Ορθοδοξία

Αρχική Ορθοδοξία Σελίδα 50

Γ. Ιουστίνος Πίρβου – Αγαπητοί μου, δεν υπάρχουν ανθρώπινες λύσεις. Η λύση είναι να πεθαίνεις για τον Χριστό.

οι ποιμένες σας θα σας πουλήσουν

Σημείωση Χρήστου: Πόσο πιο ξεκάθαρα να μας τα κάνουν οι σύγχρονοι άγιοι; Όταν μιλάμε για τον συγκεκριμένο γέροντα, τα λόγια περιττεύουν.

 

Αναφερόμενος ο Γέροντας στη σύγχρονη ζωή είπε: «Σήμερα, οι άνθρωποι ζουν για το φαίνεσθαι και είναι τόσο δειλοί, ώστε δεν θέλουν ούτε καν ν΄ αναζητήσουν την Αλήθεια, πόσο δε μάλλον να υπερασπιστούν το Όνομά Του. Είμαστε αποδυναμωμένοι, εξουθενωμένοι και σκανδαλισμένοι απ’ αυτόν τον κόσμο, που ενδιαφέρεται για το πώς να κομματιάσει τις ζωές μας και τα έθνη μας. Υπάρχει μια συνεχής τάση για θρυμματισμό και διάβρωση του πνευματικού, του Ορθόδοξου ‘είναι’ μας. Το κλειδί είναι η διατήρηση της πίστης μας, παρ’ όλες τις κακουχίες και τα δεινά».

Πρόσθεσε ακόμη: «Δεν είναι εύκολο να ζεις στις μέρες μας. Αν όμως ο Κύριος επέτρεψε να υποφέρουμε στην εποχή μας, οφείλουμε να υπακούσουμε και να δεχθούμε ευχαρίστως όλα όσα μας συμβαίνουν, ως προερχόμενα από το χέρι του Θεού κι όχι του εχθρού. Είναι πιο δύσκολα τώρα, διότι συνηθίσαμε στις ανέσεις, στην τηλεόραση, την τρυφηλή ζωή και τις διάφορες ελευθερίες. Λοιπόν, αγαπημένοι μου, το επιζήμιο αποτέλεσμα αυτών των ελευθεριών μόλις τώρα φαίνεται: οι δυνάμεις της ψυχής μας έχουν ατονήσει. Ο νους είναι βεβαρημένος και το σώμα εξασθενημένο απ’ τις δηλητηριώδεις τροφές, που μας ταΐζουν αυτοί που μας κυβερνούν· και δεν είμαστε συνηθισμένοι στο να διεξάγουμε οποιονδήποτε πόλεμο, είτε πνευματικός είτε σωματικός είναι αυτός. Γι’ αυτό, σας παρακαλώ, μην ψάχνετε για λύσεις! Αγαπητοί μου, δεν υπάρχουν ανθρώπινες λύσεις. Η λύση είναι να πεθαίνεις για τον Χριστό».

Κατανοούσε ότι όλη η ζωή μας, ως χριστιανών, χρειάζεται να είναι ένα συνεχές μαρτύριο του αμαρτωλού εαυτού μας και μια προετοιμασία για μαρτυρικό θάνατο – χρειάζεται ν’ αποκτήσουμε την αγνότητα της καρδιάς ενός παιδιού και να έχουμε μεγάλη ανδρεία σε καιρούς διωγμού.

Ο πατήρ Ιουστίνος προσπαθούσε να εμπνεύσει τους ανθρώπους να προετοιμαστούν πνευματικά για οποιαδήποτε ζωή τους επιφυλάσσεται:

«Σε καιρούς διωγμών οι χριστιανοί πρέπει να συνάζονται γύρω από τους ιερείς…. Η Θεία Λειτουργία και τα Τίμια Δώρα θα δίνουν στους χριστιανούς τη δύναμη για να υπομείνουν την πείνα και θα τους διαφυλάσσουν από κάθε κακό, κάτω από τη σκέπη και την προστασία της Υπεραγίας Θεοτόκου. Επίσης, είναι ανάγκη να λένε την Ευχή στον Ιησού και να προσεύχονται στην Παναγία, λέγοντας: Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς! ή τη Υπερμάχω Στρατηγώ … Οι σύντομες αυτές προσευχές μας έσωσαν μέσα στη φυλακή κι έτσι μπορέσαμε ν’ αντέξουμε τον διωγμό του κομμουνιστικού καθεστώτος, χωρίς να υποταχθούμε στο κόκκινο θηρίο.

Όμως αυτά είναι για τους χλιαρούς χριστιανούς, διότι οι ένθερμοι είναι πάντοτε έτοιμοι – δεν περιμένουν τον καιρό του διωγμού ή του πολέμου για να επιμεληθούν τα της ψυχής τους! Για τον αληθινό χριστιανό δεν έχει σημασία πότε θα έλθει ένας πόλεμος ή ένας διωγμός. Ο αληθινός χριστιανός είναι πάντα έτοιμος, προετοιμασμένος με αναμμένη τη λαμπάδα της ψυχής του, για να συναντήσει τον Ουράνιο Νυμφίο. Ο γνήσιος χριστιανός δεν ζει με φόβο και αγωνία για το πότε θα ξεσπάσει ένας πόλεμος ή πότε θα πέσει μια βόμβα στο κεφάλι του. Αναζητεί τρόπους να θυσιάζεται περισσότερο για τον πλησίον του και για τον θεό. Ο αληθινός χριστιανός αναζητεί μέσα του τη Βασιλεία των Ουρανών και δεν φοβάται τίποτε στην εφήμερη τούτη ζωή. Γι’ αυτόν, η λύπη είναι χαρά και ο Σταυρός είναι ανάσταση .

