους συμπεριφορὰ τοὺς ἐπαινεῖ ἰδιαιτέρα καὶ τοὺς ἐνθαρρὺνει νὰ τὴν συνεχίσουν! Ὅμως, πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ κατ’ ἐξοχὴν ὑπερασπιστὴς τῆς κανονικῆς τάξεως, ὁ διαπρύσιος κήρυκας τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας καὶ σφοδρὸς πολέμιος τοῦ σχίσματος νὰ ἐπαινεῖ καὶ οὐσιαστικὰ νὰ ἐνθαρρύνει τὸ “σχίσμα” τῶν πνευματικῶν του παιδιῶν;

Θὰ πρέπει νὰ προσεχθεῖ ἰδιαιτέρα ὅτι ὁ Ἰ. Χρυσόστομος δὲν προσεγγίζει τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἑνότητα ἐπιπόλαια, μὲ νομικοὺς ὃρους καὶ ἐξωτερικὰ κριτήρια ἀλλὰ καθαρὰ ἁγιοπνευματικά. Δὲν τὸν ἐνδιαφέρει μιὰ ἐξωτερική, ἐπίπλαστη ἑνότητα ποὺ δὲν ἑδράζεται ἐπὶ στερεᾶς βάσεως καὶ δὲν διαποτίζεται ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Εὔστοχα ἐπισημαίνει ὁ μελετητὴς τοῦ ἱεροῦ Πατρὸς καὶ ἐκφραστὴς τοῦ χρυσοστομικοῦ ἤθους, πρωτοπρεσβύτερος π. Θεόδωρος Ζήσης, ἀναφερόμενος στὴ χρυσοστομική ἑρμηνεία τοῦ Παύλειου «ἓν σῶμα καὶ ἓν πνεῦμα» (Ἐφεσ. 4, 4)49: «Πιστεύει ὁ αὐθεντικὸς ἑρμηνευτὴς τοῦ Παύλου, … ὅτι καλῶς ὁ Ἀπόστολος μετὰ τὸ “ἓν σῶμα” ἔθεσε καὶ τὸ “ἓν πνεῦμα”, γιὰ νὰ δείξει ὅτι … δὲν ἀρκεῖ νὰ εἶναι κανεὶς ἐνσωματωμένος στὴν Ἐκκλησὶα, στὸ “ἓν σῶμα”, χρειάζεται νὰ ἔχει καὶ τὸ πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας, καὶ αὐτὸ ἰσχύει … ὄχι μὲ τοὺς αἱρετικοὺς… ἀλλὰ μὲ ὅσους Ὀρθοδόξους ἀνήκουν στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, δὲν ἔχουν ὅμως τὸ πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ εἶναι φίλοι τῶν αἱρετικῶν»50.

Γιὰ τὸν Ἰ. Χρυσόστομο ἡ ἀπουσία τοῦ Πνεύματος τῆς Ἀληθείας σὲ ἕνα ἐκκλησιαστικὸ σῶμα καταλύει τὴν οὐσιαστικὴ ἑνότητά του ἀκόμα καὶ ὅταν πληροῦνται τὰ λοιπὰ ἐξωτερικὰ στοιχεῖα ποὺ τὴ συγκροτοῦν καὶ συνεπῶς καθιστᾶ τὸ ἐκκλησιαστικὸ αὐτὸ σῶμα ὄχι Σῶμα Χριστοῦ ἀλλὰ σχισματικὴ ὁμάδα. Σὲ αὐτὴ τὴν περίπτωση οἱ πιστοὶ ἔχουν καθῆκον ἀναλόγως μὲ τὴ θέση καὶ τὶς δυνατότητές τους νὰ ἀντισταθοῦν ἀγωνιζόμενοι ἐναντίον τῆς σχισματικῆς αὐτῆς ὁμάδας. Ἀντιθέτως, σὲ κρίσιμες καὶ ἔκτακτες στιγμὲς τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας ἔχει παρατηρηθεῖ ὅτι ὃπου ὑπάρχει πόνος, ἀγωνία καὶ ἀγῶνας γιὰ πιστότητα στὴν ἐκκλησιαστικὴ τάξη καὶ παράδοση, ἐκεῖ, ἀκόμα καὶ ὅταν ἐξωτερικὰ φαίνεται νὰ ὑφίσταται σχισματικὴ κατάσταση, ἐπαναπαύεται τὸ Πνεῦμα τῆς Ἀληθείας, ἐκεῖ βρίσκεται ὁ Χριστός, ἐκεῖ φανερώνεται ἡ Ἐκκλησία Του. Δὲν πρόκειται, λοιπόν, περὶ σχίσματος, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἁγία Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ! Αὐτὸ μᾶς ἔδειξαν οἱ Ἰωαννίτες …

