Ορθοδοξία

Αρχική Ορθοδοξία Σελίδα 62

Οι εκπληρωμένες προφητείες για την Ανάσταση του Κυρίου (Α’ Μέρος)

Οι εκπληρωμένες προφητείες για την Ανάσταση του Κυρίου (Α’ Μέρος)

ΑΓΙΟΥ ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ

ΚΑΤΗΧΗΣΗ ΙΔ΄



[Μέρος πρώτο]

     Α. Είναι καιρός να ευφρανθείς,Ιερουσαλήμ, και να πανηγυρίσετε όλοι όσοι αγαπάτε τον Ιησού [πρβ.Ησ.66,10: «εφράνθητι, ερουσαλήμ, κα πανηγυρίσατε ν ατ, πάντες ο γαπντες ατήν, χάρητε μα ατ χαρ, πάντες σοι πενθετε π᾿ ατ»], διότι ο Κύριος αναστήθηκε. Χαρείτε όλοι, όσοι προηγουμένως είχατε πένθος, όταν ακούσατε όσα παράνομα και εγκληματικά τόλμησαν να πράξουν οι Ιουδαίοι· διότι Αυτός που εκείνοι ατίμασαν αλαζονικά, ιδού, αναστήθηκε! Και όπως το να ακούει κανείς για τη Σταύρωση είναι κάπως λυπηρό, έτσι η καλή αγγελία της Αναστάσεως ας ευφραίνει τους παρόντες. Το πένθος ας γίνει ευφροσύνη και ο θρήνος ας μεταστραφεί σε χαρά. Και ας γεμίσει το στόμα μας χαρά και αγαλλίαση, γιατί Εκείνος, μετά την Ανάστασή Του, μας είπε: «Χαίρετε(:Ν χαρεστε)» [Ματθ. 28, 9]

    Διότι διεπίστωσα τη λύπη που είχαν τις προηγούμενες ημέρες όσοι αγαπούν τον Ιησού. Επειδή όσα λέγονταν είχαν ως τέλος τον θάνατο και την Ταφή και δεν ακούστηκε η καλή αγγελία της Αναστάσεως, η καρδιά τους περίμενε με ιερή αγωνία να ακούσει εκείνο που ποθούσαν. Αναστήθηκε λοιπόν ο νεκρός, ο «ελεθερος ανμεσα στος νεκρος»[πρβλ. Ψαλμ.87,5: «προσελογίσθην μετ τν καταβαινόντων ες λάκκον, γενήθην σε νθρωπος βοήθητος ν νεκρος λεύθερος(:θεωρήθηκα όμοιος με εκείνους, οι οποίοι κατέρχονται στο βαθύ λάκκο του τάφου. Έγινα σαν άνθρωπος που στερείται οποιασδήποτε βοήθειας, εγκαταλελειμμένος ανάμεσα στους νεκρούς, μακριά από κάθε επικοινωνία με τους ζωντανούς)»] και ελευθερωτής των νεκρών. Εκείνος που με υπομονή δέχτηκε να φορέσει το ατιμωτικό ακάνθινο στεφάνι, Αυτός, αφού αναστήθηκε, φόρεσε το διάδημα της νίκης κατά του θανάτου.

Β . Αλλά όπως ακριβώς παραθέσαμε τις μαρτυρίες περί του Σταυρού, έτσι και τώρα, έλα να επιβεβαιώσουμε και να παρουσιάσουμε τις αποδείξεις περί της Αναστάσεως. Διότι ο Απόστολος που διαβάσαμε λέει: «κα τι τάφη, κα τι γήγερται τ τρίτη μέρ κατ τς γραφάς(:και ότι ενταφιάστηκε και αναστήθηκε την τρίτη ημέρα, σύμφωνα με όσα προφητεύτηκαν στις Γραφές)» Κορ. 15, 4]. Και εφόσον ο Απόστολος μάς παραπέμπει στις μαρτυρίες των Γραφών, είναι καλό για μας να γνωρίσουμε την ελπίδα της σωτηρίας μας και να μάθουμε πρώτα, αν οι θείες Γραφές μάς λένε ποιος είναι ο καιρός που έγινε η Ανάστασή Του. Άραγε έγινε το καλοκαίρι ή το φθινόπωρο ή μετά το χειμώνα και σε ποιο τόπο έγινε η Ανάστασή Του και ποιο είναι το όνομα του τόπου που διακηρύχτηκε από τους λαμπρούς Προφήτες ως τόπος της Αναστάσεώς Του; Και αν οι γυναίκες που Τον ζητούσαν και δεν Τον εύρισκαν, όταν Τον βρήκαν πάλι, χάρηκαν. Ώστε όταν διαβάζεται το άγιο Ευαγγέλιο, να μη θεωρούνται ότι είναι μύθοι ή επικά πολύλογα και φανταστικά αφηγήματα αυτά που μας εξιστορεί.

Γ΄ Ότι λοιπόν ενταφιάστηκε ο Σωτήρας το ακούσατε σαφώς στην προηγούμενη διάλεξη που ο προφήτης Ησαΐας έλεγε:«σται ν ερήν ταφ ατο(:θα επικρατήσει ειρήνη στην ταφή Του)» [Ησ. 57, 2]· διότι με την ταφή Του έφερε ειρήνη ανάμεσα στον ουρανό και στη γη, οδηγώντας τους αμαρτωλούς στον Θεό· και ότι «π γρ προσώπου δικίας ρται δίκαιος(:ο δίκαιος πάρθηκε από τα χέρια των αδίκων)» [Ησ. 57, 1] και «σται ν ερήν ταφ ατο(:θα επικρατήσει ειρήνη στην ταφή Του)» [Ησ. 57, 2] κα «δώσω τος πονηρος ντ τς ταφς ατο(:και θα παραδοθούν οι πονηροί ως αντάλλαγμα για τον θάνατό Του)» [Ησ. 53, 9]. 

     Επίσης η προφητεία του Ιακώβ που μας λέει: «ναπεσν κοιμήθη ς λέων κα ς σκύμνος· τίς γερε ατόν;(:έπεσε και κοιμήθηκε όπως κοιμάται το λιοντάρι και το λιονταρόπουλό του· ποιος θα Τον ξυπνήσει;)» [Γέν. 49,9]. Είναι και το παραπλήσιο χωρίο που υπάρχει στο βιβλίο των «Αριθμών»: «Κατακλιθες νεπαύσατο ς λέων κα ς σκύμνος· τίς ναστήσει ατόν;(:κατακλθηκε κα αναπαθηκε, όπως το λιοντρι και το λιονταρπουλ του· ποιος θα αναστήσει Αυτόν;)» [Αριθ. 24, 9]. Αλλά και ο Ψαλμός το λέει και το έχετε ακούσει πολλές φορές:«κα ες χον θανάτου κατήγαγές με(:και επέτρεψες να καταπέσω στο χώμα του τάφου και του θανάτου)» [Ψαλμ. 21, 16]. Για τον τόπο ήδη το επισημάναμε με αυτό που λέει:«κούσατέ μου, ο διώκοντες τ δίκαιον κα ζητοντες τν Κύριον, μβλέψατε ες τν στερεν πέτραν, ν λατομήσατε(:ακούστε με εσείς που επιδιώκετε το δίκαιο και ζητείτε πάντοτε τον Κύριο και την βοήθειά Του. Παρατηρήστε τον στερεό βράχο, τον οποίο λατομήσατε)» [Ησ. 51, 1]. Τώρα στη συνέχεια, ας παρουσιάσουμε τις μαρτυρίες γι᾿ αυτή την Ανάστασή Του.

Δ . Λέει λοιπόν πρώτα-πρώτα στον ενδέκατο Ψαλμό:« π τς ταλαιπωρίας τν πτωχν κα π το στεναγμο τν πενήτων, νν ναστήσομαι, λέγει Κύριος(:εξαιτίας της κακοπάθειας των φτωχών και των στεναγμών των στερημένων και καταπιεζομένων, θα αναστηθώ τώρα, λέει ο Κύριος)»[Ψαλμ. 11,6]. Αλλά αυτό το χωρίο για μερικούς είναι αμφίβολο, επειδή πολλές φορές ο Κύριος ξεσηκώνεται, για να λάβει εκδίκηση από τους εχθρούς

    Έλα όμως στο δέκατο πέμπτο Ψαλμό που λέει σαφώς: «Φύλαξόν με, Κύριε, τι π σο λπισα(:φύλαξέ με, Κύριε, διότι σε Σένα στήριξα τις ελπίδες μου)» [Ψαλμ. 15, 1]. Και μετά από αυτά: «ο μ συναγάγω τς συναγωγς ατν ξ αμάτων, οδ᾿ ο μ μνησθ τν νομάτων ατν δι χειλέων μου(:δεν θα συναθροίσω ποτέ λατρευτικές συνάξεις από ανθρώπους μολυσμένους με αίμα αδικοχυμένο, ούτε θα θυμηθώ και ούτε θα αναφέρω με τα χείλη μου τα ονόματά τους)» [Ψαλμ. 15, 4], διότι Εμένα με αρνήθηκαν και θεώρησαν βασιλιά τους τον Καίσαρα. Και συνεχίζει: «προωρώμην τν Κύριον νώπιόν μου διαπαντός, τι κ δεξιν μού στιν, να μ σαλευθ(:έβλεπα τον Κύριο πάντοτε μπροστά μου, πραγματικά ήταν στα δεξιά μου, για να με προστατεύει για να μην κλονιστώ)» [Ψαλμ. 15, 8]. Και λίγο παρακάτω: «τι δ κα ως νυκτς παίδευσάν με ο νεφροί μου (:ακόμη και τη νύχτα με παιδαγωγούσαν οι νυγμοί της συνειδήσεώς μου)» [Ψαλμ. 15, 7]. 

    Μετά επίσης από αυτά σαφέστατα λέει: «τι οκ γκαταλείψεις τν ψυχήν μου ες δην, οδ δώσεις τν σιόν σου δεν διαφθοράν (:δεν θα εγκαταλείψεις την ψυχή μου στον άδη, ούτε θα επιτρέψεις σε αυτόν που σου είναι αφοσιωμένος να δοκιμάσει τη φθορά και την αποσύνθεση)»[Ψαλμ. 15,10]. Δεν είπε: «ούτε θα επιτρέψεις σε Αυτόν που σου είναι αφοσιωμένος να δοκιμάσει θάνατο», γιατί τότε δεν θα πέθαινε, αλλά τι είπε; «Τη φθορά και την αποσύνθεση δεν θα επιτρέψεις να τη γνωρίσω. Όσο για τον θάνατο, δεν θα παραμείνω κάτω από την εξουσία του για πολύ». «γνώρισάς μοι δος ζως(:με έκανες να γνωρίσω δρόμους ζωής μέσα στον τάφο)» [Ψαλμ. 15, 11]. Και να, που σαφώς κηρύττεται ότι μετά το θάνατο έρχεται η ζωή.

   Έλα και στον εικοστό ένατο Ψαλμό:«ψώσω σε, Κύριε, τι πέλαβές με κα οκ εφρανας τος χθρούς μου π᾿ μέ(:θα σε δοξάσω, Κύριε, διότι με προστάτευσες και δεν έπεσα, ώστε να ευφρανθούν οι εχθροί μου, βλέποντας την καταστροφή μου)»[ Ψαλμ. 29, 2]. Τι είναι αυτό που σου έκανε ο Κύριος; Από τους εχθρούς γλύτωσες ή απαλλάχτηκες από τις μέλλουσες τιμωρίες; Αυτός ο ίδιος ο Ψαλμός σαφέστατα αναφέρει πιο κάτω:«Κύριε, νήγαγες ξ δου τν ψυχήν μου(:Κύριε, έβγαλες από τον άδη την ψυχή μου)» [Ψαλμ. 29,4]. Προηγουμένως είπε «δεν θα εγκαταλείψεις στον άδη την ψυχή μου», με προφητική ενόραση, και εδώ αναφέρει αυτό που πρόκειται να γίνει, σαν να έχει ήδη γίνει:  «Κύριε, νήγαγες ξ δου τν ψυχήν μου, σωσάς με π τν καταβαινόντων ες λάκκον(:Κύριε, έβγαλες την ψυχή μου από τον άδη και με έσωσες, για να μην είμαι ανάμεσα στους νεκρούς που κατεβαίνουν στο λάκκο του τάφου)» [Ψαλμ. 29,4]

    Πότε θα γίνει αυτό το γεγονός; «Τ σπέρας αλισθήσεται κλαυθμς κα ες τ πρωΐ γαλλίασις(:το εσπέρας θα διανυκτερεύσει μαζί μας ο κλαυθμός και το πρωί η χαρά και η αγαλλίαση)» [Ψαλμ. 29, 6]. Και πραγματικά. Αργά το βράδυ οι μαθητές είχαν θλίψη και πένθος και το πρωί ήρθε η χαρά και η ευφροσύνη της Αναστάσεως.

Ε . Θέλεις να μάθεις και τον τόπο; Λέει λοιπόν στο Άσμα Ασμάτων: «Ες κπον καρύας κατέβην δεν (:κατέβηκα στον κήπο που είναι οι καρυδιές)»[Άσμα 6, 11]. Ήταν κήπος και εκεί όπου σταυρώθηκε. Τώρα βέβαια μπορεί να καλλωπίστηκε πάρα πολύ με τις βασιλικές επιχορηγήσεις και δωρεές, αλλά ήταν κήπος πριν και ακόμη και τώρα παραμένουν τόσα στοιχεία χαρακτηριστικά που το φανερώνουν. «Κπος κεκλεισμένος, πηγ σφραγισμένη(:Κήπος περιφραγμένος, πηγή σφραγισμένη)» [ Άσμα 4, 12] από τους Ιουδαίους, οι οποίοι έλεγαν «μνήσθημεν τι κενος πλάνος επεν τι ζν, μετ τρες μέρας γείρομαι. κέλευσον ον σφαλισθναι τν τάφον ως τς τρίτης μέρας, μήποτε λθόντες ο μαθητα ατο νυκτς κλέψωσιν ατν κα επωσι τ λα, γέρθη π τν νεκρν· κα σται σχάτη πλάνη χείρων τς πρώτης(:θυμηθήκαμε ότι εκείνος ο πλάνος είπε, ενώ ζούσε ακόμη, ότι μετά από τρεις ημέρες θα αναστηθώ, δώσε λοιπόν διαταγή να ασφαλίσουν τον τάφο μέχρι την τρίτη ημέρα, μήπως έλθουν οι μαθητές του μέσα στη νύχτα και τον κλέψουν, και πουν στο λαό ότι αναστήθηκε από τους νεκρούς. Και θα είναι η τελευταία αυτή πλάνη του λαού χειρότερη από την πρώτη, που τον πίστεψαν ως Μεσσία)» [Ματθ. 27, 63-64] και τα περαιτέρω· «ο δ πορευθέντες σφαλίσαντο τν τάφον σφραγίσαντες τν λίθον μετ τς κουστωδίας(:και οι Ιουδαίοι πήγαν και ασφάλισαν τον τάφο. Έβαλαν δηλαδή σφραγίδες στον λίθο που σκέπαζε το μνημείο. Και τοποθέτησαν εκεί τη φρουρά)» [Ματθ. 27, 66]. 

    Καλά είπε γι᾿ αυτούς κάποιος, απευθυνόμενος προς τον Ιησού: «ες νάπαυσιν ατν κρινες; (:κι Εσύ Κύριε, θα τους αφήσεις να αναπαύονται στη σιγουριά τους;)» [Ιώβ 7, 18].  Ποια είναι τώρα η πηγή η σφραγισμένη; Ή ποιος είναι εκείνος που ερμηνεύεται ως «πηγή φρέατος με ζωντανό νερό;» [πρβλ. Άσμα 4, 15: «Πηγ κήπου κα φρέαρ δατος ζντος κα οιζοντος π το Λιβάνου]. Αυτός είναι ο Σωτήρας, για τον Οποίο έχει γραφεί:«τι παρ σο πηγ ζως, ν τ φωτί σου ψόμεθα φς(:διότι σε Σένα υπάρχει ανεξάντλητη πηγή ζωής, στο δικό σου το φως θα δούμε το αληθινό φως)» [Ψαλμ. 35, 10].

     Αλλά τι λέει ο προφήτης Σοφονίας, σαν να μιλάει ο Ίδιος ο Κύριος σε καθέναν από τους Μαθητές Του; «τοιμάζου, ρθρισον, φθαρται πσα πιφυλλς ατν(:ετοιμάσου, λοιπόν, ξύπνα πρωί-πρωί, διότι έχουν πλέον καταστραφεί οι πονηροί άρχοντες και όλες οι παραφυάδες τους, ακόμα και τα τελευταία υπολείμματά τους)»[Σοφ.3,7]. Και είναι φανερό ότι εννοεί τους Ιουδαίους, οι οποίοι δεν έχουν να επιδείξουν κανένα καρπό —κανένα έργο— που να φανερώνει ότι επιθυμούν τη σωτηρία τους. Δεν έχουν να επιδείξουν ούτε καν κάποιους μικρούς και ασήμαντους καρπούς που θα μπορούσαν να θεωρηθούν απομεινάρια —καμπανάρια— από τον τρύγο του αμπελιού, εφόσον ξεριζώνεται ολοκληρωτικά το αμπέλι τους (η φυλή τους βγαίνει οριστικά έξω από το χώρο της σωτηρίας).

    Και συνεχίζει στο ίδιο κείμενο του Προφήτη και λέει:«Δι τοτο πόμεινόν με, λέγει Κύριος, ες μέραν ναστάσεώς μου ες μαρτύριον(:γι᾿ αυτό υπόμεινέ με, λέει ο Κύριος, μέχρι την ημέρα που θα αναστηθώ στο Μαρτύριο)» [Σοφον. 3, 8]. Βλέπεις ότι ο Προφήτης προγνώριζε ότι και ο τόπος της Αναστάσεως θα επονομαστεί Μαρτύριο; 

     Για ποιο λόγο λοιπόν, κατά τις υπόλοιπες Εκκλησίες, να μην καλείται και ο τόπος αυτός του Γολγοθά και της Αναστάσεως «Εκκλησία», αλλά Μαρτύριο; Ίσως όμως να ονομάζεται έτσι γιατί και ο Προφήτης έτσι το ονόμασε όταν είπε: «ες μέραν ναστάσεώς μου ες μαρτύριον(:μέχρι την ημέρα που θα αναστηθώ στο Μαρτύριο)» [Σοφον. 3, 8].

                                                                            [Συνεχίζεται]             

                 ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,

             επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ:

  • «Κατηχήσεις Αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων», εκδ. ‘’Ετοιμασία’’, Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Καρέα 1999, κατήχηση φωτιζομένων ΙΔ΄,σελίδες 400-407.
  • http://www.imaik.gr/?p=221
  • Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
  • Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
  • Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
  • Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016
  • http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
  • http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
  • http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm

Τρικυμίες και ναυάγια (Γεώργιος Κ. Τζανάκης)

Τρικυμίες και ναυάγια.

Γεώργιος Κ. Τζανάκης.  Ἀκρωτήρι Χανίων. 6 Ἰουλίου 2022

Εἰσαγωγικά.

Δυστυχῶς, ἀναγκαζόμαστε πάλι νὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ τοὺς λόγους ἀνθρώπων ποὺ ἡ ἐκκλησία μας τοὺς ἔχει δώσει ἀρχιερατική ἀξία. Ἀναφέρω  τὸ «δυστυχῶς»  διότι δὲν νομίζω κανεὶς φυσιολογικὸς καὶ -κατὰ δύναμιν- πιστὸς στὴν ἐκκλησία ἄνθρωπος νὰ εὐχαριστῇται ὅταν ἀναγκάζεται νὰ πῇ λόγους ὄχι ἐπαινετικοὺς γιὰ κάποιον ἄλλον, -πολὺ περισσότερον δὲ ὅταν ὁ ἄλλος εἶναι ἀρχιερεῦς τῆς Ὀρθοδόξου ἐκκλησίας.

 

Ἀφορμὴ τὸ δημοσίευμα τοῦ Μητροπολίτου Μεσογαίας καὶ Λαυρεωτικῆς Νικολάου (Χατζηνικολάου) στὸ ἔντυπο «Ἀχιλλίου Πόλις» τῆς Ἰ.Μ. Λαρίσης καὶ Τυρνάβου, τεῦχος 07, Μάϊος 2022 σελ.10-39. (Στὸ ἐξῆς ΑΠ7), μὲ τίτλο «Πνευματικὴ Θεώρησι τοῦ ἀντιεμβολιαστικοῦ ἰδεολογήματος»

Τὸ περιοδικὸ χαρακτηρίζεται ὡς «ἐπιστημονικὴ περιοδικὴ ἔκδοσι» καὶ τὸ συγκεκριμένο  δημοσίευμα, ὅπως καὶ ἀρκετὰ ἄλλα, προσπαθεῖ α) νὰ δοξάσῃ τὸν ἅγιο Θεὸ «γιὰ τὸ πολύτιμο δῶρο ποὺ ἔδωσε στὸν ἄνθρωπο καὶ λέγεται νοῦς!»  β) «Νὰ κατανοήσουμε τὰ ὅριά μας! Νὰ παραδεχτοῦμε ὅτι δὲν εἴμαστε παντογνῶστες, οὔτε ἐπαΐοντες ἐπὶ παντὸς ἐπιστητοῦ»  καὶ γ) «Νὰ πολεμήσουμε τὴν συκοφαντία ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων τῆς Ἐκκλησίας! Συστηματικὰ καὶ συγκεκριμένα χαλκεῖα στὸν ἔντυπο καὶ ἠλεκτρονικὸ τύπο ἀποδίσουν ἀνύπαρκτες κατηγορίας καὶ βυσσοδομοῦν ἐναντίον Συνόδων, Πατριαρχῶν, Μητροπολιτῶν Κληρικῶν ποὺ τηροῦν τὸ αὐτονόητο. Τὴν ὑπακοή τους στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ!», ὅπως λέγει στὴν εἰσαγωγὴ τοῦ περιοδικοῦ μὲ τίτλο ΤΡΙΚΥΜΙΑ ὁ κατὰ νόμον ὑπέυθυνος τοῦ περιοδικοῦ Μητροπολίτης Τυρνάβου καὶ Λαρίσης Ἰερώνυμος. (ΑΠ7 σελ.10)

Τὸ πρῶτο καὶ τὸ δεύτερο σημεῖο εἶναι αὐτονόητα γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους παντοῦ καὶ πάντοτε.  Δηλαδὴ ὅτι ὁ νοῦς -ὡς διάνοια τὸν ἐννοεῖ ὁ συγγραφεῦς, ἐργαστήριον λογισμῶν καὶ συμπερασμάτων- εἶναι πολύτιμο Θεῖον δῶρο -ἄρα πρέπει καὶ νὰ καθαρίζεται , αὐτεξουσίως βεβαίως καὶ ὅχι διὰ τῆς λεγομένης πλύσεως ἐγκεφάλου, καὶ, κυρίως, νὰ χρησιμοποιεῖται· καὶ ὅτι κανεὶς δὲν εἶναι παντογνώστης -ἀπὸ τὸ «ἕν οἶδα ὅτι οὐδὲν οἴδα» τοῦ Σωκράτη ἔως τὸ «εἰ τὶς δοκεῖ εἰδέναι τὶ οὐδέπω οὐδὲν ἔγνωκε καθὼς δεῖ γνῶναι» (Πρὸς Κορινθίους Α΄ 8,2) τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Ἄρα, ὑποθέτω ὅτι, ἡ ἐπιστημοσύνη καὶ ἡ ἀρχιερατικὴ ἰδιότης τοῦ Λαυρεωτικῆς ἐπιστρατεύτηκαν γιὰ τὸ τρίτο σημεῖο.

Γιὰ νὰ ὑπηρετηθῇ ὅμως αὐτὸς ὁ στόχος ὁπωσδήποτε θὰ πρέπει νὰ τηρηθοῦν οἱ δύο προηγούμενοι δηλαδὴ καὶ νὰ χρησιμοποιηθῇ ὁ νοῦς, ἡ διάνοια τοῦ γράφοντος κατὰ τρόπο ἐπιστημονικὸ, δηλαδὴ ἀληθὴ καὶ ὄχι σοφιστικὸ·καὶ νὰ μὴν ξεχνάει ὅτι καὶ αὐτὸς ὑπόκειται στὸν περιορισμὸ τῆς ἐπιμέρους γνώσεως, ὅτι δηλαδὴ δὲν εἶναι παντογνώστης. Ἐπίσης ὅτι ἀπευθύνεται σὲ συνανθρώπους ποὺ καὶ αὐτοὶ ἔχουν νοῦν δοθέντα ἀπὸ τὸν ἴδιο Θεό, καὶ ἐνδεχομένως καὶ ἐπιστημονικὴ κατάρτησι ἴση ἤ καὶ μεγαλυτέρα ἀπὸ τὴν δική του, καὶ ὅτι καὶ σὲ αὐτοὺς,ἀνεξαρτήτως τῆς ἐπιστηονικῆς τους καταρτήσεως, ὀφείλεται σεβασμὸς ὡς εἰκόνων τοῦ Θεοῦ, ἔστω λερωμένων, ἰδιαιτέρως δὲ ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ ἔχουν ἀναλάβει νὰ τὶς ὑπηρετήσουν καὶ διακονήσουν ἐπειδὴ ἀγαποῦν τὸν Χριστό (Πέτρο, φιλεῖς με; Βόσκε τὰ πρόβατά μου).

Σημαντικὸ εἶναι ὅτι ἡ προσπάθεια αὐτὴ γίνεται ἀπὸ τὸν μητροπολίτη Λαρίσης διότι διεπίστωσε «ὅτι ἔχουμε δραματικὴ ἔλλειψι γνώσης, τραγικὴ ὑστέρησι ἤθους καὶ ἀρτηριοσκληρωτικὸ ἐγκλωβισμὸ σὲ κείμενα καὶ πιστεύματα τοῦ παρελθόντος, τὰ ὁποία μπορεῖ νὰ βοήθησαν  στὴν ἐποχὴ στὴν ὁποία πρωτοεμφανίστηκαν καὶ ἀναπτύχθηκαν, σήμερα ὅμως, μετὰ τὴν διαφορετικὴ θεώρησι τῶν πραγμάτων, τὴν ἐξέλιξι τῆς ἐπιστήμης καὶ τὰ νέα δεδομένα, ἀποτελοῦν ἰσχυρὴ τροχοπέδη στὴν ἀνθρώπινη ἐλευθερία, ἐνισχύουν τὴν ἐμμονικὴ προσήλωσι σὲ ἰδεοληψίες καὶ καλλιεργοῦν τὸν φανατισμὸ καὶ τὴν θρησκοληψία». (ΑΠ7 σελ.9)

Γιὰ τὴν δραματικὴ ἔλλειψι γνώσεως καὶ τὴν τραγικὴ ὑστέρησι ἤθους, γενικῶς μιλῶντας καὶ παρατηρῶντας τὴν πορεία τῶν κοινωνιῶν μας, δύσκολα θὰ βρεθῇ κανεὶς νὰ διαφωνήσῃ, ἄν καὶ στὴν Μητρόπολι ποὺ ποιμαίνει  ἔχουν περάσει ἐκκλησιαστικοὶ ἄνδρες βαθυτάτης πνευματικῆς γνώσεως καὶ γνησίου ὀρθοδόξου ἤθους, ἀποκτήσαντες φήμη διδασκάλων καὶ πατέρων τῆς ἐκκλησίας, ὅπως ὁ μακαριστὸς ἱερομόναχος π. Ἀθανάσιος Μυτηλιναῖος, τοῦ ὁποίου οἱ διδασκαλίες ἀπὸ μόνες τους ἀποδεικνύουν τοῦ λόγου τὸ ἀληθές καὶ δὲν χρήζουν συνηγόρου ἤ διαφημιστοῦ,   καὶ ὁπωσδήποτε ὁ χριστιανικὸς λαὸς τῆς  Μητροπόλεώς του θὰ ἔχει ἐπηρεαστεῖ εὐγεργετικῶς καὶ ὡς πρὸς τὴν γνώσι καὶ ὡς πρὸς τὸ ἦθος του.

Γιὰ τὰ ὑπόλοιπα περὶ πιστευμάτων τοῦ παρελθόντος ποὺ σήμερα ἀποτελοῦν τροχοπέδη τῆς ἀνθρωπίνης ἐλευθερίας καὶ καλλιεργοῦν τὸν φανατισμὸ καὶ τὴν θρησκοληψία ἐπειδὴ ἄλλαξε ἡ θεώρησις τῶν πραγμάτων, ἐξελίχθηκε ἠ ἐπιστήμη καὶ παρουσιάστηκαν νέα δεδομένα δὲν νομίζω νὰ βρεθῇ κανεὶς ποὺ ἔχει στοιχειώδη ὀρθόδοξη ἀντίληψι νὰ συμφωνήσῃ. Αὐτὰ, ἔτσι γενικῶς διατυπούμενα,  ἀποτελοῦν τὸν κύριο ἄξονα συλλογιστικῆς τῶν κάθε εἴδους  καινοτομούντων, νεωτεριστῶν καὶ ἐν τέλει νεοεποχιτῶν, εἴτε ἐντὸς ἐκκλησίας εἴτε ἐκτός.

Ἐντὸς αὐτῶν τῶν πλαισίων καὶ πρὸς ὑπεράσπισιν αὐτῶν τῶν ἀπόψεων ἐπιστρατεύεται ὁ Μητροπολίτης Λαυρεωτικῆς καὶ καταθέτει λόγο «ἐπιστημονικὸ καὶ πνευματικό», ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἐκφέρουμε τὶς κρίσεις μας.

Ἐδὼ βέβαια ὑπάρχει ἕνα πρόβλημα, ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῶν συγκεκριμένων ἱεραρχῶν, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὰ λόγια καὶ τὶς πράξεις τους,( καθὼς καὶ ἀπὸ κάποια μερίδα γενικῶς τῶν κληρικῶν). Ἔχουν μιὰ παγία ἀδυναμία. Δὲν δέχονται καμμιὰ κριτικὴ ἀπὸ κανέναν. Ἀπαιτοῦν γιὰ τὸν ἑαυτό τους μιὰ μορφὴ ἀσυλίας, μιὰ μορφὴ «ἀκαταδιώκτου», γιὰ κάθε θέσι καὶ πράξι τους, γεγονὸς ποὺ ὑποδηλώνει ὅτι ἔχουν τάσεις ἀλαθήτου, ἀσχέτως ἄν δὲν τὸ συνειδητοποιοῦν ἤ δὲν  τὸ λένε. Συγχέουν τὴν Ἐκκλησία, τὸ αἰώνιο σῶμα  τοῦ Χριστοῦ, μὲ τὴν ἐν χρόνῳ καὶ τόπῳ Ἰεραρχία. Ἐνῷ ἡ ἐκκλησία ἀπαρτίζεται ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, τὴν ὑπεραγία Θεοτόκο, τοὺς ἀπ᾿ αἰώνων προφήτας, ἀποστόλους, ἁγίους, ὁσίους, ἀσκητὰς, ὁμολογητάς καὶ τοὺς ἐν πίστει τελειωθέντας πιστοὺς εἴτε κληρικοὺς εἴτε λαϊκούς καὶ τοὺς ἐν ζωῇ ἀγωνιζομένους κληρικοὺς καὶ λαϊκούς. Ὅταν ὁμιλοῦμε γιὰ τὴν θέσι καὶ γνώμη καὶ ἄποψι τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ ἐννοοῦμε αὐτὸ ποὺ συνάγεται ἀπὸ τὴν διδασκαλία καὶ τὴν πράξι ὅλων αὐτῶν καὶ ὄχι βεβαίως τῆς παρούσης Ἰεραρχίας ὅταν διδάσκει καὶ πράττει ὅχι μόνον χωρὶς νὰ λαμβάνῃ ὑπ᾿ ὅψιν της τὴν συνολικὴ μαρτυρία τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ πολλάκις καὶ ἐνάντια σ᾿ αὐτήν.

Ζητῶ συγνώμη ποὺ λέω τὰ πασίγνωστα, τὰ θεμελιώδη, τὰ πανθομολογούμενα παντοῦ καὶ πάντοτε, ἀλλὰ ἡ σημερινὴ τακτικὴ νὰ ταυτίζεται ἡ  Ἑκκλησία μὲ τὴν ἱεραρχία  καὶ οἱ ὅποιες ἁποφάσεις (εἴτε τῆς Ἱεραρχίας ἐν Συνόδῳ, εἴτε ἐκάστου Ἱεράρχου στὴν περιοχὴ εὐθύνης του, ἀλλὰ καὶ τοῦ κάθε ἱερέως στὴν ἐνορία του) νὰ θεωροῦνται ἀποφάσεις τῆς Ἐκκλησίας μὴ δεχόμενες οὐδεμιὰ κριτικὴ καὶ ἡ μόνη δυνατότης ποὺ ἔχει κανεὶς νὰ εἶναι ἀπλὰ νὰ ὑποχρεοῦται νὰ τὶς ἐκτελεῖ ἄκριτα καὶ ἀδιαμαρτύρητα, ὁπότε χαρακτηρίζεται ὡς γνήσιο καὶ ὑπάκουο τέκνον τῆς Ἐκκλησίας.

Θεωροῦν ὅτι εἶναι οἱ εἰδικοὶ καὶ ὅτι αὐτοὶ πρέπει νὰ ὁμιλοῦν οἱ δὲ ὑπόλοιποι ἀπλῶς νὰ ἀκοῦν καὶ νὰ συνεργάζονται, νὰ ἀκολουθοῦν. Μεγαλόκαρδα ἀφήνουν -στὰ λόγια- τὸ περιθώριο διευκρινήσεως τυχὸν ἀποριῶν. Ἄν ὅμως δὲν ἰκανοποιηθοῦν οἱ ἀπορίες ἤ δὲν ἀπαντηθοῦν κἄν, ὅπως συνήθως συμβαίνει, ὅσοι δὲν ἀκολουθοῦν ἀκρίτως, θεωροῦνται ὅτι ἀντιτάσονται στοὺς εἰδικοὺς ἐπειδὴ εἶναι ξερόλες. Ὁ Λαρίσης τὸ διατυπώνει ξεκάθαρα:

«... Ἐπιβάλεται νὰ ἀφήσουμε τοὺς εἰδικοὺς νὰ μιλοῦν κι᾿ ἐμεῖς, ἀφοὺ ἀκούσουμε προσεκτικὰ καὶ διευκρινήσουμε τυχὸν ἀπορίες μας νὰ συνεργαστοῦμε καὶ ὄχι νὰ  ἀντιταχθοῦμε, δῆθεν ἐπειδὴ «ἐμεῖς ξέρουμε καλύτερα» καὶ σὲ ὑποσημείωσι διευκρινίζει: «Τὸ λέω αὐτὸ γιὰ πολλὰ περιστατικά, ἀλλὰ καὶ διότι ξαφνικὰ στὴν πόλι μας ἕνας δικηγόρος, ἕνας ἰδιωτικὸς ὑπάλληλος καὶ μιὰ νοικοκυρά ἐμφανίζονται νὰ ὑπογράφουν ἕνα κείμενο ὑποτίθεται θεολογικό, ὑποτίθεται ἐκφραστικὸ ἐπιστημονικῶν ἀνησυχιῶν, μὲ τὸ ὁποῖο εἶχαν τὸ θράσος νὰ ἀντιτάσσονται καὶ νὰ ὑπονομεύουν ἀποφάσεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου… Περιττὸ νὰ ποῦμε ὅτι καὶ μόνη ἡ ἀνάγνωσι αὐτοῦ τοῦ κειμένου εἶναι χάσιμο χρόνου, ἀποδεικνύει ἄγνοια καὶ σὲ θέματα Πίστεως καὶ σὲ θέματα ἐπιστήμης καὶ τελικά, μᾶλλον ἐκθέτει ἀνεπανόρθωτα τοὺς ὑπογράφοντες, ἰδίως ὅταν, ἔστω συγκεκαλυμένα, διατυπώνει ἀπειλές». (ΑΠ7 σελ.10)

Κατ᾿ ἀρχὴν οἱ ἱεράρχες καὶ οἱ κληρικοὶ, ποὺ θέλουν νὰ ἔχουν θέσι διδασκάλου,  ἔχουν ὄχι ἀπλῶς δικαίωμα ἀλλὰ καὶ ὑποχρέωσι νὰ ὁμιλοῦν καὶ νὰ διδάσκουν, ἐφ᾿ ὄσον ἔχουν τὸ τάλαντο τοῦ λόγου, μὲ τὴν προϋπόθεσι ὅτι ὄχι μόνο πρέπει   νὰ εἶναι πέραν πάσης κατηγορίας, ἀλλὰ νὰ  εἶναι πλούσιοι σὲ θεϊκὰ χαρίσματα. Τὸν βίο πέραν πάσης κατηγορίας μπορεῖ νὰ τὸ ἔχει καὶ ὁ κάθε τυχαῖος, ἀλλὰ τὸ νὰ ἔχεις θεϊκὲς ἀρετὲς τὸ ἔχουν ἐκείνοι ποὺ βρίσκονται στὸ πιὸ ψηλό σημεῖο τῆς ἀρετῆς. Αὐτοὶ καὶ χωρὶς νὰ λένε κουβέντα διδάσκουν τοὺς μαθητές τους μὲ τὴν σιωπή τους ποὺ εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ τὴν ὁμιλία, χωρὶς νὰ ἐνοχλοῦν τὴν ἀκοή τους, ἀλλὰ φωτίζοντας τὶς ψυχές τους.

«Οἱ τὸν διδασκάλοις πρέποντα βίον μεταδιώκοντες ὑφηγηταί, μὴ μόνον μέμψεως κρείττους ἑαυτοὺς διατηρείτωσαν, ἀλλὰ καὶ θείοις πλεονεκτήμασι πλουτείτωσαν. Τὸ μὲν γὰρ καὶ τῶν τυχόντων ἐστί, τὸ δὲ τῶν ἄκρων εἰς ἀρετὴν, οἵ, κἄν μηδὲν φθέγξοιντο, τρανοτέρᾳ φωνῆς ἡσυχίᾳ τοὺς φοιτητὰς παιδεύουσιν, οὐ τὰς ἀκοὰς αὐτῶν τέρποντες, ἀλλὰ τὰς ψυχὰς φωτίζοντες». ΑΓΙΟΣ ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΠΗΛΟΥΣΙΩΤΗΣ PG78 456

Γιατὶ αὐτοὶ ποὺ νομίζουν πῶς ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς λόγους δὲν ἀπαιτεῖται κάτι ἀπὸ τὸν διδάσκαλο καὶ τὰ αὐτιὰ ἐνοχλοῦν καὶ γέλια προκαλοῦν. Αὐτοὶ δὲ ποὺ λάμπουν ἀπὸ τὰ ἔργα τους ἀκόμη καὶ ὅταν σιωποῦν διδάσκουν τὶς ψυχὲς αὐτῶν ποὺ τοὺς βλέπουν.