Ούτως ή άλλως, η ζωή μας είναι στα χέρια του θεού και μόνον Εκείνος γνωρίζει το τέλος του ανθρώπου. Επομένως, ας μην φοβόμαστε όταν ακούμε για πολέμους και άλλα φοβερά γεγονότα, διότι όλα αυτά πρέπει να συμβούν, όπως είπε ο Σωτήρας μας (πβ. Ματθ. 24,6 και Μαρκ. 13,7). Φόβο θα έπρεπε να έχουμε για το γεγονός ότι οι ψυχές μας δεν είναι έτοιμες να συναντήσουν τον Χριστό».

Ζωή Θυσιαζόμενης Αγάπης, Γέρων Ιουστίνος Πίρβου, σελ. 79, 80, 81.

Το είδαμε : Enromiosini.gr

 

Γ. Ιουστίνος Πίρβου - Αγαπητοί μου, δεν υπάρχουν ανθρώπινες λύσεις. Η λύση είναι να πεθαίνεις για τον Χριστό.

«ΔΕΝ ΚΙΝΔΥΝΕΥΕΙ Η ΠΙΣΤΙΣ, ΑΛΛΑ ΟΙ ΠΙΣΤΟΙ» -σχολιασμὸς σ᾿ ἕνα ἀπὸ τὰ πνευματικά fakenews. – Γ. Τζανάκης

0
Τζανάκης

Γεώργιος Κ. Τζανάκης. Ἀκρωτήρι Χανίων 20.5.2020

 

Μὲ ἀφορμὴ τὴν ἀντιμετώπισι τῆς «ἀπειλῆς» τοῦ τελευταίου ἰοῦ τῆς γρίππης συνέβησαν αὐτὰ ποὺ συνέβησαν -καὶ συμβαίνουν- παγκοσμίως (καὶ ἔπεται συνέχεια, ὅπως διαβεβαιώνουν οἱ «εἰδικοί»)… Τὸ ἐκπληκτικὸ, γιὰ πολλοὺς, ἦταν ἡ στάσι τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὅπως ἐκφράστηκε ἀπὸ μιὰ μερίδα τῶν κατὰ τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καὶ κυρίως τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Οἱκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ τοῦ κλίματός του.

Ἡ Ἐκκλησία δέχτηκε ἕναν ἀπηνὴ, κεκαλυμμένο γιὰ κάποιους, διωγμὸ, ὁ ὁποῖος φαίνεται νὰ συνδιοργανώθηκε καὶ κατευθύνθηκε ἀπὸ μέρος τῆς Ἰεραρχίας, ποὺ ἐπεβλήθη στὸν κλῆρο καὶ τὸν χρησιμοποίησε ὡς ὀργανό του γιὰ νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ ὅλο ἐγχείρημα.

Ὁ διωγμὸς αὐτὸς ἔλαβε τέτοιο πρωτοφανές, ἀθέατο γιὰ ἄλλους, βάθος ποὺ δὲν ἔχει συμβεῖ ποτέ στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας. Ἔκλεισαν οἱ ἐκκλησίες, σταμάτησαν τὰ μυστήρια, οἱ ναοὶ θεωρήθηκαν χώροι μολύνσεως καὶ ἀσθενείας, κατώτεροι καὶ ἀπὸ ἐμπορικὰ καταστήματα, ποὺ ἔμειναν ἀνοικτά. Ἔλειψε παντελῶς ἡ αἴσθησις τῆς ἱερότητος, τῆς ἁγιότητος καὶ τῆς ἐκ Θεοῦ προστασίας. Ἡ ἐμπιστοσύνη στὸν Θεὸ -δηλαδὴ ἡ ΠΙΣΤΙΣ- παρουσιάστηκε ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς λειτουργοὺς ὡς κάτι τὸ παντελῶς ἀνίκανο νὰ βοηθήσῃ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ ἀπόμεινε ἀνίσχυρος, ἀπροστάτευτος, ἀδύναμος μὲ μόνη ἐλπίδα του τοὺς «εἱδικοὺς». Δηλαδὴ πέραν ἀπὸ τὸν κίνδυνο –μικρὸ ἤ μεγάλο- τοῦ ἱοῦ, ποὺ ἀφοροῦσε μιὰ ἐλαχίστη μερίδα -κυρίως ἤδη πασχόντων- συνανθρώπων, δημιουργήθηκε ἕνας καθολικὸς κίνδυνος γιὰ τὴν ἴδια τὴν πίστι τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν.

Ἐπειδὴ αὐτὸ ἦταν τόσο ἐμφανὲς, ποὺ μόνον τυφλοὶ κατὰ τὴν ψυχὴ καὶ τὴν διάνοια δὲν τὸ ἀντιλαμβανόταν, οἱ ἱεράρχες (ἐννοοῦμε οἱ μετέχοντες τοῦ ὅλου σχεδιασμοῦ ἤ οἱ προσφερθέντες νὰ βοηθήσουν τὴν ἐφαρμογὴ τοῦ πειράματος ἤ οἱ τόσο πλέον ἀνεπαρκεὶς ποὺ δὲν ἀντιλαμβανόταν τί ἔκαναν-καὶ συνεχίζουν, βεβαίως) προσπάθησαν νὰ κρύψουν τὴν ἔκπτωσι αὐτὴ τῆς πίστεως καὶ νὰ μεταθέσουν ἀλλοῦ τὴν προσοχὴ τῶν πιστῶν.