Μὲ ἂλλα λόγια, γιὰ τὸν Ἰωάννη, σὲ σχίσμα βρίσκονται ὅσοι περιφρονοῦν καὶ ἐνεργοῦν ἀντίθετα μὲ τὴν κανονικὴ τάξη καὶ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας ἀκόμα καὶ ὅταν ἔχουν μὲ τὴν ἀνοχὴ ἢ τὴν συνεπικουρία τῆς κρατικῆς ἐξουσίας ὑψηλὴ θέση στὴν Ἱεραρχία καὶ ἀναγνωρίζονται ὡς ἐκκλησιαστικοὶ ἡγέτες. Ἀντίθετα, δὲν εἶναι σχισματικοὶ ἀλλὰ κανονικὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας ἂξια τιμῆς καὶ σεβασμοῦ ὅσοι ὑπακούουν, σέβονται, τιμοῦν καὶ ἀγωνίζονται γιὰ τὴν κανονικὴ τάξη καὶ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας ἀκόμα καὶ ἂν εἶναι ὀλίγοι ἢ βρίσκονται σὲ διάσταση καὶ δὲν κοινωνοῦν ἐκκλησιαστικὰ μὲ τοὺς ἔχοντες τοὺς θρόνους ἐπισκόπους οἱ ὁποῖοι οὐσιαστικὰ εἶναι «ψευδεπίσκοποι καὶ ψευδοδιδάσκαλοι» (κανόνας 15ος Πρωτοδευτέρας).

Οἱ διάδοχοι, λοιπόν, τοῦ Χρυσοστόμου Ἀρσάκιος καὶ Ἀττικὸς μὲ τὴν συνειδητὴ παρανομία καὶ τὴν περιφρόνηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς τάξεως αὐτοὶ ὁδηγήθηκαν στὸ σχίσμα, τὸ ὁποῖο ἀγωνίστηκαν μὲ αὐξημένο προσωπικὸ κόστος νὰ ἐξαλείψουν οἱ Ἰωαννίτες.

Εἶναι ἀπολύτως σαφὴς ἡ θέση τῶν σαράντα ἐπισκόπων ποὺ στάθηκαν στὸ πλευρὸ τοῦ Χρυσοστόμου, οἱ ὁποῖοι μὲ τὴ σύμφωνη γνώμη τοῦ Ἰωάννη ἀπάντησαν στὴ σύνοδο τῆς Δρυὸς καὶ ἰδιαιτέρως στὸν Ἀλεξανδρείας Θεόφιλο: «Μὴ κατάλυε τὰ πράγματα τῆς Ἐκκλησίας, καὶ μὴ σχίζε τὴν Ἐκκλησίαν, δι’ ἣν ὁ Θεὸς εἰς σάρκα κατῆλθεν»51. Δηλαδή, ἔργο σχίσματος διαπράττει ὅποιος μὲ βάση τοὺς ἱεροὺς κανόνες παρανομεῖ.

Αὐτὸ ἐπαναλαμβάνει καὶ ὁ Ἰ. Χρυσόστομος καὶ ἀκριβολογεῖ σημειώνοντας: «δύο γὰρ εἰσὶ διαιρέσεις ἀπὸ τοῦ σώματος τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ · μιὰ μέν, ὅταν ψέξωμεν τὴν ἀγάπην, δεύτερα δὲ ὅταν ἀνάξια τοῦ τελεῖν εἰς ἐκεῖνο τὸ σῶμα τολμήσωμεν · ἑκατέρως γὰρ χωρίζομεν ἑαυτοὺς τοῦ πληρώματος»52. Δὲν πρόκειται, λέει ὁ ἱερὸς Πατήρ, γιὰ διαίρεση τοῦ Σώματος ἀλλὰ γιὰ «διαίρεση ἀπὸ τοῦ σώματος τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ», ἡ ὁποία διαπράττεται μὲ δύο τρόπους: Στὴν πρώτη περίπτωση ἔχουμε σχίσμα ὅταν ἔχει ψυγεῖ ἡ ἀγάπη καὶ χωριζόμαστε. Στὴ δεύτερη περίπτωση σχίσμα δημιουργεῖται ἀπὸ ὅσους τολμοῦν νὰ ἐνεργήσουν παρανομίες πάνω στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὴν Ἐκκλησία. Στὴ δεύτερη περίπτωση αὐτὸς ποὺ ἐνεργεῖ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο χωρίζει τὸν ἑαυτὸ του ἀπὸ τὸ Σῶμα, «χωρίζομεν ἑαυτοὺς τοῦ πληρώματος». Ἀκριβέστερα γιὰ τὸν ἱερὸ Πατέρα δὲν ἔχουμε σχίσιμο τῆς Ἐκκλησίας, διότι ἡ ἑνότητά της παραμένει ἀδιατάρακτη, ἀλλὰ ἀπόσχιση «ἀπὸ τοῦ σώματος τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ» ὅσων τολμοῦν νὰ ἀσεβήσουν στὸ ἱερὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας.