«Οἱ γὰρ λόγων πλέον μηδὲν προσεῖναι τῷ διδασκάλῳ νομίζοντες, καὶ τὰς ἀκοὰς ἐνοχλοῦσι, καὶ γέλωτα ὀφλισκάνουσιν· οἱ δὲ τοῖς ἔργοις ἀστράπτοντες, κἄν σιγὴν ἀσκήσωσι, τὰς τῶν θεωμένων παιδεύουσι ψυχάς». ΑΓΙΟΣ ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΠΗΛΟΥΣΙΩΤΗΣ PG78 456

Ἑλπίζω νὰ συμφωνοῦν οἱ ἐπίσκοποι μας μὲ τὰ λόγια τοῦτα τοῦ ἁγίου Ἰσιδώρου, ποὺ εἶναι κοινὰ σὲ ὅλους τοὺς ἁγίους μας, δηλαδὴ εἶναι λόγος καὶ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Ἄν συμφωνοῦν τότε πρέπει, σύμφωνα μὲ τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν ἁγίων μας, ἐφ᾿ ὅσον δὲν πληροῦν τὰ παραπάνω προαπαιτούμενα -ἀκατηγόρητο βίο καὶ θεϊκὰ χαρίσματα-, νὰ εἶναι ἔτοιμοι νὰ ἀντιμετωπίσουν ἀκόμη καὶ τὰ γέλια καὶ τὶς κοροϊδίες τῶν ἀκροατῶν τους. Καὶ δὲν θὰ εἶναι αἴτιοι οἱ ἀκροατές τους, ἀλλὰ  οἱ δικές τους ἐλλείψεις.  Ἄν τώρα δὲν ἀντιμετωπίζουν κοροϊδία καὶ γέλια (γέλωτα ὀφλισκάνουσιν) ἀλλὰ ἐπιφυλακτικότητα στὶς ἀποφάσεις τους καλὸ θὰ ἦταν νὰ προβληματιστοῦν γιὰ τὴν ποιότητα τῶν συνοδικῶν ἀποφάσεων γιὰ τὴν συμφωνία τους μὲ τὴν παραδοθείσα πίστι καὶ γιὰ τὸν δικό τους βίο καὶ πολιτεία. Προφανῶς κάτι δὲν πηγαίνει καλά διότι ἄν ἔλαμπαν διὰ τῶν ἔργων θὰ ἐδίδασκαν χωρὶς κἄν νὰ ὁμιλοῦν,  καὶ δὲν θὰ ἀπαιτοῦσαν σεβασμό, ἀλλὰ θὰ τὸν προκαλοῦσαν καὶ μόνον μὲ τὴν παρουσία τους, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Ἰσίδωρος.

Στὸ παραπάνω ἀπόσπασμα τοῦ Μητροπολίτου Λαρίσης, -δὲν ἔχω τὸ κείμενο τῶν διαμαρτυρουμένων πιστῶν-, ἐπιχειρεῖται ἕνας ὑποβιβασμὸς καὶ τῶν τριῶν προσώπων καὶ τῶν ὅποιων ἀπόψεῶν τους. Δὲν γνωρίζω ἄν ἀλλοῦ ἔχουν δοθεῖ ἀναλυτικὲς ἐξηγήσεις καὶ διευκρινήσεις ἐκ μέρους τοῦ ἐπισκόπου, ἀλλὰ στὸ ἐξεταζόμενο δημοσίευμα οἱ ἄνθρωποι προσδιορίζονται χλευαστικῶς καὶ εἰρωνικῶς παρουσιαζόμενοι μὲ τὶς ἐπαγγελματικἐς τους ἰδιότητες:   «ἕνας δικηγόρος, ἕνας ἰδιωτικὸς ὑπάλληλος καὶ μιὰ νοικοκυρά» . Τὶ τὸ κακό;  Ἄν ἦταν ἕνας μαραγκὸς καὶ δυὸ ψαράδες θὰ ἦταν πολὺ χειρότεροι ἀπὸ ἕναν δικηγόρο, ἕναν ἰδιωτικὸ ὑπάλληλο καὶ μιὰ νοικοκυρά; Μάλλον. Βέβαια καὶ ὁ Χριστὸς γιὸς μαραγκοῦ καὶ μαραγκὸς ἦταν καὶ οἱ περισσότεροι ἀπόστολοι ψαράδες, ἀλλὰ τότε φαίνεται δὲν λογάριαζαν τέτοιες παραμέτρους. Τώρα βέβαια μὲ  τὴν διαφορετικὴ θεώρησι τῶν πραγμάτων, τὴν ἐξέλιξι τῆς ἐπιστήμης καὶ τὰ νέα δεδομένα φαίνεται ἔχουν ἀλλάξει καὶ οἱ προϋποθέσεις αὐτές. Προφανῶς ὁ νουνεχὴς ἐπίσκοπος θὰ γνωρίζει ὅτι αὐτοὶ «δὲν διαθέτουν τὸν ἀπαιτούμενο νοῦν» καὶ ὅτι εἶναι «ξερόλες καὶ ἐπαΐοντες ἐπὶ παντὸς ἐπιστητοῦ»  καὶ ἔχουν «τὸ θράσος νὰ ἀντιτάσσονται στὴν ἱερὰ Σύνοδο» (καὶ σ᾿ αὐτὸν τὸν ἴδιο, κυρίως) καὶ ὅτι καὶ μόνον ἠ ἀνάγνωσις τοῦ κειμένου τους εἶναι «χάσιμο χρόνου» καθότι, κατὰ τὸν ἐπίσκοπο, τὸ κείμενο εἶναι «ὑποτίθεται θεολογικό ,καὶ ὑποτίθεται ἐκφραστικὸ ἐπιστημονικῶν ἀνησυχιῶν»…  Ὅλο ἀγάπη ὁ ἐπίσκοπος αὐτὸς γιὰ τὰ πρόβατα τῆς ποίμνης του.

Βέβαια ἄν προκειται γιὰ τέτοια ποταπά ἀνθρωπάρια ἀπορεῖ κανεὶς πῶς ὑπονομεύονται οἱ ἀποφάσεις τῆς Συνόδου; Πώς τέτοιοι ἄνθρωποι καταφέρνουν καὶ κλονίζουν τὴν πίστι τῶν ἀνθρώπων «βυσσοδομῶντας ἐναντίον Συνόδων, Πατριαρχῶν Μητροπολιτῶν καὶ κληρικῶν»; «Τοὺς ὑβρίζουν, ὑπονομεύουν τὴν θεολογικὴ καὶ ἐπιστημονική τους κατάρτισι, τοὺς ἀπαξιώνουν, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ κλονίσουν την ἐμπιστοσύνη καὶ ὑπακοὴ τοῦ κόσμου ἤ ἔστω τῶν ὁπαδῶν τους  πρὸς τὰ ἐκκλησιαστικὰ θέσμια. Θέλουν τοὺς ἀνυποψίαστους εὔκολα θύματά τους» (ΑΠ7 σελ.10-11)

Ἐντυπωσιακὸ. Ἕνας δικηγόρος, μιὰ νοικοκυρἀ καὶ ἕνας ὑπάλληλος νὰ διασαλεύουν ὁλόκληρο ἐκκλησιαστικὸ ὀργανισμό καὶ νὰ κλονίζουν τὴν ἐμπιστοσύνη τῶν πιστῶν ἀνθρώπων σ᾿ αὐτὸν μετατρέποντας τους (τοὺς πιστοὺς) σὲ θύματα τους. Τί εἴδους πιστοὶ εἶναι αὐτοί; Καὶ ὁ ἐπίσκοπός τους τί ἀκριβῶς κάνει;

Τελικῶς δὲν καταφέραμε νὰ ξεκινήσουμε νὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ τὸ κείμενο τοῦ Μητροπολίτου Λαυρεωτικῆς, ἀλλὰ ἐλπίζω ὅτι σκιαγραφήθηκε τὸ πλαίσιο μέσα στὸ ὁποῖο ἔχει παραγγελθῇ ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Λαρίσης, ὥστε νὰ γίνεται ἀντιληπτὴ καὶ ἡ στοχοθεσία του. Θεοῦ θέλοντος θὰ δοῦμε τί σωσίβια προσφέρουν στὸν ναυαγισμένο ἄνθρωπο στὴν τρικυμία τοῦ παρόντος βίου οἱ ἔχοντες τὰ πηδάλια τῆς νοητῆς νηός τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως φαίνεται καὶ ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ Μητροπολίτου Λαυρεωτικῆς.

Λόγος εἰς τὸν Εὐαγγελισμὸν τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου (Ἀγίου Ἀνδρέου Ἀρχιεπισκόπου Κρῆτης)

Λόγος εἰς τὸν Εὐαγγελισμὸν

Λόγος εἰς τὸν Εὐαγγελισμὸν τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου (Ἀγίου Ἀνδρέου Ἀρχιεπισκόπου Κρῆτης)

 

Ἡ Χαρὰ τῶν Χριστιανῶν

Ἔφθασε σήμερα ἡ χαρὰ ὅλων τῶν ἀνθρώπων καὶ καταργεῖ τὴν πρώτη κατάρα. Ἔφθασε Αὐτὸς ποὺ εὑρίσκεται παντοῦ, γιὰ νὰ τὰ γεμίσῃ ὅλα μὲ χαρά. Πῶς ἦλθε ὅμως; Χωρὶς νὰ περιβάλλεται ἀπὸ δορυφόρους, χωρὶς νὰ σύρῃ πίσω του τὶς στρατιὲς τῶν ἀγγέλων, δίχως μεγαλοπρεπῆ προσέλευσι, ἀλλὰ ἥσυχα καὶ ἤρεμα. Καὶ τὸ ἔκανε αὐτό, γιὰ νὰ διαφύγῃ τὴν προσοχὴ τοῦ ἄρχοντος τοῦ σκότους, γιὰ νὰ παγιδεύσῃ μὲ τὸ σοφὸ αὐτὸ τέχνασμα τὸν ὄφι, νὰ ἐξαπατήσῃ τὸν δράκοντα, τὸν Ἀσσύριο ποὺ ἔθεσε ὑπὸ τὴν ἐξουσία του ὅλη τὴν ἀνθρώπινη εὐγένεια, καὶ ἔτσι τελικὰ νὰ ἁρπάξῃ τὸ λάφυρο. Διότι δὲν ἀνέχθηκε ἡ ἄπειρη εὐσπλαγχνία Του νὰ ὑποστῇ καταστροφὴ αὐτὸ τὸ τόσο σπουδαῖο ἔργο, ὁ ἄνθρωπος, γιὰ χάρι τοῦ ὁποίου Ἐκεῖνος ἔστησε τοὺς οὐρανοὺς σὰν καμάρα, στερέωσε τὴν γῆ, σκόρπισε τὸν ἀέρα, ἅπλωσε τὴν θάλασσα καὶ κατεσκεύασε ὁλόκληρη τὴν ὁρατὴ κτίσι. Γι᾿ αὐτὸ ὁ Θεὸς κατέβηκε στὴν γῆ, βγῆκε ἔξω ἀπὸ τὸν οὐρανό, ἦλθε ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους, κυοφορήθηκε ἀπὸ Παρθένο, αὐτὸς ποὺ δὲν τὸν χωρεῖ ὁλόκληρο τὸ σύμπαν.

Λοιπὸν ἂς ἀγάλλωνται τὰ σύμπαντα σήμερα, καὶ ἡ φύσις ἂς σκιρτᾷ. Διότι ἀνοίγεται ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ ὑποδέχεται κρυφὰ τὸν Βασιλέα τοῦ παντός. Ἡ Ναζαρὲτ μιμεῖται τὴν Ἐδὲμ καὶ δέχεται στοὺς κόλπους τῆς τὸν φυτουργὸ τῆς Ἐδέμ. Ὁ Πατὴρ τῶν οἰκτιρμῶν μόνος του μνηστεύεται τὴν ἀνθρώπινη εὐτέλεια διὰ μέσου του μόνου γεννηθέντος ἀπὸ αὐτόν. Καὶ ὁ Γαβριὴλ ὑπηρετεῖ τὸ μυστήριο καὶ προσφωνεῖ ἥσυχα τὴν Παρθένο μὲ τὸ Χαῖρε, γιὰ νὰ διασῴση ἡ θυγάτηρ τοῦ Ἀδάμ, ποὺ ἀνέτειλε ἀπὸ τὸν Δαβίδ, τὴν χαρὰ ποὺ ἔχασε ἡ προμήτωρ. Σήμερα ὁ Πατὴρ τῆς δόξης εὐσπλαχνίσθηκε τὸ ἀνθρώπινο γένος καὶ κοίταξε μὲ συμπάθεια τὴν φύσι ποὺ ἐφθάρη ἀπὸ τὸν Ἀδάμ. Σήμερα ὁ χορηγὸς τῆς εὐσπλαγχνίας φανερώνει τὴν ἄβυσσο τῶν παναγάθων σπλάγχνων του καὶ διοχετεύει στὴν κτίσι τὸ ἔλεός Του, ποὺ εἶναι ἄφθονο σὰν τὸ νερὸ ποὺ καλύπτει τὶς θάλασσες.

Αὐτὸ εἶναι τὸ γεγονὸς ποὺ πανηγυρίζουμε τώρα. Καὶ αὐτὴν τὴν παραγγελία δέχεται ὁ Γαβριὴλ καὶ μεσιτεύει ἀνάμεσα στὴν θεότητα καὶ τὴν ἀνθρωπότητα, καὶ πρῶτος εὐαγγελίζεται στὴν Παρθένο τὶς ἐγγυήσεις τῆς ὁλοκληρωτικῆς συνδιαλλαγῆς. Διότι ὁ Πατὴρ τῶν οἰκτιρμῶν συμπόνεσε τὸ γένος μας ποὺ εἶχε ἤδη καταφθαρῆ ἀπὸ τὸ ὀλίσθημα τῆς ἁμαρτίας καὶ ἐνθυμήθηκε τὸ ἔργο τῶν χειρῶν του. Καὶ ἐπειδὴ δὲν ὑπέφερε νὰ μᾶς βλέπῃ νὰ χανώμαστε ἕως τέλους, κατὰ πρῶτον ἔδωσε στὰ χέρια τοῦ Μωϋσέως τὸν νόμο, ποὺ ἦταν γραμμένος σὲ λίθινες πλάκες. Καθὼς ὅμως ὁ νόμος δὲν εἶχε κανένα ἀποτέλεσμα,[1] ἀπέστειλε πνευματοφόρους ἄνδρες, ἐννοῶ τοὺς διορατικοὺς προφῆτες, οἱ ὁποῖοι ἔδειχναν ὅλες τὶς εὐθεῖες ὁδοὺς τοῦ Θεοῦ. Παρ᾿ ὅλο δὲ ποὺ ἔκλεισαν τὶς αἰσθήσεις τους αὐτοὶ πρὸς τοὺς ὁποίους ἀπεστάλησαν καὶ δὲν βελτιώθηκαν καθόλου, ὡστόσο οὔτε τότε παρέβλεψε ὁ Πλάστης τὸ πλάσμα μας, ἀλλὰ ἐξαπέστειλε σὲ μᾶς τοὺς ἀναξίους, εἰς οὓς τὰ τέλη τῶν αἰώνων κατήντησε,[2] τὸν ὁμόθρονο καὶ ἰσοσθενὴ καὶ ἰσάγαθο Υἱό του, ὁ ὁποῖος προῆλθε ἀπὸ τοὺς ὑπεραγάθους καὶ παναμώμους κόλπους του. Διότι ἔκρινε πὼς πρέπει μᾶλλον νὰ ἐργασθῇ γιὰ τὴν σωτηρία αὐτῶν ποὺ ἔχουν ναυαγήσει, παρὰ νὰ παραβλέψῃ αὐτὸ τὸ τόσο σπουδαῖο πλάσμα ποὺ ἔφτιαξε.

Ἀφοῦ λοιπὸν ὥρισε σὲ κάποιον ἀπὸ τοὺς πρώτους του ἀγγέλους νὰ διακονήσῃ στὸ μυστήριο, νομίζω ὅτι αὐτὰ τοῦ παρήγγειλε μὲ τὸ νεῦμα τῆς οἰκείας του μεγαλειότητος: «Ἐμπρὸς λοιπόν, Γαβριήλ, πήγαινε στὴ Ναζαρέτ, τὴν πόλι τῆς Γαλιλαίας, στὴν ὁποία κατοικεῖ κόρη Παρθένος μνηστευμένη μὲ ἄνδρα ποὺ ὀνομάζεται Ἰωσήφ. Τὸ ὄνομα τῆς Παρθένου εἶναι Μαρία». Λέγει, στὴ Ναζαρέτ. Γιὰ ποιὸ λόγο; Γιὰ νὰ συλλέξη ὁ Παντοκράτωρ τὸ θεοχαρίτωτο κάλλος τῆς παρθενίας, ὅπως ἀκριβῶς τὸ τριαντάφυλλο, ἀπὸ ἀκανθωτὴ χώρα· καὶ γιὰ τὴν προφητεία, ὅτι Ναζωραῖος κληθήσεται.[3] Ποιός; Αὐτὸς ποὺ ἀνακηρύσσεται κατόπιν ἀπὸ τὸν Ναθαναὴλ Υἱὸς Θεοῦ καὶ Βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ.[4] Εἶναι βέβαια συνήθεια ὁ Γαβριὴλ νὰ διακονῇ στὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ, ὅπως τὸ εἴδαμε στὴν περίπτωσι τοῦ Δανιήλ.[5] «Πήγαινε λοιπὸν στὴν πόλι τῆς Γαλιλαίας Ναζαρέτ, καὶ σὰν φθάσῃς σ᾿ αὐτήν, σπεῦσε πρῶτα νὰ ἀνακοινώσῃς στὴν Παρθένο αὐτὸ τὸ χαρμόσυνο μήνυμα τῆς χαρᾶς, τὸ ὁποῖο εἶχε χάσει προηγουμένως ἡ Εὔα. Καὶ πρόσεξε μὴν τῆς ταράξῃς τὴν ψυχή· διότι τὸ μήνυμα εἶναι χαρᾶς, ὄχι καταστροφῆς. ὁ ἀσπασμὸς εἶναι εὐφροσύνης καὶ ὄχι ἀθυμίας. Γιατί ποιὰ χαρὰ ἦταν ἢ θὰ εἶναι μεγαλύτερη γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος, ἀπὸ τὸ νὰ γίνῃ συμμέτοχος τῆς θείας φύσεως, καί, μὲ τὴν πρὸς Αὐτὸν ἄμεση ἐπαφή, νὰ ἑνωθῆ καὶ νὰ γίνῃ ἕνα μὲ Αὐτὸν καθ᾿ ὑπόστασιν; Ποιὸ πρᾶγμα εἶναι πιὸ θαυμαστό, ἀπὸ τὸ νὰ βλέπῃς τὴν συγκατάβασι τοῦ Θεοῦ, ποὺ φθάνει μέχρι καὶ τὴν κυοφορία μέσα στὴν μήτρα μιᾶς γυναίκας; Ὤ, τί παράδοξα πράγματα! Ὁ Θεὸς μέσα στὰ μόρια μιᾶς γυναίκας, ὁ τὸν οὐρανὸν θρόνον ἔχων, καὶ ὑποπόδιον τὴν γῆν.[6] Ὁ Θεὸς νὰ εὑρίσκεται μέσα στὴν κοιλιὰ μιᾶς γυναίκας, αὐτὸς ποὺ εἶναι ὑπερουράνιος καὶ συνθρόνος τῆς πατρικῆς ἀϊδιότητος. Καὶ ποιὸ πρᾶγμα εἶναι πιὸ παράδοξο ἀπὸ αὐτό, ἀπὸ τὸ νὰ παρουσιάζεται δηλαδὴ ὁ Θεὸς ἀνθρωπόμορφος, χωρὶς νὰ ἐξέρχεται ἀπὸ τὴν θεότητά του; Καὶ ἀπὸ τὸ νὰ βλέπουμε τὴν ἀνθρώπινη φύσι νὰ εἶναι ὁλόκληρη συνενωμένη μὲ τὸν Πλάστη της, γιὰ νὰ θεωθῇ ὁλόκληρος ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔπεσε πρῶτος στὴν ἁμαρτία;

Τί ἔκανε λοιπὸν ὁ Γαβριήλ; Ὅταν τὰ ἄκουσε αὐτὰ καὶ κατάλαβε πὼς ἡ διαταγὴ εἶναι βέβαια ἐπικυρωμένη μὲ θεϊκὴ ἀπόφασι, ἀλλὰ ξεπερνᾷ τὴν δύναμί του, ἔμεινε μετέωρος ἀνάμεσα στὸν φόβο καὶ τὴν χαρὰ καὶ τοῦ ἦταν φανερὸ πὼς δὲν πρέπει νὰ ξεθαρρεύῃ· ἀλλὰ ἐπίσης δὲν ἔκρινε καὶ ἀσφαλὲς τὸ νὰ ἀντιλέγῃ. Ἀκολουθώντας λοιπὸν τὸ θεϊκὸ πρόσταγμα, πέταξε κάτω πρὸς τὴν Παρθένο καὶ φθάνοντας στὴ Ναζαρέτ, στάθηκε στὸ δωμάτιο. Ἔπειτα ἔμεινε σκεπτικὸς καὶ βασανιζόταν ἀπὸ διαφόρους λογισμούς, σὰν νὰ βρισκόταν σὲ ἀμηχανία. καὶ νομίζω πῶς αὐτὰ ἀναλογιζόταν: «Ἀπὸ ποῦ ν᾿ ἀρχίσω νὰ ἐκτελῶ τὴν ἀπόφασι τοῦ Θεοῦ; Νὰ εἰσέλθω βιαστικὰ στὸν θάλαμο; Ἀλλὰ τότε θὰ ταράξω τὴν ψυχὴ τῆς Παρθένου. Νὰ προχωρήσω πιὸ ἀργά; Ἀλλὰ ἡ κόρη θὰ νομίσῃ πὼς μπῆκα αὐθαίρετα. Νὰ χτυπήσω τὴν πόρτα; Ἀλλὰ πῶς; Δὲν εἶναι χαρακτηριστικὸ τῶν ἀγγέλων αὐτό, οὔτε κάτι ἀπὸ τὰ αἰσθητὰ μπορεῖ νὰ ἐμποδίσῃ τὸ ἀσώματο. Νὰ ἀνοίξω πρῶτα τὴν πύλη; Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη αὐτὴ εἶναι κλειστή, ἐγὼ μπορῶ νὰ εἰσέλθω. Νὰ τὴν καλέσω μὲ τὸ ὄνομά της; Ἀλλὰ θὰ τρομάξω τὴν κόρη. Αὐτὸ λοιπὸν θὰ κάνω. Θὰ ἐνεργήσω ἀνάλογα μὲ τὴν ἐπιθυμία Αὐτοῦ ποὺ μ᾿ ἔστειλε. διότι ἔχει σκοπὸ νὰ σώσῃ τὸ ἀνθρώπινο γένος. Καὶ ἡ ἐπιθυμία Του βέβαια ἂν καὶ εἶναι κάπως παράδοξη, εἶναι ὅμως γεμάτη εὐσπλαγχνία καὶ σύμβολο καταλλαγῆς. Πῶς ἄραγε νὰ πλησιάσω τὴν Παρθένο; Γιὰ ποιὸ πρᾶγμα νὰ τῆς μιλήσω πρῶτα; Γιὰ τὸ χαρμόσυνο μήνυμα ἢ γιὰ τὴν ἐνοίκησι τοῦ Κυρίου μου; Γιὰ τὴν ἐπέλευσι τοῦ Πνεύματος ἢ γιὰ τὴν ἐπισκίασι τοῦ Ὑψίστου; Θὰ χαιρετήσω λοιπὸν τὴν Παρθένο, θὰ τῆς ἀνακοινώσω τὸ θαῦμα, θὰ τὴν πλησιάσω, θὰ τῆς ἀπευθύνω τὸν χαιρετισμὸ καὶ θὰ τῆς προσφωνήσω ἤρεμα τὸ Χαῖρε. Αὐτὸ θὰ μὲ βοηθήσῃ νὰ τῆς μιλήσω μὲ παρρησία. Ἂς προπορευθῇ, ὡς ἐγγύησις γιὰ τὴν συνομιλία μου μὲ αὐτήν, τὸ Χαῖρε. Διότι αὐτὸ καὶ μόνο τὸ ἄκουσμα τοῦ Χαῖρε, ἐπειδὴ δὲν θὰ προξενήσῃ κανένα φόβο στὴν κόρη, θὰ ἐξομαλύνῃ ἀπὸ πρὶν τὴν κατάστασι τῆς ψυχῆς της. Ἀπὸ τὴν χαρὰ λοιπὸν θ᾿ ἀρχίσω νὰ τῆς ἀναγγέλλω τὰ μηνύματα τῆς χαρᾶς. Διότι ἔτσι ἁρμόζει στὴν βασίλισσα, μὲ χαρμόσυνα μηνύματα νὰ τὴν χαιρετοῦμε. Διότι ὁ τρόπος εἶναι χαροποιός, ὁ καιρὸς εὐφρόσυνος, τὸ παράγγελμα χαρμόσυνο, τὸ βούλευμα σωτήριο καὶ προοίμιο ἀκατάληπτης χαρᾶς.

Αὐτὰ λοιπὸν ἀφοῦ ἀποφάσισε ὁ ἀρχάγγελος, πορεύθηκε στὴν παστάδα καὶ πλησίασε τὸν θάλαμο μέσα στὸν ὁποῖο κατοικοῦσε ἡ Παρθένος. Προσήγγισε ἥσυχα στὴν θύρα καί, ἀφοῦ εἰσῆλθε, προσεφώνησε τὴν Παρθένο μὲ ἤρεμη φωνή: Χαῖρε, κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ.[7] Αὐτὸς ποὺ ὑπάρχει πρὶν ἀπὸ σένα, σήμερα γίνεται μαζὶ μὲ σένα, καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο θὰ προέλθῃ ἀπὸ σένα· τότε ἀϊδίως, τώρα χρονικῶς. Πώ, πώ, τί ἀμέτρητη φιλανθρωπία! Πόσο μεγάλη ἀγαθοσύνη! Δὲν ἀρκέσθηκε στὸ μήνυμα τῆς χαρᾶς, ἀλλὰ ὠνόμασε καὶ τὸν αὐτουργὸ τῆς χαρᾶς μὲ τὴν κύησι τῆς Παρθένου. Διότι τὸ «ὁ Κύριος μετὰ σοῦ», δείχνει ὁλοφάνερα πὼς παρευρίσκεται ὁ ἴδιος ὁ Βασιλεὺς καὶ ὁλόκληρος σωματώνεται μέσα της, χωρὶς ὅμως νὰ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὴν οἰκεία του δόξα.

Χαῖρε, κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ. Χαῖρε, σὺ ποὺ εἶσαι τὸ ὄργανο τῆς χαρᾶς μὲ τὸ ὁποῖο ἐλύθη ἡ καταδίκη της κατάρας καὶ τὴν θέσι της κατέλαβε δίκαια ἡ χαρά. Χαῖρε, σὺ ποὺ εἶσαι ἀληθινὰ εὐλογημένη· χαῖρε, ἡ λελαμπρυσμένη· χαῖρε, τὸ καλλωπισμένο ἀνάκτορο τῆς θείας δόξης· χαῖρε, τὸ ἱερὸ παλάτι τοῦ βασιλέως. χαῖρε, νυμφών, εἰς τὸν ὁποῖο ὁ Χριστὸς ἐνυμφεύθη τὴν ἀνθρωπότητα· χαῖρε, σὺ ποὺ ἐξελέγης ἀπὸ τὸν Θεὸ πρὶν νὰ γεννηθῆς· χαῖρε, τὸ μέσο συνδιαλλαγῆς τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους· χαῖρε, θησαυρὲ τῆς ἀκηράτου ζωῆς· χαῖρε, οὐρανέ, ὑπερουράνιο οἴκημα τοῦ Ἡλίου τῆς δόξης· χαῖρε, εὐρύχωρο χωρίο τοῦ Θεοῦ ποὺ δὲν εἶναι χωρητὸς πουθενὰ ἐκτὸς μόνον ἀπὸ σένα· χαῖρε, γῆ ἁγία παρθενική, ἀπὸ τὴν ὁποία δημιουργήθηκε μὲ ἄρρητο θεοπλαστία ὁ νέος Ἀδὰμ γιὰ νὰ διασῴσῃ τὸν παλαιό· χαῖρε, ζύμη ἁγία θεόπλαστη, ἀπὸ τὴν ὁποία ζυμώθηκε ὅλο τὸ φύραμα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, καί, ἀφοῦ μετεβλήθη σὲ ἄρτο ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἀποτέλεσε ἕνα παράδοξο κρᾶμα.

Εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίν, καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου.[8] Καὶ πολὺ σωστὰ εὐλογημένη. Διότι σὲ εὐλόγησε ὁ Θεός, ἐσένα τὸ σκήνωμά Του, ποὺ ἐκυοφόρησες ἀπεριλήπτως τὸν ὑπερπλήρη της Πατρικῆς δόξης ἄνθρωπο Ἰησοῦ Χριστό, ποὺ εἶναι καὶ Θεός, τέλειος κατὰ τὶς φύσεις ἀπὸ τὶς ὁποῖες καὶ στὶς ὁποῖες συνέστη. Εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίν, ἡ ὁποία ἐχώρησες ἀστενοχωρήτως μέσα εἰς τὸ ἀσύλητο ταμεῖο τῆς παρθενίας σου τὸν οὐράνιο θησαυρό, ἐν ᾧ πάντες εἰσὶν οἱ θησαυροὶ τῆς σοφίας καὶ τῆς γνώσεως ἀπόκρυφοι.[9] Σὺ εἶσαι ἀληθινὰ εὐλογημένη, ἧς ἡ κοιλία θημωνία ἅλωνος·[10] διότι καρποφόρησες ἀσπερμάτως καὶ ἀγεωργήτως καρπὸ εὐλογίας, τὸν στάχυ τῆς ἀφθαρσίας Χριστό, καθὼς προσέφερες στὸν γεωργό της σωτηρίας μας πλούσιο θερισμό, χιλιάδες μακαρίων ψυχῶν. Ἐσὺ εἶσαι ἀληθινὰ εὐλογημένη, ἡ ὁποία μόνη ἀπ᾿ ὅλες τὶς μητέρες προετοιμάσθηκες νὰ γίνῃς μητέρα τοῦ Κτίστου σου, καὶ ὅμως ἀπέφυγες ὅσα παθαίνουν οἱ μητέρες. Διότι δὲν διεφθάρη ἀπὸ μητρικὲς ὠδῖνες ἡ ἐξαίρετή σου παρθενία, καθὼς ὁ παρθενικός σου βλαστὸς διεφύλαξε σῷα τα σήμαντρα τῆς ἁγνείας σου. Σὺ εἶσαι πραγματικὰ εὐλογημένη, ἡ μόνη ποὺ κυοφόρησες δίχως ἄνδρα αὐτὸν ποὺ ἅπλωσε τοὺς οὐρανοὺς καὶ οὐράνωσε ξενοπρεπῶς τὴν γῆ τῆς παρθενίας σου. Εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίν, ἡ μόνη ποὺ ἀξιώθηκε τὴν εὐλογία τὴν ὁποία ὑποσχέθηκε ὁ Θεὸς μὲ τὸν Ἀβραὰμ στὰ ἔθνη.[11] Ἐσὺ εἶσαι ἀληθινὰ εὐλογημένη, γιατί μόνο ἐσὺ ἐχρημάτισες μητέρα τοῦ εὐλογημένου παιδιοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Σωτῆρα μας, διὰ μέσου της ὁποίας κράζουν τὰ ἔθνη: Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου·[12] καί, Εὐλογητὸν τὸ ὄνομα τῆς δόξης αὐτοῦ εἰς τὸν αἰῶνα· καὶ πληρωθήσεται τῆς δόξης αὐτοῦ πᾶσα ἡ γῆ· γένοιτο, γένοιτο.[13]

Εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίν, καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου. Καρπός, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἔφαγε ὁ πρωτόπλαστος Ἀδὰμ καὶ ἐξήμεσε τὴν ἀρχαία κατάποσι, μὲ τὴν ὁποία δέχθηκε μέσα του τὸ δέλεαρ τῆς ἀπάτης. Καρπός, ἀπὸ τὸν ὁποῖο πηγάζει ὁ γλυκασμὸς τῆς πικρῆς γεύσεως τοῦ ξύλου καὶ ὁ ὁποῖος ἀποκαθαίρει τὴν ἀνθρωπότητα· ὁ ὁποῖος ἀνέβλυσε πηγὲς ποταμηφόρες γιὰ χάρι τοῦ Ἰσραὴλ ποὺ περιπλανιόταν στὴν ἔρημο, καὶ γλύκανε τὴν Μερρᾶν καὶ ἔβρεξε ψωμί, παράξενη τροφὴ καὶ ἀγεώργητη. Εὐλογημένος ὁ καρπός, ὁ ὁποῖος μετέβαλε τὰ ὕδατα ποὺ ἦσαν πικρὰ καὶ προκαλοῦσαν ἀτεκνία σὲ πόσιμα καὶ γόνιμα μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Ἐλισσαίου ποὺ ἔχυσε σ᾿ αὐτὰ ἁλάτι. Εὐλογημένος ὁ καρπὸς ὁ ὁποῖος προῆλθε ἀπὸ τὸν ἀκήρατο βλαστὸ τῆς παρθενικῆς μήτρας, ὡς βότρυς ὡριμασμένος κατὰ ὑπερφυὴ τρόπο. Εὐλογημένος ὁ καρπὸς ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἀναβλύζουν πηγὲς ὕδατος ἀλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνων.[14] Καρπός, ἀπὸ τὸν ὁποῖο προέρχεται ὁ ζωηφόρος ἄρτος, τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου, καὶ ποτήρι ἀθανασίας ποὺ παρέχει σωτήριο ποτό. Εὐλογημένος ὁ καρπός, τὸν ὁποῖο εὐλογεῖ κάθε γλῶσσα ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων,[15] μὲ τὸν τριπλασιασμὸ τῆς ἁγιαστικῆς Τριαδικῆς Θεότητος, καὶ τὸν κατατάσσει βέβαια στὴν ἴδια οὐσία, ἀλλὰ τὸν διαχωρίζει ὡς πρὸς τὴν ἰδιαίτερη ὑπόστασι. Εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίν, καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου.

Ἡ δέ, λέγει, ἐπὶ τῷ λόγῳ αὐτοῦ διεταράχθη, καὶ διελογίζετο· ποταπὸς εἴη ὁ ἀσπασμὸς οὗτος.[16] Λέγει ὅτι ταράχθηκε, ὄχι γιατί ἔπεσε σὲ ἀπιστία. ἀποκλείεται. Ἀντίθετα μᾶλλον ἀπὸ εὐλάβεια πρὸς τὴν παράξενη προσφώνησι, διότι τῆς φάνηκε σὰν μαντεῖα αὐτὸ ποὺ ἔβλεπε. Οὔτε ἔπαθε αὐτὸ ποὺ συνέβη στὸν Ζαχαρία μέσα στὰ ἄδυτα ἀπὸ τὴν ἀπιστία του, ἐξ αἰτίας τῆς ὁποίας δέχθηκε τὴν τιμωρία ἀπὸ τὰ γεννητικὰ στὰ φωνητικὰ ὄργανα καὶ ἀντάλλαξε τὴν ἀτεκνία μὲ τὴν ἀφωνία.[17] Ἀλλὰ καθὼς ἦταν καθαρὴ ἀπὸ κάθε ψόγο καὶ ἀπὸ ὁποιαδήποτε ἐπιμειξία πρὸς ἄνδρα καὶ ἀπὸ κάθε ἐλευθεριάζουσα συνήθεια, καὶ εἶχε συνηθίσει νὰ προσηλώνῃ τὸ νοῦ της στὴν ἀκλινῆ θεωρία τῶν οὐρανίων, δέχθηκε μέσα στὴν ψυχή της ταραχὴ ἀπὸ τὸν ἀσπασμό, ἐπειδὴ ἦταν φυσικό, μιὰ καὶ ἦταν ἀπαρρησίαστη, νὰ διστάση ἐκείνη τὴν στιγμὴ καὶ νὰ ἀνακρίνῃ μὲ τὸ λογικὸ αὐτὸ ποὺ τῆς εἶχε λεχθῆ καὶ ὄχι ν᾿ ἀνοίξῃ τ᾿ αὐτιά της ὡς ἔτυχε καὶ ἀπερίσκεπτα σ᾿ αὐτὸν ποὺ τῆς μιλοῦσε. Γι᾿ αὐτό, πολὺ σοφὰ ὁ εὐαγγελιστὴς τὸ ἐπισήμανε καὶ εἶπε· ἡ δὲ διελογίζετο. Σὰν νὰ ἐξέταζε τοὺς διαλογισμούς της μὲ τὸ κριτήριο τῆς καθαρᾶς διανοίας, ὥστε νὰ μὴν παραδεχθῇ χωρὶς κρίσι τοὺς λόγους. Ἔλεγε: ποταπὸς εἴη ὁ ἀσπασμὸς οὗτος; Διότι ἦταν φυσικό, αὐτὴ ποὺ ἦταν εὐγενὴς καὶ θυγατέρα τοῦ Δαβὶδ νὰ μὴν εἶναι ἀνίδεος τῶν διηγήσεων ποὺ ἀναφέρονται στὶς Θεῖες Γραφές. Ἔτσι ἔστρεψε τὸ νοῦ της ἀμέσως πρὸς τὴν πτῶσι τῆς προμήτορος, ἀναλογιζόμενη τὸ ὀλίσθημα ἐξ αἰτίας τῆς ἀπάτης, καὶ ὅσα ἄλλα παρόμοια ἐξιστορήθηκαν ἀπὸ τοὺς παλαιούς. Ἑπομένως δὲν ἔκανε ἄσχημα ὁ εὐαγγελιστὴς ποὺ γράφει πὼς διαλογιζόταν. Ἐπίσης, τὸ ἔκανε αὐτὸ καὶ γιὰ νὰ δείξῃ πόση σύνεσι εἶχε, καθὼς καὶ τὴν σταθερὴ καὶ πάγια καὶ ἀρρέμβαστη γνῶσι της. Διότι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ ἀποδοχὴ τῆς προσφωνήσεως χωρὶς προηγουμένως νὰ γίνῃ βέβαιο πὼς εἶναι καλή, ὕστερα ἀπὸ προσεκτικὴ ἐξέτασι. Πλὴν ὅμως, ἐπειδὴ προσπαθοῦσε νὰ καταστείλῃ τὴν ταραχὴ τῆς ψυχῆς, δὲν πρόφερε καμμία λέξι· μόνο, ἀφοῦ πῆρε κάποιο φοβισμένο σχῆμα, ἄφηνε νὰ φανῇ ἡ κατάστασι τῆς ψυχῆς της καὶ στήλωσε τὴν σταθερότητα τοῦ ἤθους της ἀντὶ γιὰ τὴν φωνή της. Ἔλεγε μέσα της· ποταπὸς εἴη ὁ ἀσπασμὸς οὗτος; Μήπως μόνη ἐγὼ ἀπ᾿ ὅλες τὶς γυναῖκες θὰ καινοτομήσω τὴν φύσι; Μήπως μόνο ἐγὼ μπορῶ νὰ κυοφορήσω καρπὸ χωρὶς νὰ συνέλθω μὲ ἄνδρα; Ποταπὸς εἴη ὁ ἀσπασμὸς οὗτος; Ποιὸς ἔφερε αὐτὴ τὴν ἀγγελία καὶ ἀπὸ ποῦ μπῆκε; Νὰ εἶναι ἄνθρωπος αὐτὸς ποὺ ὁμιλεῖ; Ἀλλὰ φαίνεται ὡς ἀσώματος. Νὰ εἶναι ἄγγελος; Ἀλλὰ μιλάει σὰν ἄνθρωπος. Ἀγνοῶ τί εἶναι αὐτὸ ποὺ βλέπω καὶ ἀπορῶ μ᾿ αὐτὰ ποὺ ἀκούω.