Ἕτσι ἔγινε προσπάθεια νὰ κατασιγάσουν τὴν ἔκπληξι, τὴν ἀπορία ἀλλὰ καὶ τὴν ἀγανάκτησι ὅσων ἔβλεπαν τὸ γκρέμισμα τῆς ΠΙΣΤΕΩΣ, δηλαδὴ σχεδὸν ὅλου τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ.

Ἄμέσως ἔσπευσαν νὰ δηλώσουν: «Ίσως κάποιοι από εσάς αισθάνθηκαν ότι με τα δραστικά αυτά μέτρα υποτιμάται ή θίγεται η πίστη. Όμως αυτό που κινδυνεύει, δεν είναι η πίστη αλλά οι πιστοί».

Καὶ -ὅπως, γιὰ τὸν λαὸ, ἀπὸ «ἐπιστημονικῆς» ἰατρικῆς ἀπόψεως στρατολογήθηκε ὁ κ. Τσιόδρας- γιὰ τὸ ἐκκλησιαστικὸ σκέλος ἐπιστρατεύθηκε ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης, ὥστε νὰ δώσῃ κάποιο κῦρος σὲ μιὰ τέτοια δήλωσι.

Καὶ ἔτσι ἐπινοήθηκε τὸ σύνθημα: «Αυτό που κινδυνεύει, δεν είναι η πίστη αλλά οι πιστοί»

Ὅποιος ἱεράρχης -ἀλλὰ ἀκόμη καὶ πολιτικὸς καὶ δημοσιογράφος, κάθε ἀποχρώσεως ἱδεολογικῆς καὶ κάθε ἐπιπέδου διανοητικοῦ καὶ βάθους διαπλοκῆς- ὅποιος, λοιπὸν, ἤθελε νὰ ἀντιμετωπίσῃ ὁποιαδήποτε ἀντίδρασι καὶ διαμαρτυρία καὶ νὰ δικαιολογήση –γιὰ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς- κάθε παραλογισμὸ καὶ νεωτερισμὸ καὶ ἐκτροπὴ, χρησιμοποιοῦσε -καὶ χρησιμοποιεῖ- αὐτὸ τὸ σύνθημα: «Αυτό που κινδυνεύει, δεν είναι η πίστη αλλά οι πιστοί».

Ἡ ΠΙΣΤΙΣ, λοιπόν, (ποὺ δὲν κινδυνεύει) καὶ οἱ ΠΙΣΤΟΙ (ποὺ κινδυνεύουν). (Λίγα λόγια, νύξεις, διότι καὶ γνωστὰ εἶναι σὲ ὅσους θέλουν νὰ ξέρουν, καὶ νὰ μὴν βαρυνθοῦν οἱ ὑπόλοιποι μὲ τὰ πολλὰ…)

Γιὰ τοὺς Ὀρθοδόξους ἡ Πίστις εἶναι μία καὶ μοναδική καὶ ἀληθινή καὶ τὴν διατηρεῖ ἡ μία καὶ μόνη καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία: «Μία καὶ μόνη ἐν κόσμῳ ἀψευδὴς ὑπάρχει πίστις, ἣν ἡ ἁγία καὶ μόνη κρατεῖ καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία» ΜΕΓΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ PG28 665 D

Ὅσο καὶ νὰ μὴν ἀρέσῃ στοὺς οἰκουμενιστὲς, ποὺ κατέχουν σήμερα τὰ ἰνία τῆς Ἐκκλησίας, αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια καὶ ἄς λένε ὅτι θέλουν στὰ Κολυμπάρια.

Ἡ πίστις αὐτὴ δὲν εἶναι κάποιο κατασκεύασμα σημερινὸ ἤ χθεσινὸ ἤ Κολυμπαριανό, ἀλλὰ ξεκίνησε ἀπὸ τὸν Κύριο καὶ διὰ τῶν μαθητῶν ἔφτασε μέχρι σὲ μᾶς: «Οὐδὲ νῦν ἡ πίστις ἤρξατο, ἀλλ᾿ ἐκ τοῦ Κυρίου διὰ τῶν μαθητῶν εἰς ἡμᾶς διαβέβηκεν» ΜΕΓΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ PG25 225Α

Δὲν πιστεύουμε λοιπὸν οὔτε ἐλπίζουμε σὲ κάποιον ἄνθρωπο, ἀλλὰ στὸν ἴδιο τὸν Θεὸ καὶ Λόγο: «Μὴ εἰς ἄνθρωπον ἡ πίστις καὶ ἡ ἐλπὶς, ἀλλ’ εἰς αὐτὸν τὸν Θεὸν Λόγον τὴν πίστιν ἔχωμεν». ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ PG26 1088D

Καὶ ὅταν λένε ἄνθρωπο οἱ Πατέρες ἐννοοῦν τὸν ὁποιονδήποτε ἄνθρωπο, ὁποιοδήποτε ἀξίωμα καὶ ἄν κατέχει. Ἄς εἶναι ἐπιστήμων ἤ παπᾶς ἤ δεσπότης ἤ Πατριάρχης ἤ Πάπας. Δὲν ἔχωμεν πίστιν σὲ αὐτοὺς. Στὸν Θεὸν Λόγον μόνον καὶ στοὺς ἁγίους του. Αὐτοὶ εἶναι διάκονοι τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐφ᾿ ὅσον ἀκολουθοῦν τὰ διατεταγμένα, βρίσκονται ἀξίως στὴ θέσι τους καὶ τοὺς ἀκολουθεῖ καὶ ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ.