Μὲ ἀλλὰ λόγια ἡ ἑνότητα μὲ τὴν Ἐκκλησία δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀπροϋπόθετη. Θεμελιώδης προϋπόθεση γιὰ νὰ ἑδρασθεῖ σὲ στερεὰ βάση ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἑνότητα εἶναι ἡ ἀλήθεια, δηλαδὴ ἡ πιστότητα στὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση καὶ τάξη. Ὅποιος περιφρονεῖ τὴν ἀλήθεια αὐτὸς «σχίζει τὴν Ἐκκλησὶα» ἤ ἀκριβεστέρα ἀποσχίζεται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, αὐτὸς δημιουργεῖ τὸ σχίσμα καὶ αὐτὸς εἶναι ὑπαίτιός του.

Αὐτὴ ἀκριβῶς τὴν ἐκκλησιολογία ποὺ διαποτίζει ὁλόκληρη τὴν ἐκκλησιαστικὴ μας παράδοση ἦλθε ὁ 15ος Κανόνας τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου ἐπὶ Μ. Φωτίου νὰ τὴν περιβάλει μὲ κανονικὸ κῦρος: Αἰτιολογώντας γιατὶ δὲν πρέπει νὰ τιμωρηθοῦν ἀλλὰ ἀντιθέτως «τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς ὀρθοδόξοις ἀξιωθήσονται» ὅσοι κληρικοὶ -ἀκόμα καὶ πρὸ συνοδικῆς καταδίκης- διακόπτουν τὴν κοινωνία καὶ δὲν μνημονεύουν (δηλαδὴ ἀποτειχίζουν) τὸν ἐπίσκοπο ποὺ κηρύττει δημόσια αἵρεση, ἀποφαίνεται ὅτι αὐτοὶ δὲν δημιουργοῦν σχίσμα μὲ τὸ νὰ διακόπτουν τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία ἀλλὰ ἀντίθετα φρόντισαν νὰ γλυτώσουν τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ σχίσματα: «οὐ σχίσματι τὴν ἕνωσιν τῆς ἐκκλησίας κατέτεμον, ἀλλὰ σχισμάτων καὶ μερισμῶν τὴν ἐκκλησίαν ἐσπούδασαν ῥύσασθαι» ἀφοῦ «οὐ γὰρ ἐπισκόπων, ἀλλὰ ψευδεπισκόπων καὶ ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν» .
Οὐσιαστικὰ στὴν περίπτωση τῶν Ἰωαννιτῶν τέθηκε τὸ διαχρονικὸ καὶ πάντα κρίσιμο ἐρώτημα: Ποιός, τελικά, ἔχει ἐκκλησιαστικὸ φρόνημα; Αὐτὸς ποὺ συμμορφώνεται μὲ τὴν παρανομία καὶ τὴν ἀσέβεια καί ὑποτάσσεται δουλικὰ ὑπηρετώντας ὄχι τὴν ἀλήθεια ἀλλὰ διαφορὲς σκοπιμότητες πρὸς ἴδιον, συνήθως, ὄφελος ἢ αὐτὸς ποὺ ἀγωνιᾶ γιὰ τὴν ἀλήθεια καὶ ἀγωνίζεται μὲ ταπείνωση καὶ φόβο Θεοῦ καταβάλλοντας ἐνίοτε καὶ αὐξημένο προσωπικὸ κόστος;
Ἡ Ἐκκλησία τὸ 438 μ.Χ., 30 χρόνια μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Μεγάλου Πατρός, ἀποκατέστησε καὶ τυπικὰ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως Ἰωάννη καὶ δικαίωσε τὸ φρόνημα, τὸ ἦθος καὶ τοὺς ἀγῶνες τῶν Ἰωαννιτῶν καταδικάζοντας μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο ὅλες τὶς παρανομίες, ἀθλιότητες, ἀσέβειες καὶ αὐθαιρεσίες ποὺ διέπραξαν πάνω στὸ ἐκκλησιαστικὸ Σῶμα οἱ πρὸς καιρὸν ἰσχυροὶ ἐκκλησιαστικοὶ καὶ κρατικοὶ παραγόντες, οἱ πραγματικὰ σχισματικοὶ.