Τί ἔκανε λοιπὸν ὁ Γαβριήλ; Ἀμέσως μόλις κατάλαβε πὼς ἡ κόρη ταράχθηκε, δὲν σκέφθηκε τίποτε ἄλλο, ἀλλὰ ἀμέσως τῆς εἶπε. Μὴ φοβοῦ, Μαριάμ· εὖρες γὰρ χάριν παρὰ τῷ Θεῷ[18]. Ἀφοῦ πρῶτα της κατασίγασε τὸ φόβο, ὕστερά της ἔδωσε θάρρος λέγοντας «μὴ φοβᾶσαι, γιατί βρῆκες χάρι ἀπὸ τὸν Θεό». αὐτὴν ποὺ ἔχασε ἡ Εὔα. Μὲ τὸ νὰ πῇ χάριν, διέλυσε τὴν ἀμφιβολία τῆς γνώμης της καὶ τὸ ὅτι τῆς φάνηκε πὼς πρέπει νὰ σκεφθῆ καλὰ τὸ πρᾶγμα. Καὶ προσθέτοντας τὸ εὖρες γὰρ χάριν παρὰ τῷ Θεῷ πιθανῶς νὰ ἀντέκρουσε τὸν φόβο τῆς Παρθένου. Μὴ φοβοῦ Μαριάμ. Δὲν εἶναι ἀπατηλὸς ὁ τρόπος. δὲν ἔχω ἔλθη γιὰ νὰ σὲ ἀποπλανήσω· δὲν λαλεῖ πάλι ὁ ὄφις ποὺ συρίζει, δὲν σοῦ μιλάω ἀπὸ τὴν γῆ. Ἀπὸ τὰ ὕψη ἦλθα γιὰ νὰ σοῦ φέρω τὸ χαρμόσυνο μήνυμα· καὶ ὄχι ἁπλῶς ἕνα καλὸ μήνυμα, ἀλλὰ ἕνα μήνυμα μεγάλης χαρᾶς. Μὴ φοβοῦ, Μαριάμ· ὁ ἀσπασμὸς δὲν ἀποτελεῖ χλευασμό, οὔτε τὸ μήνυμα φέρει λύπη.

Ὁ Κύριος μετὰ σοῦ, ὁ χορηγὸς κάθε χαρᾶς καὶ Σωτήρας ὅλου του κόσμου. Μαζί σου, αὐτὸς ποὺ δὲν χωρίσθηκε ἀπὸ τοὺς πατρικοὺς κόλπους, ἀλλὰ καὶ ἔχει συλληφθῆ μέσα στὴν μήτρα σου. Σὲ ἀπεκάλεσα Κεχαριτωμένη γιὰ νὰ σοῦ φανερώσω τὴν χαρὰ τοῦ μυστηρίου σου. Σὲ ὠνόμασα Κεχαριτωμένη, διότι δέχθηκες στὴν μήτρα σου ὅλη τὴν χαρὰ καὶ χαριτώθηκες μὲ στολὴ ποὺ λάμπει ἀπὸ τὰ θεῖα χαρίσματα. Προσφώνησα ὁ Κύριος μετὰ σοῦ, γιὰ νὰ δείξω ὁλοφάνερα τὴν ἐξουσία αὐτοῦ ποὺ εἰσῆλθε προηγουμένως μέσα σου. Διότι αὐτὸς εἶναι Κύριος καὶ Θεὸς ἐξουσιαστής, ἄρχων εἰρήνης καὶ πατὴρ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος,[19] υἱὸς δικός σου, τῆς Παρθένου, ἀλλὰ καὶ Σωτήρας ὅλων. Ὁ Κύριος μετὰ σοῦ· ἡ χάρις καὶ ἡ ἀλήθεια μαζί σου. Κύριος τοῦ νόμου, Πατέρας τῆς χάριτος καὶ πηγὴ τῆς ἀληθείας. Μὴ φοβοῦ, Μαριάμ· ὁ Κύριος μετὰ σοῦ. Αὐτὸς ποὺ ἐξουσιάζει κάθε κυριαρχία· ὁ Υἱὸς τοῦ Πατρὸς τῶν φώτων, ὁ ὁποῖος γεννήθηκε ἀνάρχως ἀπὸ Αὐτὸν καὶ σαρκώθηκε χρονικῶς ἀπὸ ἐσένα· ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται στὸν οὐρανὸ ὁλόκληρος μέσα στὸν κόλπο Του καὶ κάτω στὴν γῆ ὁλόκληρος μέσα στὴν κοιλιά σου. Αὐτὸς εἶναι μαζί σου καὶ μέσα σου. Διότι προφθάσε καὶ εἰσῆλθε καὶ ἐνδύθηκε τὴν μήτρα σου καὶ ἔτσι ὁ κατὰ φύσιν ἀχώρητος ἔγινε μέσα σου χωρητός. Μὴ φοβοῦ, Μαριάμ· εὗρες γὰρ χάριν παρὰ τῷ Θεῷ. Χάριν, τὴν ὁποία δὲν εἶχε δεχθῆ ἡ Σάρρα, δὲν τὴν γνώρισε ἡ Ρεββέκα καὶ δὲν τὴν βρῆκε ἡ Ραχήλ. Εὗρες χάριν, τὴν ὁποία δὲν ἀξιώθηκε ἡ ξακουστὴ Ἄννα, οὔτε ἡ Φενάννα, ἡ ἀντίπαλός της. Καθ᾿ ὅσον ἐκεῖνες ἔγιναν μητέρες ἐνῷ πρὶν ἦσαν ἄτεκνες, ἀλλὰ ἔχασαν μαζὶ μὲ τὴν στείρωσι καὶ τὴν παρθενία. Ἐσὺ ὅμως καὶ μητέρα θὰ εἶσαι καὶ θὰ ἔχῃς ἀναφαίρετη τὴν παρθενία. Μὴ φοβᾶσαι λοιπόν, διότι βρῆκες χάρι ἀπὸ τὸν Θεό. Χάρι, τὴν ὁποία δὲ βρῆκε κανεὶς ἄνθρωπος σ᾿ ὅλους τοὺς αἰῶνες σὰν καὶ σένα. Καὶ ποιὰ ἄλλη χάρις θὰ μποροῦσε νὰ ἐξομοιωθῇ μὲ αὐτήν, ποὺ ἔχει τὸ ἐξαίρετο προνόμιο πῶς προέρχεται ἄμεσα ἀπὸ τὸν Θεό;

Λοιπόν, εὗρες χάριν παρὰ τῷ Θεῷ· καὶ ἰδοὺ συλλήψῃ ἐν γαστρὶ καὶ τέξῃ υἱόν, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν.[20] Πώ, πώ, τί θαῦμα! Πρῶτα τῆς λύνει τὴν ἀπορία ποὺ δημιουργήθηκε μέσα της καὶ ἔπειτα προσθέτει τὰ λόγια τῆς ἑρμηνείας. Καὶ πρόσεξε πόσα πετυχαίνει μὲ λίγα λόγια. Καταστέλλει τὸν φόβο, προμηνύει τὴν χάρι, ἑρμηνεύει τὴν κύησι, προφητεύει τὴν γέννησι, ὁρίζει τὸ ὄνομα αὐτοῦ ποὺ θὰ γεννηθῇ. Καὶ δὲν σταματᾷ σ᾿ αὐτὰ ὁ λόγος του· ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ φανερωθῆ καλὰ τὸ μέγεθος τῆς ἐξουσίας αὐτοῦ ποὺ θὰ γεννηθῇ, ἀμέσως πρόσθεσε: Οὗτος ἔσται μέγας καὶ υἱὸς ὑψίστου κληθήσεται, καὶ δώσει Κύριος ὁ Θεὸς τὸν θρόνον Δαβὶδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, καὶ βασιλεύσει ἐπὶ τὸν οἶκον Ἰακὼβ εἰς τοὺς αἰῶνας, καὶ τῆς βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος.[21] Εἶδες πῶς ἀφαίρεσε σιγὰ-σιγὰ τὸν φόβο ἀπὸ τὴν Παρθένο; Εἶδες πόσο θάρρος ἔδωσε στὴν ψυχή της; Διότι, ὅταν τὸν εἶπε Υἱὸ τοῦ Ὑψίστου, ἀλλὰ καὶ ὅτι ὁ Δαβὶδ θὰ εἶναι ὁ πατέρας του, ἔδωσε φτερὰ ἀμέσως σ᾿ ὅλο τὸ νοῦ της, ὅπως τὸ δείχνουν τὰ ἑπόμενα.

Καὶ πρόσεξε τὴν σύνεσι τῆς Παρθένου. Διότι, ὅταν τὰ πληροφορήθηκε αὐτά, καὶ κατάλαβε τὸ ἄτρεπτο τῆς ὑπεροχικῆς ἐξουσίας τοῦ Θείου θελήματος, εἶπε πρὸς τὸν ἄγγελον: πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω;[22] Παράξενα μοῦ ὑπόσχεσαι, λέγει, μοῦ ἀναγγέλλεις πράγματα ποὺ ξεπερνοῦν τὴν φύσι. Δὲν ἔχω πεῖρα γάμου· διότι ἔχω μνηστευθῆ βέβαια, ἀλλὰ δὲν ἔχω ὑπανδρευθῆ. Τὸν Ἰωσὴφ τὸν γνωρίζω ὡς μνηστήρα καὶ ὄχι ὡς ἄνδρα. Ὁ μνηστήρας εἶναι σύνοικος καὶ ὄχι σύνευνος. Ἄσπορη ἡ γαστέρα, ἀλλὰ ὄχι ἀρόσιμη. Πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω; Διότι μήπως μόνον ἐμένα, λέγει, ἡ φύσις θὰ μὲ ἀναδείξῃ μητέρα δίχως γάμο; Μήπως μόνη ἐγὼ ἀντίθετα ἀπὸ τοὺς νόμους τῆς φύσεως θὰ εἰσαγάγω στὴν φύσι παράξενη γέννησι; Δὲν προηγήθηκε γάμος, δὲν ἔχω πεῖρα ἀπὸ ἄνδρα. Διότι δὲν γνώρισα τὸν Ἰωσήφ· γιὰ μένα ὑπῆρξε φύλακας καὶ ὄχι ἄνδρας. Καὶ πῶς ἔσται μοι τοῦτο;

Ἀποκρίνεται ἀμέσως ὁ Γαβριήλ, καὶ ἀπολεπτύνει τὴν παχύτητα τῆς ἐρωτήσεως μὲ τὸ ὕψος τῆς ἀποκρίσεως καὶ λέγει. Τί λόγια εἶναι αὐτὰ ποὺ λές, τρισμακαρία; Γιατί προβάλλεις τέτοιους λόγους; Ἐγὼ ἦλθα ἀπὸ τὸν οὐρανὸ νὰ σοῦ ἀναγγείλω τὴν καινοπρεπῆ σύλληψι. Δὲν σοῦ μιλῶ ἀπὸ τὴν γῆ, ὅταν σοῦ λέγω ὁ Κύριος μετὰ σοῦ. καὶ σὺ ἀναρωτιέσαι πῶς ἔσται μοι τοῦτο; Ἐγὼ σοῦ εὐαγγελίζομαι αὐτὸν ποὺ πρόφθασε νὰ κατοικήσῃ μέσα στὴν κοιλία σου πρὶν ἀπὸ τὴν παρουσία μου, καὶ σὺ μοῦ μιλᾷς γιὰ ἄνδρα καὶ γιὰ τὴν γήινη γέννησι καὶ λέγεις πῶς θὰ μοῦ συμβῇ; Κατανόησε, πῶς ἐξήνθησε ἡ ράβδος· πῶς ἡ πέτρα γέννησε τὸ νερό, ἀπὸ ποῦ τὸ κυοφόρησε· πῶς ἡ φωτιὰ τῆς βάτου προχώρησε μέσα στὸν θάμνο καὶ δὲν τὴν κατέφλεξε. Ἐὰν σὲ αὐτὰ δὲν δείχνῃς ἀπιστία, οὔτε σὲ μένα νὰ δείχνῃς. Διότι αὐτὸς ποὺ ἐνεργεῖ καὶ αὐτὰ καὶ ἐκεῖνα, εἶναι ἕνας· αὐτὸς ποὺ τὸν φέρεις μέσα σου. Κατὰ ἕνα παράξενο θεσμὸ ἀντίθετο μὲ τοὺς νόμους τῆς φύσεως θὰ γίνῃς τροφὸς αὐτοῦ ποὺ θὰ κυοφορήσῃς. Ὄχι ὅπως ἡ Ἐλισάβετ, ὄχι ὅπως ἡ Ἄννα ποὺ σὲ γέννησε. Διότι ἐκεῖνες ἔγιναν μητέρες, ἀφοῦ δέχθηκαν σπέρμα, ἐνῷ ἐσὺ θὰ γεννήσῃς χωρὶς ἄνδρα αὐτὸν ποὺ κατοίκησε μέσα σου ἄσπορος. Καὶ ἂν θὰ ἤθελες νὰ μάθῃς τὸν τρόπο, θὰ σοῦ τὸν πῶ καὶ αὐτὸν μὲ σαφήνεια.

Πνεῦμα Ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπί σε καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι.[23] Διότι αὐτὸς ποὺ γεννᾶται δὲν θὰ προέλθῃ ἀπὸ θέλημα σαρκός. οὔτε θὰ μεσιτεύση στὸν τοκετὸ τῆς μητέρας τοῦ Θεοῦ ἡ ἡδονὴ τῆς σάρκας· διότι στάθηκε πάνω ἀπὸ τοὺς ὅρους τῆς φύσεως καὶ ὅμως δὲν εἶναι τελείως ἔξω ἀπὸ τὴν φυσικὴ τάξι, ἀφοῦ ὁ ὑπερφυσικὸς λόγος ὑπερίσχυσε τοῦ φυσικοῦ. Κανένα πάθημα δὲν θὰ συμβῇ στὴν ἐπίγεια κύησι, ἀπ᾿ αὐτὰ ποὺ συνήθως τὴν ἀκολουθοῦν, ὅπως κανένα δὲν συνέβη στὴν οὐράνια γέννησι. Πνεῦμα Ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σὲ καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι. Πρόσεξε σὲ ποιὸ σημεῖο φανερώνεται τὸ μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος. Διότι, ὅταν εἶπε Πνεῦμα Ἅγιον, δὲν ἐννόησε κανένα ἄλλον παρὰ τὸν Παράκλητο. Δύναμι τοῦ Ὑψίστου, προφανῶς ὑπονοεῖ τὸν Υἱόν. Διότι μὲ τὴν λέξι Ὕψιστος, εἰσάγεται ταυτόχρονα τὸ πρόσωπο τοῦ Πατρός. Τό, «θὰ σὲ ἐπισκιάσῃ» νομίζω ὅτι ἀναφέρεται σὲ αὐτὸ ποὺ προεῖδε ὁ Ἀββακοὺμ μὲ τὰ διορατικά του μάτια ὡς ὄρος κατάσκιο,[24] καὶ ἐννοοῦσε τὴν Παρθένο. Δι᾿ ὃ καὶ τὸ γεννώμενον ἅγιον κληθήσεται υἱὸς Θεοῦ.[25] Διότι τὸ προαιώνιο βρέφος ποὺ διαπλάσθηκε ἀπερινόητα ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα διὰ τοῦ ἁγίου Πατρός, δίκαια θὰ εἶναι ἅγιο καὶ θὰ ὀνομασθῇ Υἱὸς τοῦ Ὑψίστου, διότι ὑπάρχει συναΐδιος Λόγος τοῦ Ὑψίστου. Ἔχει φανερωθῆ λοιπὸν μὲ σαφήνεια στὴν Παρθένο, τί καὶ ἀπὸ ποῦ καὶ τί λογῆς εἶναι αὐτὸ ποὺ κυοφορήθηκε μέσα της καὶ ὅτι αὐτὸ ποὺ θὰ γεννηθῇ θὰ εἶναι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Γιὰ νὰ διασαφηνίσῃ πιὸ ἀνάγλυφα καὶ καλύτερα τὴν δύναμι τοῦ λόγου προσθέτει τὴν κυοφορία τῆς Ἐλισάβετ. Σὰν νὰ τῆς λέγει ὅτι αὐτὸς ποὺ ἦταν ἱκανὸς νὰ δείξῃ ἀνέλπιστα γόνιμη τὴν μήτρα στὰ γεράματα, εἶναι ὁλοφάνερο πὼς θὰ δείξῃ καὶ παρθένον κυοφόρο ὑπὲρ λόγον. Γι᾿ αὐτὸ προσθέτει· ὅτι οὐκ ἀδυνατήσει παρὰ τῷ Θεῷ πᾶν ῥῆμα.[26] Μᾶλλον εὔκολα καὶ μὲ πολλὴ σαφήνεια ὁ Γαβριὴλ ἔπεισε τὴν Παρθένο νὰ ἀποδεχθῇ τὸ θαῦμα, προσθέτοντας τὸ οὐκ ἀδυνατήσει παρὰ τῷ Θεῷ πᾶν ῥῆμα.

Τί λέγει λοιπὸν τὸ Εὐαγγέλιο; Εἶπε δὲ Μαριάμ· ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου.[27] Εἶδες σύνεσι; Εἶδες ὑπερβολὴ εὐγενικῆς συστολῆς; Ἀφοῦ κατάλαβε καλὰ τὴν σύλληψι τοῦ τοκετοῦ, τὴν γέννησι τοῦ τέκνου, ποιὸς καὶ τίνος θὰ εἶναι υἱὸς καὶ ποιὸς θὰ ὀνομασθῇ, καὶ ποιοῦ θρόνου εἶναι διάδοχος καὶ σὲ ποιοὺς θὰ βασιλεύσῃ, καὶ τέλος ὅτι αὐτὸς ποὺ θὰ γεννηθῇ δὲν θὰ ἐκπέσῃ ἀπὸ τὴν βασιλεία, ἄφησε καὶ αὐτὴ νὰ βγῇ ἀπ᾿ τὸ στόμα της ἀντίστοιχη χαρούμενη φωνή. ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου. Καὶ ἐννοεῖ αὐτό: Νά, εἶμαι ἕτοιμη καὶ τίποτε δὲν ὑπάρχει ποὺ θὰ μὲ ἐμποδίσῃ. Ἡ ψυχὴ πρόθυμη, ἡ κοιλία εὔκαιρη· διότι εἶναι ἀνέπαφη καὶ φυλάσσεται μόνο γιὰ τὸν Πλάστη. «Ἰδοὺ ἡ δούλη τοῦ Κυρίου», ὑπάκουη, πρόθυμη νὰ ὑπηρετήσῃ, ἕτοιμη νὰ ὑποδεχθῇ. «Ἂς γίνῃ σύμφωνα μὲ τὸν λόγο σου». Ἐπειδή, λέγει, ὅλα, ὅσο ἦταν δυνατὸν τὰ ἀνήγγειλες εὐθέως, ὅλο αὐτὸ ποὺ τελεσιουργεῖται ἔχει γεμίσει ἀπὸ χαρὰ καὶ ὑπέρτατη δόξα. Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου. Εὖγε στὴν ἄφραστη οἰκονομία! Εὖγε στὴν χάρι! Ὑπερεῦγε στὴν ἄναρχη βουλὴ καὶ πρόγνωσι! Πραγματικὰ Πνεῦμα Ἅγιο κατοίκησε μέσα στὴν Παρθένο, καὶ δύναμις τοῦ Ὑψίστου τὴν ἐπεσκίασε, σύμφωνα μὲ τὴν προωρισμένη βουλὴ καὶ πρόγνωσι τοῦ Θεοῦ.

Καὶ λέγει: καὶ ἀπῆλθεν ἀπ᾿ αὐτῆς ὁ ἄγγελος,[28] ἀφοῦ ἐκπλήρωσε τὸ λειτούργημα ποὺ τοῦ εἶχε ἀνατεθῆ. Ἔφυγε ἀπ᾿ αὐτὴν ὁ ἄγγελος, ἀλλὰ δὲν ἀπομακρύνθηκε ὁ Κύριος. Διότι ὁ ἕνας εἶναι περιγραπτός, κι ἂν ἀκόμη εἶναι ἀσώματος· ἐνῷ ὁ ἄλλος εἶναι ἀπερίγραπτος, κι ἂν ἀκόμη εἶναι χωρητὸς μέσα στὸ σῶμα καὶ τὴν κοιλία τῆς Παρθένου. Καὶ ὁ ἕνας προκατήγγειλε ὅτι ὁ ἐρχόμενος κυοφορεῖται ἀπὸ τὴν Παρθένο γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Ἐνῷ ὁ ἄλλος, ἀνέλαβε τὴν οὐσία μας καὶ τὴν ἀνεμόρφωσε στὸν ἑαυτό του, ἀποδίδοντας στὴν φύσι τὸ κατ᾿ εἰκόνα καὶ τὸ πρῶτο ἀξίωμα, τὸ ὁποῖο τὸ ἔχασε ἀπὸ τὴν ἀπροσεξία τῶν πρωτοπλάστων. Καὶ ἀφοῦ τὸ ἀνύψωσε τὸ ἔβαλε νὰ καθίσῃ ἐν τοῖς ἐπουρανίοις ὑπεράνω πάσης ἀρχῆς καὶ ἐξουσίας καὶ δυνάμεως καὶ κυριότητος καὶ παντὸς ὀνόματος ὀνομαζομένου οὐ μόνον ἐν τῷ αἰῶνι τούτω, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι.[29] Σ᾿ αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος καὶ ἡ τιμὴ καὶ ἡ προσκύνησις, μαζὶ μὲ τὸν ἄναρχό του Πατέρα καὶ τὸ πανάγιο καὶ ζωοποιὸ Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντοτε, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

* Μετάφρασις κατ᾿ ἐπιλογήν, ἐκ τῆς Ἱ. Μονῆς Καρακάλλου

Περιέχεται εἰς τὸ περιοδικὸν «Ἁγιορειτικὴ Μαρτυρία», Τριμηνιαία Ἔκδοσις Ἱερᾶς Μονῆς Ξηροποτάμου, Ἔτος Γ´, Μάρτιος-Μάϊος 1991, Τεῦχος 11.

 

Nektar


[1] οὐδὲν γὰρ ἐτελείωσεν ὁ νόμος. Ἑβρ. ζ´ 19

[2] Α´ Κορ. ι´ 11

[3] Ματθ. β´ 23

[4] βλ. Ἰωάν. α´ 50

[5] βλ. Δαν. η´ 16, θ´ 21

[6] πρβλ. Ἡσ. ξς´ 1

[7] Λουκ. α´ 28

[8] Λουκ. α´ 42

[9] Κολ. β´ 3

[10] ᾎσμ. ᾈσμ. ζ´ 3

[11] Γέν. κβ´ 18

[12] Ἰωάν. ιβ´ 13

[13] βλ. Ψαλμ. οα´ 19

[14] Ἰωάν. δ´ 14

[15] Φιλιπ. β´ 10

[16] Λουκ. α´ 29

[17] Λουκ. α´ 20

[18] Λουκ. α´ 30

[19] Ἡσ. θ´ 6

[20] Λουκ. α´ 31

[21] Λουκ. α´ 32-33

[22] Λουκ. α´ 34

[23] Λουκ. α´ 35

[24] Ἄβ. Γ´ 3

[25] Λουκ. α´ 35

[26] Λουκ. α´ 37

[27] Λουκ. α´ 38

[28] Λουκ. α´ 38

[29] Ἐφεσ. α´ 21

Λόγος εἰς τὸν Εὐαγγελισμὸν τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου (Ἀγίου Ἀνδρέου Ἀρχιεπισκόπου Κρῆτης)
Λόγος εἰς τὸν Εὐαγγελισμὸν τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου (Ἀγίου Ἀνδρέου Ἀρχιεπισκόπου Κρῆτης)

Οι αντιθεσμικές υπερβάσεις εν Αγίω Όρει του Πολιτικού Διοικητή κ. Μαρτίνου και του Αναπληρωτή κ. Κασμίρογλου. -Μέρος Β

υπερβάσεις εν Αγίω Όρει του Πολιτικού Διοικητή

Οι αντιθεσμικές υπερβάσεις εν Αγίω Όρει του Πολιτικού Διοικητή κ. Μαρτίνου και του Αναπληρωτή κ. Κασμίρογλου. -Μέρος Β΄

Γέρων Παΐσιος Μοναχός Καρεώτης,  Επιφάνιος Μοναχός Καψαλιώτης

Ο Αθανάσιος Μαρτίνος για την θέση του Πολιτικού Διοικητού του Αγίου Όρους

[Το Α’ Μέρος ΕΔΩ]

 

Εισαγωγή

Συνεχίζοντας την εξέταση του ζητήματος των αντιθεσμικών –προσωπικού χαρακτήρα– ενεργειών του Πολιτικού Διοικητού (ΠΔ) Θανάση Μαρτίνου, κάτι που πρέπει εξ αρχής να αναλυθεί είναι το πώς αυτές συνδέονται με την ευρύτερη σχέση (προβληματική, όπως έχει πλέον εξελιχθεί) μεταξύ του Ελληνικού Κράτους (ΕΚ) και του Αγίου Όρους (ΑΟ), που –σημειωτέον– αντανακλάται στην ερμηνεία, που αναλόγως της περιπτώσεως δίνεται, στον χαρακτήρα της θεσμικής λειτουργίας του ΠΔ. Πρέπει επομένως να αποτυπωθούν τα μέσα διά των οποίων το ΕΚ έχει ποδηγετήσει το ΑΟ στην σταδιακή –μερική έστω– άρση του αυτοδιοικήτου χαρακτήρα του, ώστε να μπορέσουμε να καταλάβουμε τι αληθινά κρύβουν οι ατομικές “φιλάνθρωπες” ενέργειες Μαρτίνου: μια περαιτέρω κλιμάκωση στην πορεία κατάλυσης του αυτοδιοικήτου του ΑΟ, της αφαίρεσης της όποιας αξίας έχει αυτό στον Ορθόδοξο Κόσμο.

 

Ενδεικτικά, για να αναδειχθούν οι αληθινές διαστάσεις του προβλήματος, αρκεί να παρατεθεί δήλωση του Προέδρου της Συνταγματικής Επιτροπής επί της αναθεωρήσεως του Συντάγματος, Κωσταντίνου Τσάτσου (μετέπειτα και Προέδρου της Δημοκρατίας 1975-1980), κατά την ΠΕ΄ συνεδρίαση της ολομέλειας της Βουλής (14/5/1975), όπου συμπύκνωσε τον προβληματισμό από πλευράς ΕΚ έναντι του αγιορειτικού “προβλήματος”, στη σχετική συζήτηση για το άρθρο του Συντάγµατος που αναφερόταν στο νομικό καθεστώς του ΑΟ (που έμελλε, μετά την ψήφιση της αναθεώρησης, να αποτελέσει το άρθρο 105). Η δήλωση παρουσιάζεται εδώ, καθώς παριστά το τι πραγματικά ισχύει στις σχέσεις ΕΚ–ΑΟ. Τοποθετήθηκε λοιπόν, λέγοντας ότι η:

Ἐπέμβασις τοῦ Κράτους (σημ. ημ. στο ΑΟ), εὐκταία θὰ ἦτο, ἂν ἧτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἐμμέσως. Ἄμεσος ἀποκλείεται, διότι τὰ ὅσα ἐδῶ ψηφίζομεν δὲν εἶναι ἁπλῆ συνταγματικὴ διάταξις, ἔχομεν διεθνεῖς συνθήκας αἱ ὁποῖαι τὰς καθιερώνουν […] Εἶναι ἡ συνθήκη τῆς Λωζάνης καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀλλάξῃ.1

Στην παρούσα μελέτη, πολύτιμος σύμμαχος στην εξέταση του προβλήματος αποτέλεσε ο συλλογικός τόμος, που το 1996 είδε το φως της δημοσιότητας, εκδοθείς υπό της Ιεράς Κοινότητος (ΙΚ), υπό τον τίτλο “Το καθεστώς του Αγίου Όρους”. Αιτία της εκδόσεώς του ήταν η κρίση στις σχέσεις ΑΟ και ΕΚ το 1992, λόγω της κρατικής παρέμβασης (Κυβέρνηση Κωνστ. Μητσοτάκη), ως προς το καθεστώς επισκέψεως και εγκαταβιώσεως ομοδόξων αλλοδαπών. Πέραν των σημαντικών νομικών γνωματεύσεων περί του ζητήματος υπό εγκρίτων νομικών, ο τόμος περιλαμβάνει δύο ιστορικής πνοής ιεροκοινοτικά κείμενα2, εξαιρετικώς επίκαιρα και στη σημερινή συγκυρία, που παρουσιάζουν το ζήτημα των σχέσεων ΑΟ και ΕΚ στην ιστορικοκανονική του διαδρομή. Η σημασία των δύο αυτών κειμένων δεν έγκειται μόνον στο ότι συνιστούν αυθεντικές εκφράσεις της αγιορειτικής αυτοσυνειδησίας, ως προς τον σκοπό ύπαρξης του Αγίου Όρους, και του καθεστώτος που τον διασφαλίζει, αλλά –φευ– στο ότι έχουν πλέον εγκαταλειφθεί, από τους ιδίους τους συντάκτες τους!

Τα όσα θα εκτεθούν κατωτέρω, βασίζονται στα γραφόμενα υπό της ιδίας της ΙΚ, στο όχι και τόσο μακρινό 1996… Ο δε συνδυασμός της εγκαταλείψεως των τότε θέσεων υπό της ΙΚ, με την εξωθεσμική “φιλάνθρωπη” δράση του νυν ΠΔ Μαρτίνου, διαμορφώνουν το νέο σκηνικό ισοπέδωσης του Αγιορειτικού Αυτοδιοικήτου, με ό,τι συνεπάγεται αυτό.

Γενική θεώρηση του προβλήματος

Αυτοδιοίκητο Καθεστώς εν Αγίω Όρει σημαίνει την πλήρη και ανεμπόδιστη άσκηση κυριαρχίας στο ΑΟ, υπό της Ιεράς Κοινότητος των 20 Κυριάρχων Ιερών Μονών, βάσει του Καταστατικού Χάρτου του Αγίου Όρους (ΚΧΑΟ) και του Νομοθετικού Διατάγματος (ΝΔ) του 1926. Ως προς την ειδική σχέση του ΕΚ και του ΑΟ, το δεύτερο σχετίζεται προς το πρώτο αποκλειστικώς μέσω του Υπουργείου των Εξωτερικών (ΥΠΕΞ) στο οποίο βεβαίως δεν υπάγεται (και πώς θα μπορούσε άλλωστε;) παρά μόνον ο Πολιτικός Διοικητής του Αγίου Όρους. Το ότι το ΑΟ σχετίζεται με το ΕΚ μέσω του ΥΠΕΞ, αποτελεί απόρροια της Διεθνούς Συνθήκης της Λωζάνης (1923), και καθορίζει την ειδική σχέση των δύο μερών, που αποτυπώνεται στο ΝΔ του 1926 και τον ΚΧΑΟ.

Στη συνέχεια όμως εμφανίζεται ως συμπληρωματικό Αγιορειτικό Δίκαιο, το σώμα των Κανονιστικών Διατάξεων (ΚΔ) που πλαισιώνουν το ΝΔ του 1926 και τον ΚΧΑΟ, αρχής γενομένης το 1930. Στον εκδοθέντα υπό της ΙΚ τόμο των Κανονιστικών Διατάξεων (2018), όπως σωστά τονίζεται στο εισαγωγικό σημείωμα υπό του επιστημονικού επιμελητού της έκδοσης, καθ. Νικολακάκη, “Περιελθόντος τοῦ Ἁγίου Ὄρους ὑπό τήν ὀθωμανικήν κατάκτησιν, τό αὐτοδιοίκητον κεκτηµένον διετηρήθη”3, ενώ από την πλευρά του το ΕΚ το κατοχυρώνει, “δυνάµει του ἄρθρου 105 του Συντάγµατος 1975/1986/2001/2008, κατά το πρότυπον των προηγουμένων Συνταγµάτων.”4 Εν ολίγοις, το Αυτοδιοίκητον δεν παραχωρήθηκε υπό ουδενός (Οθωμανικού πάλαι ποτέ, ή Ελληνικού Κράτους κατόπιν), αλλά απλώς αναγνωρίστηκε διατηρούμενο.

Πλην όμως, κατά τον αυτόν επιστημονικό επιμελητή, οι ΚΔ αποτελούν “πηγάς τοῦ Ἁγιορειτικοῦ Δικαίου καί ἀναγκαῖον συμπλήρωμα τῶν ἤδη τεθέντων κανόνων δικαίου”.5 Το πρόβλημα στην ανωτέρω διατύπωση είναι, ότι το “αναγκαίον” δεν προκύπτει από πουθενά. Το ότι η ΙΚ, ως πλήρη έχουσα την εξουσία, δύναται να νομοθετεί είναι αυτονόητο (υπό τον απαράβατο όρο ότι η νομοθεσία δεν θα αντιβαίνει τα υφιστάμενα αρχαία θέσμια του Τόπου). Επόμενο ήταν, ότι ο ΚΧΑΟ όντως συντάχθηκε ως πλήρες σώμα εσωτερικής νομοθεσίας του ΑΟ, μη δεόμενο συμπληρώματος, κάτι το οποίο αναγνωρίζεται και από το άρθρο 105 παρ. 3 του Ελληνικού Συντάγματος, όπου ρητά αναφέρεται ότι στον ΚΧΑΟ υπάρχει «λεπτομερής καθορισμός τῶν ἁγιορειτικῶν καθεστώτων καί τοῦ τρόπου τῆς λειτουργίας αὐτῶν». Επίσης, όπως αναγκάστηκε να παραδεχθεί το 1975 ο τότε υφυπουργός Παιδείας, στη σχετική συζήτηση περί των εκκλησιαστικών ζητημάτων της αρμόδιας υποεπιτροπής, στα πλαίσια αναθεωρήσεως του Συντάγματος, ο ΚΧΑΟ, (όχι μόνον είναι πλήρης), μα ούτε προβλέπεται, ούτε και δύναται να αναθεωρηθεί, άνευ κατάργησης του Αυτοδιοικήτου.6 Στην πραγματικότητα, στην μοναστική μη–κοσμική Πολιτεία του ΑΟ δεν τίθεται ζήτημα νομικών “αναγκών”, “εναρμονίσεων” και λοιπών “συμπληρώσεων”. Επομένως, ένα ερώτημα που τίθεται είναι το τι κρύβεται πίσω από τις ΚΔ και πώς διαμορφώνεται τελικώς η σχέση ΕΚ και ΑΟ.

Η μελέτη των ΚΔ οδηγεί αβίαστα στο συμπέρασμα ότι οφείλουν την ύπαρξή τους στον εκσυγχρονισμό της ελληνικής νομολογίας, στην προσαρμογή της δηλαδή στις νεώτερες επιταγές των κυρίαρχων τάσεων της νομικής επιστήμης, οπότε και δημιουργείται η “ανάγκη” εναρμόνισης του αγιορειτικού δικαίου προς τις εκάστοτε εξελίξεις της ελληνικής νομοθεσίας (κάτι που είναι ηλίου φαεινότερον για τις περισσότερες εξ αυτών, όπως π.χ. περί Φορολογίας, Αγρασφαλείας, Μέσων Μεταφοράς, Κειμηλίων, Αθωνιάδος Σχολής, με σημαντικότερη αυτής των Έργων). Επομένως, η μόνη “ανάγκη” προκύπτει από πλευράς του ΕΚ και όχι του ΑΟ! Είναι το Κράτος που απαιτεί τις “εναρμονίσεις”, ώστε να επιτρέπεται στο ΑΟ να συναλλάσσεται μαζί του. Εδώ ήδη εντοπίζεται το πλέον θεμελιώδες πρόβλημα, που δεν είναι άλλο από την –μερική έστω– ακύρωση του μοναστικού, άρα και μη–κοσμικού, χαρακτήρα της αθωνικής πολιτείας. Εάν οι όποιες εξελίξεις στη ζωή του Κράτους επηρεάζουν το ΑΟ, τι απομένει από την αρνησίκοσμη και ασκητική του ιδιοτυπία;

Όπως σωστά άλλωστε τονίζεται στο εισαγωγικό σημείωμα υπό του επιστημονικού επιμελητή σχετικώς προς τις ΚΔ:

Ὡς πρός τό περιεχόμενον αὐτῶν, δέν εἶναι ἐπιτρεπτή ἡ ἀντίθεσίς των πρός τάς διατάξεις τοῦ Κ.Χ.Α.Ο., ὑπό τήν προϋπόθεσιν ὅτι καί διά ταύτας δέν εἶναι ἐπιτρεπτή ἡ ἀντίθεσίς των πρός τό ἀρχαῖον προνομιακόν καθεστώς τοῦ Ἁγίου Ὄρους, καθ ̓ ὄν τρόπον τοῦτο κατοχυροῦται ὑπό τοῦ ἑλληνικοῦ Συντάγματος.7

Με άλλα λόγια, η απόλυτη βάση και του ΚΧΑΟ και φυσικά των ΚΔ, είναι το αρχαίο προνομιακό καθεστώς του ΑΟ, και ουδεμία άλλη νομοθετική ρύθμιση εθνική ή διεθνής (έως και σύγχρονη αγιορειτική) δεν δύναται να το ανατρέψει. Αυτή είναι άλλωστε η σημασία του αυτοδιοικήτου: να παραμένει το ΑΟ παντελώς ασχέτιστο και ασυνδύαστο προς ο,τιδήποτε κοσμικό.

Πλην όμως, ο επιστημονικός επιμελητής του αγιορειτικού τόμου δεν αποφεύγει να υποπέσει σε ατοπήματα, ανάρμοστα για το επίπεδο της επιστημονικής του επάρκειας, τα οποία δυστυχώς διέλαθαν την προσοχή της ΙΚ πριν την έκδοση του τόμου. Επί παραδείγματι, ενώ ρητώς αναφέρει περί της διαδικασίας κύρωσης των ΚΔ ότι:

Διά τήν ὁλοκλήρωσιν τῆς ὅλης διαδικασίας αἱ ἀνωτέρω Κ.Δ., μετά τήν κοινοποίησίν των εἰς τόν Διοικητήν τοῦ Ἁγίου Ὄρους, δέον ὅπως ἐπικυρωθῶσι διά σχετικῆς ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐξωτερικῶν, δημοσιευτέας ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως.8

στην αμέσως προηγούμενη σελίδα έχει –λανθασμένα– προλάβει ν’ αναφερθεί στη (δήθεν) δυνατότητα επικύρωσης των ΚΔ και υπό “συναρμοδίων” υπουργών:

Μία ἐπιμέρους ἔκφανσις τῆς αὐτοδιοικήσεως τοῦ Ἁγίου Ὄρους εἶναι ἡ παραγωγή κανόνων δικαίου, ψηφιζομένων ὑπό τῆς Δ.Ι.Σ. καί ἐπικυρουμένων ὑπό τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν κατά τό ἄρθρον 6 τοῦ Ν.Δ. τῆς 10/16.9.19769

αμέσως μετά, δε, παρουσιάζει το σχετικό άρθρο 43 του ΚΧΑΟ, στο οποίο όμως ρητώς αναφέρεται ότι:

Αἱ διατάξεις αὗται κοινοποιούμεναι τῷ Διοικητῇ ἐπικυροῦνται ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ (σημ. ημ. που ως τέτοιος στον ΚΧΑΟ και το ΝΔ του 1926 αναφέρεται αποκλειστικώς και μόνον ο επί των Εξωτερικών), πλὴν τῶν καθαρῶς πνευματικῆς φύσεως, αἴτινες ἀνακοινοῦνται πρὸς ἔγκρισιν τῷ Οἰκουμενικῷ Πατριαρχείῳ»10

Δηλαδή, στην ίδια σελίδα καταφέρνει να αυτοαναιρείται!