Ἡ πίστις αὐτὴ ἔλκει τὴν ψυχὴ πέρα ἀπὸ τὴν λογική καὶ τὶς ἀποδείξεις, ἀλλὰ μὲ τὶς ἐνέργειες τοῦ Ἁγίου Πνεύματος: «Πίστις, ἡ ὑπὲρ τὰς λογικὰς μεθόδους τὴν ψυχὴν εἰς συγκατάθεσιν ἕλκουσα· πίστις, οὐχ ἡ γεωμετρικαῖς ἀνάγκαις, ἀλλ’ ἡ ταῖς τοῦ Πνεύματος ἐνεργείαις ἐγγινομένη». ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ PG 30 104Β

Ἡ Ἐκκλησία πάνω στὴν ΠΙΣΤΙ ἔχει θεμελιωθῆ καὶ διὰ τῆς πίστεως ὑπάρχει. Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι τὰ ντουβάρια καὶ οἱ τρούλοι τῶν ναῶν, εἶναι ἡ ζωντανὴ πίστις καὶ ἡ ζωή ποὺ χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν πίστι αὐτὴν. «Ἐκκλησία γὰρ οὐ τοῖχος καὶ ὄροφος, ἀλλὰ πίστις καὶ βίος». ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ PG 52. 397

Τὰ ὄργανα τοῦ διαβόλου, ποὺ μηχανῶνται παντοίους τρόπους καὶ στήνουν παγίδες στὰ ἐκκλησιαστικὰ πρόσωπα καὶ στοὺς θεσμοὺς, ὅπως μπορεῖ ὁ καθένας ἀπὸ τὸ μετερίζι του, λειτουργῶντας συμπληρωματικὰ καὶ ἀλληλοβοηθούμενοι στὴν οὐσία στοχεύουν στὴν ΠΙΣΤΙ. Θέλουν νὰ κλονίσουν τὴν σταθερὴ πίστι στὸν Χριστό. Θέλουν νὰ κατεδαφίσουν καὶ νὰ ἐξαφανίσουν τὴν Ἀποστολικὴ Πίστι: .

«Ὥστε ἐφ’ ἡμᾶς μὲν δῆθεν τὰς μηχανὰς καὶ τὰς ἐνέδρας διασκευάζονται, καὶ ἀλλήλοις ἐγκελεύονται ἐπιβοηθεῖν, ὡς ἕκαστος ἔχει ἐμπειρίας ἢ ῥώμης. Πίστις δέ ἐστι τὸ πολεμούμενον καὶ κοινὸς σκοπὸς ἅπασι τοῖς ἐναντίοις καὶ ἐχθροῖς τῆς ὑγιαινούσης διδασκαλίας, τὸ στερέωμα τῆς εἰς Χριστὸν πίστεως κατασεῖσαι, ἐκ τοῦ τὴν ἀποστολικὴν παράδοσιν ἐδαφισθεῖσαν ἀφανισθῆναι». ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ PG32 112 BC

Αὐτὸ φάνηκε ξακάθαρα στὴν παροῦσα περιπέτεια. Ὅλοι, μὰ ὅλοι μαζί, πολιτικοὶ, δημοσιογράφοι, ἐπώνυμοι μαϊντανοί τῆς τηλεμόλυνσης ποὺ μᾶς βομβαρδίζει συνεχῶς, ἐπιστήμονες, «εἰδικοὶ», παγκόσμιες ὁργανώσεις, κρατικοδίαιτοι ΜΚΟυέδες, ἔπεσαν σὰν κοράκια πάνω στὰ μυστήρια τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ ἰδιαιτέρως στὴν Θεία Κοινωνία. Καὶ οἱ Ἱεράρχες καὶ οἱ κληρικοὶ τί ἔκαμαν; Τοὺς ἔδωσαν ἐπιχειρήματα, τρόμαξαν(;), ὑποχώρησαν, παρέδωσαν τὰ παντα, ἔγιναν νέοι Ἰοῦδες γιὰ τὰ τριάντα ἀργύρια τῆς ἐξουσίας –τὰ ξεροκόματα ποὺ τοὺς πετοῦν οἱ πολιτικοί. Ἔγιναν συνοδοὶ τῶν διωκτῶν, κράτησαν τοὺς φανοὺς καὶ τὶς λαμπάδες στὴν προδοσία τοῦ Χριστοῦ στὴ νέα Γεθσημανὴ τῆς Νέας Ἐποχῆς.