Ο Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος καὶ τὸ «σχίσμα» τῶν Ιωαννιτών 1.

1 Τὸ παρὸν ἄρθρο ἀφιερώνεται στὸν Ποιμενάρχη μας, Σεβασμ. Μητροπολίτη Πατρῶν κ. Χρυσόστομο, ἄγοντα σήμερα τὰ ὀνομαστήριά του μὲ τὴν ὁλὸθερμη ὑιικὴ εὐχὴ ὁ Κύριος διὰ πρεσβειῶν τοῦ ἱεροῦ Χρυσόστομου νὰ τὸν χαρίζει στὴν Ἐκκλησία Του «ὀρθοτομοῦντα τὸν λόγο τῆς Αὑτοῦ ἀληθείας».

2 ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ὁμιλία εἰς τὴν πρὸς Ἐφεσίους, 11, 5, ΕΠΕ 20, 712.

3 ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ὁμιλία εἰς τὴν πρὸς Ἐφεσίους, 4, ΕΠΕ 20, 706.

4 Α. THIERRY, Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, Μεγαλομάρτυρας μετὰ τοὺς διωγμούς, μτφρ. Θ. Σουγκάκη-Β. Τάτση, ἐκδ. «Χριστιανικὴ Ἐλπίς», Θεσσαλονίκη 20032, σ. 38.

5 Ἀναλυτικὰ βλ. A. THIERRY, σ. 36-56, 69-97.

6 ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, «Διακόνῳ Ὀλυμπιάδι» ἐπιστολὴ 14, 4, PG 52, 617.

7 ΑΓ. ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ, «Ἐγκώμιον εἰς τὸν μέγαν Ἱεράρχην καὶ Πατέρα ἡμῶν θεῖον Χρυσὸστομον…», Συγγράμματα, ἐκδ. Ἱ. Βασιλικὴ καὶ Σταυροπηγιακή Μονή Ἁγ. Νεοφὺτου, Πάφος 1999, τ. Γ΄ σ. 395.

Ἀναλυτικὰ βλ. A. THIERRY, σ. 100-160.

9 Ἀναλυτικὰ γιὰ τὴν παρὰ τὴν Δρῦ Σύνοδο βλ. A. THIERRY, σ. 161-181, ΣΤ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος, τ. Α΄ σ. 58-73.

10 ΠΑΛΛΑΔΙΟΥ ΕΛΕΝΟΠΟΛΕΩΣ, «Διάλογος ἱστορικὸς περὶ τοῦ βίου καὶ πολιτείας τοῦ μακαρίου Ἰωάννου ἐπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Χρυσοστόμου», PG 47, 30-31, A. THIERRY, σ. 204-223.

11 Ἀναλυτικότερα βλ. Α. THIERRY, σ. 224-234.

12 ΠΑΛΛΑΔΙΟΥ, «Διάλογος», ΕΠΕ 68, 158: Οἱ ἐχθροὶ τοῦ Ἁγίου «θεασάμενοι γὰρ μεταστᾶσαν τὴν Ἀντιοχέων ἐπί τὴν Ἀρμενίων κἀκεῖθεν πάλιν ἐπί τὴν Ἀντιοχέων τὴν Ἰωάννου εὐχάριστον φιλοσοφίαν ᾀδομένην, ηὔχοντο καί τὸ ζῆν ἀποῤῥῆξαι, καθάπερ ὑπὸ μαστίγων τῶν διηγημάτων βασανιζόμενοι (τοιοῦτον γὰρ ὁ μισόκαλος φθόνος)».

13 ΔΩΡ. DBAR, Τόπος θανάτου τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσόστομου, Θεσσαλονίκη 2003, στὸ https://thesis.ekt.gr/thesis BookReader/id/37196?lang=el#page/1/mode/2up

14 ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ἐπιστολὴ 125, «Πρὸς Κυριακὸν ἐπίσκοπον ἐν ἐξορίᾳ ὄντα καὶ αὐτόν», PG 52, 685, ΕΠΕ 38, 240-242).