Επί της ουσίας, ήταν το 1953 που εμφανίζεται για πρώτη φορά επικυρωτική υπογραφή Κανονιστικής Διατάξεως “συναρμοδίου” Υπουργού, –του της Γεωργίας– κατά πλήρη παράβασιν του ΚΧΑΟ, μη φέρουσα μάλιστα αριθμό πρωτοκόλλου! Έως τότε, επικυρωτικά των ΚΔ υπέγραφε αποκλειστικώς και μόνον ο ΥΠΕΞ. Επί παραδείγματι, στην ΚΔ περί Αγρασφαλείας του 1948 (Νικολακάκη (2018) σ.63), υπογράφει μόνον ο ΥΠΕΞ, ενώ στην αντίστοιχη περί Συστηματικής Εκμεταλλεύσεως και Προστασίας των Δασών του ΑΟ, του 1953, όπως ήδη αναφέρθηκε, συνυπογράφει και ο Γεωργίας, παρότι στο σχετικό άρθρο 1 (Νικολακάκη (2018) σ.223) της εν λόγω ΚΔ, ρητώς αναφέρεται ότι: “Τὰ δάση τῆς Χερσονήσου τοῦ Ἁγίου Ὄρους, μὴ ὑπαγόμενα εἰς τοὺς δασικοὺς νόμους τοῦ Κράτους, διέπονται ὑπὸ τῆς παρούσης Κανονιστικῆς Διατάξεως.” Απορία προξενεί, το πώς είναι δυνατόν η ΙΚ να αντιπαρήλθε ένα τέτοιο ατόπημα!

Επομένως, όπως τελικώς διευθετείται το ζήτημα των σχέσεων ΕΚ–ΑΟ, δηλαδή μέσω των ΚΔ, η ίδια η ύπαρξή τους συνιστά την de facto υπέρβαση –από πλευράς Ελληνικής Πολιτείας– των περιορισμών που θέτει η Συνθήκη της Λωζάνης (δηλ. το να διευθετούνται οι σχέσεις μεταξύ ΕΚ και ΑΟ αποκλειστικώς μέσω του ΥΠΕΞ), οπότε και μέσω αυτών, το ΕΚ σταδιακά παρεισφρύει στα της Αθωνικής μοναστικής πολιτείας, διαμορφώνοντας τετελεσμένες πλην παράνομες υπερπηδήσεις, κατά παράβασιν του ΚΧΑΟ και κατ’ επέκτασιν του άρθρου 105 του Συντάγματος που διασφαλίζει το αρχαίο προνομιακό καθεστώς του ΑΟ. Στις νέες εξελίξεις δε, συνήργησε η ΙΚ ένεκα “εθνικού αισθήματος”, αλλά και προκειμένου να υπάρξουν απτά υλικά κέρδη, απορρέοντα από τη νέα de facto σχέση της με το ΕΚ. Τέλος, αξίζει ίσως να σημειωθεί, ότι το “εμμέσως” στο οποίο αναφερόταν ο Κ. Τσάτσος στο απόσπασμα που παρατέθηκε στην Εισαγωγή, δείχνει ξεκάθαρα τις ΚΔ, καθώς είναι μέσω αυτών που επεμβαίνει το ΕΚ στα εσωτερικά του ΑΟ.

Εν κατακλείδι, οι ΚΔ και οι “συναρμόδιοι” υπουργοί που αυτές συνεισάγουν, αποτελούν μια επιπλέον παράμετρο στον προβληματικό –όπως έχει πια διαμορφωθεί– χαρακτήρα της έννοιας που δίνει το ΕΚ στην κυριαρχία του επί του ΑΟ.

Η σχέση ΕΚ και ΑΟ: ζητήματα κυριαρχίας

Στον πυρήνα του προβλήματος κρύβεται επομένως το ζήτημα της κυριαρχίας, εξ ου και οι κρατικοκεντρικές, όλως εσφαλμένες, νομοκανονικές θεωρήσεις που έχουν κατά περιόδους παραχθεί, οι οποίες εδράζονται στην λανθασμένη όσο και σκοπίμως προβαλλόμενη εκτίμηση ότι το αγιορειτικό αυτοδιοίκητο παραχωρήθηκε αυτοβούλως υπό του ΕΚ, οπότε και δύναται να αλλαχθεί ή να μετατραπεί.

Επόμενο είναι, η θεωρία ότι το αυτοδιοίκητο είναι δοτό να σημαίνει ότι το ΑΟ ήταν, είναι και θα παραμείνει άρρηκτα συνδεδεμένο και εξαρτώμενο από τις τύχες του ΕΚ: αρχικά στο πλαίσιο των βαλκανικών και ευρύτερων προπολεμικών11 ανταγωνισμών, των ψυχροπολεμικών κατόπιν, και πλέον της ευρωενωσιακής “περιπέτειας”.

Αναφερόμαστε στα περί “ευρωενωσιακής περιπέτειας”, διότι ένα επιπλέον ζήτημα που προβληματίζει είναι το τι θα συμβεί εάν το ΕΚ οδηγηθεί σε εθελούσια αυτοδιάλυση, εφ’ όσον συντελεσθεί η Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση, στο επερχόμενο Ομοσπονδιακό Ευρωενωσιακό Κράτος (που κύκλοι της ΕΕ τοποθετούν την ίδρυσή του στο 2025). Το ερώτημα που τίθεται είναι εάν το ΑΟ θα συρθεί μαζί με το ΕΚ στην νέα αυτή πολιτική οντότητα. Υπενθυμίζεται ότι ήταν οι Αγιορείτες που ζήτησαν εθελουσίως τη σύνδεση του ΑΟ με το ΕΚ, μετά την απελευθέρωση του 1912, και δεν “σύρθηκαν” ή εξαναγκάστηκαν προς τούτο.

Η σημερινή πάντως κατάσταση είναι ότι, μέσω των ΚΔ, το αγιορειτικό δίκαιο “εναρμονίζεται” προς το εθνικό, που με τη σειρά του εναρμονίζεται προς το ευρωενωσιακό. Επί παραδείγματι, στην ΚΔ Περί Έργων, που επικυρώθηκε το 2007 από την τότε ΥΠΕΞ Ντόρα Μπακογιάννη, ο τίτλος της ΚΔ είναι:

Περί οργάνων που αποφασίζουν ή γνωμοδοτούν και ειδικές ρυθμίσεις σε θέματα έργων που εκτελούνται από τις αυτοδιοίκητες αρχές του Ἁγίου Όρους σύμφωνα με το ειδικό καθεστώς του και σε εναρμόνιση με την κοινή εθνική νομοθεσία.12

Ουσιαστικά, η βούληση του ΕΚ να παρακάμψει τον ΚΧΑΟ και το ΝΔ του 1926, λόγω του “παρωχημένου” χαρακτήρα τους και των “ελλείψεων” που –δήθεν– έχουν, ήταν πάγια, συνεχής και ακολουθήθηκε με συνέπεια. Κοινή βάση αυτής της τακτικής ήταν ακριβώς το δοτό του αυτοδιοικήτου από πλευράς ΕΚ.

Ενδεικτικά, το 1949 έγραφε ο Π. Παναγιωτάκος:

ὅλως αὐτοπροαιρέτως ὑπεχρέωσεν ἑαυτήν ν ̓ ἀναγνωρίσῃ τήν ἐν Ἄθω Μοναχικήν Πολιτείαν ὡς αὐτοδιοίκητον Κοινότητα καί διωργάνωσεν αὐτήν ὡς τοιαύτην, ἐσωτερικῶς διοικουμένην κατά τό ἕκπαλαι καθεστώς»!13

Ιδιαιτέρως εξωφρενική, αλλά και σημαντική, είναι η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας του 1954, οπότε και οι εισηγητές της απεφάνθησαν ότι:

ἡ ἰδιόρρυθμος αὐτοδιοίκησις τοῦ Άγ. Ὄρους ἀποτελεῖ θεσμόν, τὸν ὁποῖον ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία εἰσήγαγε καὶ ἀνεγνώρισεν ὅλως οἰκειοθελῶς, «χωρὶς νὰ ἔχῃ πρὸς τοῦτο ὑποχρέωσιν ἐκ διεθνοῦς τινὸς πράξεως» (Θέμις 65/1954, σ. 1056, παρά Νικόπουλος (2017) υποσ.122 σ.83)!

Αναφέρει επίσης ο Σ. Παπαδάτος (που διετέλεσε πρώτος ΠΔ επί Χούντας, με “πλούσιο” έργο κατά τη διάρκεια της θητείας του –οι παλαιότεροι γνωρίζουν–), ήδη από το 1965 στο έργο του Ἡ Πολιτειακή Θέσις τοῦ Ἁγίου Ὄρους:

Σήμερον τὸν Ἅγιον Ὄρος ἀποτελεῖ ἐδἀφικὸν τμῆμα τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικρατείας, ἐφ ̓ οὗ κατὰ σθεναρὰν θέλησιν τοῦ συνταγματικοῦ νομοθέτου ἀσκεῖται ἡ κυριαρχία αὐτῆς ἀπόλυτος, ἡ αὐτοδιοίκησις δὲ ἧς ἀπολαμβάνει, εἶναι δοτὴ καὶ δὲν ἅπτεται κἂν τῶν ὁρίων τῆς αὐτονομίας.14

Οι ανωτέρω μεταπολεμικές γνωμοδοτήσεις, χρήσιμες στις “ειδικές” συνθήκες της μετεμφυλιακής περιόδου, όπου οι νομικές γνωματεύσεις περί ΑΟ υπηρετούσαν –ανάμεσα στα άλλα– και λόγους “εθνικής ανάγκης”, παραγνωρίζοντας –έως και αλλοιώνοντας– τα αγιορειτικά θέσμια, είχαν βασισθεί σε αντίστοιχες προπολεμικές, που είναι και το στοιχείο που καταδεικνύει την αδιάκοπη βούληση του ΕΚ για καταπάτηση του Αυτοδιοικήτου:

ὁ Σ. Σουλιώτης, εἰσηγητής τῆς ἀποφάσεως τῆς ὁλομελείας τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας ὑπ ̓ ἀριθμ. 1093 τοῦ 1936 γράφει ὡς ἑξῆς: «Τό ἄρθρον 109 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 (νῦν 105 τοῦ Συντάγματος 1975) θεσπισθέν ἐν ἀπολύτῳ ἐλευθερίᾳ καί ἄνευ οὐδεμιᾶς νoμικῆς ὑποχρεώσεως τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας διατηρεῖ ἄθικτον τήν κυριαρχίαν ταύτης ἐπί τοῦ Ἄθω καί χορηγεῖ ἁπλῶς αὐτοδιοίκησιν συμφώνως πρός τό ἀρχαῖον προνομιακόν καθεστώς».15

Επί του προκειμένου, οι ανωτέρω θεωρήσεις έχουν κριθεί και κατακριθεί επιστημονικώς. Ενδεικτικά, ο καθ. Τ. Φιλιππίδης έχει επισημάνει ότι:

Αἱ ἔννοιαι «ὅλως αὐτοπροαιρέτως» (τοῦ Π. Παναγιωτάκου) καί «ἐν ἀπολύτῳ ἐλευθερίᾳ καί ἄνευ οὐδεμιᾶς νομικῆς ὑποχρεώσεως τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας» (τοῦ Σ. Σουλιώτη) οὐδόλως εὐσταθοῦν.16

Όλες αυτές οι γνωματεύσεις, άλλωστε, σκοπίμως αποσιωπούν ότι απόρροια των διεθνών συνθηκών που έχει υπογράψει το ΕΚ (Βερολίνου 1878, Βουκουρεστίου 1913, Σεβρών 1920, Λωζάνης 1923), είναι ότι υποχρεούται όπως αναγνωρίσει τα εκ παραδόσεως ισχύοντα δικαιώματα του ΑΟ. Πράγματι, από νομικής απόψεως –αναντιλέκτως– ισχύει αυτό που έχει σημειώσει ο καθ. Τ. Φιλιππίδης, ότι δηλαδή:

αἱ διατάξεις τῶν Διεθνῶν Συνθηκῶν, τάς ὁποίας προσυπέγραψεν ἡ Ἑλλάς, ἔχουν ηὐξημένην τυπικήν ἰσχύν, ὑπερισχύουν δηλαδή τῶν διατάξεων τοῦ «ἐσωτερικοῦ»17

Ομοίως:

Εἶναι ἐπίσης γνωστόν ὅτι αἱ διατάξεις τῶν Διεθνῶν Συνθηκῶν, τάς ὁποίας προσυπέγραψεν ἡ Ἑλλάς, ἔχουν ηὐξημένην τυπικήν ἰσχύν, ὑπερισχύουν δηλαδή τῶν διατάξεων τοῦ «ἐσωτερικοῦ» (ἤτοι τοῦ ἑλληνικοῦ) Δικαίου.18

Σε πλήρη συμφωνία μετά των ανωτέρω κινείται και ο καθ. Χ. Παπαστάθης:

Λόγω τῆς εἰδικῆς διαδικασίας καί τοῦ εἰδικοῦ ὀργάνου καταρτίσεώς του, –πού προβλέπονται ἀπό τό Σύνταγμα 105, παρ. 3–, ὁ ΚΧΑΟ ἔχει ἐπηυξημένη τυπική δύναμη ἔναντι τῶν κοινῶν νόμων. Αὐτοί δέν μποροῦν νά τόν καταργήσουν ἤ νά τόν τροποποιήσουν.19

Επιπλέον αυτών:

Ἀναγνωρίζει τό Σύνταγμα τήν «Ἁγιορειτικήν Δικαιοταξίαν» ὡς αὐθυπόστατον καί μάλιστα προὐπάρχουσαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ὁ δὲ Καταστατικός Χάρτης τοῦ Ἁγίου Ὄρους δέν ἐθέσπισε νέους κανόνας δικαίου, ἀλλ’ ἁπλῶς ἀπετύπωσε τό ἀπό μακροῦ χρόνου ἰσχῦον Δ

Όπως τέλος ξεκαθαρίζει το ζήτημα ο καθ. Γ. Κασιμάτης, προλογίζοντας το βιβλίο του Α. Νικόπουλου21, Τὸ εἰδικὸ καθεστὼς τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ ἡ ἔννοια τῶν «Ἁγιορειτικῶν Καθεστώτων» (2017), αυτό που ισχύει είναι ότι:

τὸ ἐν λόγῳ «καθεστώς» ἀναγνωρίστηκε, συγκροτήθηκε καὶ κατέστη νομικὴ ὀντότητα καὶ ὑποκείμενο δικαίου ἀπὸ τὴ διεθνῆ κοινότητα μὲ διεθνεῖς συνθῆκες καὶ ὑφίσταται νομικὰ ἰσχυρὸ μὲ βάση τὸ διεθνὲς δίκαιο. Σκοπὸς τῆς διεθνοῦς νομικῆς ἀναγνώρισης, σύστασης καὶ συγκρότησης τοῦ εἰδικοῦ αὐτοῦ καθεστῶτος ἦταν καὶ εἶναι ἡ προστασία του ἀπὸ κάθε ἀπειλὴ καὶ προσβολὴ καταστροφῆς, κατάλυσης καὶ ἀλλοίωσής του, ὥστε νὰ παραμένει διαχρονικὰ ζωντανό22

Προκειμένου πάντως να δοθεί πλήρης εικόνα του πόσο σύνθετο είναι το πρόβλημα, και του πώς έχει αντιμετωπισθεί από τους χαράσσοντες πολιτική από πλευράς ΕΚ, θα πρέπει να επιστρέψουμε στο παράθεμα της Εισαγωγής, από τον Κ. Τσάτσο, που –φαινομενικά– διαφοροποιείται από τις λοιπές τοποθετήσεις που παρουσιάσθηκαν ανωτέρω, περί δοτού αυτοδιοικήτου. Βλέπουμε δηλαδή, να παραδέχεται ότι όντως το ΕΚ περιορίζεται από τις διεθνείς συνθήκες που έχει υπογράψει, και δεν έχει παραχωρήσει απολύτως τίποτε στο ΑΟ, απλώς έχει αναγνωρίσει. Πρόκειται για μιας μορφής άμυνα, όταν το διακύβευμα δεν είναι η απ’ ευθείας σχέση ΕΚ και ΑΟ που, όπως ήδη δείχθηκε, διαμορφώνεται από τις ΚΔ, αλλά και από τις προσωπικές σχέσεις θεσμικών παραγόντων μεταξύ των δύο, που δύνανται σε προσωπικό (και όχι θεσμικό) επίπεδο να αποσιωπούν ή να βρίσκουν πλάγιους τρόπους προς υπέρβαση προβλημάτων. Δηλώσεις τύπου Τσάτσου ή κάποιων λιγοστών ομοίων τους, έχουν όντως γίνει, πλην όμως αναφέρονται στο διακύβευμα της συνταγματικότητας και της συμμόρφωσης του ΕΚ προς το Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο (στην περίπτωσή μας, στη Συνθήκη της Λωζάνης), που είναι πολιτικό επίπεδο τέτοιο, όπου δεν επιτρέπονται “ελιγμοί” τύπου ΚΔ κλπ. Μην ξεχνούμε ότι η συζήτηση που ακούσθηκε η εν λόγω δήλωση, ήταν για την αναθεώρηση του Συντάγματος…

Ειδικότερα περί της Πολιτικής Διοικήσεως του ΑΟ

Γιατί ελέχθησαν τα ανωτέρω; Για να καταδειχθεί ότι οι κατά την τρέχουσα περίοδο έκθεσμες ενέργειες του ΠΔ (που θα περιγραφούν στο επόμενο και τελευταίο άρθρο), δεν αποτελούν μεμονωμένο γεγονός, αλλά συνέχεια και κλιμάκωση των παλαιότερων υπερβάσεων του Αγιορειτικού Αυτοδιοικήτου από πλευράς ΕΚ. Ας περάσουμε όμως και στα ειδικά προβλήματα που σχετίζονται με τον θεσμό του ΠΔ του ΑΟ.

Κατ’ αρχάς, όπως και για πολλά άλλα ζητήματα που άπτονται των σχέσεων ΕΚ–ΑΟ, ομοίως πλατιά διαδεδομένη είναι η παρανόηση ότι ο ΠΔ ενεργεί δι’ άπασες τις πολιτικές υποθέσεις εν ΑΟ, πλην όμως, κάτι τέτοιο περιλαμβάνετο στους Γενικούς Κανονισμούς του 1921 (αρθ. 8), κατόπιν όμως αυτό καταργήθηκε στο ΝΔ του 1926.23

Όπως μάλιστα ρητώς διετύπωσε η αρμόδια Ιεροκοινοτική Επιτροπή, απαρτιζομένη από 4 Ηγουμένους, το 1992 (στο πρώτο από τα δύο κείμενα της ΙΚ που αναφέραμε στην Εισαγωγή),

Εἶναι δέ γνωστόν, ὅτι ὁ Πολιτικός Διοικητής Ἁγίου Ὄρους καί ὁ Ὑπουργός Ἐξωτερικῶν δέν δύνανται νά ἐκδώσουν ὑποχρεωτικάς ἀποφάσεις διά τήν Ἱεράν Κοινότητα24

Το δε 1994, αναλύοντας τη γνωμάτευση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (ΝΣΚ) του 1992, στην οποία είχε ήδη απαντήσει η ΙΚ με τα δύο κείμενά της, ο καθ. Τ. Φιλιππίδης κατήγγειλε την

καινοφανῆ καί συγχρόνως περίεργον θεωρίαν καί δή ἐν Ὀλομελείᾳ, ὅταν ἰσχυρίζεται ὅτι τό Ἑλληνικόν Κράτος διά τῶν ἀποστελλομένων εἰς τό Ἅγιον Ὄρος δημοσίων λειτουργῶν καί ὑπαλλήλων ἀσκεῖ τήν κυριαρχίαν του εἰς τήν ἐν λόγῳ περιοχήν.25

και συνέχιζε διευκρινίζοντας:

Ἐπί τοῦ Ἁγίου Ὅρους ἀσκοῦνται «Κρατικαί Ἐξουσίαι», αἱ ὁποῖαι μάλιστα ὁρίζονται ὑπό τοῦ Συντάγματος (ἄρθρον 105, παρ. 4 καί 5) καὶ δή περιοριστικῶς. Αἱ ἐξουσίαι αὗται συνίστανται: α) εἰς τήν ἐποπτείαν τῆς ἀκριβοῦς τηρήσεως τῶν ἁγιορειτικῶν καθεστώτων καί β) εἰς τήν διαφύλαξιν τῆς δημοσίας τάξεως καί ἀσφαλείας. Ἀσκοῦνται δέ αἱ ἐν λόγῳ ἐξουσίαι τοῦ Κράτους διά τοῦ Διοικητοῦ26

Εδώ, τα περί δημοσίας τάξεως και ασφαλείας, εννοούνται ως τα αφορώντα το κοινό ποινικό δίκαιο ή τις απόπειρες κατάλυσης του Αγιορειτικού Καθεστώτος και της συνταγματικής τάξης (δηλαδή του πλαισίου ισχύος του άρθρου 105), καθώς κι αυτές της κατάλυσης της εθνικής κυριαρχίας.

Επίσης, περί του αυτού ζητήματος της δημοσίας τάξεως και ασφαλείας, ο καθ. Χ. Παπαστάθης (επ’ αφορμή τη γνωμάτευση του ΝΣΚ το 1992), έγραφε το 1994:

Ἴσως προβληθεῖ, ἀκόμη, ὁ ἰσχυρισμός ὅτι τό Κράτος, «εἰς τό ὁποῖον ἀνήκει ἀποκλειστικῶς καί ἡ διαφύλαξις τῆς δημοσίας τάξεως καί ἀσφαλείας» (Σύνταγμα 105, παρ. 4), μπορεῖ νά λαμβάνει τά κατά τή δική του ἐκτίμηση κατάλληλα μέτρα γιά τήν εἴσοδο προσκυνητῶν. Οἱ διατυπώσεις, ὅμως, αὐτές (παρ. 2) σέ κανένα νομοθετικό κείμενο δέν ἑδράζονται ἤ κατ’ ἐξουσιοδότηση τοῦ ὁποίου θεσπίζονται.27

Είναι ηλίου φαεινότερο ότι αυτά που εγράφησαν τότε ισχύουν και για τις σημερινές συνθήκες, καθώς τα “έκτακτα” μέτρα που ελήφθησαν υπό του ΠΔ Μαρτίνου για το ΑΟ, δια της επιβολής των κυβερνητικών περιοριστικών διατάξεων και εντός ΑΟ, βασίζονται –ανάμεσα στα άλλα– και στην Κυβερνητική επίκληση της δημοσίας τάξεως και ασφαλείας. Επομένως, ουδέν μέτρο νομιμοποιείται να λαμβάνεται ἐπί τῇ ἐπικλήσει –δήθεν– της τάξεως και της ασφαλείας στο ΑΟ.

Συνεχίζοντας δε, επρόσθεσε ότι:

Ἄλλωστε, διάταξη πού θά ἐπέβαλλε τήν μέ ὁποιονδήποτε τρόπο ἤ γιά ὁποιονδήποτε λόγο ἄδεια ἤ ἔγκριση ἄλλης ἀρχῆς γιά τήν πρόσληψη δοκίμου ἤ μοναχοῦ, θά φαλκίδευε τό ἀρχαῖο προνομιακό καθεστώς καί τήν ἁγιορειτική δικαιοταξία, θά μετέβαλλε τούς φορεῖς ἐποπτείας σέ φορεῖς διοικήσεως28

Εν τέλει, κατέληγε στο αυτονόητο συμπέρασμα, ως προς το αυτοδιοίκητο:

Πειραιτέρω, ὅμως, θά παραβίαζε τήν ἀπό τὸ Σύνταγμα 105 τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας καί τό Διεθνές Δίκαιο κατοχυρουμένη αὐτοδιοίκηση, ἐπειδή ἔτσι ἡ ἐν λόγω, ἑκτός αὐτοδιοικήτου καθεστῶτος, ἀρχή θά ἤλεγχε τά πρόσωπα πού ἀσκοῦν αὐτήν τήν αὐτοδιοίκηση (δηλαδή την ΙΚ).29

Η σημασία των δύο ανωτέρω διαπιστώσεων του καθηγητή είναι τεράστιας σημασίας, και αντηχεί και σήμερα –ίσως πολύ περισσότερο από τότε– ως αφυπνιστικός κώδων κινδύνου, καθώς πλέον δεν αποτελεί μια απευκταία προοπτική, αλλά την ήδη εφαρμοζόμενη πρακτική! Ενδεικτικά, σε ανάρτηση του ιστοχώρου εκκλησιαστικού περιεχομένου “Ρομφαία” σχετική με την έναρξη των εμβολιασμών στο ΑΟ, υπό τον τίτλο Εμβολιάστηκαν οι πρώτοι μοναχοί στο ΑΟ, όπου διαφαίνεται ότι έχει συνταχθεί (καθώς απηχεί πλέρια τις εκπεφρασμένες απόψεις τους) και με τη συνεργασία των εμφανιζομένων μοναχών στις σχετικές συνοδευτικές φωτογραφίες (μέλη της νέας Ι.Μ. Εσφιγμένου), αποτυπώνεται η νέα πραγματικότητα στην τελευταία φράση του κειμένου όπου επί λέξει αναφέρεται:

Η ΙΚ βρίσκεται σε αγαστή συνεργασία με την Πολιτική Διοίκηση και κάθε απόφαση της επικυρώνεται από τον ΠΔ, Αθανάσιο Μαρτίνο(!)30

Το περιεχόμενο, το ύφος, κυρίως όμως η συγκεκριμένη πρόταση κάνει περισσότερο από σαφές ότι η εν λόγω ανάρτηση αποτελεί –έμμεση– απάντηση του πρώτου μας άρθρου για τον ΠΔ Μαρτίνο….

Πάντως –δίκην υποσημειώσεως– ας υπενθυμιστεί ότι τη διαφύλαξη της δημοσίας τάξεως και ασφαλείας που έχει αναλάβει εν Αγίω Όρει η Ελληνική Αστυνομία, αρχικά (έως και το 1912) την ασκούσε –πρεπόντως, και συμφώνως προς τα εσωτερικά αγιορειτικά θέσμια αυτοδιοικήσεως– το, υπό την εντολή της ΙΚ και της ΙΕ, ένοπλο σώμα των σερδάρηδων. Η ΙΚ τον Αύγουστο του 1933 συνέταξε μάλιστα ΚΔ, υπό τον τίτλο Περί Ὀργανισμοῦ τοῦ Ἁγιορειτικοῦ Ἀστυνομικοῦ Σώματος σε 12 άρθρα, όπου αποφάσιζε την επανίδρυση του σερδαρικού σώματος, προς αποκατάσταση της πληρότητας της εξουσίας της.31 Πλην όμως, το ΕΚ (εν μέσω πραξικοπημάτων, εθνικού διχασμού και εν γένει πολιτικής ανωμαλίας) –παρανόμως– δεν επικύρωσε την ΚΔ, αφήνοντας μόνη ένοπλη δύναμη διαφύλαξης της τάξης την Ελλ. Αστυνομία, αποδεικνύοντας την πάγια καχυποψία του έναντι του ΑΟ. Εδώ δεν μπορεί παρά να τεθεί και το ρητορικό ερώτημα: άραγε οι παλαιοί Πατέρες του 1933 δεν διέθεταν αρκετό “εθνικό αίσθημα”, ώστε να αμφισβητούν τις μονοσήμαντα ληφθείσες βουλές του ΕΚ;

Κλείνοντας, μια τελευταία παράμετρος, που δείχνουν οι κρατούντες να θέλουν να αγνοούν, έχει να κάνει με τη νομότυπη διαδικασία εισόδου του πολιτικού διοικητικού προσωπικού εν Αγίω Όρει, που δείχνει την ιδιαιτερότητα του ΑΟ ως ετερόνομου διοικητικού καθεστώτος, που ως συνέπεια τούτου, καθιστά σαφή την ισχύουσα συνταγματική τάξη. Σημειώνει λοιπόν ο καθ. Τ. Φιλιππίδης ότι:

εἶναι αὐτονόητον ὅτι οἱ ἀποστελλόμενοι εἰς τό Ἅγιον Ὄρος δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἐάν τυχόν δέν ἐμφανισθοῦν ἐνώπιον τῆς Ἱερᾶς Ἐπιστασίας διά νά λάβουν τήν ἄδειαν παραμονῆς, παραβιάζουν τόν ἰσχύοντα νόμον.32

Επιπρόσθετα, παρέθετε και την άποψη του Αντιπροέδρου του Συμβουλίου Επικρατείας (το 1994), Αναστάσιου Μαρίνου, ο οποίος μεταξύ των άλλων, κατέληγε ότι:

κανένα ἀντικείμενο δέν μπορεῖ νά εἰσαχθεῖ καί κανένα πρόσωπο δέν μπορεῖ νά εἰσέλθει καί νά κυκλοφορήσει στό Ἁγιον Ὄρος χωρίς τή συγκατάθεση τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος33

Πώς είναι δυνατόν λοιπόν, οι “φορείς εξουσίας”, κατά το ΕΚ και κάποιους –λίγους– εντός ΙΚ, να οφείλουν να λαμβάνουν κατά το νόμο άδεια εισόδου (διαμονητήριο);

Καταλήγοντας, νομίζουμε ότι έχει σαφηνιστεί το πρόβλημα που δημιουργείται, τόσο τότε (1992) με τη γνωμάτευση του ΝΣΚ, όσο και σήμερα με την σιωπηλή υφαρπαγή εκ μέρους του ΕΚ αρμοδιοτήτων της ΙΚ (έστω και αν αυτή –αντικανονικώς– δεν αντιδρά), αποδίδοντάς τα στον ΠΔ. Συμπερασματικά, αφήνουμε τον καθ. Τ. Φιλιππίδη να μας διασαφήσει το ποια κατεύθυνση παίρνουν πλέον τα πράγματα για το ΑΟ, εάν ισχύσουν αποφάσεις και ενέργειες που de facto αντίκεινται στο Αυτοδιοίκητο Αγιορειτικό Καθεστώς:

Ἐκ τῆς Γνωμοδοτήσεως τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου τοῦ Κράτους διαφαίνεται ἡ τάσις αὐτοῦ, ὅπως, διά τῆς μεθόδου τῆς ἑρμηνείας καί τῆς ἀναλογικῆς ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων, θεσπίσῃ νέους κανόνας δικαίου εἰς τροποποίησιν ἤ ἀντικατάστασιν τῶν ἤδη παλαιόθεν ἰσχυουσῶν διατάξεων.34

Επίλογος

Όσα ήδη αναφέρθηκαν αποτελούν ένα απλό σκιαγράφημα του σύνθετου χαρακτήρα των προβληματικών σχέσεων ΕΚ–ΑΟ. Η ανάλυση π.χ. επίμαχων Κανονιστικών Διατάξεων, του ΚΕΔΑΚ, της ύπαρξης και λειτουργίας κρατικού τελωνείου στο λιμάνι της Δάφνης, της Αθωνιάδος Σχολής κλπ., δύναται να αποκαλύψει το –μέσω αυτών– εύρος των αρμοδιοτήτων που έχει αναλάβει το ΕΚ, υποσκελίζοντας την πλήρη εξουσία της ΙΚ και συνεπώς τον χαρακτήρα του Αυτοδιοικήτου.

Τέλος, παρ’ ότι ήδη έχουν κινηθεί “νήματα” εντός και εκτός Αγίου Όρους, σύν Θεῷ, στο επόμενο (και τελευταίο) άρθρο θα αναφερθούμε αναλυτικά στο καθαυτό περιεχόμενο των εκθέσμων και παρανόμων Εγκυκλίων του Πολιτικού Διοικητή μεγαλοεφοπλιστή Θ. Μαρτίνου και του αντικανονικώς υπάρχοντος “Αναπληρωτή Πολιτικού Διοικητή” Α. Κασμίρογλου.

Γέρων Παΐσιος Μοναχός Καρεώτης

Επιφάνιος Μοναχός Καψαλιώτης


Νικόπουλος (2017) σ.217

Εδώ όμως να σημειωθεί, ότι στο β΄ κείμενο, δηλαδή στην Εισηγητική Έκθεση της Ιεροκοινοτικής Επιτροπής, στη σ.52 παρεισφρύει τοποθέτηση, βάσει της οποίας δύναται εμμέσως να στηριχθεί η περί απολύτου κυριαρχίας θεωρία του ΕΚ εν Αγίω Όρει. Κατά τα άλλα όμως, λόγω του τρόπου που χειρίζεται συνολικά τα ζητήματα η Επιτροπή, σε πλήρη συμφωνία με τον ΚΧΑΟ και το αρχαία προνόμια του ΑΟ, αυτό που προκύπτει –ένεκα της εσωτερικής λογικής των επιχειρημάτων του κειμένου– είναι ότι το επίμαχο σημείο μάλλον αποτελεί μη–αγιορειτική νομική υπόδειξη, που καλῇ τῇ πίστει έγινε δεκτή.

Νικολακάκη (2018) σ.19

ό.π.

5 Νικολακάκη (2018) ό.π.

βλ. απόσπασμα εκ των πρακτικών συνεδριάσεως της Β΄ Υποεπιτροπής, παρά Νικόπουλος (2017) σσ.210-211 και 213

Νικολακάκη (2018) σ.20

Νικολακάκη (2018) σ.20

9 Νικολακάκη (2018) σ.19

10 ό.π.

11 Πριν δηλαδή τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

12 Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους (1996) σ.137

13 Π. Παναγιωτάκου, «Ἡ ὀργάνωσις τοῦ μοναχικοῦ πολιτεύματος ἐν Ἁγίῳ Ὄρει», Ἀρχεῖον Ἐκκλησιαστικοῦ καὶ Κανονικοῦ Δικαίου, τ.Δ ́ (1949), σ.105 παρά Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους (1996) σ.94

14 Παπαδάτος (1965) σ.11

15 Θέμις, τ. ΜΗ ́ (1937), σ.65 παρά Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους (1996) σ.94

16 Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους (1996) σ.94

17 Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους (1996) σ.93

18 Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους (1996) σ.94

19 Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους (1996) σ.100

20 Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους (1996) υποσ.2 σ.69

21 Διετέλεσε Βουλευτής και Νομικός Σύμβουλος της ΙΚ.

22 Νικόπουλος (2017) σ.13

23 πρβλ. Ἀρχ. Εὐδόκιμος Καρακουλάκης (2007) σ.288 υποσ.860

24 Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους (1996) σ.33

25 Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους (1996) σ.83

26 Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους (1996) ό.π.

27 Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους (1996) σ.101

28 Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους (1996) σ.106

29 Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους (1996) ό.π.

30 https://www.romfea.gr/epikairotita-xronika/42490-emvoliastikan-oi-protoi-monaxoi-sto-agion-oros

31 Νικολακάκη (2018) σσ.343-5

32 Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους (1996) σ.84

33 Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους (1996) σ.79

34 Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους (1996) σ.86


Βιβλιογραφία

Ἀρχ. Εὐδόκιμος Καρακουλάκης. 2007. Διοίκηση καί Ὀργάνωση τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἱερά Μονή Κουτλουμουσίου.

Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους. 1996. Τό Καθεστώς τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἀθωνική Νομοκανονική Βιβλιοθήκη 1. Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους.

Νικολακάκη, Δ. 2018. Αἱ Κανονιστικαῖ Διατάξεις τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἱερά Κοινότης Ἁγίου Ὄρους Ἄθω.

Νικόπουλος, Ἀ. 2017. Τό Εἰδικό Καθεστώς τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί ἡ Συνταγματική ἔννοια τῶν «Ἁγιορειτικῶν Καθεστώτων». τ. 35. Νομοκανονική Βιβλιοθήκη. Ἐπέκταση.

Παπαδάτος, Σ. Ι. 1965. Ἡ Πολιτειακή Θέσις τοῦ Ἁγίου Ὄρους.

    O Ιερός Χρυσόστομος για το πάθος της φιλαργυρίας και την αρετή της πτωχείας.            

το πάθος της φιλαργυρίας

O Ιερός Χρυσόστομος για το πάθος της φιλαργυρίας και την αρετή της πτωχείας.        

(απόσπασμα από την ομιλία Ϛ ΄, που εμπεριέχεται στο Υπόμνημα του αγίου πατρός στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο)

  επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

     Μπορούμε, αρκεί να το θέλουμε και να το επιδιώξουμε, να κερδίσουμε την αιώνια ζωή. Διότι τι το βαρύ μας είπε ο Κύριος να κάνουμε; Να διασχίσουμε βουνά; Να πετάξουμε στον αέρα; Ή να διαβούμε το Τυρρηνικό πέλαγος; Όχι, αλλά αντιθέτως να επιλέξουμε έναν τόσο εύκολο τρόπο ζωής, ώστε να μη χρειάζεται ούτε εργαλεία, παρά μόνο ψυχή και διάθεση. Διότι ποια μέσα είχαν οι Απόστολοι, που κατόρθωσαν τόσα πράγματα; Δεν περιήλθαν με ένα χιτώνα και ανυπόδητοι τον κόσμο και υπερίσχυσαν όλων; Ποια άλλωστε από τις εντολές του Χριστού είναι δύσκολη; Να μην έχεις κανένα εχθρό· να μη μισείς κανέναν· να μην κακολογείς κανέναν. Δυσκολότερα είναι τα αντίθετα αυτών.

    Είπε όμως ο Χριστός, θα μπορούσε να πει κάποιος, να απαλλαγούμε από τα χρήματα. Αυτό λοιπόν είναι το βαρύ και το δύσκολο; Για την ακρίβεια μάλιστα δε διέταξε, αλλά συμβούλευσε. Αλλά και επιταγή να ήταν, πού είναι το βαρύ όταν λέγει να μην περιφέρουμε φορτία και ενοχλητικές φροντίδες; Αλλά πόση είναι η φιλαργυρία και η απληστία! Όλα έγιναν χρήματα· για τούτο και όλα έγιναν άνω-κάτω. Και όταν μακαρίζει κανείς κάποιον, αυτά θυμάται· και όταν τον οικτίρει, από αυτά  προέρχεται ο  ταλανισμός. Και όλες οι συζητήσεις γίνονται για τα χρήματα, πώς αποκτά πλούτη ο τάδε ή πώς βρίσκεται σε πενία κάποιος άλλος. Και όταν κανείς επιχειρεί εκστρατεία, ή ετοιμάζει γάμο ή ασκεί κάποια τέχνη ή οτιδήποτε άλλο, δεν υλοποιεί το σχέδιό του, παρά μόνο αφού δει χρήματα να έρχονται σε αυτόν άφθονα.