Καὶ ποὺ στοχεύουν αὐτά; Στὴν ΠΙΣΤΙ. Στὴν πίστι τῶν ἀνθρώπων. Γκρεμίζουν μεθοδικὰ τὴν πίστι. Σιγά σιγά. Τὴν μολύνουν. Τὴν νοθεύουν. Τὴν ἀχρηστεύουν. Τὴν κάνουν σύστημα καὶ ἰδεολογία καὶ ὅχι βίωμα καὶ ζωή. Καὶ βγαίνουν ξεδιάντροπα καὶ δηλώνουν: Δὲν κινδυνεύει ἡ πίστις. Ποὺ τὰ στηρίζουν αὐτά; Ποὺ ξανακούστηκαν τέτοια λόγια; Τί ποιμένες τοῦ λαοῦ εἶναι αυτοί ποὺ τὰ λένε; Εἶναι διάδοχοι τῶν ἀποστόλων, ὅπως ἀρέσκονται νὰ λένε; Αὐτὰ ἔλεγε ὁ Χριστὸς καὶ οἱ ἀπόστολοι; Δὲν κινδυνεύει ἡ πίστις;

Ὄχι μόνο κινδυνεῦει ἡ πίστις ἀλλὰ χάνεται, ἐκλίπει: «Ἐγὼ δὲ ἐδεήθην περὶ σοῦ ἵνα μὴ ἐκλίπῃ ἡ πίστις σου» (Λουκ. ΚΒ΄,33) Ὅταν ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς τὸ ἔλεγε στὸν Πέτρο, τί ἔλεγε; Ψέμματα; Ποιὸς εἶναι πιὸ σίγουρος λόγος, τοῦ κάθε Πατριάρχη ποὺ φρονεῖ ὅτι δὲν κινδυνεύει ἡ πίστις, ἤ τοῦ ἰδίου τοῦ Χριστοῦ ποὺ βλέπει τὴν πίστι νὰ ἐκλίπῃ; Καὶ δὲν κινδυνεύει ἡ πίστις τοῦ Πέτρου μόνον ἤ τοῦ ἄλφα ἤ τοῦ βῆτα προσώπου. Κινδυνεύει ἡ πίστις νὰ ἐξαφανιστῇ παντελῶς: «πλὴν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐλθὼν ἆρα εὑρήσει τὴν πίστιν ἐπὶ τῆς γῆς; (Λουκ. ΙΗ΄,8). Τὸ ἀψευδὲς στόμα τοῦ Χριστοῦ τὰ λέει αὐτὰ. Ἡ πίστις κινδυνεύει νὰ ἐξαφανιστῇ ἀπὸ προσώπου γῆς.

Τί εἶναι αὐτὰ; Φοβίες φανατικῶν; Συκοφαντίες ἱεροκατηγόρων; Κυρήγματα μίσους καὶ διχασμοῦ; Δὲν εἶναι λόγια τοῦ Χριστοῦ; Δὲν εἶναι λόγια βέβαια τοῦ χρυσοῦ, τῆς καλοπέρασης καὶ τοῦ βολέματος. Αὐτὰ τὰ ἔλεγε Ἐκεῖνος ποὺ τὰ ἐνδύματά του, ποὺ ἔλαμπαν πιὸ πολὺ ἀπὸ τὸ φῶς, βάφτηκαν κόκκινα ἀπὸ τὸ αἷμα τῆς θυσίας Του γιὰ τοὺς ἀνθρώπους. Οἱ βολεμένοι ὅμως μὲ τὶς μερσεντὲς καὶ τὰ πολυτελὴ ἐνδιαιτήματα καὶ τὶς δημόσιες σχέσεις καὶ τὶς κρατικὲς ἐπιδοτήσεις δὲν βλέπουν νὰ κινδυνεῦει ἡ πίστις… Καὶ οἱ βολεμένοι εὐλαβεῖς μᾶς καλοῦν νὰ «δοῦμε τὶς ἁμαρτίες μας» καὶ «νὰ κάτσουμε σὲ μιὰ γωνιά σὰν τελῶνες»…

Δὲν τὸ λέει ξεκάθαρα καὶ ὁ Μέγας Βασίλειος; «Πίστις δέ ἐστι τὸ πολεμούμενον». Ἡ πίστις πολεμεῖται. Οἱ ἐχθροὶ τῆς μόνης ὑγιοῦς διδασκαλίας, τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως ἔχουν κοινὸ σκοπὸ νὰ κατεδαφίσουν τὴν ἀποστολικὴ παράδοσι. Θέλουν νὰ φέρουν νέες παραδόσεις, νέες θεολογίες. Οἱ παληὲς δὲν τοὺς ἀρέσουν. Εἶναι παληομοδίτικες, εἶναι ἐλεγκτικὲς, τὶς θεωροῦν «ἀπάνθρωπες». Διότι γι᾿ αὐτοὺς τὸ μέτρο τῶν πάντων εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὸν ἀνεκήρυξαν ἀλάθητο. Γι᾿ αὐτὸ ἀνέχονται κάθε διαστροφὴ, κάθε ἐπιθυμία, κάθε ἱδιαιτερότητα, κάθε «δικαίωμα».  Ἀφοὺ τὸ θέλει ὁ ἄνθρωπος; Ὁπότε ἡ πίστις στὸν Χριστὸ τοὺς εἶναι ἐμπόδιο. Γι᾿ αὐτὸ τὴν πολεμοῦν καὶ ταυτόχρονα προσπαθοῦν νὰ καθησυχάσουν τὰ θύματά τους ὅτι δὲν κινδυνεύει ἡ πίστις.