15 ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, ἐπιστολή 120, «Θεοδώρᾳ», ΕΠΕ 38, 218: «Ἀνηλώθημεν, ἐδαπανήθημεν, μυρίους ἀπεθάνομεν θανάτους· καὶ ταῦτα ἴσασιν ἀκριβέστερον ἀπαγγεῖλαι οἱ τὰ γράμματα ἐγχειρίζοντες, καὶ ταῦτα βραχείαν ροπὴν ἡμῖν συγγενόμενοι· πρὸς οὓς οὐδὲ διαλεχθῆναί τί μικρὸν ἠδυνήθημεν, ὑπό τῶν συνεχῶν πυρετῶν καταβεβλημένοι, οὓς ἔχων καὶ ἐν νυκτὶ καὶ ἐν ἡμέρᾳ ὁδοιπορεῖν ἠναγκαζόμην, καὶ θάλπει πολιορκούμενος, καὶ ὑπὸ ἀγρυπνίας διαφθειρόμενος, καὶ ὑπό τῆς τῶν ἐπιτηδείων ἐρημίας ἀπολλύμενος, καί τῆς τῶν προστησομένων ἀπορίας. Καὶ γάρ τῶν τὰ μέταλλα ἐργαζομένων, καί τὰ δεσμωτήρια οἰκούντων χαλεπώτερα καὶ πεπόνθαμεν καὶ πάσχομεν. Ὀψὲ δὲ πότε καὶ μόλις ἐπέτυχον τῆς Καισαρείας, ὡς ἀπὸ χειμῶνος εἰς γαλήνην καὶ εἰς λιμένα ἐλθών. Ἀλλ’ οὐδὲ ὁ λιμὴν οὗτος ἴσχυσεν ἀνακτήσασθαι τὰ ἀπό τοῦ κλυδωνίου κακά· οὕτω καθάπαξ ἡμᾶς ὁ ἔμπροσθεν χρόνος κατειργάσατο. Ἀλλ’ ὅμως ἐλθὼν εἰς τὴν Καισάρειαν, μικρὸν ἀνέψυξα, ὅτι ὕδατος ἔπιον καθαροῦ, ὅτι ἄρτου οὐκ ὀδωδότος οὐδὲ κατεσκληκότος μετέλαβον, ὅτι οὐκ ἔτι ἐν τοῖς κλάσμασι τῶν πίθων ἐλουόμην, ἀλλ’ εὗρον βαλανεῖον οἷον δήποτε, ὅτι συγκεχώρημαι τέως τῇ κλίνη προσηλῶσθαι. Ἐνῆν καὶ πλείονα τούτων εἰπεῖν, ἀλλ’ ἶνα μὴ συγχέω σου τὴν μάθησιν, μέχρι τούτου ἵστημι τὸν λόγον, ἐκεῖνο προστιθείς, ὅτι μὴ παύση ὀνειδίζουσα τοῖς ἀγαπῶσιν ἡμᾶς, ὅτι τοσούτους ἔχοντες ἐραστάς, καὶ τοσαύτην δύναμιν περιβεβλημένους, οὐκ ἐτύχομεν οὗ τυγχάνουσιν οἱ κατάδικοι, ὥστε εἰς ἡμερώτερον καὶ ἐγγύτερον ποὺ κατοικισθῆναι τόπον· ἀλλὰ καί τοῦ σώματος ἡμῖν ἀπαγορεύσαντος, καί τοῦ φόβου τῶν Ἰσαύρων πάντα πολιορκοῦντος, τῆς μικρᾶς ταύτης καὶ εὐτελοῦς οὐκ ἐπετύχομεν χάριτος. Δόξα τῷ Θεῷ καὶ διὰ τοῦτο. Οὐ παυόμεθα γὰρ αὐτὸν ἐπὶ πᾶσι δοξάζοντες. Εἴη τὸ ὄνομα αὐτοῦ εὐλογημένον εἰς τοὺς αἰῶνας».

16 ΠΑΛΛΑΔΙΟΥ, «Διάλογος», ΕΠΕ 68, 156.

17 ΜΑΡΤΥΡΙΟΥ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ, PG 47, ΧLIII.

18 ΠΑΛΛΑΔΙΟΥ, «Διάλογος», ΕΠΕ 68, 156.

19 ΑΓ. ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ, «Ἐγκώμιον εἰς τὸν μέγαν Ἱεράρχην καὶ Πατέρα ἡμῶν θεῖον Χρυσὸστομον…», Συγγράμματα, ἐκδ. Ἱ. Βασιλικὴ καὶ Σταυροπηγιακή Μονή Ἁγ. Νεοφὺτου, Πάφος 1999, τ. Γ΄ σ. 400.

20 Α. THIERRY, σ. 281-284, 366-370.