   Έπειτα, δε θα συγκεντρωθούμε να σκεφτούμε πώς θα απομακρύνουμε το νόσημα αυτό; Δε θα ντραπούμε τα κατορθώματα των πατέρων; Των τριών χιλιάδων, των πέντε χιλιάδων, οι οποίοι τα είχαν όλα κοινά; Ποιο είναι το κέρδος της παρούσης ζωής, όταν δεν τη χρησιμοποιήσουμε για την απόκτηση της μέλλουσας; Μέχρι πότε θα αφήνετε αδούλωτο τον μαμωνά,ο οποίος σας έχει υποδουλώσει; Μέχρι πότε θα είστε δούλοι του χρήματος; Μέχρι πότε δε θα επιθυμείτε την ελευθερία και δε θα απαρνιέστε τα παζαρέματα της φιλοχρηματίας;

   Αλλά όταν μεν γίνεστε δούλοι ανθρώπων, κάνετε τα πάντα, εάν κανείς σας υποσχεθεί να χαρίσει την ελευθερία· τώρα όμως που είστε αιχμάλωτοι της φιλαργυρίας, ούτε καν σκέπτεστε πώς θα απαλλαγείτε από αυτήν την πικρή δουλεία. Μολονότι το πρώτο δεν είναι καθόλου δεινό, ενώ το δεύτερο, δηλαδή η φιλαργυρία, είναι βαρύτατη τυραννία. Σκεφτείτε πόσο μεγάλο τίμημα προς χάριν μας κατέβαλε ο Χριστός. Έχυσε το αίμα Του, παρέδωσε τον εαυτό Του. Εσείς όμως και μετά από όλα αυτά πέσατε και πάλι, και το ακόμη χειρότερο είναι ότι και ευχαριστείστε με την υποδούλωση και βρίσκετε τέρψη στην ατιμία και σας έγινε αξιαγάπητο αυτό που έπρεπε να αποφύγετε.

     Αλλά επειδή δεν αρκεί μόνο να θρηνολογούμε και να κατηγορούμε, αλλά και να διορθώνουμε, ας δούμε γιατί έγινε αξιαγάπητο αυτό εδώ το πάθος και το κακό. Γιατί λοιπόν, γιατί έγινε αξιαγάπητο αυτό εδώ; «Διότι», θα μπορούσε να απαντήσει κανείς, «μας κάνει δοξασμένους και μας εξασφαλίζει». Πες μου, με ποια ασφάλεια; «Με το να μας δημιουργεί την πεποίθηση ότι δε θα πεινάσουμε, δε θα τρέμουμε από το ψύχος, δε θα υποστούμε βλάβη, δε θα περιφρονούμαστε». Επομένως, εάν σου υποσχεθούμε την εξασφάλιση αυτή, θα πάψεις να πλουτίζεις; Διότι εάν ο πλούτος γίνεται αξιαγάπητος  γι’ αυτό, εάν είναι δυνατό χωρίς αυτόν να μην αισθάνεσαι ανασφάλεια και να είσαι ασφαλής, ποια είναι η ανάγκη αυτού;

   «Και πώς είναι δυνατόν», θα μπορούσε να πει κάποιος, «χωρίς να πλουτίσεις να επιτύχεις αυτά;» Πώς όμως είναι δυνατό (διότι εγώ θα σου πω το αντίθετο) να πλουτίσεις; Διότι για να πλουτίσεις, είναι ανάγκη και να κολακεύεις πολλούς, άρχοντες και αρχομένους, και να παρακαλείς μυρίους, και να υπηρετείς ως δούλος φτάνοντας ακόμη και να γίνεις χαμερπής, και να φοβάσαι και να τρέμεις και να υποψιάζεσαι τα μάτια των φθονερών, και να φοβάσαι τα στόματα των συκοφαντών και τις επιθυμίες των άλλων φιλαργύρων.

    Η πενία όμως δεν είναι τέτοια, αλλά εντελώς αντίθετη. Είναι φρούριο απόρθητο και ασφαλές, λιμάνι γαλήνιο, παλαίστρα και γυμναστήριο καρτερίας, ομοίωμα αγγελικού βίου. Ακούστε τα αυτά όσοι είστε φτωχοί, ή μάλλον και όσοι επιθυμείτε να πλουτίσετε. Δεν είναι κακό να είστε φτωχοί, αλλά το να μη θέλετε να είστε φτωχοί.Μην πιστεύεις ότι η φτώχεια είναι κάτι το φοβερό και δε θα σου είναι φοβερό. Άλλωστε ο φόβος αυτός δε βρίσκεται στην ίδια τη φύση της φτώχειας, αλλά στην ιδέα των ανθρώπων που έχουν ασθενική ψυχή και  γι’ αυτό ολιγοψυχούν. Μάλλον ντρέπομαι που πρέπει να πω τόσα για την πενία, διότι δεν είναι καθόλου κακό. Διότι εάν είσαι υπομονετικός, θα σου γίνεται και πηγή μυρίων αγαθών. Εάν δε κάποιος σου παρέθετε από το ένα μέρος εξουσία, πολιτική δύναμη και πλούτο και απολαύσεις, και από το άλλο μέρος την πτώχεια, και σου έδινε το δικαίωμα εκλογής, να πάρεις εκείνο ακριβώς το οποίο ήθελες, θα άρπαζες επιλέγοντας αμέσως την πενία, εάν βεβαίως γνώριζες το κάλλος της.

    Και γνωρίζω φυσικά ότι πολλοί γελούν καθώς λέγονται αυτά·  εμείς όμως δε θορυβούμαστε· αλλά και από εσάς έχουμε την αξίωση να δείξετε υπομονή και γρήγορα θα συμφωνήσετε μαζί μας. Διότι εμένα μου φαίνεται ότι η πτωχεία ομοιάζει με κόρη κόσμια και καλή και ευπαρουσίαστη· η δε φιλαργυρία μού φαίνεται ότι ομοιάζει με γυναίκα θηριόμορφη, με κάποια Σκύλλα και Λερναία Ύδρα και με μερικά άλλα παρόμοια τέρατα, που έχουν επινοήσει οι μυθοπλάστες. Μη μου αναφέρεις δε εκείνους που κατηγορούν την πτωχεία, αλλά εκείνους οι οποίοι διέπρεψαν χάρη σε αυτήν. Με αυτήν αφού ετράφη ο Ηλίας, έλαβε τη μακαρία εκείνη αρπαγή με πύρινο άρμα στους ουρανούς. Με αυτήν έλαμψε ο Ελισσαίος· με αυτήν ο Ιωάννης· με αυτήν όλοι οι απόστολοι. Για τη φιλαργυρία τους όμως κατεκρίθησαν ο Αχαάβ, η Ιεζάβελ, ο Γιεζή, ο Ιούδας, ο Νέρων, ο Καϊάφας.

    Εάν όμως θέλεις, ας μη μείνουμε σε εκείνους μόνο που διέλαμψαν στη ζωή τους με την πενία, αλλά ας εξετάσουμε προσεκτικά και το κάλλος της κόρης αυτής. Διότι πράγματι και οφθαλμούς έχει καθαρούς και διαυγείς, χωρίς τίποτε το θολό και σκοτεινό, όπως αντιθέτως οι οφθαλμοί της φιλαργυρίας άλλοτε μεν είναι γεμάτοι θυμό, άλλοτε δε πλήρεις ηδονής και άλλοτε ταραγμένοι από την ακράτεια. Ενώ της πτωχείας οι οφθαλμοί δεν είναι τέτοιοι, αλλά είναι ήμεροι και γαλήνιοι, βλέπουν προς όλους με γλυκύτητα, είναι μειλίχιοι και καταδεκτικοί, δεν μισούν κανένα και δεν αποστρέφονται κανένα. Διότι όπου υπάρχουν χρήματα, εκεί υπάρχει αιτία έχθρας και αναρίθμητων πολέμων.

   Το στόμα επίσης της φιλαργυρίας είναι γεμάτο από ύβρεις, από κάποια έπαρση, από πολλή αλαζονεία, από κατάρα και δόλο. Ενώ στην πτωχεία και το στόμα και η γλώσσα είναι υγιής και γεμάτη από διαρκή ευχαριστία και ευλογία, από λόγια καταδεκτικά, στοργικά και εξυπηρετικά, από επαίνους και εγκώμια. Εάν επίσης θέλεις να δεις και την αναλογία των μελών της, είναι αξιόλογη και κατά πολύ υψηλότερη από την ευπορία. Εάν ωστόσο την αποφεύγουν οι περισσότεροι, μην απορείς, διότι και τις άλλες αρετές τις αποφεύγουν οι ανόητοι.

     Αλλά ο πτωχός, θα έλεγε κάποιος, περιφρονείται από τον πλούσιο. Πάλι μου αναφέρεις το εγκώμιο της πτωχείας. Διότι, πες μου, ποιος είναι ευτυχής; Εκείνος που περιφρονεί ή εκείνος που περιφρονείται; Είναι φανερό ότι ευτυχής είναι εκείνος που περιφρονείται. Λοιπόν η φιλαργυρία μεν μάς παρακινεί να περιφρονούμε, ενώ η πτωχεία μάς  προτρέπει να υπομένουμε. «Αλλά ο πτωχός», θα απαντούσε αυτός ο κάποιος, «πεινά». Και ο Παύλος πεινούσε και βρισκόταν σε συνεχή πείνα. Αλλά δεν έχει ανάπαυση και δε σταματά το έργο του ποτέ. Ούτε ο Υιός του ανθρώπου δεν είχε πού να γείρει το κεφάλι Του.

     Είδες σε ποιο σημείο έφθασαν τα εγκώμια της πτωχείας και πού σε τοποθετούν; Κοντά σε ποιους άντρες σε αναβιβάζουν και σε κάνουν μιμητή του Δεσπότου; Εάν ήταν καλό να έχει κανείς υπό την κατοχή του χρυσό, θα τον έδινε στους μαθητές Του ο Χριστός, ο οποίος τους έδωσε εκείνα τα άρρητα αγαθά. Ενώ τώρα, όχι μόνο δεν τους έδωσε, αλλά και τους απαγόρευσε να έχουν.  Γι’ αυτό και ο Πέτρος όχι μόνο δε βυθίζεται από την πενία, αλλά και αισθάνεται υπερήφανος λέγοντας: «ργύριον κα χρυσίον οχ πάρχει μοι· δ χω τοτό σοι δίδωμι· ν τ νόματι ησο Χριστο το Ναζωραίου γειρε κα περιπάτει(:Είπε δε ο Πέτρος· “αργυρά και χρυσά νομίσματα δεν έχω. Εκείνο δε που έχω, αυτό και σου δίδω, εν τω ονόματι Ιησού Χριστού του Ναζωραίου, σήκω όρθιος και περπάτα ελεύθερα”)»[Πραξ.3,6].Ποιος από εσάς δε θα ήθελε να κραυγάσει αυτά τα λόγια; «Ασφαλώς όλοι και πάρα πολύ μάλιστα», θα μπορούσε να πει κανείς.

     Λοιπόν, πέταξε τα αργυρά νομίσματα, πέταξε τα χρυσά. «Και εάν τα πετάξω», θα μπορούσε να ρωτήσει κανείς, «θα αποκτήσω τη δύναμη του Πέτρου;» Πες μου, όμως, τι έκανε τον Πέτρο ευτυχή; Άραγε επειδή θεράπευσε τον χωλό; Όχι· αλλά το ότι δεν είχε αυτά, αυτό του εξασφάλισε τον ουρανό. Διότι άλλοι μεν από εκείνους που έκαναν αυτά έπεσαν στη γέεννα του πυρός, ενώ άλλοι από αυτούς που έκαναν αυτά, πέτυχαν την βασιλεία. Αυτό λοιπόν μάθε το και από αυτόν τον Πέτρο. Διότι δύο ήταν εκείνα που είπε· «αργύριο και χρυσάφι δεν έχω» και «στο όνομα του Ιησού Χριστού, σήκω και περπάτησε». Ποιο λοιπόν τον έκανε ένδοξο και μακάριο; Η θεραπεία του χωλού ή η απόρριψη των χρημάτων;.

    Και αυτά διδάξου τα και από τον ίδιο τον αγωνοθέτη, τον Κύριο Ιησού Χριστό. Τι λέγει λοιπόν Αυτός στον πλούσιο ο οποίος ζητούσε την αιώνια ζωή; Δεν είπε «θεράπευε χωλούς», αλλά «πούλησε τα υπάρχοντά σου και δώσε τα στους πτωχούς και ακολούθησέ με· και θα έχεις θησαυρό στους ουρανούς»[Λουκ.18,22]. Αλλά και ο Πέτρος επίσης δεν είπε «να, στο όνομά Σου εκβάλλουμε δαίμονες», αν και εξέβαλλε, αλλά «Να, τα αφήσαμε όλα και σε ακολουθήσαμε· τι θα κερδίσουμε;»[Ματθ.19,27]. Και ο Χριστός πάλι απαντώντας προς αυτόν, δεν είπε «εάν κανείς σηκώσει χωλό», αλλά «Όποιος, για χάρη μου, άφησε σπίτια και αγρούς, θα τα λάβει εκατονταπλάσια και θα κληρονομήσει την αιώνια ζωή»[Ματθ.19,29].

    Και εμείς λοιπόν θα μιμηθούμε αυτόν, για να μην ντροπιαστούμε, αλλά να εμφανιστούμε με θάρρος στο βήμα του Χριστού, για να Τον ελκύσουμε να βρίσκεται μαζί μας, όπως ήταν και μαζί με τους μαθητές. Διότι θα είναι και μαζί μας όπως ήταν και με εκείνους, εάν θελήσουμε να μιμηθούμε εκείνους και να γίνουμε θαυμαστές του βίου και της συμπεριφοράς τους. Διότι από αυτά και ο Θεός στεφανώνει και ανακηρύσσει τους νικητές, χωρίς να απαιτεί να αναστήσεις νεκρό, ή να θεραπεύσεις χωλό. Διότι δεν συντελούν αυτά να γίνουμε όπως ο Πέτρος, αλλά το να απορρίψουμε τα υπάρχοντά μας· διότι αυτό ήταν το κατόρθωμα του αποστόλου.

    Αλλά δεν μπορείς να τα απορρίψεις; Είναι πάρα πολύ εύκολο, αλλά δε σε αναγκάζω, εάν δε με θέλεις, ούτε σε βιάζω· αλλά σε παρακαλώ μόνο αυτό, να ξοδεύεις ένα μέρος από εκείνα για τους συνανθρώπους σου που τα έχουν ανάγκη και να μην επιζητείς τίποτε περισσότερο από ό,τι πραγματικά σου χρειάζεται για τις βασικές σου ανάγκες. Έτσι και εδώ θα ζήσουμε ζωή ήσυχη και ασφαλή και την αιώνια ζωή θα απολαύσουμε, την οποία είθε να επιτύχουμε όλοι εμείς, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμις, μαζί με τον Πατέρα και το άγιο Πνεύμα και τώρα και πάντοτε και αιωνίως. Αμήν.

         ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,

ΠΗΓΕΣ:

  • https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-matthaeum.pdf
  • Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ομιλία Ϛ ΄(επιλεγμένα αποσπάσματα),Πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1979, τόμος 12, σελίδες 403-413.
  • Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 69, σελ.207-214 (ή : 100-104 του PDF).
  • http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
  • Π.Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
  • Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
    O Ιερός Χρυσόστομος για το πάθος της φιλαργυρίας και την αρετή της πτωχείας.            

Γρηγόριος ο Θεολόγος. Βίος & Διδασκαλία (Πατρολογία Στυλιανού Παπαδόπουλου)

Γρηγόριος ο Θεολόγος
Γρηγόριος ο Θεολόγος.Βίος & Διδασκαλία (Πατρολογία Στυλιανού Παπαδόπουλου)

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ ( + 390)(Πατρολογία τόμος Β, εκδ. Γρηγόρη,Αθήνα 2012,σελ.495-518). 

ΓΕΝΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ.

Ο Γρηγόριος Θεολόγος, ο Ναζιανζηνός, είναι ο επιφανέστερος, ο «άριστος» θεολόγος της Εκκλησίας μετά τον Ευαγγελιστή Ιωάννη. Το θεολογικό του βάθος και η έντονη ποιητικότητα στο έργο του τον ύψωσαν σε πρότυπο μοναδικού κάλλους και λάμψεως. Ο Γρηγόριος υπήρξε ο ποιητής που έγινε μεγάλος θεολόγος. H ευαισθησία χαρακτήριζε το είναι του με τρόπο καθολικό και τον οδηγούσε σε αλλεπάλληλες απογοητεύσεις, σ’ ένα είδος συνεχούς φυγής από καταστάσεις, στις οποίες εμπλεκόταν με πιέσεις τρίτων αλλά πάντως θεληματικά. Η «φυγή» του ήταν συνάρτηση της αναπτυγμένης ευαισθησίας του και της κλίσεως για τον μονήρη νηπτικό βίο. Πίστευε ότι «μεγίστη πράξις εστίν η απραξία» (Επιστ. 49), ο θεωρητικός ή θεοπτικός βίος.

Απέφευγε συστηματικά την δραστηριοποίησή του στο έργο της Εκκλησίας, αλλά τελικά και ποιμαντική φροντίδα ανέλαβε και τα μεγάλα θεολογικά προβλήματα αντιμετώπισε. Η συνύπαρξη των αντιθέσεων στο είναι του επιτεύχτηκε, διότι ο Γρηγόριος δεν ήταν μόνο ποιητής και νηπτικός, αλλά και μέγας θεολόγος, που φρονούσε ότι όφειλε να «καρποφορεί», να «ωφελεί» την Εκκλησία και μάλιστα να «δημοσιεύη την έλλαμψιν» του (Λόγος ΙΒ’ 4. PG 35, 848ΑΒ). Στην περίπτωση του Γρηγορίου συνέβη το εξής θαυμαστό: ενώθηκαν ασύγχυτα ο ποιητής, ο νηπτικός και ο θεολόγος. Η τριπολικότητα του προσώπου του αποτελεί το μεγαλείο του, αλλά και την πρώτη δυσχέρεια ερμηνείας του.

Προϋποθέσεις της θεολογίας του

Οι σπουδές του Γρηγορίου, στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, στην Καισάρεια της Παλαιστίνης, στην Αλεξάνδρεια και την Αθήνα, επωμίστηκαν δυναμικά την έκφραση της θεολογίας του. Η φιλία του με τον Βασίλειο, σταθερή στην διάρκεια του βίου τους και παροιμιώδης έκτοτε, δρα και ανασταλτικά και δημιουργικά. Ανασταλτικά, διότι μέχρι το 378 ο Γρηγόριος ανέμενε συνήθως την αντιμετώπιση των σύγχρονων θεολογικών προβλημάτων από τον μεγάλο του φίλο. Και μολονότι γράφει και θεολογεί δεν κορυφώνεται. Δημιουργικά, διότι το έργο του Βασιλείου χρησίμευε στον Γρηγόριο ως θεμέλιο και έναυσμα συγχρόνως. Το κύρος και η θεληματικότητα του Βασιλείου ανέκοπταν ως ένα βαθμό την ισχυρή ροπή του Γρηγορίου για θεολογία. Τελικά όμως ο Γρηγόριος διηύρυνε τον ορίζοντα του Βασιλείου.

Η παράδοση του Γρηγορίου ήταν δύσκολη συνάρτηση της αλεξανδρινής ή ωριγενιστικής σχολής και της θεολογίας των Ιγνατίου, Ειρηναίου και Μ. Αθανασίου. Η εμπειρία του πατέρα του, που θήτευσε πολλά χρόνια στην αίρεση των Υψισταρίων και υπέγραψε το 360 ημιαρειανικό Σύμβολο (ομοιουσιανών), τον βοήθησε και αρνητικά να σχηματίσει κριτήριο παραδόσεως και ορθοδοξίας. Το κριτήριο του αυτό, αποτέλεσμα πρώτιστα φωτισμού του αγ. Πνεύματος, αναδείχτηκε το τελειότερο στην αρχαία Εκκλησία. «Επί των ημετέρων όρων ιστάμενοι» (Λόγος ΚΘ’ 23’• ΚΖ’ 5). Με τους λόγους αυτούς, που επαναλαμβάνει συχνά, εκφράζει την πεποίθηση ότι η θεολογία της Εκκλησίας ασκείται με προϋποθέσεις και προοπτικές, που δημιουργεί η ίδια η Εκκλησία. Γι’ αυτό και, μολονότι μεταξύ των μεγάλων Πατέρων είναι ο βαθύτερος γνώστης της ελληνικής φιλοσοφίας, διακρίνει σαφέστατα το έργο του θεολογείν από το έργο του φιλοσοφείν.
Η σχέση του με το θύραθεν πνευματικό κλίμα της εποχής υπήρξε φυσική και διακριτική. Φυσική, διότι και ο ίδιος αποτελούσε πνευματικό κλίμα της εποχής, στο μέτρο που σκεπτόταν μέσω των δομών της εποχής και έγραφε στα μέτρα της. Διακριτική, διότι συνειδητοποίησε το όλως άλλο της θείας αληθείας, την οποία όμως κατανοούσε κι εξέφραζε με τις δομές της εποχής. Όπως στην περίπτωση του Βασιλείου, έτσι και στον Γρηγόριο παρεξηγείται το εγχείρημα του να μιλήσει ως πλατωνικός, στωικός ή νεοπλατωνικός, για την αλήθεια της Εκκλησίας. Στην εποχή του ο Γρηγόριος όφειλε να είναι όλα αυτά με τρόπο εκλεκτικό. Αλλού βρίσκεται το πρόβλημα: Στο εάν η αλήθεια του μένει αλήθεια του Θεού ή εάν μέσω των φιλοσοφικών δομών μεταστοιχειώνεται λίγο ή πολύ σε πλατωνική, στωική κ.λπ. φιλοσοφία. Ο Γρηγόριος διέκρινε τον κίνδυνο αυτό και – σε κρίσιμες στιγμές εκφράσεως της αλήθειας κατ’ ανάγκην με δομές της εποχής – υπογραμμίζει ότι άλλο το φιλοσοφικό περιεχόμενο του όρου-δομής και άλλο η αλήθεια που με αυτά δηλώνεται (βλ. Στυλ. Γ. Παπαδοπούλου, Γρηγόριος ο Θεολόγος…, Αθήνα 1980, σσ. 89-98). Και μολονότι έναντι της θύραθεν φιλοσοφίας είναι κριτικότερος και από τον Βασίλειο, δίνει σαφώς την εντύπωση ότι χωρίς αυτήν η θεολογία είναι αδύνατη (βλ. Λόγο 43• PG 36, 508Β/509Α).

Η θεολογική θεοπτία τον «αρίστου θεολόγου»

Πρώτος μεταξύ των μεγάλων Πατέρων ο Γρηγόριος κάνει λόγο ειδικό περί θεολογίας με αφορμή την πληθώρα των αυτοσχέδιων θεολόγων, τους οποίους γενικά ενθάρρυνε ο αρειανισμός. Είναι κι εδώ χαρακτηριστικό ότι ο λόγος του αποβαίνει αυτοβιογραφικός. Μιλώντας για την θεολογία, περιγράφει τελικά την διαδικασία που συνέβη εντός του, όταν ο ίδιος προσπαθούσε να λύσει προβλήματα θεολογικά:
«Τι τούτο έπαθον, ω φίλοι και μύσται και της αληθείας συνερασταί; Έ τ ρ ε χ ο ν μεν ως Θεόν καταληψόμενος και ούτως α ν ή λ θ ο ν επί το όρος ( = θεολογία) και την νεφέλην διέσχ ον, είσω γενόμενος… επεί δε προσέβλεψα, μόλις ε ί δ ο ν Θεού τα οπίσθια… και μικρόν δ ι α κ ύ ψ α ς…» (Λόγος ΚΗ’ 3).
     «Ανιόντι δε μοι προθύμως επί το όρος, η, το γε αληθέστερον ειπείν, προθυμουμένω τε άμα και αγωνιώντι, το μεν δια την ελπίδα, το δε δια την ασθένειαν, ίνα της νεφέλης είσω γένωμαι και Θεώ συγγένωμαι• τούτο γαρ Θεός κελεύει» (Λόχος ΚΗ’ 2).
     «…έ δ ο ξ έ μοι κράτιστον είναι τας μεν εικόνας χαίρειν εάσαι…, οδηγώ τω Πνεύματι χρώμενον, ην εντεύθεν έλλαμψιν εδεξάμην, ταύτην εις τέλος διαφυλάσσονται…» (Λόγος ΛΑ’ 3).
Σκοπός του Γρηγορίου είναι να διασχίσει το παραπέτασμα του κόσμου και να «συγγίνει» με τον Θεό, δηλαδή με την αλήθεια, κάτι που μόνο θα εξασφαλίζει άμεση και ασφαλή γνώση. Πρόκειται για την θεοπτία, για την οποία ο Γρηγόριος μιλάει κυρίως σε συνδυασμό προς την θεολογική αναζήτηση. Δεν είναι κυρίως θεολόγος της θεοπτίας, αλλά θεολόγος της θεολογίας, η οποία όμως είναι αδιανόητη χωρίς θεοπτία. Η θεοπτία, η προσωπική δηλαδή εμπειρία της αλήθειας, αποτελεί συνάρτηση της καθάρσεως:

«Βούλει θεολόγος γενέσθαι ποτέ και της θεότητος άξιος; τας εντολάς φύλασσε, δια των προσταγμάτων όδευσον• π ρ ά ξ ι ς γαρ επίβασις θεωρίας» (Λόγος Κ’ 12. Βλ. και ΚΖ’ 3).

Την πραγματικότητα και τον τρόπο της ασκήσεως-καθάρσεως εκφράζει κατά προτίμηση με στωική ορολογία, που ήταν τότε διάχυτη και κατανοητή στον μέσο μορφωμένο πιστό.

Η σύγχυση, την οποία ιδιαίτερα είχε δημιουργήσει ο Ευνόμιος με την διδασκαλία του περί δήθεν ασφαλούς γνώσεως της θείας ουσίας, αναγκάζει τον Γρηγόριο σε πολυσήμαντη διευκρίνιση, που αργότερα θα ευρυνθεί ακόμη περισσότερο, αλλά που τώρα γίνεται ακριβέστερη από την ανάλογη του Μ. Βασιλείου. Οι χρονικές κατηγορίες, που χρησιμοποιούμε για τον Θεό («ην, αεί, εστί και έσται»), στην πραγματικότητα ισχύουν μόνο για την κτιστή φύση και όχι για την άκτιστη θεία φύση, η οποία μένει άπειρη και άγνωστη. Η ελπίδα όμως για τον Θεό δεν συνδέεται με την ίδια την θεία του φύση, («τα κατ’ αυτόν»), αλλά με «τα περί αυτόν». Και η γνώση μας δεν αφορά «την πρώτην τε και ακήρατον φύσιν» του Θεού, την οποία γνωρίζει μόνο η αγία Τριάδα, αλλά αφορά στην «τελευταίαν», την «εις ημάς φθάνουσαν». Με τον τρόπο αυτό διακρίνει στον Θεό την φύση του, που μένει άγνωστη, και την φυσική του ακτινοβολία, την οποία μόνο γνωρίζουμε:

«Θεόν, ότι ποτέ μεν εστί την φύσιν και την ουσίαν, ούτε τις εύρεν ανθρώπων πώποτε ούτε μην εύρη» (Λόγος ΚΗ’ 17).
«Επεί δε προσέβλεψα μόλις είδον Θεού τα οπίσθια (Εξ. 33, 43) και τούτο τη πέτρα σκεπασθείς, τω σαρκωθέντι δι’ ημάς Θεώ Λόγω. Και μικρόν διακύψας, ου την πρώτην τε και ακήρατον φύσιν και εαυτή, λέγω δη τη Τριάδι, γινωσκομένην και όση του πρώτου καταπετάσματος είσω μένει…, αλλ’ όση τελευταία και εις ημάς φθάνουσα. Η δε εστίν… η εν τοις κτίσμασι και τοις υπ’ αυτού προβεβλημένοις και διοικουμένοις μεγαλειότης η… μεγαλοπρέπεια» (Λόγος ΚΗ’ 3).

     «Θεός ην μεν αεί και εστί και έσται• μάλλον δε εστίν αεί. Το γαρ ην και έσται, του καθ’ ημάς χρόνου τμήματα και της ρευστής φύσεως… Όλον γαρ εν εαυτώ συλλαβών έχει το είναι, μήτε αρξάμενον μήτε παυσάμενον, οιόν τι πέλαγος ουσίας άπειρον και αόριστον, πάσαν υπερεκπίπτον έννοιαν, και χρόνου και φύσεως• νω μόνω σκιαγραφούμενος και τούτο λίαν αμυδρώς και μετρίως, ουκ εκ των κατ’ αυτόν, αλλ’ εκ των περί αυτόν… Εμοί δοκείν, ίνα τω ληπτώ μεν έλκη προς εαυτό (το γαρ τελέως άληπτον, ανέλπιστον και ανεπιχείρητον), τω δε αλήπτω θαυμάζηται, θαυμαζόμενον δε ποθείται πλέον, ποθούμενον δε καθαίρη, καθαίρον δε θεοειδές απεργάζηται, τοιούτοις δε γενομένοις, ως οικείοις, ήδη προσομιλή, τολμά τι νεανικόν ο λόγος• Θεός θεοίς ενούμενός τε και γνωριζόμενος και τοσούτον ίσως, όσον ήδη γινώσκει τους γινωσκομένους. Άπειρον ουν το θείον και δυσθεώρητον και τούτο πάντη καταληπτόν αυτού μόνον, η απειρία» (Λόγος ΛΗ’ 7).

Η θεοπτία γίνεται στον Γρηγόριο απολύτως θεολογική• αποτελεί δηλαδή την διαδικασία της θέας-εμπειρίας της αλήθειας και μάλιστα την διαδικασία για μεγαλύτερο βαθμό εμπειρίας της θείας αλήθειας, που όμως περιλαμβάνει και βρίσκεται σε απόλυτη συνάφεια προς την ήδη εκφρασμένη στην Εκκλησία διδασκαλία – αλήθεια και ιδιαίτερα προς την αγία Γραφή. Ότι δηλαδή παρέχεται μέσω της εμπειρίας δεν είναι για την Εκκλησία ούτε «ξένον» ούτε «παρείσακτον», αλλά το «πλέον» ως προς την ήδη διατυπωμένη διδασκαλία. Το «πλέον» χαρίζεται από τον Θεό μόνο στον «άριστον θεολόγον», όπως χαρακτηρίζει ο Γρηγόριος το εξαιρετικά προικισμένο και διακρινόμενο πρόσωπο της Εκκλησίας, τον ήρωα της, τον θεόπτη που δεν φτάνει στην θέα του Θεού μόνο χάριν της πνευματικής του απολαύσεως, αλλά κυρίως χάριν της βαθύτερης γνώσεως της αλήθειας εκείνης, την οποία έχουν οι πιστοί ανάγκη για να σωθούν. Το έργο του «άριστου» θεολόγου διακρίνει αποκαλυπτικά:

«και ούτος ά ρ ι σ τ ο ς ημίν θεολόγος, ουχ ος εύρε το παν (= της αληθείας), ουδέ γαρ δέχεται το παν ο δεσμός, αλλ’ ος ε ά ν άλλου φαντασθή πλέον και πλείον εν εαυτώ συναγάγη το της αληθείας ίνδαλμα ή αποσκίασμα, ή ότι και ονομάσομεν» (Λόγος Λ’ 17).

Μεγάλος λοιπόν θεολόγος είναι μόνο αυτός που θ’ αποκτήσει εμπειρία της αλήθειας βαθύτερη κι ευρύτερη από εκείνην που είχαν οι άλλοι θεολόγοι μέχρι την εποχή του. Εκείνος που θα πετύχει το «πλέον» και «πλείον» της αλήθειας σε σχέση όχι προς την ίδια την αλήθεια (που δεν αυξομειώνεται), αλλά σε σχέση με τους λοιπούς θεολόγους που έζησαν στην Εκκλησία, αυτός θα είναι και θα θεωρείται «άριστος θεολόγος». Αυτός «διασκέπτεται» με το ίδιο το άγιο Πνεύμα περί της αληθείας και κατέρχεται στο βάθος της για να προσθέσει στο μέχρι τότε «ελλιπώς ειρημένον» (Επιστ. 102, 2) εκείνο που κέρδισε ή μάλλον εκείνο που του χαρίστηκε από το ίδιο το άγιο Πνεύμα (Λόγος ΚΑ’ 33-34• ΛΑ’ 26-27• ΜΓ’ 65 κ.ά.). Η συγκλονιστική αυτή θεολογία της βαθύτερης εμπειρίας στην αλήθεια προϋποθέτει «ελλάμπουσαν» αγ. Τριάδα, που «μίγνυται» «όλως όλω νοι» (του ανθρώπου). Οι νοητικές δυνάμεις του ανθρώπου όχι μόνο είναι κατά την διαδικασία αυτή σε εγρήγορση, αλλά και μέσω αυτών εκφράζεται η αυξημένη εμπειρία της αλήθειας, ώστε να έχουμε λόγο περί Θεού, δηλαδή θεολογία. Η έκφραση της εμπειρίας είναι δυσχερής, αλλά κατορθώνεται. Βέβαια το εκφραζόμενο συνιστά μόνο αμυδρή εικόνιση εκείνου, που είναι η εμπειρία (Λόγος ΚΗ’ 4), αλλά παραταύτα είναι γνήσιο και επαρκές για την σωτηρία.

Τα στάδια φανερώσεως της Θείας αλήθειας

Ο Γρηγόριος, έχοντας βαθιά παραδοσιακότητα, αίσθηση της ριζοσπαστικότητας της σκέψεώς του και προπαντός υποχρέωση να δικαιολογήσει την θεολογική του προσφορά σ’ εχθρούς και φίλους, αναγκάστηκε να μιλήσει για την θεολογία του σε σχέση προς την θεία οικονομία γενικά και προς την αγία Γραφή ειδικά. Έτσι θεολόγησε για τα στάδια της φανερώσεως της θείας αλήθειας , τα οποία χαρακτήρισε «σεισμούς» και τα οποία συνιστούν οι εποχές της ΠΔ, της ΚΔ και της Εκκλησίας (από την Πεντηκοστή δηλαδή και μετά).

Οι δύο πρώτοι «σεισμοί» ή «μεταθέσεις βίων», που είναι οι δύο Διαθήκες, έχουν ως συνέχεια «τρίτον σεισμόν», την εποχή δηλ. της Εκκλησίας, που σημαίνει «την εντεύθεν επί τα εκείσε μετάστασιν» (Λόγος ΛΑ’ 25) και που επαναλαμβάνοντας άλλους ονομάζει ο Γρηγόριος καταχρηστικά «τρίτην διαθήκην». Μεταξύ των δύο πρώτων σεισμών – σταδίων της θείας οικονομίας και του τρίτου υπάρχει ουσιώδης διαφορά. Οι δύο πρώτοι χαρακτηρίζονται από «αφαιρέσεις», διότι κατά τις δύο Διαθήκες ο Θεός αφαιρούσε κάτι από τα ήθη και τις αντιλήψεις των ανθρώπων, οδηγώντας τους προς την τελειότητα βαθμιαία. Έτσι η ΠΔ «περιέκοψε» τα είδωλα και «συνεχώρησεν» (επέτρεψε) τις θυσίες. Η ΚΔ περιέκοψε τις θυσίες, αλλά δεν εμπόδισε την περιτομή κι έγιναν οι εθνικοί ιουδαίοι και οι ιουδαίοι χριστιανοί. Η τρίτη εποχή, από την Πεντηκοστή και μετά, εφόσον όλα στην ΚΔ είναι αυθεντικά ως λόγοι και έργα του Υιού του Θεού, πραγματοποιείται «δια των προσθηκών» (Λόγος ΛΑ’ 26). Εννοεί με τον όρο «προσθήκαι» την διεύρυνση της γνώσεως της αλήθειας με τον φωτισμό του αγ. Πνεύματος, που οδηγεί όχι σε νέες αλήθειες, αλλά στην πληρέστερη γνώση των ήδη στην Γραφή δηλωμένων, ώστε να πρόκειται όχι για βελτίωση της γνώσεως της αλήθειας , αλλά για αύξηση της. Την διαδικασία αυτή είχαν στον Β’ αιώνα υπογραμμίσει ο Θεοφόρος Ιγνάτιος και ο Ειρηναίος της Λυών (Έλεγχος Δ’ 11, 2• Ε’ 2, 2 κ.ά.).

Η ενέργεια του αγ. Πνεύματος πριν από την Πεντηκοστή

Το τρίτο στάδιο της θείας οικονομίας, η δράση του αγ. Πνεύματος από την Πεντηκοστή και μετά, διακρίνεται, χωρίς να χωρίζεται, από τα δύο πρώτα, δηλ. την Π και την ΚΔ, των οποίων αποτελεί συνέχεια και συνέπεια. Για να εξηγήσει την συνέπεια αυτή ο Γρηγόριος, αλλά και το είδος δράσεως του αγ. Πνεύματος στα δύο πρώτα στάδια, τονίζει ότι, όταν έλαβε «πέρας» η «σωματική» παρουσία του Χριστού στην γη, άρχισε το έργο του Πνεύματος, που συνιστά «ελπίδος συμπλήρωσιν», κάτι που έγινε πλέον με την κάθοδο κι «επιδημία» του Πνεύματος στην γη (Λόγος ΜΑ’ 5). Για να δείξει το κατεξοχήν έργο του Πνεύματος μετά την ανάσταση του Κυρίου, αναγκάζεται να χρησιμοποιήσει εκφράσεις, που δυνατόν να παρεξηγηθούν. Τώρα, λοιπόν, το Πνεύμα είναι «ουσιωδώς» παρόν και όχι «ενεργεία». Όπως ο Υιός επικοινώνησε με τους ανθρώπους «σωματικώς», «έπρεπε» να φανεί και το Πνεύμα «σωματικώς». Όταν ο Υιός επανήλθε στον Πατέρα, ήλθε το Πνεύμα «ως Κύριον», αλλά φυσικά, το Πνεύμα δρούσε από την αρχή της θείας οικονομίας με τα δύο άλλα θεία πρόσωπα.
Έτσι ενεργούσε στις αγγελικές και θείες δυνάμεις, στους πατέρες και τους προφήτες της ΠΔ και στους μαθητές του Κυρίου. Προς τους τελευταίους ενήργησε «τρισσώς», κατά τρία στάδια, διότι δεν ήσαν οι Απόστολοι από την αρχή σε θέση να κατανοήσουν τα πάντα: πριν δοξαστεί με το πάθος ο Χριστός, μετά την Ανάσταση και μετά την Ανάληψη. Στο πρώτο στάδιο δρούσε «αμυδρώς» και στο δεύτερο «εκτυπώτερον» (σαφέστερα), ενώ στο τρίτο «τελεότερον», διότι τώρα δρα ως παρόν «ουσιωδώς», δηλαδή τώρα είναι ο κατεξοχήν καιρός της δράσεώς του, ο «καιρός του Πνεύματος» (Λόγος ΜΑ’ 11), όπως χαρακτηριστικά λέγει:

Το άγιο Πνεύμα «ενήργει, πρότερον μεν εν ταις αγγελικαίς και ουρανίοις δυνάμεσιν… Έπειτα εν τοις πατράσι και τοις προφήταις… Έπειτα εν τοις Χριστού μαθηταίς… και τούτοις τρισσώς, καθ’ όσον οιοί τε ήσαν χωρείν και κατά καιρούς τρεις• το πριν δοξασθήναι Χριστόν τω πάθει• μετά το δοξασθήναι τη αναστάσει• μετά την εις ουρανούς ανάβασιν ή αποκατάστασιν. Δηλοί δε η πρώτη των νόσων και η των πνευμάτων κάθαρσις, ουκ άνευ Πνεύματος δηλαδή γενομένη και το μετά την οικονομίαν εμφύσημα, σαφώς ον έμπνευσις θειοτέρα• και ο νυν μερισμός των πύρινων γλωσσών, ο και πανηγυρίζομεν. Αλλά το μεν πρώτον, αμυδρώς• το δε δεύτερον, εκτυπώτερον• το δε νυν, τελεότερον, ουκ έτι ενεργεία παρόν, ως πρότερον, ουσιωδώς δε, ως αν είποι τις, συγγινόμενόν τε και συμπολιτευόμενον. Έπρεπε γαρ Υιού σωματικώς ημίν ομιλήσαντος και αυτό φανήναι σωματικώς. Και Χριστού προς εαυτόν επανελθόντος, εκείνο προς ημάς κατελθείν• ερχόμενον μεν ως Κύριον, πεμπόμενον δε ως ουκ αντίθεον» (Λόγος ΜΑ’ 11).