Ἀλλὰ τί κινδυνεῦει; Οἱ πιστοί, λένε. Ἐννοοῦν ὅτι κινδυνεύουν νὰ πεθάνουν (οἱ πιστοί) ἀπὸ τὸν ἱό. Καὶ ἐπειδὴ νοιάζονται, εἶναι φιλάνθρωποι, φροντίζουν γιὰ τὴν προστασία … τῶν πιστῶν. Μὰ ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι μόνον τὸ σαρκίον του. Εἶναι καὶ τὸ σαρκίον του, τὸ χωμάτινο, τὸ γήϊνο, ἀλλὰ εἶναι καὶ τὸ κομμάτι τοῦ Θεοῦ ἡ ψυχή του, ποὺ εἶναι καὶ αἰώνια. Δὲν εἶναι ἔτσι; Ὑπάρχει δίλημμα ἡ Πίστις ἤ τὸ κορμί; Μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ σωθεῖ χωρὶς τὴν πίστι; Οἱ μάρτυρες γιατί μαρτύρησαν; Ἦταν μαζοχιστές; Μισοῦσαν τὸν ἑαυτό τους; Οἱ ἀσκητὲς γιατὶ τυρανήσανε τὸ κορμί τους; Γιατὶ ὑπέστησαν τέτοιες ταλαιπωρίες καὶ ἀσκήσεις; Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς γιατὶ βασανίστηκε καὶ σταυρώθηκε; Πῶς βάζουν τὸ (ψευδο)δίλημμα πίστις ἤ ὑγεία σωματική καὶ ἐπιλέγοντας τὴν (δῆθεν) ὑγεία συνεργοῦν στὴν κατεδάφισι τῆς πίστεως; Σώζεται ὁ ἄνθρωπος χωρὶς νὰ διατηρήσῃ ἄφθορη καὶ ἀμόλυντη τὴν Ὀρθόδοξο πίστι; «Εἴ τις βούλοιτο σωθῆναι, πρὸ πάντων αὐτῷ χρεία κρατῆσαι τὴν ὀρθόδοξον πίστιν· ἣν ἐὰν μή τις ἀμόλυντον καὶ ἄφθορον τηρήσῃ, αἰώνιον εὑρήσει τὴν ἀπώλειαν». ΜΕΓΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ PG28 1588D

Τί νὰ τὸ κάνεις ἄν γλυτώσεις –προσωρινά- ἀπὸ τὸν παρόντα ἤ τὸν ἐπόμενο ἱό ἤ ὅτι ἄλλο παρουσιαστεῖ (ἤ παρουσιάσουν) καὶ ἀπωλεσθεῖς αἰωνίως λόγῳ ἀπιστίας ἤ κακοπιστίας; Τί προσφέρουν στοὺς ἀνθρώπους ὅσοι διδάσκουν καὶ εἰσηγοῦνται τέτοια; Καὶ ἐν τέλει εἴμαστε ἤ δὲν εἴμαστε στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ;

Ὁ πιστὸς χαρακτηρίζεται πιστὸς ἐπειδὴ ἔχει τὴν πίστι. Ἄν δὲν ἔχει ἥ δὲν θέλει νὰ ἔχει πίστι στὸν Χριστὸ -ἐλεύθερος εἶναι, ὅστις θέλει λέει ὁ Χριστός- ἄς μὴν χαρακτηρίζεται ὡς πιστός. Ἄν οἱ Ἱεράρχες θέλουν γενικῶς νὰ ἀπευθυνθοῦν στὸν «ἄνθρωπο», στὸν ὁποιονδήποτε ἄνθρωπο, «ἀνεξαρτήτως θρησκεύματος, φυλῆς ἤ σεξουαλικοῦ προσανατολισμοῦ», ὅπως εἶναι τῆς μόδας νὰ λέγεται, ἄς ἀπευθυνθοῦν στὸν «ἄνθρωπο». Ἄς μὴν χρησιμοποιοῦν τὴν λέξι πιστός. Πίστις καὶ πιστὸς εἶναι ἔννοιες ἀλληλένδετες. Ὁ πίστὸς εἶναι πιστὸς λόγῳ τῆς πίστεως του, ἐπειδὴ πιστεύει. Ὅταν κινδυνεῦει ἡ πίστις κινδυνεῦει καὶ ὁ πιστός. Δὲν χωρίζονται αὐτά. Ὅπως δὲν χωρίζεται τὸ σῶμα ἀπὸ τὴν ψυχή. Καλὸ θὰ εἶναι νὰ προσέχουν τί λένε. Ἔχουν εὐθύνη λόγῳ τῆς θέσεώς τους, τουλάχιστον ὅσοι συναισθάνονται τί ἐπαγγέλονται.