21 Προκαλεῖ συγκίνηση ἡ ψυχικὴ ἔνταση μέ τὴν ὁποία γράφει στὸν πρεσβύτερο Κωνσταντῖνο γιὰ νὰ ἀναλάβει τὴν ἱεραποστολή στὴ Φοινίκη, ἂν ἀναλογιστοῦμε τὴ δεινὴ θέση στὴν ὁποία βρισκόταν ὁ Χρυσόστομος ἀναμένοντας τὴν ἀπόφαση γιά τὸν τόπο ἐξορίας (ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, «Κωνσταντίνῳ πρεσβυτέρῳ», PG, 52, 732-733).

22 Α. THIERRY, σ. 370-373.

23 Α. THIERRY, σ. 373-377.

24 ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, «Κωνσταντίνῳ πρεσβυτέρῳ», PG, 52, 732-733

25 ΑΓ. ΣΥΜΕΩΝ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗΣ, «Εἰς τὸν βίον τοῦ Ἰ. Χρυσοστόμου», PG 114, 1193.

26 ΛΕΩΝ ΣΤ, «Λόγος ἐγκωμιαστικὸς εἰς τὸν μέγαν τοῦ Θεοῦ ἀρχιερέα… Ἰωάννην τὸν Χρυσόστομον», PG 107, 288.

27 ΣΩΖΟΜΕΝΟΣ, «Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία» 8, 23, PG 67, 1573D-1576Α: «Ἔπει γὰρ αὐτῷ καὶ τοῖς σὺν αὐτῷ συνοῦσι κοινωνεῖν ἢ συνεύχεσθαι οὐκέτι ἀνεκτὸν ἡγοῦντο, ἀναμεμειγμένων αὐτοῖς τῶν ἐπιβούλων Ἰωάννου, καθ’ ἑαυτοὺ δέ, ὡς εἴρηται, συνιέντας ἐν ταῖς ἐσχατιαῖς τῆς πόλεως ἐκκλησίαζον, κοινοῦται βασιλεῖ περὶ τούτου. Συνηγμένοις δὲ συνταγματάρχης ἅμα στρατιώταις ἐμβαλεῖν ἐπιτραπείς, τὸ μὲν πλῆθος παίων ξύλοις καὶ λίθοις, εἰς φυγεῖν τρέπει. τοὺς δὲ ἐπισημότερον καὶ προθυμότερον τὰ Ἰωάννου ζηλοῦντας, ἐν φρουρᾷ ποιεῖται… Μεγίστης δὲ ταραχῆς καὶ οἰμωγῆς ἀνὰ τὴν πόλιν συμβάσης, οὐδ’ οὕτως μετέθεντο τοῦ περὶ Ἰωάννη φίλτρου».

28 A. THIERRY, σ. 189-190.

29 Γιά τὸ ἦθος καί τὴν ἄνοδο τοῦ Πορφυρίου στὸν θρόνο τῆς Ἀντιόχειας βλ. A. THIERRY, σ. 311-315.