Στο παραπάνω κείμενο του λόγου Εις την Πεντηκοστήν, που εκφωνήθηκε το 379 στην Κωνσταντινούπολη, έχουμε και την φράση: το άγιο Πνεύμα «ερχόμενον ως Κύριον», από την οποία προφανώς προέρχεται ο όρος «Κύριον» του άρθρου περί αγ. Πνεύματος στο Σύμβολο της Β’ Οίκουμ. Συνόδου (381).

Η αναζήτηση «αποθέτον κάλλους» ως τελική ερμηνευτική

«Τάξις θεολογίας», όπως είδαμε, είναι η σταδιακή αύξηση της διδασκαλίας, όσο αυτό είναι αναγκαίο και όσο φωτίζει το Πνεύμα, χωρίς να πρόκειται για εξέλιξη του δόγματος, που προϋποθέτει βελτίωσή του και ανεπάρκεια προς σωτηρία στην προ της εκάστοτε αυξήσεως του εποχή. Βάσει της «τάξεως» αυτής ο Γρηγόριος θεολόγησε περί των τριών υποστάσεων και της μιας φύσεως στον Θεό, περί της θεότητας του αγίου Πνεύματος και των δύο φύσεων του Χριστού.

Η αυξημένη εμπειρία της αλήθειας , την οποία μπορεί με τις παραπάνω προϋποθέσεις να πετύχει ο «άριστος» θεολόγος είναι πέρα του γράμματος της Γραφής, συνιστά απόθετον κάλλος της αλήθειας . Οι φράσεις αυτές αποβαίνουν στον Γρηγόριο πολυσήμαντοι όροι, με τους οποίους προσπαθεί να εκφράσει το γεγονός ότι ο θεολόγος χωρεί πέρα από το γράμμα της Γραφής, σκύβει κάτω και μέσα από αυτό («είσω παρακύψαντες»), το ξεπερνά, δεν περιορίζεται από αυτό, προχωρεί από βάθος σε βάθος, με το φως του Πνεύματος βρίσκει περισσότερο φως. Οι όψεις της αλήθειας , τις οποίες έτσι βρίσκει, μολονότι δεν είναι σαφώς δηλωμένες από το γράμμα της Γραφής, ανήκουν στο απόθετον κάλλος, είναι όψεις της άπειρης θείας αληθείας. Ο όρος κάλλος, σχετιζόμενος με το θείο και την αλήθεια, απαντά στο Συμπόσιον του Πλάτωνα. Ο Γρηγόριος εδώ ότι αναζητά και βρίσκει κάτω από το γράμμα της Γραφής δεν είναι «ξένον» προς αυτήν. Αντίθετα, πρέπει να είναι σύμφωνο και ομόλογο με ότι αυτή περιέχει:

 «Πάλιν και πολλάκις ανακύκλεις ημίν το άγραφον. Ότι μεν ουν ου ξένον τούτο… δέδεικται μεν ήδη πολλοίς των περί τούτου διειληφότων, όσοι μη ραθύμως μηδέ παρέργως ταις θείαις Γραφαίς εντυχόντες, αλλά, διασχόντες το γράμμα και είσω παρακύψαντες, το απόθετον κάλλος ιδείν ηξιώθησαν και τω φωτισμώ της γνώσεως κατηυγάσθησαν» (Λόγος ΛΑ’ 21. Βλ. και ΜΓ’ 63 κ.ά.).
Τα παραπάνω δεδομένα τονίζουν εμφαντικά ότι ο Γρηγόριος ασκεί θεολογία εμπειρική, αναλύει την διαδικασία της θεοπτίας, ξεπερνώντας και περιφρονώντας μάλιστα (Λόγος ΚΗ’ 9) την νεοπλατωνική μέθοδο του αποφατισμού, όπως με την ίδια θεολογία ξεπερνά το δίλημμα: αλληγορική ή ιστορικογραμματική ερμηνεία; Και αυτό, γιατί με την θεολογία του δεν επιδιώκει φιλοσοφικά την αρχική γνώση του Θεού, ώστε, αποφάσκοντας ότι δεν μπορεί να είναι θεός, να φθάνει δήθεν στον Θεό. Ως πιστός και δη ως θεολόγος ο Γρηγόριος ήδη ζει την θεία αλήθεια και προσπαθεί να προχωρήσει περισσότερο, ν’ αποκτήσει εμπειρία και άλλης όψεως της αλήθειας . Στο περισσότερο (στο «πλέον») τούτο, στον μεγάλο του στόχο, ανάγεται με τον φωτισμό του αγ. Πνεύματος και όχι με τον αποφατισμό, με άρνηση ιδιοτήτων που δεν ανήκουν στον Θεό. Πέρα του γράμματος της Γραφής, στο «απόθετον κάλλος» της αλήθειας, φτάνει πάλι με φωτισμό.

Αντίθετα, η αυστηρή αλληγορική ερμηνεία θα τον ανάγκαζε να επινοεί στις βιβλικές λέξεις έννοιες δικές του και η ιστορικογραμματική ερμηνεία θα τον περιόριζε μόνο σε ότι ρητά (expresses verbis) δηλώνουν οι βιβλικές λέξεις.

Τέλος, η εμφανής αγωνία του Γρηγορίου κάθε φορά που μιλάει περί θεολογίας και η εφαρμογή των σχετικών αναλύσεων στο δικό του έργο, υπογραμμίζουν την επιθυμία του να γίνει και να είναι ο ίδιος «άριστος θεολόγος», όπως πράγματι έγινε. Και η Εκκλησία του το αναγνώρισε, αποκαλώντας τον «Θεολόγον». Αυτή είναι η μόνη εξήγηση της πολυσήμαντης επωνυμίας του.

Η σχέση των θείων προσώπων και η Θεότητα τον αγίου Πνεύματος

Η Εκκλησία μετά το 350 συγκλονιζόταν από το πρόβλημα του πώς της σχέσεως των προσώπων της αγίας Τριάδας. Ήδη το 364 ο Μ. Βασίλειος θεμελίωσε και εισήγαγε θεολογικά πλέον την διάκριση των τριών θείων υποστάσεων και την ενότητα της φύσεώς τους. Επειδή όμως ο τελευταίος θεολόγησε με αφορμή τις απόψεις του Ευνομίου κατά της θεότητας του Υιού, η τριαδολογία του κέντρο είχε τον Υιό. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Βασίλειος δεν ονομάζει ρητά το άγιο Πνεύμα ομοούσιο ούτε στο πλέον τέλειο έργο του «Περί του αγ. Πνεύματος», γραμμένο το 375.

Ο Γρηγόριος υιοθέτησε απόλυτα την τριαδολογική βάση του Βασιλείου και συνέχισε το οικοδόμημα, εξηγώντας και διασαφηνίζοντας οριστικά σχεδόν την διάκριση ιδιότητας και φύσεως των θείων προσώπων, για να φτάσει στην ομοουσιότητα Πατέρα, Υιού και Πνεύματος. Θεολόγησε όμως με αφορμή και τις κακοδοξίες περί αγίου Πνεύματος. Έτσι, κάνοντας τολμηρά βήματα, έφτασε κι εξέφρασε πρώτος (μεταξύ των θεολόγων της Εκκλησίας ήδη πριν το 372: Λόγος ΙΓ’ 4. PG 35, 856Β) την αλήθεια ότι το Πνεύμα είναι Θεός, όπως ακριβώς ο Πατέρας και ο Υιός. Το 372 (Επιστ. 58) διαμαρτύρεται, γιατί ο Βασίλειος δεν ήταν σαφής στο θέμα της θεότητας και ομοουσιότητας του Πνεύματος• και το 379/80 με τον πέμπτο θεολογικό Λόγο (ΛΑ’) αποβαίνει ο κορυφαίος Πνευματολόγος της Εκκλησίας:

«Τι ουν, Θεός το Πνεύμα; πάνυ γε• τι ουν, ομοούσιον; είπερ Θεός» (Λόγος ΛΑ’ 10).

     «…σέβειν Θεόν τον Πατέρα, Θεόν τον Υιόν, Θεόν το Πνεύμα το άγιον, τρεις ιδιότητας, θεότητα μίαν, δόξη και τιμή και ουσία και βασιλεία μη χωριζομένη» (Λόγος ΛΑ’ 28).

«Hv το φως το αληθινόν… ο Πατήρ. Ην το φως το αληθινόν… ο Υιός. Ην το φως το αληθινόν… ο άλλος Παράκλητος. Ην και ην και ην, αλλ’ εν ην. Φως και φως και φως, αλλ’ εν φως, εις Θεός» ( Λόγος ΛΑ’ 3).


«Θεού δε όταν είπω, ενί φωτί περιαστράφθητε και τρισί• τρισί μεν κατά τας ιδιότητας, είτουν υποστάσεις, ει τινι φίλον καλείν, είτε πρόσωπα – ουδέν γαρ περί ονομάτων ζυγομαχήσομεν, έως αν προς την αυτήν έννοιαν αι συλλαβαί φέρωσιν• ενί δε κατά τον της ουσίας λόγον, είτουν θεότητος. Διαιρείται γαρ αδιαιρέτως, ιν’ ούτως είπω, και συνάπτεται διηρημένως» (Λόγος ΛΘ’ 11).

«Όνομα δε, τω μεν ανάρχω, Πατήρ• τη δε αρχή, Υιός• τω δε μετά της αρχής, Πνεύμα άγιον. Φύσις δε τοις τρισί μία, Θεός» (Λόχος MB’ 15).

Ο Θεός αποτελεί «μοναρχία», αλλ’ «ουχ ην εν περιγράφει πρόσωπον• εστί γαρ και το εν στασιάζον προς εαυτό πολλά καθίστασθαι, αλλ’ ην φύσεως ομοτιμία συνίστησι και γνώμης σύμπνοια και ταυτότης κινήσεως και προς το εν των εξ αυτού σύννευσις, όπερ αμήχανον επί της γεννητής φύσεως, ώστε καν αριθμώ διαφέρη, τη γε ουσία μη τέμνεσθαι. Δια τούτο μονάς απ’ αρχής εις δυάδα κινηθείσα, μέχρι Τριάδος έστη. Και τούτο εστίν ημίν ο Πατήρ και ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα» (Λόχος ΚΘ’ 2).


Ο τρόπος υπάρξεως των θείων προσώπων

Ο Βασίλειος εξήγησε κυρίως την αγεννησία του Πατέρα και την γέννηση του Υιού, αφήνοντας την κατανόηση του τρόπου υπάρξεως του αγ. Πνεύματος για τον μέλλοντα αιώνα (Κατά Ευνομίου Γ’ 7). Ο Γρηγόριος εξήγησε τον όρο εκπόρευσις (ή έκπεμψις) για το άγιο Πνεύμα, έχοντας συνείδηση ότι αυτός πρώτος εισάγει θεολογικά τον όρο, αυτός άρα θεολογεί πρώτος για τον τρόπο υπάρξεως του Πνεύματος:

«Πνεύμα άγιον… προϊόν εκ του Πατρός, ουχ υιικώς δε, ουδέ γαρ γεννητώς, αλλ’ εκπορευτώς, ει δει τι και καινοτομήσαι περί τα ονόματα σαφήνειας ένεκεν. Ούτε του Πατρός εκστάντος της αγεννησίας, διότι γεγέννηκεν• ούτε του Υιού της γεννήσεως, ότι εκ του αγεννήτου. Πώς γαρ; Ούτε του Πνεύματος, ή εις Πατέρα μεταπίπτοντος ή εις Υιόν, ότι εκπορεύεται και ότι Θεός, καν μη δοκή τοις αθέοις• η γαρ ιδιότης ακίνητος» (Λόγος ΛΘ’ 12).

«Ο μεν γεννήτωρ και προβολεύς (= ο Πατήρ), λέγων δε απαθώς και αχρόνως και ασωμάτως• των δε, το μεν γέννημα (= ο Υιός), το δε πρόβλημα» (= το Πνεύμα) (Λόχος ΚΘ’ 2).


«Κοινόν γαρ, Πατρί μεν και Υιό και αγίω Πνεύματι το μη γεγονέναι και η θεότης• Υιώ δε και αγίω Πνεύματι το εκ του Πατρός. Ίδιον δε, Πατρός μεν η αγεννησία, Υιού δε η γέννησις, Πνεύματος δε η έκπεμψις» (Λόγος ΚΕ’ 16).

Επέμενε λοιπόν ο Γρηγόριος στην επισήμανση του τρόπου υπάρξεως του αγίου Πνεύματος και στην υπογράμμιση ότι ο τρόπος υπάρξεως του κάθε προσώπου της άγιας Τριάδας είναι αποκλειστικός για κάθε πρόσωπο. Κάθε προσβολή της αποκλειστικότητας του τρόπου υπάρξεως των θείων προσώπων οδηγεί στην σύγχυση και την αναίρεση της Τριάδας. Ο Πατέρας υπάρχει ως αγέννητος και είναι γεννήτορας του Υιού και προβολέας – εκπορευτής του αγ. Πνεύματος. Ο Υιός υπάρχει ως γέννημα του Πατέρα και το Πνεύμα ως εκπορευόμενο, «προϊόν», από τον Πατέρα. Η εκπόρευση – έκπεμψη του Πνεύματος ανήκει πάντα στον Πατέρα και ουδέποτε συνδέεται με τον Υιό. Παρά την θεολογική τομή, που κάνει ο Γρηγόριος εδώ, εκφράζει την παραδοσιακή διάθεση αποφυγής ασκήσεως θεολογίας πέραν του απολύτως αναγκαίου. Δηλώνει ότι περαιτέρω ανάλυση- εξήγηση της εκπορεύσεως καθ’ αυτήν του Πνεύματος, ως τρόπου υπάρξεως, δεν είναι δυνατή, όπως δεν είναι δυνατή και περαιτέρω ανάλυση της αγεννησίας του Πατέρα:

«Τις ουν η εκπόρευσις; Ειπέ συ την αγεννησίαν του Πατρός, καγώ την γέννησιν του Υιού φυσιολογήσω και την εκπόρευσιν του Πνεύματος» (Λόγος ΛΑ’ 8. Βλ. και ΚΕ’ 16). «Ακούεις γέννησιν ( = την εκ του Πατρός); Το πώς μη περιεργάζου. Ακούεις ότι το Πνεύμα προϊόν εκ του Πατρός; Το όπως μη πολυπραγμόνει» (Λόγος Κ’ 11).

Πραγματοποίησε όμως ακόμα ένα σημαντικό βήμα στην τριαδολογία με την εξήγηση του τρόπου υπάρξεως των θείων προσώπων ως σ χ έ σ ε ω ς. Ο Βασίλειος μίλησε για τις ιδιότητες, για το ίδιον των υποστάσεων (Επιστ. 214, 4). Ο Γρηγόριος εμβαθύνει στο αυτό θέμα και ορίζει το ίδιον ως σχέση μεταξύ των προσώπων. Το ίδιον, ο τρόπος υπάρξεως των θείων προσώπων, αποτελεί σχέση και όχι ουσία στην θεότητα. Έτσι, τα ιδιαίτερα ονόματα των προσώπων, δηλαδή Πατέρας-Υιός-αγ. Πνεύμα, δηλώνουν την μεταξύ τους σχέση και όχι την ουσία. Εάν, βέβαια, δήλωναν την ουσία κάθε προσώπου, τότε κάθε πρόσωπο θα είχε και διαφορετική ουσία. Και προχωρεί ακόμη. Τα ονόματα (Πατέρας, Υιός, Πνεύμα) δεν δηλώνουν ούτε ενέργεια, εφόσον οι ενέργειες είναι κοινές των προσώπων κι εφόσον για τον Γρηγόριο αυτό θα σήμαινε ότι ο Υιός είναι ενέργημα, επομένως κτίσμα, του Πατέρα:

«Ο Πατήρ, φησίν, ουσίας ή ενεργείας όνομα;… ει μεν ουσίας φήσομεν, συνθησομένους ετερούσιον είναι τον Υιόν, επειδή μία μεν ουσία Θεού, ταύτην δε, ως ούτοι, προκατείληφεν ο Πατήρ• ει δε ενεργείας, ποίημα σαφώς ομολογήσοντας, αλλ’ ου γέννημα. Ου γαρ ο ενεργών, εκεί πάντως και το ενεργούμενον… Ούτε ουσίας όνομα ο Πατήρ, ω σοφώτατοι, ούτε ενεργείας• σχέσεως δε και του πώς έχει προς τον Υιόν ο Πατήρ ή ο Υιός προς τον Πατέρα» (Λόγος ΚΘ’ 16).

«Τι ουν εστί, φησίν, ο λείπει τω Πνεύματι, προς το είναι Υιόν; ει γαρ μη λειπόν τι ην, Υιός αν ην. Ου λείπειν φαμέν, ουδέ γαρ ελλιπής Θεός• το δε της εκφάνσεως… η της προς άλληλα σχέσεως διάφορον, διάφορον αυτών και την κλήσιν πεποίηκε» (Λόγος ΛΑ’ 9).


Κεφαλή στην διοίκηση της Εκκλησίας

Η κοίμηση του Μ. Βασιλείου και η κήδευσή του την 1.1.379 απέβη ορόσημο στην πορεία του Γρηγορίου. Το πρωτείο του κύρους, που στην οικουμενική γενικά Εκκλησία κατείχε ο Βασίλειος, μετατέθηκε στον Γρηγόριο. Το γεγονός ότι ο άνθρωπος της «φυγής» και της «απραξίας» δέχτηκε το 379 να δράσει στην Κωνσταντινούπολη, σημαίνει ότι αισθανόταν αυξημένη ευθύνη. Μετά τον θάνατο του Βασιλείου εκτίμησε ορθά ότι μόνο σ’ αύτόν εμπιστεύτηκαν και δη συνολικά οι ορθόδοξοι να δώσει την μεγάλη μάχη στην κακόδοξη πρωτεύουσα του ανατολικού κράτους. Οι ορθόδοξοι τον τοποθετούσαν στην κεφαλή, τρόπον τινά, της Εκκλησίας και της θεολογίας της και ο Γρηγόριος ανταποκρίθηκε• τόσο που την πιο προχωρημένη θεολογία του, ως περιεχόμενο και μορφή, την διατύπωσε από το 379 έως το 381. Τώρα η Καθολική Εκκλησία είχε το βλέμμα στραμμένο στην Κωνσταντινούπολη, και ένεκα του Γρηγορίου, όπως πριν στην Καισάρεια, ένεκα του Βασιλείου, και παλαιότερα στην Αλεξάνδρεια, ένεκα του Αθανασίου. Αλλά και στην Β’ Οικουμενική Σύνοδο (Μάιος – Ιούλιος 381) το Πνεύμα και η θεολογία του Γρηγορίου κυκλοφορούσαν, μολονότι ο ίδιος εγκατέλειψε τον αρχιεπισκοπικό θρόνο και την προεδρία της Συνόδου, κάτι όμως που έγινε όταν είχε πλέον εξασφαλιστεί η ορθοδοξία. Και αν στην σύνταξη του Συμβόλου της συνόδου υιοθετήθηκε κυρίως η μετριοπαθής ορολογία του Βασιλείου, στην Επιστολή, που οι ίδιοι συνοδικοί επίσκοποι έγραψαν το επόμενο έτος, η ορολογία του Γρηγορίου περί «ομοουσιότητος» του αγ. Πνεύματος και «τελειότητος» των δύο φύσεων του Κυρίου επικράτησε απόλυτα.

Οι δύο φύσεις του Κυρίου. «Το απρόσληπτον αθεράπευτον»

Στην επίγνωση της αυξημένης θεολογικής του ευθύνης και στο ότι έστω και σιωπηρά οι ορθόδοξοι τον εκτιμούσαν ως την θεολογική κεφαλή της όλης Εκκλησίας, αποδίδουμε και την απόφασή του ν’ αντιμετωπίσει το θεολογικό πρόβλημα που προκάλεσαν οι χριστολογικές κακοδοξίες του Απολιναρίου. Βέβαια, αντίθεση στις κακοδοξίες αυτές διατύπωσε και ο Μ. Αθανάσιος (π.χ. το 362: Τόμος προς Αντιοχείς), τον οποίο επανέλαβε ο Επιφάνιος το 374/7. Επρόκειτο όμως για μία πρώτη αντίδραση• ορθή, αλλά όχι αρκετή για να λύσει ικανοποιητικά το πρόβλημα, επειδή έλλειπε η αναγκαία θεολογική εμβάθυνση και επιχειρηματολογία. Την προσπάθειά του ο Γρηγόριος ανέλαβε το 381, όταν ο απολιναρισμός έδειχνε να μην κάμπτεται και να οργανώνεται σε ομάδα με οργάνωση εκκλησιαστική στην Λαοδίκεια, την Αντιόχεια και την ίδια την Ναζιανζό. Είναι αλήθεια ότι όσο ζούσε ο Βασίλειος, ο Γρηγόριος περίμενε εκείνον να αντιμετωπίσει το δύσκολο πρόβλημα. Τώρα όμως θεολογική κεφαλή ήταν ο ίδιος και όφειλε να αναλάβει τον αγώνα. Το πρόβλημα δεν του ήταν άγνωστο και ήδη, σποραδικά μέχρι το 380, είχε διατυπώσει ορθά και αριστοτεχνικά την αλήθεια της ενώσεως των δύο φύσεων στον Χριστό.

Δεν γνωρίζουμε πόσο παρακολουθούσε τις χριστολογικές δυσκολίες της Εκκλησίας από το 360/2, όταν και ο Μ. Αθανάσιος αντιμετώπισε θέματα σχετικά. Βέβαιο είναι ότι ο Γρηγόριος από το 362, όταν έγραψε τον Β’ Λόγον του, μιλούσε για ανάκραση θεότητας και ανθρωπότητας σε ένα, τον Χριστό, και για ψυχή ανθρώπινη, που προσλαμβάνεται και αυτή με την σάρκα:

«Τούτο (= είναι το μυστήριο της ενανθρωπήσεως και θεοποιήσεως) η κενωθείσα θεότης, τούτο η προσληφθείσα σαρξ, τούτο η καινή μίξις, Θεός και άνθρωπος, εν εξ αμφοίν και δι’ ενός αμφότερα. Δια τούτο Θεός σαρκί δια μέσης ψυχής ανεκράθη και συνεδέθη τα διεστώτα, τη προς άμφω του μεσιτεύοντος οικειότητι…» (Λόγος Β’ 23).


«Επί την ιδίαν εικόνα χωρεί (= ο θείος Λόγος) και σάρκα φορεί δια την σάρκα και ψυχή νοερά δια την εμήν ψυχήν μείγνυται, τω ομοίω το όμοιον ανακαθαίρων. Και πάντα γίνεται, πλήν της αμαρτίας, άνθρωπος• κυηθείς μεν εκ της Παρθένου, και ψυχήν και σάρκα προκαθαρθείσης τω Πνεύματι (έδει γαρ και γέννησιν τιμηθήναι και παρθενίαν προτιμηθήναι)• προελθών δε Θεός μετά της προσλήψεως, εν εκ δύο των εναντίων, σαρκός και Πνεύματος• ων το μεν εθέωσε το δε εθεώθη… ο ων γίνεται και ο άκτιστος κτίζεται και ο αχώρητος χωρείται, δια μέσης ψυχής νοεράς μεσιτευούσης θεότητι και σαρκός παχύτητι» (Λόγος ΛΗ’ 13).


«δύο φύσεις (= στον Χριστό) εις εν συνδραμούσαι, ουχ υιοί δύο• μη καταψευδέσθω η σύγκρασις» (Λόχος ΛΖ’ 2).

«Τούτον (= τον Υιόν του Θεού) επ’ εσχάτων των ημερών γεγενήσθαι δια σε και Υιόν ανθρώπου, εκ της Παρθένου προελθόντα Μαρίας αρρήτως και αρυπάρως (ουδέν γαρ ρυπαρόν ου Θεός και δι’ ου σωτηρία), όλον άνθρωπον, τον αυτόν και Θεόν, υπέρ όλου του πεπονθότος, ίνα όλω σοι την σωτηρίαν χαρίσηται, όλον το κατάκριμα λύσας της αμαρτίας• απαθή θεότητι, παθητόν τω προσλήμματι• τοσούτον άνθρωπον δια σε, όσον συ γίνη δι’ εκείνον Θεός» (Λόγος Μ’ 45).

Η θεολογική εμφάνιση του Απολιναρίου Λαοδικείας πριν από την δεκαετία του 360 σήμαινε την σπορά των χριστολογικών αιρέσεων. Ο Γρηγόριος διαπίστωσε στην διδασκαλία του Απολιναρίου μεγάλη διαστροφή της πίστεως της Νίκαιας με συνέπειες χριστολογικές, ανθρωπολογικές και σωτηριολογικές. Πράγματι ο Απολινάριος στην «Έκθεση πίστεως» προς τον Ιοβιανό (363), παραθέτοντας μ’ επεξηγήσεις το Σύμβολο Νικαίας, παραλείπει τον όρο «ενανθρωπήσαντα» (που προϋποθέτει πρόσληψη ολόκληρου του ανθρώπου) και χρησιμοποιεί την περιβόητη φράση «μία φύσις του Θεού Λόγου σεσαρκωμένη», για να τονίσει ότι ο Λόγος προσέλαβε μόνο σάρκα (και άλογη ψυχή).
Η θέση αυτή, όπως ορθά διέκρινε ο Γρηγόριος, αμφισβητούσε την ακεραιότητα της ανθρώπινης φύσεως στον Χριστό, κατέστρεφε την ενότητα του ανθρώπου (νους ή ψυχή και σάρκα) και έκανε προβληματική την σωτηρία του, εφόσον ο Λόγος δεν προσλάμβανε και τον ανθρώπινο νου. Παρατηρούμε ότι, ενώ ο Απολινάριος εκκινούσε από την αριστοτελική αρχή ότι δεν είναι δυνατόν να συνυπάρχουν «δύο τέλεια» (θείος Λόγος και άνθρωπος), ο Γρηγόριος εκκινούσε από την εμπειρική θεολογική αλήθεια, ότι «το απρόσληπτον αθεράπευτον• ο δε ήνωται τω Θεώ, τούτο και σώζεται» (Επιστ. 101, 32, όπου και αναπτύσσει την πρώτη εκτεταμένη αντιαπολιναριστική του θεολογία). Για το ότι ο άνθρωπος σώζεται από κανέναν δεν στασιάζεται. Για να σωθεί όμως ολόκληρος, πρέπει και να προσληφθεί ολόκληρος (και ο νους) από τον θείο Λόγο. Έτσι έφθανε στην συνάφεια των δύο τελείων φύσεων (Επιστ. 101, 37 και 41). Γι αυτό έχουμε δύο τέλειες και ολόκληρες φύσεις στον Χριστό, κάτι που κατορθώνεται με την θέωση της ανθρώπινης φύσεως μέσω της θείας φύσεως:

«Τήρει ουν τον άνθρωπον όλον και μίξον την θεότητα, ίνα τελέως ευεργετής» (Επιστ. 101, 36).

Εντούτοις οι δύο φύσεις του Χριστού, μολονότι «άλλο» καθεαυτήν η θεία και «άλλο» η ανθρώπινη, δεν προϋποθέτουν και «δύο Υιούς» (101, 19), όπως δίδασκε ο Διόδωρος Ταρσού, δεν οδηγούν σε είδος δυοφυσιτισμού (νεστοριανισμού), επειδή οι δύο φύσεις «συνάπτονται κατ’ ουσίαν». Μάταια τον κατηγορούσαν ότι διαχωρίζει τις δύο φύσεις, τις οποίες δήθεν αντιπαραθέτει (Επιστ. 102).

      «Εν τη συγκράσει, Θεού μεν ενανθρωπήσαντος, ανθρώπου δε θεωθέντος… Λέγω δε άλλο και άλλο, έμπαλιν η επί της Τριάδος έχει. Εκεί μεν γαρ άλλος και άλλος, ίνα μη τας υποστάσεις συγχέωμεν• ουκ άλλο δε και άλλο, εν γαρ τα τρία και ταυτόν τη θεότητι» (Επιστ. 101, 21).

Αν ο θείος Λόγος δεν προσελάμβανε και τον νουν, τότε δεν θα προσλαμβανόταν ολόκληρος ο άνθρωπος. Ο Γρηγόριος εστίαζε την προσπάθεια του στο να δείξει ότι ο Λόγος προσέλαβε ολόκληρο τον άνθρωπο και γι’ αυτό στον Χριστό έχουμε δύο πραγματικές φύσεις, την θεία, που είναι αληθινή, και την ανθρώπινη, που είναι ακέραιη. Η ένωση στον Χριστό είναι τόσο αληθινή και σαφής, όσο είναι η ενότητα ψυχής και σώματος στον άνθρωπο. Όπως έχουμε έναν άνθρωπο, που όμως αποτελείται από δύο, ψυχή και σάρκα, έτσι έχουμε και έναν Χριστό. Η ένωση των δύο φύσεων έγινε με την επέμβαση του αγίου Πνεύματος («θεϊκώς μεν ότι χωρίς ανδρός»), αλλά η Παρθένος Μαρία εκύησε σύμφωνα με τους ανθρώπινους νόμους, φυσιολογικά και πραγματικά, δηλαδή αναπτύχτηκε στους κόλπους της ο Θεάνθρωπος, ώστε ορθά να θεωρείται και να ονομάζεται Θεοτόκος η Παρθένος Μαρία. Παρά ταύτα ο Γρηγόριος δεν ταυτίζει την αόρατη θεία φύση με την ορατή κτιστή:

     «ει τις ου Θεοτόκον την αγίαν Μαρίαν υπολαμβάνει, χωρίς εστί της θεότητος. Ει τις ως δια σωλήνος της Παρθένου διαδραμείν, αλλά μη εν αυτή διαπεπλάσθαι λέγει θεικώς άμα και ανθρωπικώς (θεικώς μεν χωρίς ανδρός, ανθρωπικώς δε ότι νόμω κυήσεως), ομοίως άθεος. Ει τις διαπεπλάσθαι τον άνθρωπον, είθ’ υποδεδυκέναι λέγοι Θεόν, κατάκριτος. Ου γέννησις γαρ Θεού τούτο εστίν, αλλά φυγή γεννήσεως. Ει τις εισάγει δύο υιούς, ένα μεν τον εκ του Θεού και Πατρός, δεύτερον δε τον εκ της μητρός, αλλ’ ουχί ένα και τον αυτόν, και της υιοθεσίας εκπέσοι της επηγγελμένης τοις ορθώς πιστεύουσι. Φύσεις μεν γαρ δύο, Θεός και άνθρωπος, επεί και ψυχή και σώμα• υιοί δε ου δύο, ουδέ θεοί. Ουδέ γαρ ενταύθα δύο άνθρωποι, ει και ούτως ο Παύλος το εντός του ανθρώπου και το έκτος προσηγόρευσε. Και ει δει συντόμως ειπείν, άλλο μεν και άλλο τα εξ ων ο Σωτήρ (είπερ μη ταυτόν το αόρατον τω ορατώ και το άχρονον τω υπό χρόνον), ουκ άλλος δε και άλλος• μη γένοιτο. Τα αμφότερα εν τη συγκράσει, Θεού μεν ενανθρωπήσαντος, ανθρώπου δε θεωθέντος, ή όπως αν τις ονομάσειε. Λέγω δε άλλο και άλλο, έμπαλιν η επί της Τριάδος έχει. Εκεί μεν γαρ άλλος και άλλος (= Πατήρ, Υιός, Πνεύμα), ίνα μη τας υποστάσεις συγχέωμεν… Ει τις ως εν προφήτη λέγοι κατά χάριν ενηργηκέναι (= ο θείος Λόγος), αλλά μη κατ’ ουσίαν συνηφθαί τε και συνάπτεσθαι, είη κενός της κρείττονος ενεργείας» (= θείας χάριτος) (Επιστ. 101, 16-22).

Την θεολογία ο Γρηγόριος, ότι ο θείος Λόγος προσέλαβε σάρκα και νουν συγχρόνως, ενισχύει και με την εξής παρατήρηση: στο νου εστιάζεται το κατ’ εικόνα του ανθρώπου και το κατ’ εικόνα τούτο αμαυρώθηκε με το προπατορικό αμάρτημα. Η αναστήλωση του κατ’ εικόνα, την οποία ήρθε στην γη να πραγματώσει ο Θεός Λόγος, θα ήταν αδύνατο να επιτευχτεί χωρίς την πρόσληψη του νου, στον οποίο βρίσκεται το κατ’ εικόνα. Ακόμη, εάν προσελάμβανε μόνο σάρκα, τα «πάθη» του Χριστού θα οφείλονταν στην ίδια την θεότητά του, εφόσον αυτά συνδέονται με τον νουν και την ψυχή του ανθρώπου.

Για το πώς έγινε δυνατόν να ενωθεί η ανθρώπινη φύση με την θεία, χωρίς ν’ αφομοιωθεί ως κατώτερη, δίνει, πλην άλλων, μία χαρακτηριστική εικόνα. Η ανθρώπινη, γράφει, φύση ενώνεται στην θεία, όπως το φως των αστέρων στο φως του ήλιου και η λαμπάδα σε μια πυρκαϊά. Στην διάρκεια της ημέρας τ’ αστέρια δεν φαίνονται, αλλά υπάρχουν ολόκληρα. Και η λαμπάδα δεν φαίνεται στις δυνατές φλόγες της πυρκαϊάς, αλλά υπάρχει (Επιστ. 101, 44-45).

«Ει τις εις άνουν άνθρωπον ήλπικεν, ανόητος όντως εστί και ουκ άξιος όλως σώζεσθαι. Το γαρ απρόσληπτον αθεράπευτον• δε ήνωται τω Θεώ, τούτο και σώζεται. Ει ήμισυς έπταισεν ο Αδάμ, ήμισυ και το προσειλημμένον και το σωζόμενον… Ει μεν γαρ άψυχος ο άνθρωπος, τούτο και αρειανοί λέγουσιν, ιν’ επί την θεότητα το πάθος ενέγκωσιν, ως του κινούντος το σώμα, τούτου και πάσχοντος. Ει δε άψυχος, ει μεν ου νοερός, πώς και άνθρωπος; ου γαρ άνουν ζώον ο άνθρωπος… Αλλ’ ήρκει, φησίν, η θεότης αντί του νου. Τι ουν προς εμέ τούτο; Θεότης γαρ μετά σαρκός μόνης ουκ άνθρωπος, αλλ’ ουδέ ψυχής μόνης, ουδέ αμφοτέρων χωρίς του νου, η και μάλλον άνθρωπος. Τήρει ουν τον άνθρωπον όλον και μίξον την θεότητα, ίνα με τελέως ευεργετής… ει το χείρον (= το σώμα) προσείληπται, ιν’ αγιασθή δια της σαρκώσεως, το κρείττον (ο νους) ου προσληφθήσεται, ιν’ αγιασθή δια της ενανθρωπήσεως; Ει ο πηλός (= το σώμα) εζυμώθη και νέον φύραμα γέγονεν, ω σοφοί, η εικών (= ο νους) ου ζυμωθήσεται και προς Θεόν ανακραθήσεται, θεωθείσα δια της θεότητος;… Ο γαρ την εντολήν εδέξατο (= δηλ. ο νους), τούτο και την εντολήν ουκ εφύλαξεν• ο δε ουκ εφύλαξε, τούτο και την παράβασιν ετόλμησεν• ο δε της σωτηρίας εδείτο, τούτο και προσελήφθη• ο νους άρα προσείληπται» (Επιστ. 101, 32-52).

Διακεκριμένες υποστάσεις-ενωμένες φύσεις

Την ενότητα των υποστάσεων της Αγίας Τριάδας χρησιμοποιεί ο Γρηγόριος για πρώτη φορά ως πρότυπο της ενότητας των δύο φύσεων στον Χριστό, γιατί έβλεπε καθαρά και τον κίνδυνο να θεωρηθεί ότι απορροφάται η ανθρώπινη φύση από την θεία (μονοφυσιτισμός, στον οποίο σαφώς οδηγούσε ο Απολινάριος) και τον κίνδυνο να θεωρηθεί η πρόσληψη της ανθρώπινης φύσεως από την θεία ως επιφανειακή, επίπλαστη, εξωτερική, άρα μη πραγματική. Τούτο θ’ αφαιρούσε την δυνατότητα της σωτηρίας, αφού η επίπλαστη πρόσληψη δεν εξασφαλίζει την θέωση ή μεταστοιχείωση του ανθρώπου, και θα κατέλυε την ενότητα του προσώπου του Χριστού. Στην παρομοίωση όμως Τριάδας και φύσεων στον Χριστό επισημαίνει ότι οι φύσεις υπάρχουν κεκραμένες, ενώ οι υποστάσεις διακεκριμένες. Με την παραπάνω θεολογία του ο Γρηγόριος έθεσε τις βάσεις της χριστολογίας, μολονότι χρειαζόταν ακόμα επίπονη θεολογική προσπάθεια, για να δειχτεί ο τρόπος της ενότητας των τελείων φύσεων του Χριστού, κάτι που έγινε κυρίως από τον Γρηγόριο Νύσσης, τον Κύριλλο Αλεξανδρείας και τον Θεοδώρητο Κύρου.
Η θεήλατη και γενναία θεολογία του περί των δύο τελείων φύσεων του Χριστού, καθώς και η επιμονή του στην πρόσληψη ολόκληρου του ανθρώπου, εξηγούν και φωτίζουν την ανθρωπολογία του. Τονίζει με τρόπο μοναδικό το μεγαλείο και τις προοπτικές του ανθρώπου, ο οποίος είναι κράμα δύο κόσμων, του υλικού και του πνευματικού (χους, νους, πνεύμα), συνιστά «κόσμον δεύτερον ( = μετά τον υλικόν), εν μικρώ μέγαν…. τον αυτόν πνεύμα και σάρκα» (Λόγος ΛΗ’ 11). Ο «μικρός» άνθρωπος είναι «μέγας» κατά το πνεύμα, αφού γίνεται «επόπτης της ορατής φύσεως», «μύστης των νοουμένων» και προορίζεται να θεωθεί, να ενωθεί πραγματικά με τον Θεό (βλ. Λόγος ΜΕ’ 7). Η πτώση του ανθρώπου είχε ως αποτέλεσμα την εξορία του από τον παράδεισο και την πικρή περιπλάνηση, την οποία ταυτίζει με τους «δερμάτινους χιτώνας», την σάρκα και τα πάθη. Η πραγματικότητα αυτή έχει κάτι το θετικό: του προκάλεσε την αισχύνη ενώπιον του Θεού και του δημιούργησε τον θάνατο, τουλάχιστον «ίνα μη αθάνατον η το κακόν» (Λόγος ΜΕ’ 8), και την αμαρτία. Στον Χριστό όμως επανακοινωνεί με τον Θεό και μάλιστα με τρόπο ανώτερο από τον πρώτο και θεοειδέστερο:

«ζώον εν εξ αμφοτέρων, αοράτου τε λέγω και ορατής φύσεως, δημιουργεί τον άνθρωπον. Και παρά μεν της ύλης λαβών το σώμα ήδη προϋποστάσης, παρ’ εαυτού δε πνοήν ενθείς (ο δη νοεράν ψυχήν και εικόνα Θεού οίδεν ο λόγος), οιόν τινά κόσμον έτερον ( = μετά τον υλικόν), εν μικρώ μέγαν, επί της γης έστησεν, άγγελον άλλον, προσκυνητήν μικτόν, επόπτην της ορατής κτίσεως, μύστην της νοούμενης, βασιλέα των επί γης, βασιλευόμενον άνωθεν, επίγειον και ουράνιον, πρόσκαιρον και αθάνατον, ορατόν και νοούμενον, μέσον μεγέθους και ταπεινότητος, τον αυτόν πνεύμα και σάρκα… ζώον ενταύθα οικονομούμενον και αλλαχού μεθιστάμενον και — πέρας του μυστηρίου — τη προς Θεόν νεύσει θεούμενον» (Λόγος ΜΕ’ 7). «Μετέλαβον (= ως άνθρωπος) της εικόνος και ουκ εφύλαξα• μεταλαμβάνει της εμής σαρκός, ίνα και την εικόνα σώση και την σάρκα αθανατίση. Δευτέραν κοινωνεί κοινωνίαν, πολύ της προτέρας παραδοξοτέραν. Όσω τότε μεν κρείττονος μετέδωκε, νυν δε μεταλαμβάνει του χείρονος. Τούτο του προτέρου θεοειδέστερον• τούτο τοις νουν έχουσιν υψηλότερον» (Λόγος ΜΕ’ 9).