Χρέος τους καὶ ἀποστολή τους εἶναι νὰ διδάξουν καὶ νὰ ἐμπνεύσουν τὴν πίστι. Διάδοχοι τῶν ἀποστόλων (θέλουν νὰ) εἶναι. Οἱ ἀπόστολοι δὲν λένε τὰ δικά τους, ὅτι τοὺς κατέβη ἤ ὅτι νομίζουν. Λένε αὐτὰ γιὰ τὰ ὁποία ἔχουν ἀποσταλεῖ. Μὲ τὰ λόγια τους, καὶ κυρίως μὲ τὸ παράδειγμά τους, ἐμπνέουν τὴν πίστι. Τὴν πρωταρχικὴ πίστι, τὴν κοινή, τὸ θεμέλιο, ὅπου πιστεύει κανεὶς ὅτι ὑπάρχει ὁ Θεός: «ἡ μὲν γὰρ κοινὴ πίστις καθάπερ θεμέλιος ὑπόκειται»·ΚΛΗΜΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΥΣ ΣΤΡΟΜΑΤΕΙΣ PG9 42A Αὐτὴ ἡ πίστις ἐπιδέχεται αὔξησι γιὰ νὰ γίνει τέλεια «αὔξησιν καὶ τελείωσιν ἐπιδεχομένην» (ὅ.π.) Ἡ πίστις χτίζεται σιγά- σιγά καὶ ὁλοκληρώνεται μαζὶ μὲ τὸν πιστό, ὅταν αὐτὸς προσπαθεῖ καὶ μαθαίνει καὶ ὅταν ἐκτελεῖ τὶς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ. «ἡ δὲ ἐξαιρέτως ἐποικοδομουμένη συντελειοῦται τῷ πιστῷ, καὶ συναπαρτίζεται αὐτῇ ἡ ἐκ μαθήσεως περιγινομένη καὶ τοῦ λόγου τὰς ἐντολὰς ἐπιτελεῖν» ΚΛΗΜΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΥΣ ΣΤΡΟΜΑΤΕΙΣ PG9 42AΒ

Καὶ ὅταν λένε οἱ ἅγιοι ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐκτελεῖ τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ ἐννοοῦν τὰ ἔργα καὶ ὄχι τὰ λόγια, ὅπως σήμερα (φαίνεται ὅτι) συνηθίζεται. Ἀπὸ τὰ ἔργα ἀποδεικνύεται ἡ πίστις. Ὅσο καὶ ἄν λένε οἱ σημερινοὶ ποιμένες ὅτι πονοῦν, ὅτι ὁδυνῶνται, ὅτι στεναχωριοῦνται, ἀλλὰ ἐπιμένουν νὰ εἶναι δεκανίκια τῆς ἐξουσίας ἐφαρμόζωντας κάθε ἐντολή της, ἀκόμη καὶ μέσα στὸν χῶρο τοῦ ναοῦ, καὶ παρουσιάζονται οὐσιαστικά διῶκτες τῆς πίστεως, (ἀπειλοῦν καὶ διώκουν ἱερεῖς) ποιός τοὺς πιστεύει; Πρέπει ἡ ζωὴ ποὺ κάνει κανεὶς νὰ συμβαδίζει μὲ τὴν πίστι ποὺ διακηρύσσει. Μόνη της ἡ πίστι δὲν φτάνει, δὲν στέκει: «Οὐ γὰρ ἀρκεῖ πίστις, ἂν μὴ προσῇ καὶ πολιτεία τῇ πίστει συμβαίνουσα». ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ PG 55. 289

Ἔρχονται τώρα οἱ Ἱεράρχες καὶ οἱ κληρικοί, καὶ τί κάνουν; Κλείνουν τὶς Ἐκκλησίες γιὰ νὰ μὴν μολυνθοῦν οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τὸν ἱό!!! Διότι αὐτὸ λένε οἱ ἐπιστήμονες , αὐτὸ ἀπαιτοῦν οἱ φιλάνθρωποι -αἰφνιδίως- κυβερνῆτες!!! Ὅτι ποῦν οἱ ἐπιστήμονες, ὅτι ζητήσουν οἱ ἄρχοντες, ὅτι ἀπαιτήσουν οἱ προφανεῖς ἐχθροὶ τῆς Ἐκκλησίας. «Θὰ κατηγορηθεῖ ἡ Ἐκκλησία ὅτι εὐθύνεται γιὰ τὴν μόλυνσι τῶν ἀνθρώπων» σιγοψυθίριζαν διάφοροι ἱεράρχες. Τόση σοβαρότης καὶ ὑπευθυνότης… Καὶ ἡ ΠΙΣΤΙΣ; «Ποιὰ πίστις; Ἐδὼ μιλοῦν οἱ ἐπιστήμονες, ἡ λογική. Ἀποδεικνύουν…» Μὰ ἀκόμα καὶ ἄν ὑπῆρχε γνήσιος καὶ τίμιος ἐπιστημονικὸς λόγος καὶ οἱ ἀνάλογες ἀποδείξεις, τί σχέσι ἔχουν αὐτὰ μὲ τὴν πίστι; Μὰ ἡ πίστις δὲν θὰ λεγόταν πίστις ἄν στηριζόταν στὰ προφανή. Πίστις εἶναι νὰ πιστεύεις ἀκραδάντως τὸ ἀδύνατον καὶ ἰσχυρὰ τὸ ἀσθενές: «Οὔτε γὰρ πίστις κατὰ δήλου φαινομένη πίστις ἂν λέγοιτο· ἀλλ’ ἔστι πίστις ἡ τὸ ἀδύνατον ἐν δυνάμει πιστεύουσα, καὶ τὸ ἀσθενὲς ἐν ἰσχύϊ» ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ PG26 1149C