30 ΠΑΛΛΑΔΙΟΥ, «Διάλογος», ΕΠΕ 68, 154-156: Ἐκδόθηκαν δύο αὐτοκρατορικὲς «ἀντιγραφές». Μία γιὰ ἐπισκόπους καὶ μία γιὰ λαϊκοὺς: «Εἶχεν δὲ ἡ μὲν κατὰ τῶν ἐπισκόπων ἀντιγραφὴ τὴν ἀπειλὴν ταύτην “εἰ τις οὐ κοινωνεῖ τῶν ἐπισκόπων Θεοφίλῳ καὶ Πορφυρίῳ καὶ Ἀττικῷ, τῆς μὲν ἐκκλησίας ἐκβαλέσθω, τῆς δὲ ἰδίας τῶν πραγμάτων οὐσίας ῥιπτέσθω”. Ἐντεῦθεν οἱ μὲν καταβαρυνόμενοι τῷ τῶν πραγμάτων φορτίῳ καὶ ἄκοντες κοινωνοῦσιν (ὅσοι πιέζονταν ἀπὸ τὴ μεγάλη τους περιουσία κοινωνοῦσαν καὶ χωρὶς τὴ θέλησή τους), οἱ πενέστεροι καὶ εἰς πίστιν ὑγιῆ ἀσθενέστεροι ὑποσχέσεσι δώρων τινῶν συνεσύροντο εἰς κοινωνίαν (οἱ πιό φτωχοί καὶ ἀσθενεῖς στήν ὀρθὴ πίστη δελεάζονταν ἀπὸ δῶρα), οἱ δὲ γένους καὶ πραγμάτων καὶ δόξης φθαρτῆς καὶ θλίψεως σωματικῆς ὑπεριδόντες φυγῇ τὴν τῆς ψυχῆς εὐγένειαν διεφύλαττον (ἄλλοι περιφρονώντας καταγωγὴ καὶ περιουσία καὶ δόξα φθαρτὴ καὶ θλίψη σωματικὴ διαφύλαξαν τὴν ἀξιοπρέπειά τους καὶ ἔφυγαν μακρυὰ γιά νὰ μὴν κοινωνήσουν)… Ἔφθανον δὲ οἱ μὲν ἐν τῇ Ῥώμη, οἱ δὲ ἐν τοῖς ὄρεσιν, ἕτεροι δὲ ἐν τοῖς τῶν ἀσκητῶν φροντιστηρίοις διεσῴζοντο ἐκ τῆς Ἰουδαϊκῆς πονηρίας. Ἡ δὲ κατὰ τῶν λαϊκῶν ἀντιγραφὴ περιεῖχεν. “Τοὺς μὲν ἐν ἀξιώμασιν ἐκπίπτειν τῆς κατὰ τὰς ἀρχὰς ἀξίας (ἔχαναν τὸ ἀξίωμά τους), τοὺς δὲ στρατιώτας τὰς ζώνας ἀπολεῖν (στεροῦνταν τὸν ὁπλισμό τους), τοὺς δὲ λοιπούς δήμους καὶ χειροτέχνας, χρυσίῳ πολυολκεῖ προστιμηθέντας, ὑποβάλλεσθαι ἐξορίᾳ (οἱ πολῖτες καὶ οἱ τεχνῖτες πλήρωναν πρόστιμο καὶ ἐξορίζονταν)”. Πλὴν ὅμως καὶ ταῦτα ἐπράττετο καὶ αἱ προσευχαὶ τῶν σπουδαίων ἐν τῷ ὑπαίθρῳ ἐπετελοῦντο μετὰ πολλῆς τῆς κακοπαθείας, φιλίᾳ τῇ πρὸς τὸν Σωτῆρα (παρ’ ὅλα αὐτὰ μὲ μεγάλη ταλαιπωρία οἱ ἀκολουθίες τελοῦνταν στὴν ὕπαιθρο λόγῳ τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Σωτῆρα)».

31 ΠΑΛΛΑΔΙΟΥ, «Διάλογος», ΕΠΕ 68, 267-275.

32 Βλ. καὶ A. THIERRY, σ. 239-240, 263-274, 316-317, 389-391.

33 ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, «Πρός τοὺς σκανδαλισθέντας ἐπὶ ταῖς δυσημερίαις ταῖς γενομέναις, καί τῇ τοῦ λαοῦ καὶ πολλῶν ἱερέων διώξει καὶ διαστροφῇ», ΕΠΕ 33, 612.

34 ΑΓ. ΣΥΜΕΩΝ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗΣ, «Εἰς τὸν βίον τοῦ Ἰ. Χρυσόστομου», PG 114, 1193-1196.

35 ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ὁμιλία εἰς τὴν πρὸς Ἐφεσίους, 4, ΕΠΕ 20, 708.

36 ΠΑΛΛΑΔΙΟΥ, «Διάλογος», PG 47, 35.

37 ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, «Πρός τοὺς σκανδαλισθέντας ἐπὶ ταῖς δυσημερίαις ταῖς γενομέναις, καί τῇ τοῦ λαοῦ καὶ πολλῶν ἱερέων διώξει καὶ διαστροφῇ», ΕΠΕ 33, 608: «νόμοις πατρώοις καὶ θεσμοῖς Ἐκκλησίας ἐπηρεασθεῖσι παραστάντες».

38 ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, ἐπιστολὴ 174, «Τοῖς ἐν Χαλκηδόνι ἐγκεκλεισμένοις ἐπισκόποις, πρεσβυτέροις τε καὶ διακόνοις», ΕΠΕ 38, 324-325.

39 ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, ἐπιστολὴ 148, «Κυριακῷ, Δημητρίῳ, Παλλαδίῳ, Εὐλυσίῳ, ἐπισκόποις», ΕΠΕ 38, 288.

40 ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, «Πρός τοὺς σκανδαλισθέντας ἐπὶ ταῖς δυσημερίαις ταῖς γενομέναις, καί τῇ τοῦ λαοῦ καὶ πολλῶν ἱερέων διώξει καὶ διαστροφῇ», ΕΠΕ 33, 632.

41 ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, «Πρός τοὺς σκανδαλισθέντας ἐπὶ ταῖς δυσημερίαις ταῖς γενομέναις, καί τῇ τοῦ λαοῦ καὶ πολλῶν ἱερέων διώξει καὶ διαστροφῇ», ΕΠΕ 33, 608-610.