Ο ποιητής

Ο Γρηγόριος υπήρξε σπουδαίος ποιητής με εξαιρετική αίσθηση του λόγου. Το περίεργο είναι όμως ότι, μολονότι γνώριζε και σποραδικά, μη οργανωμένα, χρησιμοποίησε την τονική ρυθμοποιία (δύο πάντως οργανωμένα ποιήματα σε τονικό μέτρο αποδόθηκαν εσφαλμένα στον Γρηγόριο), έγραψε 19.000 περίπου προσωδιακούς στίχους, από το 371 και μετά. Φυσικά είχε μικρές πιθανότητες να διαβαστεί ευρέως η ποίησή του και καμιά ελπίδα να γίνει υμνωδία της Εκκλησίας. Η εξήγηση του φαινομένου σχετίζεται όχι τόσο με την ανάγκη ν’ απαντήσει στον νόμο του Ιουλιανού (362), που απαγόρευε στους χριστιανούς καθηγητές να διδάσκουν στις εθνικές σχολές, αλλά με προσωπικές παρορμήσεις, ενώ παράλληλα έδρασε ως αφορμή και η πλούσια προσωδιακή ποίηση του μη ορθόδοξου Απολιναρίου. Ο ίδιος ο Γρηγόριος, στο ποίημά του Έμμετρα (έπη ΛΘ’) δίνει μία εξήγηση στα ερωτηματικά, που φίλοι κι εχθροί διατύπωναν, βλέποντας τον να γράφει ποιήματα και δη προσωδιακά. Εξηγεί λοιπόν ότι αποφάσισε να γράφει σε στίχους τις σκέψεις του, για να περιορίσει την αμετρία ή την πολυλογία του, για να ωφελεί τους νέους, που ευχαριστούνται περισσότερο διαβάζοντας ποιήματα, για να μην εμφανίζονται οι χριστιανοί ως απαίδευτοι ενώπιον των εθνικών και για να παρηγορείται στην διάρκεια της μακρόχρονης αρρώστιας του. Αυτά όμως δικαιολογούν μόνο περιστασιακή ενασχόληση με την ποίηση, όχι την πληθωρική και ρωμαλέα και καλοοργανωμένη ποίηση του Γρηγορίου. Ο Γρηγόριος, άρα, ήταν ταλαντούχος ποιητής που με ποικίλες αφορμές έγραψε ποιήματα.
Τα ποιήματα (έπη) του Γρηγορίου είναι δογματικά, στα οποία εκτίθεται η τριαδολογία και η χριστολογία του, επιτάφια επιγράμματα, ηθικά και διδακτικά και ιστορικά, δηλαδή αυτοβιογραφικά. Σε πάρα πολλά από αυτά συναντά ο αναγνώστης αληθινή έμπνευση, ρωμαλέα σκέψη, νευρώδη λόγο, έντονο λυρισμό διάθεση εξομολογητική, βαθιά μελαγχολία, απογοήτευση και μεγαληγορία. Αλλά και η πεζότητα, που κακώς γενικεύτηκε από μερικούς ερευνητές, χαρακτηρίζει πολλούς από τις τόσες χιλιάδες των στίχων του. Πάντως, παρά την μεγάλη ποιητική άξια των Επών, ο Γρηγόριος είναι μεγάλος ποιητής πρώτα για την ποιητικότητα των «πεζών» κειμένων του κι έπειτα για τις πολλές χιλιάδες των στίχων του. Αυτοί δεν είχαν ανταπόκριση στο αισθητήριο της εποχής και οι μιμητές τους υπήρξαν ελάχιστοι και περιθωριακοί. Αντίθετα, ποιητικά τμήματα Λόγων του, αυτούσια ή με επεμβάσεις, έγιναν ύμνοι της Εκκλησίας από μεταγενέστερους ποιητές-υμνωδούς Κανόνων ήδη από τον ΣΤ’ αιώνα, εάν μη κι ενωρίτερα.

Ενδεικτικά παραθέτουμε εδώ μικρά τμήματα Λόγων του Γρηγορίου και ανάλογα τμήματα των Κανόνων, που ψάλλονται και σήμερα στους Όρθρους των σχετικών εορτών του εκκλησιαστικού έτους. Έτσι διαπιστώνεται και η αξιόλογη ποιητικότητα του Γρηγορίου και η επίδρασή του στους μεταγενέστερους υμνογράφους της Εκκλησίας, μεταξύ των οποίων οι κορυφαίοι ποιητές Ιωάννης Δαμασκηνός και Κοσμάς ο Μελωδός. Το γεγονός μάλιστα, ότι εκκλησιαστικοί ύμνοι ποιήθηκαν βάσει ομιλητικών κειμένων του Γρηγορίου, γνώριζε και ο αββάς Δωρόθεος τον ΣΤ’ αιώνα, που παραθέτει τον σχετικό ύμνο, αναφερόμενος και στον αντίστοιχο Λόγο του Γρηγορίου. Χαρακτηριστικό του αναπτυγμένου ποιητικού αισθητηρίου του Γρηγορίου είναι και ότι ο ιερός άνδρας, γράφοντας και εκφωνώντας τον Λόγο του ΜΕ’ στο Άγιο Πάσχα, χρησιμοποίησε κάποια στοιχεία από παλαιότερο ύμνο (νομίζουμε του Γ’ αι.: Βλ. Πατρολογία μας, τόμος Α’, σ. 473) στο Πάσχα, κείμενο σαφώς ποιητικό.

Γρηγορίου, Λόγος ΛΓ΄14:

«…ιερεία έμψυχα,
ολοκαυτώματα λογικά,
θύματα τέλεια,
θεοί δια Τριάδος προσκυνουμένης»
(PG 36,232).

Δωροθέου, Διδασκαλία 23:

«Ιερεία έμψυχα,
ολοκαυτώματα λογικά,
μάρτυρες Κυρίου,
θύματα τέλεια Θεού»
(PG 88, 1829-1836).

Λόγος (ΛΗ΄) εις τα Χριστούγεννα:

«Χριστός γεννάται, δοξάσατε•
Χριστός εξ ουρανών, απαντήσατε•
Χριστός επί γης, υψώθητε.
Άσατε τω Κυρίω πάσα η γη•

και, ιν’ αμφότερα συνελών είπω,
ευφραινέσθωσαν οι ουρανοί
και αγαλλιάσθω η γη•
δια τον επουράνιον, είτα επίγειον.
Χριστός εν σαρκί,
τρόμω και χαρά αγαλλιάσθε•
τρόμω, δια την αμαρτίαν•
χαρά, δια την ελπίδα.

Ο άσαρκος σαρκούται,
ο Λόγος παχύνεται,
ο αόρατος οράται,
ο αναφής ψηλαφάται,
ο άχρονος άρχεται,
ο Υιός του Θεού, υιός ανθρώπου γίνεται.

Έλληνες διαγελάτωσαν,
αιρετικοί γλωσσαλγείτωσαν.
Τότε πιστεύσουσιν,
όταν ίδωσιν εις ουρανόν ανερχόμενον»
(ΒΕΠ 60,64• PG 36, 312Α-313Β).

Κοσμά Μελωδού, Κανών εις τα Χριστούγεννα:

«Χριστός γεννάται, δοξάσατε•
Χριστός εξ ουρανών, απαντήσατε•
Χριστός επί γης, υψώθητε.
Άσατε τω Κυρίω πάσα η γη
Και εν ευφροσύνη
Ανυμνήσατε λαοί ότι δεδόξασται»
(Ωδή α΄. Ειρμός).

Λόγος (ΚΑ΄) εις Μ. Αθανάσιον:

«Αθανάσιον επαινών, αρετήν επαινέσομαι.
Ταυτόν γαρ εκείνον τε ειπείν
και αρετήν επαινέσαι.
………………………………………………………………….
Αρετήν δε επαινών, Θεόν επαινέσομαι»
(ΒΕΠ 59, 148• PG 35, 1081-1084).

Θεοφάνους Γραπτού, Κανών εις Αθανάσιον:

«Αθανασίω προσκομίζω τον έπαινον
ως αρετήν ευφημών
προς τον Θεόν φέρω μάλλον το εγκώμιον»
(Π. Τρεμπέλα, Εκλογή ελλην. ορθοδόξου υμνογραφίας, σ. 324)

Λόγος (Α΄) εις το Πάσχα:

«Αναστάσεως ημέρα και αρχή δεξιά
και λαμπρυνθώμεν τη πανηγύρει
και αλλήλους περιπτυξόμεθα

………………………………………………………………..
Χθες συνεσταυρούμην Χριστώ,
σήμερον συνδοξάζομαι•
χθες συνενεκρούμην,
συζωποιούμαι σήμερον•
χθες συνεθαπτόμην,
σήμερον συνεγείρομαι»
(ΒΕΠ 58, 243 και 244• PG 35, 396-397).

Λόγος (ΜΕ΄) εις το αγ. Πάσχα:

«Πάσχα Κυρίου, Πάσχα,
και πάλιν ερώ Πάσχα, τιμή της Τριάδος.
Αύτη εορτών ημίν εορτή
και πανήγυρις πανηγύρεων.
…………………………………………………………………
Αλλ’ ω Πάσχα, το μέγα και ιερόν
και παντός του κόσμου καθάρσιον!
ως γαρ εμψύχω σοι διαλέξομαι.
Ω Λόγε Θεού
και φως και ζωή και σοφία και δύναμις»
(ΒΕΠ 60, 187 και 202• PG 36, 664).

Ιωάννου Δαμασκηνού, Κανών εις την Ανάστασιν:

«Αναστάσεως ημέρα
Λαμπρυνθώμεν λαοί,
Πάσχα Κυρίου Πάσχα.
Εκ γαρ θανάτου προς ζωή…»
(Ωδή α΄, Ειρμός: Π. Τρεμπέλα, σ. 302).

«Χθες συνεθαπτόμην σοι Χριστέ,
συνεγείρομαι σήμερον αναστάντι σοι•
συνεσταυρούμην σοι χθες,
αυτός με συνδόξασον Σωτήρ
εν τη βασιλεία σου» (Ωδή γ΄).

«Αύτη η κλητή και αγία ημέρα
η μία των Σαββάτων,
η βασιλίς και κυρία,
εορτή εορτών
και πανήγυρις εστί πανηγύρεων
εις τους αιώνας» (Ωδή η΄, Ειρμός).

«Ω Πάσχα το μέγα
και ιερώτατον, Χριστέ•
ω σοφία και Λόγε
του Θεού και δύναμις,
δίδου ημίν εκτυπώτερον
σου μετασχείν
εν τη ανεσπέρω
ημέρα της βασιλείας σου» (Ωδή θ΄).

Πολλά διευθετημένα σε στίχους πεζά κείμενα του Γρηγορίου αποδεικνύονται ρυθμικός λόγος, χαρακτηριστικά του οποίου είναι η τάση για προπαροξυτονισμό, ομοτονία, ισοσυλλαβία και ομοιοκαταληξία. Συνήθη είναι τα δίστιχα παραλληλισμού ή αντιθέσεως και η τομή. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται για τα ομοιοκατάληκτα και συχνά ισοσύλλαβα βραχέα κώλα, που ως στιχουργική ήταν συστηματοποιημένη από τον σύρο Εφραίμ. Το φαινόμενο όμως απαντά πολύ πριν από τον Εφραίμ στην ασιανική ρητορεία και μάλιστα σε πολλές προγρηγοριανές πατερικές ομιλίες, όπως φάνηκε από την παράθεση τμήματος του Λόγου ΛΗ’ του Γρηγορίου.
Ιδιαίτερος λόγος γίνεται συνήθως για δύο κείμενα, διευθετημένα σε στίχους με ορισμένα σταθερά ποιητικά μέτρα, δηλ. την ισοσυλλαβία και τον δυναμικό τονισμό. Πρόκειται για τον «Ύμνον εσπερινόν» από 25 στίχους (PG 37, 511-514)
«Σε και νυν ευλογούμεν / Χριστέ μου, Λόγε Θεού, φως εκ φωτός ανάρχου / και πνεύματος ταμίαν, τριττού φωτός εις μίαν / δόξαν αθροιζόμενου• ος έλυσας το σκότος, / ος υπέστησας το φως»
και τον «Προς παρθένους παραινετικόν» από 100 στίχους (PG 37, 632-640)
Παρθένε νύμφη του Χριστού / δόξαζε σου τον νυμφίον
……………………………………………………………………………………
Μόνον όλως σεαυτήν / αγνήν τήρει, Παρθένε.
Μήπως σπιλώσης Χριστού / τον άσπιλον χιτώνα.
Όμμα σοι σωφρονείτω / γλώσσα παρθενεύτω».

Για τα ποιήματα αυτά, που δεν είναι και σπουδαίας εμπνεύσεως, διατυπώθηκαν αμφιβολίες μέχρι βεβαιότητα περί του ότι δεν προέρχονται από την γραφίδα του Γρηγορίου. Από γνήσια όμως ποιήματα του ίδιου (π.χ. «Υποθήκαι παρθένοις»: έπη Ηθικά 2) λαμβάνουν ιδέες και εικόνες. Άρα τα δύο ποιήματα οφείλονται σε κάποιον συμπιλητή του τέλους του Δ’ ή των αρχών του Ε΄αι. Αυτά, είναι σαφές, αποτελούν δείγμα της υποχωρήσεως της προσωδίας, που στηρίζεται στην διάκριση μακρών και βραχειών συλλαβών, και εισβολής της τονικής ρυθμοποιίας, που όμως δεν ρυθμίζει ακόμη απόλυτα το μέτρο και που στηρίζεται στον δυναμικό τονισμό. Πάντως και τα δύο παραπάνω ποιήματα είναι δεκατετρασύλλαβοι, που χωρίζονται σε δύο ημιστίχια των επτά συλλαβών. Στο δεύτερο ημιστίχιο του «Προς παρθένους παραινετικού» έχουμε πάντοτε παροξυτονισμό -τόνο στην παραλήγουσα – δηλαδή πόδα τονικό τροχαίο (- υ), ά- διάφορο αν η τονιζόμενη παραλήγουσα είναι μακρά ή βραχεία. Ακόμη έχει μεγάλη σημασία το γεγονός ότι στο τελευταίο ποίημα, του οποίου τουλάχιστον μερικοί στίχοι είναι παραλλαγμένοι προσωδιακοί στίχοι του Γρηγορίου, παρατηρείται ισχυρή παύση, στο τέλος κάθε δύο στίχων, κάτι που προϋποθέτει συνείδηση στροφής ποιητικής, έχουμε δηλ. στροφική στιχουργική, που θα οδηγήσει στις στροφικές συνθέσεις των Κοντακίων μετά από έναν αιώνα και περισσότερο.
Τους περίπου 19.000 αρχαιοπρεπείς στίχους του ο Γρηγόριος έγραψε βάσει των μέτρων του Ομήρου, του Ησιόδου, των τραγικών, των λυρικών και άλλων ποιητών. Έτσι π.χ. γράφει σε ιαμβικό τρίμετρο, σε ηρωικό εξάμετρο και σε ανακρεόντεια μέτρα, τα οποία μάλιστα ενίοτε παραλλάσσει.

Ενδεικτικά παραθέτουμε οκτασύλλαβους ανακρεόντειους στίχους
με παροξυτονισμό από τον «Ύμνον προς Θεόν»:

«Σε τον άφθιτον μονάρχην,
δος ανυμνείν, δος αείδειν•
Τον άνακτα τον δεσπότην,
δι’ ον ύμνος, δι’ ον αίνος
δι’ ον αγγέλων χορεία,
δι’ ον αιώνες άπαυστοι,
δι’ ον ήλιος προλάμπει,
δι’ ον ο δρόμος σελήνης,
δι’ ον άστρων μέγα κάλλος,
δι’ ον άνθρωπος ο σεμνός
έλαχε νοείν το θείον,
λογικόν ζώον υπάρχων»
(PG 37, 508-509)

Και ο επίλογος του αυτοβιογραφικού ποιήματος «Προς τον εαυτού βίον», που έγραψε σε ιαμβικό τρίμετρο για να εκφράσει πλην άλλων την απογοήτευσή του για ότι συνέβη κατά την Β’ Οίκουμ. Σύνοδο (381) και την από εκεί φυγή του:
«Πέρας λόγου• πάρειμι νεκρός έμπνοος.
Ηττημένος (του θαύματος) στεφηφόρος,
έχων Θεόν τε και φίλους τους ενθέους
αντί θρόνου τε και κενού φρυάγματος.
Υβρίζετ’, ευθυμείτε, πάλλεσθ’, ω σοφοί•
ωδήν τίθεσθε τας εμάς δυσπραξίας
εν συλλόγοις τε και πότοις και βήμασι.
………………………………………………………………
Χθες ενθρονισταί και διώκται σήμερον.
………………………………………………………………..
Ζητώ τιν’ οικείν εκ κακών ερημίαν,
ου μοι το θείον νω μόνω ζητούμενον,
ελπίς τε κούφη των άνω, γηροτρόφος.
Εκκλησίαις δε τι δώσομεν; το δάκρυον.
Εις τούτο γαρ με και συνήγαγε Θεός,
πολλαίς ελίσσων την εμήν ζωήν στροφαίς.
“Η ποί προβήσετ’; Ειπέ μοι, Θεού Λόγε•
Εις την άσειστον εύχομαι κατοικίαν,
ένθα Τριάς μου και το σύγκρατον σέλας,
ης νυν αμυδραίς ταις σκιαίς υψούμεθα» (PG 37, 1163-1166).

ΒΙΟΣ
Ο Γρηγόριος γεννήθηκε περί το 329/30 στην Ναζιανζό. Ο πατέρας του, Γρηγόριος επίσης, ήταν επίσκοπος της πόλεως, πλούσιος γαιοκτήμονας και ίσως εβραϊκής καταγωγής, δεδομένου ότι ανήκε για πολύ στην ιουδαιο- ειδωλολατρική αίρεση των Υψισταρίων, την οποία εγκατέλειψε με την επιμονή και τις προσευχές της ευσεβέστατης συζύγου του Νόννας. Ο υιός Γρηγόριος σπούδασε στην Ναζιανζό, στην Καισαρεία της Καππαδοκίας, όπου γνωρίστηκε με τον Βασίλειο (341/343), στην Καισαρεία της Παλαιστίνης, στην Αλεξάνδρεια και τέλος στην Αθήνα (350/357), όπου δίδασκαν σπουδαίοι ρητοροδιδάσκαλοι, όπως ο Ιμέριος και ο Προαιρέσιος και όπου στερέωσε την φιλία του με τον Βασίλειο. Το τελευταίο έτος της παραμονής του στην Αθήνα (356/7) δίδαξε και ο ίδιος ρητορική (εγκυκλοπαιδική φιλοσοφία), όπως έκανε και μόλις επέστρεψε στην Ναζιανζό, με την παράκληση φίλων του. Ήδη από το 358/9, εποχή που δέχτηκε το βάπτισμα, βρίσκεται σε συχνή επικοινωνία με τον φίλο του Βασίλειο, τον οποίο ακολούθησε στο ασκητήριο του στον Πόντο (κοντά στον Ίρι ποταμό), τέλος του 360. Εκεί συνασκήτεψαν και συνεργάστηκαν για την τελική σύνταξη έργων, για τα οποία ο καθένας είχε ήδη εργαστεί (ο Γρηγόριος για την «Φιλοκαλία»), Στο τέλος του 361 ή λίγο πριν από το Πάσχα του 362, υποκύπτοντας στις πιέσεις του πατέρα του, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος. Μετά από σύντομη φυγή στο ασκητήριο του Βασιλείου επανήλθε και βοηθούσε τον γέροντα πατέρα του στο ποιμαντικό έργο, εγκαινιάζοντας και την θεολογική του προσφορά.

Περί το τέλος του 363 και τις αρχές του 364 ο Ευσέβιος Καισαρείας προσκάλεσε στην Καισάρεια ως βοηθό του τον Γρηγόριο, ο οποίος αντιπρότεινε για την θέση τον Βασίλειο, που τελικά δέχτηκε. Το 368/9 δοκιμάστηκε πολύ από τον θάνατο των αδελφών του, Καισαρίου, ανώτερου αυλικού υπαλλήλου, και Γοργονίας. Το 370 βοήθησε αθέλητα και έμμεσα τον Βασίλειο να εκλεγεί μητροπολίτης Καισαρείας. Στις επανειλημμένες προσκλήσεις του τελευταίου, που μάλιστα του ανέθετε την ευθύνη της κατηχήσεως και της καταπολεμήσεως των αρειανών, απαντούσε αρνητικά, διότι προτιμούσε την ησυχία και διότι είχε την ευθύνη της επισκοπής Ναζιανζού (ο επίσκοπος πατέρας του ήταν πλέον υπέργηρος και κοιμήθηκε το 374, λίγο πριν από την σύζυγό του Νόννα).

Το 372 ο Βασίλειος, προκειμένου να ενισχύσει την επιρροή του στην Καππαδοκία, χειροτόνησε άκοντα τον Γρηγόριο επίσκοπο για την άσημη κωμόπολη Σάσιμα. Αντί όμως να μεταβεί εκεί, κατέφυγε σε ορεινό μέρος και γύρισε μόνο όταν ο πατέρας του υποσχέθηκε ότι δεν θα τον πιέσει να πάει στα Σάσιμα, τα οποία και απλώς επισκέφτηκε. Για την πρωτοβουλία αυτή του Βασιλείου ο Γρηγόριος θα παραπονείται σε όλη του την ζωή, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι δύο άνδρες δεν συνεργάζονταν ή ότι έπαυσαν να συνδέονται με φιλία. Αντίθετα, ο Γρηγόριος επισκεπτόταν τον Βασίλειο, συζητούσε μαζί του κρίσιμα εκκλησιαστικοθεολογικά θέματα, όπως το περί της θεότητας του αγ. Πνεύματος, και κήρυττε στην Καισάρεια.

Μετά τον θάνατο του πατέρα του (374) επωμίστηκε προσωρινά όλη την ευθύνη της επισκοπής. Όταν όμως διαπίστωσε ότι επίτηδες οι συμπολίτες του δεν φρόντιζαν να εκλεγεί νέος επίσκοπος (για να κρατήσουν εκεί τον ίδιο τον Γρηγόριο), έφυγε για την Σελεύκεια (Ισαυρία) κι εγκαταστάθηκε για τέσσερα περίπου χρόνια στον εκεί ναό της άγιας Θέκλας, πραγματοποιώντας το παλαιό του όνειρο για μοναστική ζωή, νηπτικό βίο, ησυχία και θεωρία. Στο τέλος του 378 αρρώστησε τόσο, που δεν μπόρεσε να ταξιδέψει στην Καισάρεια, όπου ο Βασίλειος κοιμήθηκε και κηδεύτηκε την 1.1.379. Το γεγονός συγκλόνισε την ευαίσθητη ψυχή του. Τέλος του 378 υπέκυψε στις παρακλήσεις ορθοδόξων της Κωνσταντινουπόλεως και μετέβη εκεί, όπου οι ναοί όλοι ανήκαν στους αρειανούς, που κυριαρχούσαν απόλυτα. Με κέντρο τον ναΐσκο της Αναστάσεως (ή Αναστασίας) κατήχησε, δίδαξε, εξεφώνησε τους περίφημους Θεολογικούς Λόγους, στήριξε τους ορθοδόξους και με τον θεόπνευστο λόγο του ανέστησε την ορθοδοξία στην Κωνσταντινούπολη. Η θεολογική του διδασκαλία είχε τόση απήχηση, ώστε να έρχονται να τον ακούσουν πεπαιδευμένοι θεολόγοι ακόμα και από μακρινές περιοχές της αυτοκρατορίας (Ιερώνυμος, Ευάγριος Ποντικός κ.α.). Οι αρειανοί αντέδρασαν βίαια. Του επιτέθηκαν βάναυσα και δεν δίστασαν να επιχειρήσουν την δολοφονία του. Ευτυχώς ο δολοφόνος, μόλις βρέθηκε μπροστά στον ασκητή και θεολόγο επίσκοπο, μετανόησε. Μεγαλύτερη οδύνη του προξένησε ο κυνικός φιλόσοφος Μάξιμος, τον οποίο προστάτεψε και ο οποίος με την βοήθεια του Πέτρου Αλεξανδρείας πέτυχε να γίνει επίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, παραγκωνίζοντας τον Γρηγόριο. Απογοητευμένος ο Γρηγόριος αποφάσισε να φύγει, αλλά οι παρακλήσεις των ορθοδόξων τον έπεισαν να μείνει για να στερεώσει το μέγα έργο του. Στις 27 Νοεμβρίου του 380 ο φιλορθόδοξος νέος αυτοκράτορας Θεοδόσιος του παρέδωσε τον ναό των άγιων Αποστόλων, αφού διέταξε τον αρειανόφιλο επίσκοπο της Κωνσταντινουπόλεως Δημόφιλο να εγκαταλείψει την πόλη.

Η Β’ Οικουμενική Σύνοδος, που συνήλθε τον Μάιο του 381, του επιφύλαξε τιμές αλλά και πικρίες. Οι συνοδικοί με επικεφαλής τον ομολογητή Μελέτιο Αντιοχείας αναγνώρισαν τον Γρηγόριο ως αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως. Με τον επισυμβάντα θάνατο του Μελετίου ανατέθηκε η προεδρία της Συνόδου στον Γρηγόριο που αφελώς πρότεινε τον Παυλίνο ως κανονικό διάδοχο του Μελετίου. Η πρόταση δυσαρέστησε πολύ τους ανατολικούς επισκόπους. Αλλά και οι επίσκοποι Μακεδονίας και Αιγύπτου, που κλήθηκαν κι έφτασαν καθυστερημένα, αμφισβήτησαν την κανονικότητα του Γρηγορίου ως επισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, με την πρόφαση ότι είχε μετατεθεί από τα Σάσιμα. Βέβαια, ο 15ος κανόνας της Νίκαιας απαγόρευε την μετάθεση, αλλά ο Γρηγόριος δεν ανέλαβε ποτέ την διαποίμανση της επισκοπής Σασίμων. Η δυσκολία μπορούσε να ξεπεραστεί, αλλά η ευαισθησία του Γρηγορίου είχε τρωθεί. Γι αυτό στα μέσα Ιουνίου παραιτήθηκε, αφού εκφώνησε τον συγκλονιστικό Συντακτήριο Λόγο του ενώπιον των επισκόπων. Έφυγε αμέσως για την πατρίδα κι εγκαταστάθηκε στην Αριανζό. Φρόντισε την υγεία του, ήρθε στην Ναζιανζό, βοήθησε για λίγο την Εκκλησία της, καταπολέμησε (382) τους απολιναριστές της περιοχής, έσωσε την πόλη από την καταστροφική οργή του επάρχου Ολυμπίου, συνέβαλε στην τοποθέτηση (383) ως επισκόπου Ναζιανζού του ανεψιού του Ευλαλίου και αποσύρθηκε οριστικά στην Αριανζό. Εκεί έζησε με άσκηση και συγγραφή (ποιημάτων) τα τελευταία χρόνια του. Κοιμήθηκε το 390 (όχι το 389). Η Εκκλησία τιμά την μνήμη του στις 25 Ιανουάριου (και στις 30, με τον Μ. Βασίλειο και τον ιερό Χρυσόστομο).

ΕΡΓΑ

Ο Γρηγόριος ήταν συγγραφέας μεγάλης δυνάμεως και απαράμιλλου κάλλους. Είχε βαθιά αίσθηση του αττικού λόγου και χρησιμοποίησε αριστοτεχνικά την ασιανική ρητορεία. Τα ποικίλα και κάποτε πληθωρικά σχήματα (υπερβατά, ελλειπτικά, μεταφορές, αποστροφές) με τις εικόνες και τις λεπτές γλωσσικές αποχρώσεις ανέδειξαν τα κείμενά του σαγηνευτικό ανάγνωσμα των μεταγενεστέρων. Και αυτό παρά την νοηματική τους βαθύτητα και την όχι σπάνια σκοτεινότητά τους, που οφείλεται κυρίως στον μεγάλο φορτισμό με προσωπικές εμπειρίες, τις οποίες επιχειρούσε να ενδύσει με λόγο. Η ρητορικότητα του λόγου αποβαίνει ποιητικότητα τόσο συχνά, ώστε μεταγενέστεροι ποιητές Κανόνων να παρουσιάσουν αυτούσια ή με προσαρμογές ολόκληρα κείμενά του ως ύμνους εκκλησιαστικούς (βλ. αββά Δωρόθεο, Ιωάννη Δαμασκηνό, Κοσμά Μαϊουμά, Νικηφόρο Βλεμμύδη κ.ά.).
Τα κείμενά του διακρίνονται σε Επιστολές, Λόγους και Έπη (δηλαδή προσωδιακά ποιήματα). Οι Επιστολές του είναι περιστασιακές και πολύ προσωπικές. Λίγες μόνο από αυτές έχουν θεολογικό ενδιαφέρον, ενώ σχεδόν όλες αποδεικνύουν την ρητορική του δεινότητα. Οι Λόγοι είναι το ύψιστο δημιούργημά του, γλωσσικά και θεολογικά. Γράφηκαν με σκοπό πολεμικοαπολογητικό, προς εγκωμιασμό προσώπων, με την ευκαιρία εκκλησιαστικών εορτών και προς επίλυση θεολογικών προβλημάτων. Έχουμε λοιπόν Λόγους απολογητικούς, εγκωμιαστικούς, εόρτιους και δογματικούς. Φυσικά η διάκριση είναι συμβατική, όπως είναι συμβατικός και ο χαρακτηρισμός ως Λόγων των Λόγων Β’ (Απολογητικός της εις τον Πόντον φυγής), Γ’-Δ’ (Κατά Ιουλιανού στηλιτεντικοί) και ΛΓ’ (Προς αρειανούς), οι οποίοι αποτελούν διατριβές ή πραγματείες, γραμμένες μετά από σύντομη προφορική ομιλία. Ως πραγματεία επίσης θέλησε ο Γρηγόριος να παρουσιάσει, εκδίδοντας τους, τους πέντε θεολογικούς Λόγους (ΚΖ’-ΛΑ’), τους οποίους βελτίωσε λίγο ή πολύ μετά την εκφώνηση τους.

Η άποψη των πολλών πατρολόγων ότι ο Γρηγόριος άρχισε να γράφει ποίηση από το 381 και μετά είναι εσφαλμένη, διότι όχι μόνο έγραψε στίχους στην δεκαετία του 370, αλλά και στον πρώτο Λόγο του, χρονολογημένον στο έτος 362 και αφιερωμένον στο άγιο Πάσχα, αρχίζει με τρόπο σαφώς ποιητικό. Η αρχή μάλιστα του Λόγου αυτού και η αρχή του Λόγου ΛΗ’ «Εις τα Θεοφάνεια» χρησιμοποιήθηκαν, όπως είδαμε, σχεδόν κατά λέξη από τον Ιωάννη Δαμασκηνό και τον Κοσμά Μαϊουμά στους περίφημους Κανόνες τους της Αναστάσεως και των Χριστουγέννων.

ΠΗΓΗ: www.sostis.gr

Αὐτοί πού δέν εἶναι καλά πνευματικά, εἶναι μερικοί ἱερωμένοι πού σπουδάζουν ψυχολογία, γιά νά βοηθήσουν τίς ψυχές (μέ ἀνθρώπινες τέχνες)

άγιος Παϊσιος

Αὐτοί πού δέν εἶναι καλά πνευματικά, εἶναι μερικοί ἱερωμένοι πού σπουδάζουν ψυχολογία, γιά νά βοηθήσουν τίς ψυχές (μέ ἀνθρώπινες τέχνες)

Αγίου Παϊσίου

Η επιβεβαίωση μιας προφητείας του αγίου Παϊσίου


Αυτοί που δεν είναι καλά πνευματικά, είναι μερικοί Ιερωμένοι που
σπουδάζουν ψυχολογία, για να βοηθήσουν τις ψυχές (με ανθρώπινες τέχνες). Και το παράξενο είναι που οι δάσκαλοι τους οι ψυχολόγοι δεν πιστεύουν στον Θεό και δεν παραδέχονται ούτε ψυχή ή την παραδέχονται με ένα δικό τους τρόπο (σχεδόν όλοι).

Από αυτήν την πράξη τους οι Κληρικοί αυτοί φανερώνουν ότι πνευματικά είναι άρρωστοι και έχουν ανάγκη από Αγιοπατερικές εξετάσεις και, αφού θεραπευθούν, τότε θα διακρίνουν και μόνοι τους το άρρωστο αυτό πνεύμα και θα γνωρίσουν παράλληλα και την θεία Χάρη, για να χρησιμοποιούν στο εξής στις ψυχές που
πάσχουν την θεία ενέργεια και όχι τις ανθρώπινες τέχνες.

Όταν ο άνθρωπος βοηθηθή να πιστέψη στον Θεό και στην μέλλουσα ζωή, την αιώνιο, – συλλάβη δηλαδή το βαθύτερο νόημα της ζωής – και μετανοήση, αλλάξη ζωή, έρχεται αμέσως η θεία παρηγοριά με την Χάρη του Θεού, η οποία αλλοιώνει τον άνθρωπο, διώχνοντας και όλα τα κληρονομικά του. Έτσι έγινε σε πολλούς ανθρώπους που μετανόησαν, αγωνίσθηκαν με φιλότιμο ταπεινά, χαριτώθηκαν, έγιναν και Άγιοι, και τους προσκυνάμε τώρα με ευλάβεια και ζητάμε και τις πρεσβείες τους ενώ πριν είχαν πολλά πάθη και κληρονομικά.

Επί παραδείγματι, ο Όσιος Μωυσής ο Αιθίοψ, ενώ πριν ήταν ο πιο αιμοβόρος ληστής, με κληρονομική κακία, μόλις όμως πίστεψε στον Θεό, μετανόησε, ασκήθηκε, έφυγαν όλα τα πάθη, τον επισκέφθηκε η Χάρη του Θεού, και αξιώθηκε να λάβη ακόμη και το προφητικό χάρισμα. Πέρασε δε στην ευαισθησία ακόμη και τον Μέγα Αρσένιο, ο οποίος ήταν από την μεγαλύτερη αρχοντική οικογένεια της Ρώμης, με κληρονομικές αρετές και με επιστημονική μεγάλη μόρφωση.

Επομένως, το παν είναι η Χάρη του Θεού, και την ψυχή μπορεί να την βοηθήση μόνο χαριτωμένος Πνευματικός, με πίστη, που αγαπάει την ψυχή και την πονάει, γιατί γνωρίζει την μεγάλη της αξία, την βοηθάει στην μετάνοια, την ξαλαφρώνει με την εξομολόγηση, την ελευθερώνει από το άγχος και την οδηγεί στον Παράδεισο ή πετάει τον λογισμό με τον οποίο βασανίζει την ευαίσθητη ψυχή ο πονηρός, και θεραπεύεται. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη αρρώστια στον κόσμο από τον λογισμό, όταν δηλαδή πείση ο διάβολος τον άνθρωπο με λογισμούς ότι δεν είναι καλά. Όπως δεν υπάρχει και ανώτερος γιατρός σ’ αυτές τις περιπτώσεις από τον έμπειρο Πνευματικό, που εμπνέει εμπιστοσύνη με την αγιότητα του και πετάει αυτούς τους λογισμούς από τα ευαίσθητα πλάσματα του Θεού και θεραπεύει ψυχές και σώματα δίχως φάρμακα, με την Χάρη του Θεού, και τις εξασφαλίζει και τον Παράδεισο.

Πηγή: Επιστολές γέροντος Παϊσίου (Από την ηλεκτρονική έκδοση – σελ. 49-50)

Άγιος Λαυρέντιος ο Μεγαρεύς

Άγιος Λαυρέντιος ο Μεγαρεύς

Άγιος Λαυρέντιος ο Μεγαρεύς

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

ag Lavrentios

      Η αττική γη ανέδειξε, σε όλες τις ιστορικές περιόδους, μια πλειάδα αγίων, οι οποίοι λαμπρύνουν το αγιολογικό στερέωμα της Εκκλησίας μας. Ένας από αυτούς είναι και ο Όσιος Λαυρέντιος από τα Μέγαρα, κτήτορας της Ιεράς και Σεβασμίας Μονής Φανερωμένης Σαλαμίνας.

      Γεννήθηκε και έζησε το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα στα Μέγαρα της Αττικής από φτωχούς, αλλά ευσεβείς γονείς, τον Δημήτριο και την Κυριακή. Ονομαζόταν Λάμπρος Κανέλλος και ασκούσε το επάγγελμα του αγρότη και του οικοδόμου. Ήταν νυμφευμένος με μια ευσεβή σύζυγο, τη Βασίλω, με την οποία απέκτησαν δύο παιδιά, τον Ιωάννη και το Δημήτριο.  Ζούσαν μια ήσυχη και ενάρετη οικογενειακή και χριστιανική ζωή, στα δύσκολα εκείνα χρόνια της τουρκοκρατίας.

      Κάποτε ο ευσεβής χωρικός Λάμπρος είδε ένα παράξενο όνειρο, την Παναγία, η οποία του ζήτησε να μεταβεί στο απέναντι νησί, τη Σαλαμίνα, για να οικοδομήσει έναν ναό, στα σωζόμενα ερείπια παλαιότερου ναού της. Ο Λάμπρος ταράχτηκε, μεν αλλά δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία. Το όνειρο επαναλήφτηκε άλλες δύο φορές. Την τρίτη φορά  κατάλαβε ότι κάτι σοβαρό συμβαίνει και τον κατέλαβε ιερός φόβος. Διηγήθηκε το συμβάν στους δικούς του και τους φίλους του, οι οποίοι τον συμβούλεψαν να υπακούσει στην προτροπή της Θεοτόκου.

     Αποφάσισε λοιπόν να μεταβεί στη Σαλαμίνα. Κατέβηκε στην παραλία του Μεγάλου Πεύκου και προσπάθησε να βρει πλεούμενο να τον περάσει στην αντίπερα όχθη του νησιού. Όμως ήταν χειμώνας και υπήρχε θαλασσοταραχή και οι βαρκάρηδες είχαν αποσύρει τις βάρκες τους στη στεριά. Ο Λάμπρος στεκόταν αμήχανος και στενοχωρημένος στην ακτή, προσευχόμενος στην Παναγία να τον βοηθήσει να περάσει στο νησί. Τότε συνέβη το εξής παράδοξο και θαυμαστό γεγονός. Μια γλυκιά φωνή σαν μελωδία ακούστηκε: «Ρίξε το πανωφόρι σου στην θάλασσα και ανέβα επάνω σε αυτό, θα πλεύσεις με ασφάλεια και σώος θα αποβιβαστείς στην απέναντι ακτή του νησιού»!

      Γεμάτος πίστη και άκρατη συγκίνηση ο ευσεβής Λάμπρος υπάκουσε στη μυστηριώδη εντολή και χωρίς να χάσει καιρό άπλωσε την κάπα του στα κύματα, ανέβηκε σε αυτή και σαν σε σχεδία, κατάφερε να διασχίσει το θαλάσσιο πέρασμα και να φτάσει στη βόρεια πλευρά της Σαλαμίνας, με ασφάλεια και χωρίς να βραχεί καθόλου! Βγαίνοντας στη στεριά αντίκρισε τα χαλάσματα ερειπωμένης παλιάς Μονής.

      Αμέσως άρχισε το οικοδομικό έργο της ανέγερσης του ναού, όπως τον πρόσταξε η Παναγία. Αλλά ανασηκώνοντας τις πέτρες βρήκε μια παμπάλαια και μαυρισμένη από το χρόνο και την υγρασία εικόνα της Θεομήτορος, την Θαυματουργή Εικόνα της Παναγίας της «Φανερωμένης» ή «Νεοφανείσας». Ο Λάμπρος αναλύθηκε σε δάκρυα χαράς, διότι συνειδητοποίησε ότι αξιώθηκε να γίνει όργανο της θείας χάριτος, ταπεινός υπηρέτης της Θεοτόκου. Γι’ αυτό αποφάσισε να μείνει στον αγιασμένο εκείνο τόπο, να γίνει μοναχός και να κτίσει Ιερά Μονή προς τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου, όπου θα στέγαζε την Θαυματουργό Εικόνα της.

     Γύρισε στην οικογένειά του και διηγήθηκε με δέος όσα βίωσε. Τα δυο του παιδιά είχαν μεγαλώσει και δεν είχαν ανάγκη την αρωγή του και η πιστή του σύζυγος του έδωσε την άδεια να γίνει μοναχός. Ο Λάμπρος αποχαιρέτησε την αγαπημένη του οικογένεια και επέστρεψε στη Σαλαμίνα, όπου εκάρη μοναχός, λαμβάνοντας το μοναχικό όνομα Λαυρέντιος.

       Λαυρέντιος άρχισε τις οικοδομικές εργασίες το έτος 1682. Βοηθούμενος από ευσεβής χριστιανούς της περιοχής, έκτισε αρχικά ναό, προς τιμήν του Αγίου Νικολάου και στη συνέχεια, με πολλούς κόπους, μια περίλαμπρη Μονή, την οποία

αφιέρωσε στην Παναγία την Φανερωμένη. Μετά το πέρας των εργασιών ήρθαν και άλλοι μοναχοί να εγκαταβιώσουν εκεί. Ο Λαυρέντιος χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και έγινε ηγούμενος της Μονής. Με τον προσωπικό του αγώνα, την αδιάλειπτη προσευχή, τη νηστεία, την αγρυπνία και τη μελέτη της Αγίας Γραφής και των Πατέρων, κατέστη μια άρτια πνευματική προσωπικότητα. Οι αρετές του, η σοφία του και αγιότητά του είχαν γίνει γνωστές στην ευρύτερη περιοχή, όπου συνέρρεαν πλήθη πιστών να πάρουν την ευλογία του και να τον συμβουλευτούν. Η ευλάβειά του επέδρασε και στην οικογένειά του. Η σύζυγός του, τον ακολούθησε στη μοναχική ζωή, εκάρη και εκείνη μοναχή και έλαβε το μοναχικό όνομα Βασσιανή. Ο ένας από τους γιούς του, ο Ιωάννης, μιμούμενος τον πατέρα του Λαυρέντιο, αποφάσισε να αφιερωθεί στην Εκκλησία, εκάρη μοναχός, λαμβάνοντας το μοναχικό όνομα Ιωακείμ και γινόμενος διάδοχός του στην ηγουμενία της Μονής.

     Μετά από οκτώ χρόνια ηγουμενίας αποφάσισε να αποσυρθεί σε έρημο τόπο, για να ζήσει ως ερημίτης. Αφού κατέστησε ηγούμενο τον Ιωακείμ, κατευθύνθηκε προς τα νότια της νήσου και εγκαταστάθηκε σε απόκρημνο και δυσπρόσιτο βραχώδες μέρος. Έκτισε εκεί ένα μικρό κελί, όπου το αφιέρωσε στον Προφήτη Ηλία. Λάξευσε στο βράχο κοίλωμα για να συγκεντρώνει το νερό της βροχής για τις ανάγκες του και τρέφονταν με άγρια χόρτα του βραχώδους βουνού. Εκεί ζούσε στη γαλήνη της ερήμου με προσευχή, νηστεία και αγρυπνία, ψάλλοντας αδιάκοπα αίνους στο Θεό και ευχαριστώντας την Παναγία για την τιμή που του έκανε να Την υπηρετήσει.

     Αλλά οι πιστοί τον ανακάλυψαν και συνέρεαν στο δύσβατο ερημητήριό του να πάρουν την ευλογία του και να ζητήσουν τη βοήθειά του στις δυσκολίες της ζωής τους. Μάλιστα αξιώθηκε να επιτελεί και πολλά θαύματα. Πλήθος ασθενών έτρεχαν να βρουν την υγεία τους στον άγιο ερημίτη. Εκείνος γεμάτος καλοσύνη δεν αρνούνταν σε κανέναν τη βοήθειά του. Χαρακτηριστικό γεγονός είναι η θαυματουργική ίαση από ανίατη ασθένεια συζύγου Οθωμανού αξιωματούχου των Αθηνών. Παρά τις αντιρρήσεις της τουρκάλας ασθενούς, κλήθηκε ο Άγιος στο σπίτι τους στην Αθήνα, την οποία σταυρώνοντάς την, την θεράπευσε και την έσωσε από βέβαιο θάνατο. Ο Οθωμανός αξιωματούχος, μαζί με τις ευχαριστίες του, απέδωσε στην Ιερά Μονή έκταση της, την οποία παράνομα κατείχε εκείνος, στην απέναντι περιοχή της Μεγαρίδος, στη θέση, η οποία μέχρι σήμερα αποκαλείται Βλυχάδα.

       Ο τραχύς και δύσκολος ασκητικός του αγώνας έφθειραν την υγεία του. Ασθένησε και στις 7 (κατ’ άλλους στις 9) Μαρτίου του 1707 κοιμήθηκε ειρηνικά, παραδίδοντας την ψυχή του στο Θεό και στην Παναγία Μητέρα Του. Έφυγε χωρίς να δει την αγιογράφηση του καθολικού της Μονής, την οποία ολοκλήρωσε ο γιός του Ιερομόναχος Ιωακείμ. Το ιερό του λείψανο τάφηκε στο διακονικό του καθολικού του παρεκκλησίου του Αγίου Χαραλάμπους, ή κατ’ άλλη πληροφορία στο καθολικό του παρεκκλησίου του Αγίου Νικολάου, στο δάπεδο του ναού, μπροστά στο Άγιο Βήμα.

     Η Ιερά Μονή Φανερωμένης, σεμνύνεται για τον όσιο κτήτορά της και έχει την ευλογία να κατέχει Λείψανα του, σε αργυρές λειψανοθήκες. Η τιμία κάρα του βρίσκεται για προσκύνηση στην αγία πρόθεση του παρεκκλησίου του Αγίου Νικολάου, μπροστά στην ολόσωμη τοιχογραφία του και δίπλα στην θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Φανερωμένης.

     Η μνήμη του τιμάται στις 7 Μαρτίου, την ημέρα της οσιακής του κοιμήσεως.

Το είδαμε: Ακτίνες

Άγιος Γρηγόριος Ε’: Ο Ιερομάρτυς και εθνομάρτυς Πατριάρχης του γένους μας. (10/04)

Ιερομάρτυς και εθνομάρτυς Πατριάρχης

Άγιος Γρηγόριος Ε’: Ο Ιερομάρτυς και εθνομάρτυς Πατριάρχης του γένους μας.

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

 

Ορθόδοξος Συναξαριστής :: Άγιος Γρηγόριος Ε' Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως


Το πρωτόθρονο και σεβάσμιο Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει να επιδείξει μια πλειάδα Πατριαρχών, οι οποίοι κοσμούν το αγιολόγιο της Εκκλησίας μας. Ανάμεσά τους ο ηρωικός ιερομάρτυρας και εθνομάρτυρας άγιος Γρηγόριος Ε΄. Πρόκειται για μια από τις ηρωικότερες μορφές του Γένους μας, ο οποίος διέπρεψε και ως λαμπρός εκκλησιαστικός άνδρας και ως συνεπής εθνικός ηγέτης.

     Γεννήθηκε στη Δημητσάνα το 1745 από τον Ιωάννη και την Ασημίνα Αγγελόπουλου. Το βαπτιστικό του όνομα ήταν Γεώργιος. Το 1767 πήγε στη Σμύρνη κοντά στο θείο του Μελέτιο, όπου φοίτησε στην εκεί περίφημη Ευαγγελική Σχολή. Μετά παρακολούθησε ανώτερα μαθήματα στην Πάτμο από τον Δανιήλ Κεραμέα. Αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές του γύρισε στη Μονή των Στροφάδων, όπου εκάρη μοναχός, λαμβάνοντας το μοναχικό όνομα Γρηγόριος. Αργότερα τον κάλεσε ο Μητροπολίτης Σμύρνης Προκόπιος, ο οποίος τον χειροτόνησε διάκονο και στη συνέχεια πρεσβύτερο, επιδεικνύοντας μεγάλο ιεραποστολικό ζήλο και ασκώντας τεράστιο φιλανθρωπικό έργο. Η φήμη του ως ανερχόμενη σπουδαία εκκλησιαστική προσωπικότητα δεν άργησε να φανεί. Στις 19 Αυγούστου του 1785 εξελέγη Οικουμενικός Πατριάρχης και παρέμεινε στον πατριαρχικό θρόνο ως το Δεκέμβριο του 1798, οπότε η Υψηλή Πύλη τον καθαίρεσε και τον εξόρισε στο Άγιο Όρος, ως ανίκανον να διατηρήσει την υποταγή των χριστιανικών λαών στην τουρκική εξουσία. Κατά την παραμονή του εκεί ως ασκητής, μυήθηκε με ενθουσιασμό στην Φιλική Εταιρεία από τον φιλικό Ιωάννη Φαρμάκη στα 1818, και υποσχέθηκε να δώσει ακόμα και τη ζωή του στην υπόθεση της ελευθερίας του υποδούλου Γένους. Την ίδια χρονιά κλήθηκε και πάλι στον Οικουμενικό θρόνο, για να παραμείνει ως το μαρτυρικό του θάνατο. 

      Όλοι οι ιστορικοί της εποχής του περιγράφουν τον Γρηγόριο ως έναν ταπεινό και πράο άνθρωπο, ο οποίος όμως έκρυβε στην ψυχή του τεράστιο ψυχικό μεγαλείο, ηρωισμό και αυταπάρνηση. Και στις δύο σύντομες περιόδους της πατριαρχίας του υπέδειξε ασυνήθιστο ζήλο για την ανόρθωση της Εκκλησίας. Φρόντισε για την εκλογή αξίων και μορφωμένων ιεραρχών και για την κατάρτιση και επιμόρφωση του κλήρου. Υπήρξε αγαπητός σε όλους, ακόμη και στους Οθωμανούς, για την ακεραιότητα του χαρακτήρα του και το ήθος του. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, ιδιαίτερα κατά τη δεύτερη περίοδο της πατριαρχίας του, να τον εμπιστεύεται η Υψηλή Πύλη και να μπορούν να οργανώνονται οι υπόδουλοι Χριστιανοί για την επανάσταση. Οι ιστορικοί αναφέρονται επίσης και για τη φλογισμένη καρδιά του για την πατρίδα και το υπόδουλο Γένος. Μέσα από τα γραπτά του και κύρια τις επιστολές του φαίνεται ότι ανυπομονούσε να δει την πολυπόθητη ελευθερία. Χρησιμοποίησε δε κάλλιστα την διπλωματική του ικανότητα και δεξιοτεχνία ώστε να διευκολυνθεί ο ξεσηκωμός, χωρία όμως να υπάρξουν αντίποινα και σφαγές στον άμαχο πληθυσμό, για τον οποίο ένοιωθε υπεύθυνος για τη ζωή του.

       Όταν ο Αλέξανδρος Υψηλάντης κήρυξε την επανάσταση στη Μολδοβλαχία, κλήθηκε ο Πατριάρχης από το Σουλτάνο να δώσει εξηγήσεις, ως υπεύθυνος προς την Υψηλή Πύλη για τις πράξεις των χριστιανών επαναστατών. Ο Γρηγόριος, με μια διπλωματική κίνηση, έπεισε το Σουλτάνο ότι δεν είχαν την έγκρισή του και εξέδωσε ψεύτικο αφορισμό εναντίον τους. Αυτό καθησύχασε το Σουλτάνο, έσωσε από τη γενική σφαγή χιλιάδες αμάχους χριστιανούς και έδωσε την ευκαιρία στους επαναστάτες να οργανωθούν καλλίτερα. Μάλιστα ο ίδιος ο Υψηλάντης κατάλαβε τον διπλωματικό ελιγμό του Πατριάρχη και θεώρησε τον αφορισμό ψεύτικο, αποτέλεσμα βίας της Υψηλής Πύλης. Σε μυστική επιστολή του το Δεκέμβριο του 1820 προς τον

επίσκοπο Σαλώνων Ησαΐα, διευκρινίζει ότι ο αφορισμός ήταν εικονικός και προέτρεπε τους προεστούς να ετοιμάζονται για την επανάσταση. Σε επιστολή του επίσης προς τον Επίσκοπο Παλαιών Πατρών Γερμανό τόνιζε ότι συμφωνεί με την ίδρυση «Σχολής» στο Μοριά. Με τη λέξη «Σχολή», υπονοούσαν και οι δύο την Ελληνική Επανάσταση και μάλιστα οι Φιλικοί όρισαν ως επιστάτες της «Σχολής» τον Οικουμενικό Πατριάρχη Γρηγόριο και τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Πολύκαρπο. 

      Αλλά δεν άργησε να διαρρεύσει στην Υψηλή Πύλη η μυστική εθνική δράση του Γρηγορίου. Κάποιοι τον συμβούλευσαν να φύγει για να σωθεί. Εκείνος αρνήθηκε ηρωικά και υποσχέθηκε να δώσει τη ζωή του για το Χριστό και την ελευθερία της πατρίδος. Ενσάρκωνε εκείνη την κρίσιμη στιγμή ολόκληρο το υπόδουλο Γένος. Στις 10 Απριλίου 1821, ανήμερα του Πάσχα, συνελήφθη και απαγχονίστηκε ως «άπιστος  της Υψηλής Πύλης και συμμέτοχος και πρωταίτιος των ταραχών». Το άψυχο σώμα του έμεινε κρεμασμένο επί τρεις ημέρες στην κεντρική πύλη του Πατριαρχείου. Κατόπιν αγοράστηκε από τους Εβραίους, βεβηλώθηκε, σύρθηκε στους δρόμους της Πόλης και ρίχτηκε στο Βόσπορο. Το βρήκε ο Κεφαλλονίτης πλοίαρχος Μ. Σκλάβος, το οποίο μετέφερε στην Οδησσό, όπου τάφηκε με τιμές ιερομάρτυρα. Το 1871 μεταφέρθηκαν τα τίμια λείψανά του στην Ελλάδα και εναποτέθηκαν στον Μητροπολιτική ναό Αθηνών. Το 1921 ανακηρύχτηκε άγιος και η μνήμη του εορτάζεται στις 10 Απριλίου. 

       Χριστιανομάχοι και εθνομηδενιστές παραχαράσσοντας βάναυσα την ιστορία, κατασυκοφαντούν τον άγιο Ιερομάρτυρα και Εθνομάρτυρα Γρηγόριο ως ανθέλληνα και προδότη της Πατρίδος. Παραβλέπουν το συνολικό έργο του μεγάλου άνδρα και στέκονται στον δήθεν αφορισμό της Επανάστασης.  Δεν είναι σε θέση να δουν, ή το χειρότερο, δεν θέλουν να δουν, τους σωτήριους ελιγμούς του Γρηγορίου, οι οποίοι έσωσαν από τις σφαγές χιλιάδες αθώους και ωφέλησαν την Επανάσταση, διότι έδωσαν πολύτιμο χρόνο στους επαναστάτες να οργανωθούν. Φτάνουν δε στην έσχατη κατάντια να θεωρούν τη μεγάλη εκούσια θυσία του ως «ξεκαθάρισμα λογαριασμών» του με τους Τούρκους! Αυτό είναι δυστυχώς ένα μικρό δείγμα της αγνωμοσύνης μας προς τους δημιουργούς της εθνικής μας υπόστασης και ελευθερίας!               

        

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ορθόδοξο εγχειρίδιο διδασκαλίας του οικουμενισμού με την «ευλογία» του πατριάρχη Βαρθολομαίου.

In this photo provided by the Vatican paper L' Osservatore Romano, Pope Francis meets Bartholomew I, the first ecumenical patriarch to attend the installation of a Pope since the Catholic and Orthodox church split nearly 1,000 years ago, at the Vatican Wednesday, March 20, 2013. Pope Francis has promised to continue the Catholic Church's "fraternal" dialogue with Jews and work with Muslims for the common good. Francis met Wednesday with religious representatives from a dozen faiths and traditions who attended his installation Mass a day earlier. (AP Photo/Osservatore Romano, HO)

Ορθόδοξο εγχειρίδιο διδασκαλίας του οικουμενισμού με την «ευλογία» του πατριάρχη Βαρθολομαίου.

Ορθόδοξο εγχειρίδιο διδασκαλίας του οικουμενισμού με την «ευλογία» του πατριάρχη Βαρθολομαίου.

Γράφει ο Ιωάννης Λίτινας

Από τον οικουμενιστικό εκδοτικό οίκο «Regnum Books», [ο οποίος είναι μέρος του διαχριστιανικού Κέντρου Μελετών Αποστολής της Οξφόρδης (OCMS)], με την συνεργασία του Παγκοσμίου Συμβουλίου «Εκκλησιών» (ΠΣΕ), του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου «Εκκλησιών» και της μεταπατερικής Ακαδημίας του Βόλου, «λαθόν ἐτέχθη» το 2014 ένα εγχειρίδιο στην Αγγλική – ύμνος στην παναίρεση του Οικουμενισμού υπό τον τίτλο «Orthodox Handbook on Ecumenism – Resources for Theological Education» (Ορθόδοξο Εγχειρίδιο στον Οικουμενισμό – Πόροι για Θεολογική Εκπαίδευση).

 

Το εγχειρίδιο αυτό, περίπου 1000 (!) σελίδων, προλογίζεται ανερυθρίαστα από τον πατριάρχη Βαρθολομαίο και περιέχει χαιρετισμούς, άρθρα και μελέτες -όλα υποστηρικτικά και ευλογούντα την κατεγνωσμένη υπό των Αγίων Πατέρων παναίρεση του Οικουμενισμού- από τους: Μητροπολίτη Δημητριάδος Ιγνάτιο, π. Αλκιβιάδη Καλύβα, π. Αυγουστίνο Μπαϊρακτάρη, π. Ιουστίνο-Ιωάννη Κεφαλούρο, Παντελή Καλαϊτζίδη, Αθανάσιο Μπασδέκη, Μιλτιάδη Κωνσταντίνου, Αθανάσιο Παπαθανασίου, Γεώργιο Λεμόπουλο, Στυλιανό Τσομπανίδη, Αικατερίνη Πεκρίδου, Νικόλαο Ασπρούλη, Βασιλική Σταθοκώστα, Γρηγόριο Λιάντα, κ.α.

Ορθόδοξο εγχειρίδιο διδασκαλίας του οικουμενισμού με την «ευλογία» του πατριάρχη Βαρθολομαίου.

Στον πρόλογο του πατριάρχη που παραθέτουμε κατωτέρω σε μετάφραση, διακρίνεται το πνεύμα με το οποίο βλασφημείται αυτό το Πανάγιον και Πανακήρατον Σώμα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ήτοι η Μόνη, Αγία, Καθολική και Αποστολική Ορθόδοξη Εκκλησία ως δήθεν να αναζητά απεγνωσμένα και να απαιτεί την ένωση και κοινωνία με την πανσπερμία των αιρετικών δοξασιών ανά τον κόσμο, όπως αυτές είναι, χωρίς την αποκήρυξη των κακοδοξιών τους, «ανεξάρτητα από τις δογματικές διαφορές», μέσα από ατέρμονους (προδοτικούς ενίοτε) διαλόγους.

Για τον Βαρθολομαίο και κάθε αιρετικό οικουμενιστή το παράδειγμα και η διδασκαλία των θεοφόρων Πατέρων στην αντιμετώπιση των αιρέσεων είναι «πρακτικές του παρελθόντος» που πρέπει «να εγκαταλειφθούν» και οι αγώνες τους εναντίον των αιρέσεων, είναι κακές «διαμάχες του παρελθόντος» που πρέπει «να ξεπεραστούν». Η μαρτυρία δε, του ευαγγελικού μηνύματος πρέπει να είναι από κοινού με τους αιρετικούς, με στόχο πάντοτε την τελική ένωση μαζί τους, η οποία παραπλανητικώς αποκαλείται «αποκατάσταση της ενότητάς τους».

Προσπαθώντας να απενοχοποιήσει την παναίρεση ο πατριάρχης και να της προσδώσει ορθόδοξη χροιά, αποτολμά να διδάξει ότι «ο οικουμενισμός ήταν στο επίκεντρο της ποιμαντικής διακονίας της Εκκλησίας από τους πρώτους αποστολικούς χρόνους», και ούτως δεν θεωρεί την Ορθοδοξία ως τη Μία Εκκλησία, αλλά μέλος της «Εκκλησίας» στην οποία συμμετέχει μέσω του «οικουμενικού κινήματος».

Κατά την πλανεμένη πίστη που κληρονόμησε από τους προκατόχους του, οι αιρέσεις είναι εξίσου Εκκλησίες, συγγενείς και μέλη της οικογένειας του Χριστού, και θεωρούνται «συγκληρονόμοι, μέλη του ίδιου σώματος και κοινωνούς της υπόσχεσης του Θεού εν Χριστώ».  Αυτό άλλωστε εσφράγισε και στη ψευδοσύνοδο της Κρήτης, 3 χρόνια μετά.

Αχόρταγος εραστής των διαλόγων, οι οποίοι μόνο προδοτικές υπογραφές ορθοδόξων έχουν να επιδείξουν ως καρπούς, παρουσιάζει αυτούς ως μια ευαγγελική υποχρέωση, απαίτηση και όραμα που αν δεν ενεργούνται τότε «αγνοούμε» ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί «τους γύρω μας» και περιορίζουμε έτσι την αόριστη «παγκόσμια αλήθεια». Αν η Ορθοδοξία δεν πραγματοποιεί συνεχώς διαλόγους είναι δείγμα ανεπίτρεπτου φόβου, «θα αποτύχει στην αποστολή της και θα πάψει να είναι η «καθολική» και «οικουμενική» Εκκλησία. Αντίθετα, θα γίνει εσωστρεφής και κλειστή στον εαυτό της, ένα «γκέτο» στο περιθώριο της ιστορίας».

Κατά τα ανωτέρω η Ορθοδοξία πάλι, χρειάζεται την εκκοσμίκευση ώστε «να ερμηνεύεται υπό το φως των υπαρξιακών αναζητήσεων και των αναγκών της ανθρωπότητας σε κάθε δεδομένη ιστορική περίοδο και πολιτισμική περίσταση»…

Και αυτά μόνο στον πρόλογο. Πόσα περισσότερα πλανεμένα υπάρχουν μέσα στις 1000 σελίδες αυτού του εγχειριδίου; Γιατί ενώ βλασφημείται η πίστη μας περί την Εκκλησία, οι ορθόδοξοι σιωπούμε;

Τι έχουμε εδώ; Μία δημοσία, διαρκή, «γυμνή τη κεφαλή» κήρυξη της παναίρεσης του Οικουμενισμού η οποία δεν μπορεί να αγνοηθεί πλέον από κανένα ορθόδοξο πιστό και μάλιστα από όσους εν Βορείω Ελλάδι μνημονεύουν ακόμα τον πατριάρχη αλλά και τον οικουμενιστή μητροπολίτη Δημητριάδος Ιγνάτιο. Ας αναλογιστούμε τι δέον γενέσθαι.

Ο πρόλογος σε μετάφραση (επισημάνσεις με έντονα δικές μας):

«Στην πρόσφατη ιστορία της Εκκλησίας, οι δύο πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα θεωρούνται σίγουρα ως η αυγή της μιας νέας και ελπιδοφόρας περιόδου στις σχέσεις της Εκκλησίας. Οι πρωτοποριακές πρωτοβουλίες του Οικουμενικού Πατριαρχείου για συμφιλίωση και συνεργασία – με κρίσιμες εγκυκλίους που δημοσιεύθηκαν το 1902, το 1904 και το 1920 – μαζί με την έκκληση της Παγκόσμιας Ιεραποστολικής Διάσκεψης του Εδιμβούργου για μια κοινή χριστιανική μαρτυρία στον κόσμο (1910), το σχηματισμό της Παγκόσμιας Συμμαχίας για την προώθηση της διεθνούς φιλίας μέσω των Εκκλησιών (1914), καθώς και οι προπαρασκευαστικές διασκέψεις των κινημάτων «Πίστη και Τάξη» και «Ζωή και Εργασία» (1920) σηματοδότησαν αξιέπαινες προσπάθειες να εγκαταλειφθούν πρακτικές του παρελθόντος και να τεθούν τα θεμέλια του οικουμενικού κινήματος. Αυτό το κίνημα έγινε αντιληπτό ως μια προσπάθεια των χριστιανικών Εκκλησιών και πολλών αφοσιωμένων χριστιανών να ξεπεράσουν τις διαμάχες του παρελθόντος και να διακρίνουν σημαντικούς παρονομαστές για την κοινή μαρτυρία των Εκκλησιών και την υπηρεσία προς τον κόσμο, προετοιμάζοντας έτσι τις συνθήκες που θα διευκόλυναν την αποκατάσταση της ενότητάς τους.

Θα πρέπει, ωστόσο, να τονιστεί ότι παρόλο που ο όρος «Οικουμενική Κίνηση» χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά τη δεκαετία του 1920, προκειμένου να προσδιοριστεί αυτή η θετική εξέλιξη στις διεκκλησιαστικές σχέσειςη ιδέα του Οικουμενισμού δεν αποτελεί πρόσφατη εξέλιξη στη ζωή της Εκκλησίας. Αντίθετα, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι ο οικουμενισμός ήταν στο επίκεντρο της ποιμαντικής διακονίας της Εκκλησίας από τους πρώτους αποστολικούς χρόνους. Η Εκκλησία δεν θεώρησε ποτέ τον εαυτό της ως αίρεση ή ομολογία. Πάντα θεωρούσε τον εαυτό της ως την αληθινή Εκκλησία του Θεού, το Σώμα του Χριστού, τη θεία παρουσία και μαρτυρία στον κόσμο. Είναι αυτή η πραγματικότητα που ορίζει τόσο την αναγκαιότητα όσο και τα όρια της δικής μας συμμετοχής στο οικουμενικό κίνημα.

Από τη μία πλευρά, βέβαια, είναι αλήθεια ότι ο σύγχρονος οικουμενισμός προέκυψε μέσα από τον προτεσταντικό κόσμο, ως το αποτέλεσμα της προσπάθειάς του να παρουσιάσει μια πιο συνεκτική εικόνα του Προτεσταντισμού, επιχειρώντας να επανενώσει το πλήθος των προτεσταντικών ομολογιών στη βάση μιας κοινής εκκλησιολογικής αντίληψης. Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, θα ήταν εσφαλμένο να αποδώσουμε την πατρότητα του οικουμενισμού μόνο στον προτεσταντικό και αγγλικανικό κόσμο. Είναι γεγονός ότι η ιστορία του οικουμενικού κινήματος, και ειδικότερα του Παγκόσμιου Συμβουλίου Εκκλησιών, είναι πολύ στενά συνδεδεμένη με την Ορθόδοξη Εκκλησία γενικά και το Οικουμενικό Πατριαρχείο ειδικότερα.

Εξάλλου, θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι η πρώτη συγκεκριμένη πρόταση για τη δημιουργία μιας «ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ» προήλθε από την Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης, η οποία, με τη γνωστή εγκύκλιό της του 1920, υποστήριξε ότι η κοινωνία και η συνεργασία των χριστιανικών Εκκλησιών δεν αποκλείεται από τις δογματικές διαφορές που κατά τα άλλα τις χώριζαν. Όπως τόνισε κάποτε ο W.A. Visser’t Hooft: «Η Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης χτύπησε το καμπανάκι της δικής μας συνάθροισης, διότι ήταν από τις πρώτες στη σύγχρονη ιστορία που μας υπενθύμισε με την εγκύκλιό της του 1920 ότι ο κόσμος της Χριστιανοσύνης θα ήταν ανυπάκουος στο θέλημα του Κυρίου και Σωτήρα της αν δεν προσπαθούσε να εκδηλώσει στον κόσμο την ενότητα του λαού του Θεού και του Σώματος του Χριστού». Όπως σημειώθηκε στην εγκύκλιο εκείνη που απευθυνόταν «Προς τις απανταχού Εκκλησίες του Χριστού «: Η αγάπη πρέπει να αναζωπυρωθεί και να ενισχυθεί μεταξύ των Εκκλησιών, ώστε να μη θεωρούν πλέον ο ένας τον άλλον ως άγνωστο ή ξένο, αλλά ως συγγενή και μέλος της οικογένειας του Χριστού, και ως «συγκληρονόμους, μέλη του ίδιου σώματος και κοινωνούς της υπόσχεσης του Θεού εν Χριστώ».

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο ήταν πάντοτε πεπεισμένο για την ευρύτερη οικουμενική του ευθύνη στον κόσμο. Αυτή η έντονη αίσθηση της υποχρέωσης και της ηγεσίας ενώπιον των άλλων ανθρώπων και ενώπιον του Θεού έχει εμπνεύσει πολλαπλές πρωτοβουλίες, όπως οι άοκνες προσπάθειες του Πατριαρχείου για την εδραίωση της ενότητας της Ορθόδοξης Εκκλησίας παγκοσμίως, μια προσπάθεια που συχνά ήταν γεμάτη με εθνικές εντάσεις και πολιτικές διαιρέσεις. Πράγματι, η συμμετοχή του Οικουμενικού Πατριαρχείου στις οικουμενικές συναντήσεις και ανταλλαγές χρονολογείται τουλάχιστον από τον 16ο αιώνα με την αλληλογραφία «Άουσγκμπουργκ-Κωνσταντινούπολης», η οποία αποτελείτο από μια σειρά επικοινωνιών μεταξύ λουθηρανών θεολόγων από το Tübingen και του Οικουμενικού Πατριάρχη Ιερεμία Β’ από το 1572 έως το 1595. Αν και δεν ήταν διάλογοι με την τυπική έννοια, οι ανταλλαγές αυτές ήταν ωστόσο ενδεικτικές της γενικής φιλοσοφίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου σε σχέση με άλλες εκκλησίες και άλλες θρησκείες.

Η ίδια φιλοσοφία ενέπνευσε επίσης την κατ’ αρχήν ενθάρρυνσή μας για οικουμενικές συζητήσεις από αρχές του 20ου αιώνα, ενώ παράλληλα έδωσε το έναυσμα και τη βάση για πολλές διμερείς συζητήσεις με άλλες Χριστιανικές Εκκλησίες. Πέρα από τις ποικίλες συζητήσεις και τις συμφωνημένες δηλώσεις μεταξύ της Ανατολικών Εκκλησιών, οι πιο αποτελεσματικοί και μέχρι σήμερα γόνιμοι από αυτούς τους θεολογικούς διαλόγους έχουν διεξαχθεί με την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, την Αγγλικανική Κοινότητα και τη Λουθηρανική Παγκόσμια Ομοσπονδία. Πράγματι, ακόμη και με το κόστος πολλών δυσφημίσεων για «προδοσία» της ευαγγελικής αλήθειας, ποτέ δεν περιορίσαμε αυτές τις δεσμεύσεις μόνο στις διάφορες χριστιανικές ομολογίες. Άλλωστε, στέκοντας, όπως συμβαίνει, στο σταυροδρόμι ηπείρων, πολιτισμών και θρησκευτικών κοινοτήτων, το όραμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου αγκάλιαζε πάντοτε την ιδέα και την ευθύνη να λειτουργεί ως γέφυρα μεταξύ Χριστιανών, Μουσουλμάνων και Εβραίων.

Γιατί συμμετέχουμε στην οικουμενική κίνηση; Η απάντηση είναι απλή: επειδή η αποστολή και το όραμα της Εκκλησίας το απαιτούν. Η Εκκλησία δεν μπορεί να ξεφύγει από την ευθύνη και την ευκαιρία της να «δώσει απάντηση σε όλους, που μας ζητούν να δώσουμε τον λόγο για την ελπίδα που έχουμε – και να το κάνουμε αυτό με ευγένεια και σεβασμό». (Α Πέτρου 3:15) Ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί, δεν έχουμε το δικαίωμα να αγνοούμε τον κόσμο γύρω μας- αυτός ο κόσμος απαιτεί την παρουσία και τη φωνή μας όπου μπορεί να ακουστεί, ακριβώς επειδή η Εκκλησία είναι ο θεματοφύλακας μιας παγκόσμιας αλήθειας, την οποία δεν έχουμε το δικαίωμα να περιορίσουμε ή να εγκλείσουμε μέσα στις ζώνες της άνεσής μας. Στην πραγματικότητα, καλούμαστε να διακηρύξουμε την πληρότητα αυτής της αλήθειας ακριβώς εκεί που αισθανόμαστε άβολα.

Για το σκοπό αυτό, λοιπόν, η Ορθοδοξία πρέπει να βρίσκεται σε συνεχή διάλογο με τον κόσμο. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν φοβάται τον διάλογο, διότι η αλήθεια δεν φοβάται τον διάλογο. Αντίθετα, αν η Ορθοδοξία είναι κλεισμένη στον εαυτό της…και δεν βρίσκεται σε διάλογο με τους έξω, θα αποτύχει στην αποστολή της και θα πάψει να είναι η «καθολική» και «οικουμενική» Εκκλησία. Αντίθετα, θα γίνει εσωστρεφής και κλειστή στον εαυτό της, ένα «γκέτο» στο περιθώριο της ιστορίας. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας δεν φοβήθηκαν ποτέ τον διάλογο με τον πνευματικό πολιτισμό της εποχής τους, αντίθετα καλωσόριζαν ακόμη και τον διάλογο με τους ειδωλολάτρες και τους φιλοσόφους. Είναι αυτό το πνεύμα με το οποίο επηρέασαν και μεταμόρφωσαν τον πολιτισμό της εποχής τους και μας πρόσφεραν μια πραγματικά οικουμενική Εκκλησία. Η Ορθοδοξία παραμένει πάντα σύγχρονη και οικουμενική, αρκεί να την προωθούμε με ταπεινότητα και να την ερμηνεύουμε υπό το φως των υπαρξιακών αναζητήσεων και των αναγκών της ανθρωπότητας σε κάθε δεδομένη ιστορική περίοδο και πολιτισμική περίσταση.

Σήμερα, η Ορθοδοξία καλείται να συνεχίσει αυτόν τον διάλογο με τον έξω κόσμο, προκειμένου να προσφέρει μαρτυρία και τη ζωογόνο πνοή της πίστης της. Ωστόσο, αυτός ο διάλογος δεν μπορεί να φτάσει στον έξω κόσμο αν δεν περάσει πρώτα από μέσα από όλους εκείνους που φέρουν το χριστιανικό όνομα. Και έτσι πρώτα πρέπει να συνομιλούμε ως χριστιανοί μεταξύ μας, να επιλύσουμε τις διαφορές μας, ώστε η μαρτυρία μας στον έξω κόσμο να είναι αξιόπιστη. Η προσπάθειά μας για την υπόθεση να ενωθούν όλοι οι χριστιανοί είναι η εντολή του Κυρίου μας, ο οποίος πριν από το πάθος Του προσευχήθηκε στον Πατέρα Του «όλοι [δηλαδή οι μαθητές Του] να είναι ένα, για να πιστέψει ο κόσμος ότι εσύ με απέστειλες». (Ιωάν. 17,21) Δεν είναι δυνατόν ο Κύριος να αγωνιά για την ενότητα των μαθητών Του και εμείς να μένουμε αδιάφοροι για την ενότητα όλων των χριστιανών. Αυτό θα αποτελούσε προδοσία της φιλαυτίας και παράβαση του θελήματός Του.

Για τον λόγο αυτό, χαιρετίζουμε ολόψυχα την έκδοση αυτού του Πανορθοδόξου Εγχειριδίου για τη διδασκαλία του Οικουμενισμού, το οποίο συντάσσεται στο πλαίσιο της προετοιμασίας της 10ης Γενικής Συνέλευσης του Παγκόσμιου Συμβουλίου των Εκκλησιών στο Μπουσάν της Νότιας Κορέας φέτος (σ.σ. το 2013). Είναι η θερμή προσευχή μας ότι ο τόμος αυτός θα αποκαταστήσει και θα αναζωογονήσει το οικουμενικό όραμα μεταξύ των Εκκλησιών μας και ιδιαίτερα μεταξύ της νεότερης γενιάς, η οποία καλείται να να το στηρίξουν και να το επεκτείνουν τα επόμενα χρόνια.

Οικουμενικό Πατριαρχείο, 3 Σεπτεμβρίου 2013

Μετά προσευχών δικός σας,

† BΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ
Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως-Νέας Ρώμης
και Οικουμενικός Πατριάρχης»


Το εγχειρίδιο στο πρωτότυπο :

https://evl.fi/documents/1327140/41251337/Orthodox_Handbook_on_Ecumenism-Watermarked.pdf/3a95c2a2-7ca9-a6fa-cb9b-8325ba2be337

Δημοφιλή Άρθρα

Τα αγαπημένα σας