42 ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, «Πρός τοὺς σκανδαλισθέντας ἐπὶ ταῖς δυσημερίαις ταῖς γενομέναις, καί τῇ τοῦ λαοῦ καὶ πολλῶν ἱερέων διώξει καὶ διαστροφῇ», ΕΠΕ 33, 630-632.

43 ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, ἐπιστολὴ 94, «Πενταδίᾳ διακόνῳ», ΕΠΕ 38, 168.

44 ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, ἐπιστολὴ 94, «Πενταδίᾳ διακόνῳ», ΕΠΕ 38, 186.

45 ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, ἐπιστολὴ 174, «Τοῖς ἐν Χαλκηδόνι ἐγκεκλεισμένοις ἐπισκόποις, πρεσβυτέροις τε καὶ διακόνοις», ΕΠΕ 38, 324-325.

46 ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, ἐπιστολὴ 148, «Κυριακῷ, Δημητρίῳ, Παλλαδίῳ, Εὐλυσίῳ, ἐπισκόποις», ΕΠΕ 38, 288-289.

47 ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, ἐπιστολὴ 174, «Τοῖς ἐν Χαλκηδόνι ἐγκεκλεισμένοις ἐπισκόποις, πρεσβυτέροις τε καὶ διακόνοις», ΕΠΕ 38, 324-325.

48 ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, ἐπιστολὴ 89, «Θεοδοσίῳ, ἐπισκόπῳ Σκυθοπόλεως», ΕΠΕ 38, 158-160.

49 ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ὁμιλία εἰς τὴν πρὸς Ἐφεσίους, 11, 1, ΕΠΕ 20, 686: «ἓν πνεῦμα, καλῶς εἶπε, δεικνὺς ὅτι ἀπὸ τοῦ ἑνὸς σώματος ἓν πνεῦμα ἔσται, ἢ ὅτι ἔστι μὲν σῶμα εἶναι ἓν, οὐχ ἓν δὲ πνεῦμα· ὡς ἂν εἴ τις καὶ αἱρετικῶν φίλος εἴη».

50 π. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΖΗΣΗΣ, «Σύγχρονοι ἐκκλησιολογικοὶ προβληματισμοὶ μὲ βάση τὸν Ἅγιο Ἰωάννη Χρυσόστομο», Χρυσοστομικὰ, Μελέτες καὶ ἄρθρα, Πατερικὰ 9, ἐκδ. Τὸ Παλίμψηστον, σ. 323.

51 ΠΑΛΛΑΔΙΟΥ, «Διάλογος», PG 47, 28.

52 ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ὁμιλία «εἰς τὴν πρὸς Ἐφεσίους, 4, ΕΠΕ 20, 706.

Αντιγραφή από : ΤΑΣ ΘΥΡΑΣ

Καλό Παράδεισο, λεβέντη και ομολογητή…

λεβέντη και ομολογητή

Καλό Παράδεισο, λεβέντη και ομολογητή…

 

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, ΕΛΠΙΔΑ ΣΤΙΣ ΚΑΡΔΙΕΣ ΜΑΣ

Και τα τάλαντα σου …τριπλασίασες και πολύ κόσμο στήριξες και την ζωή σου την αφιέρωσες και στην μύτη τους χώθηκες.

Οι πίκρες που έζησες και ο πόλεμος που δέχθηκες, πλέον δεν θα σε αγγίζουν.

Ο Τριαδικός Θεός ξέρει πόσο προσπάθησες, πόσο πάλεψες και πόσο άξιος ήσουν.

Εύχου και υπέρ ημών και συγχώρεσε μας…

 

…ὁ φόβος Κυρίου ἁγνός, διαμένων εἰς αἰῶνα αἰῶνος· τὰ κρίματα Κυρίου ἀληθινά, δεδικαιωμένα ἐπὶ τὸ αὐτό, ἐπιθυμητὰ ὑπὲρ χρυσίον καὶ λίθον τίμιον πολὺν καὶ γλυκύτερα ὑπὲρ μέλι καὶ κηρίον….

 



Η κηδεία του π. Δημητρίου Κοκολινάκη αύριο (Δευτέρα 12/4) 13:00 η ώρα, στην ενορία του.

Δημοφιλή Άρθρα

Τα αγαπημένα σας

είδατε ανθρώπους να καταρρέουν

Τελικά είδατε ανθρώπους να καταρρέουν, στο δρόμο, από τον Κορονοϊό;

0
Τελικά είδατε ανθρώπους να καταρρέουν, στο δρόμο, από τον Κορονοϊό;     Σίγουρα θα θυμάστε τις εικόνες τρομοκρατίας από την Κίνα πέρυσι τον Ιανουάριο... Τα ελληνικά κανάλια,...