«Μὰ, αὐτὸ εἶναι φανατισμός, ἄρνησις τῆς πραγματικότητος, δὲν βλέπετε τί δείχνουν μέρα νύχτα οἱ τηλεοράσεις; Νεκροὺς καὶ φέρετρα. Ποὺ ζεῖτε;» Μὰ ἀκριβῶς ἐπειδὴ βλέπουμε τί δείχνουν οἱ τηλεοράσεις καὶ τὴν «πραγματικότητα» ποὺ θέλουν νὰ ἐπιβάλλουν προτιμοῦμε τὴν ΠΙΣΤΙ. Καὶ πραγματικὴ ΠΙΣΤΙΣ εἶναι νὰ μὴν δίνεις σημασία σὲ ὅσα βλέπεις ἀκόμη καὶ ἄν εἶναι ἐνάντια τὰ γεγονότα στὴν ὑπόσχεσι, ἀλλὰ νὰ ἔχεις θἀρρος στὴν δύναμη Αὐτοῦ ποὺ ὑπόσχεται. «Τοῦτο γὰρ ἀληθῶς πίστις, τὸ μὴ τοῖς ὁρωμένοις προσέχειν, κἂν ἐναντία ᾖ τὰ γινόμενα τῇ ὑποσχέσει, ἀλλὰ θαῤῥεῖν τῇ δυνάμει τοῦ ἐπαγγειλαμένου». ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ PG 54.477

Καὶ Αὐτὸς ποὺ ἔχει ὑποσχεθεῖ ὅτι θὰ εἶναι μαζί μας μέχρι συντελείας τῶν αἰώνων, Αὐτὸς ποὺ ὑποσχέθηκε ὅτι μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ πατᾶ πάνω σὲ φίδια καὶ νὰ πίνει δηλητήρια χωρὶς νὰ παθαίνει τίποτα, Αὐτὸς ποὺ ἔδωσε δύναμη στοὺς Μάρτυρες, Αὐτὸς ποὺ μᾶς ἔστειλε τὸν Παΐσιο καὶ τὸν Πορφύριο καὶ τοὺς ἄλλους Πατέρες , Αὐτὸς εἶναι ὁ ἐγγυητὴς καὶ διώχνει κάθε φόβο καὶ νικᾶ κάθε θάνατο γιατὶ ὁ ἴδιος ἀναστήθηκε. Τί γιορτάζουν κάθε Πάσχα καὶ κάθε Κυριακή, καὶ κάθε μνήμη μάρτυρος καὶ ἁγίου αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι; Καταλαβάινουν τί κάνουν ἤ παίζουν θέατρο καὶ ἀντὶ νὰ παίζουν τὶς κουμπάρες, παίζουν τοὺς παπάδες καὶ διακωμωδοῦν τὴν πίστι;

Καὶ ἄν ὁ δυστυχὴς τρομοκρατημένος συνάνθρωπός μας φοβᾶται καὶ δειλιάζει, κανεὶς δὲν τοῦ ζητᾶ νὰ πάῃ στὴν ἐκκλησιὰ καὶ νὰ λειτουργηθῇ καὶ νὰ μεταλάβῃ. Οὔτε καὶ τὸν κρίνει κανεὶς. Ὁ δίκαιος Κριτὴς ξέρει. Ἀλλὰ ὅταν κλείνουν τὶς  ἐκκλησιὲς οἱ ἴδιοι οἱ Ἱεράρχες δῆθεν γιὰ νὰ προστατεύσουν τὸν ἄνθρωπο τὸ μόνο ποὺ περίτρανα ἀποδεικνύουν εἶναι ὅτι δὲν πιστεύουν, ὅπως οἱ Πατέρες λένε.

Βέβαια αὐτὸ εἶναι ἐμφανὲς χρόνια τώρα. Πῶς πιστεύουν, ὅταν θεωροῦν τοὺς αἱρετικοὺς ἐκκλησίες καὶ συναγελάζονται καὶ συμπροσεύχονται μαζί τους ἐνῷ οἱ κανόνες τῶν Πατέρων τὸ ἀπαγορεύουν; Πῶς πιστεύουν, ὅταν βγάζουν τὸν σταυρὸ τους ὅταν συναντιοῦνται μὲ μωαμεθανοὺς; Πῶς πιστεύουν, ὅταν θεωροῦν ἱερὸ βιβλίο τὸ Κοράνι. Πῶς πιστεύουν ὅταν ἀφήνουν τοὺς Πατέρες καὶ τὶς διδασκαλίες τους καὶ πιστεύουν σὲ ὅτι λένε ἄνθρωποι ποὺ τοὺς θεωροῦν πρώτους καὶ ἀλάθητους καὶ κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας. Πότε καὶ ποῦ εἶπαν τέτοια οἱ Πατέρες; Ἄς παραπέμψουν σὲ Πατερικὸ καὶ Ἁγιογραφικὸ λόγο τὶς ἀποφάσεις τοῦ Κολυμπαριοῦ ἤ τὶς αὐθαιρεσίες ποὺ ἔγιναν στὴν Οὐκρανία ἤ τὰ ἐλεεινὰ ποὺ κάνουν τώρα, ὄχι βέβαια διαστρέφοντας καὶ κοροϊδεύοντας ὅπως κάνουν οἱ φιλόδοξοι κόλακες ποὺ χτίζουν ἱερατικὲς καριέρες ἤ οἱ πληρωμένοι «θεολόγοι» τῶν πανεπιστημιακῶν ἐδρῶν.

Ὅταν μπεῖ ἕνας στὴν ἐκκλησία καὶ δεῖ ἀπαγορευτικὲς κορδέλες, ἀντισηπτικὰ παπάδες μὲ μάσκες , ὅλο αὐτὸ τὸ σκηνικὸ πανικοῦ, τρόμου καὶ συνάμα γελοιότητος, τὶ θὰ σκεφτεῖ; Ποῦ μπῆκε; Σὲ χῶρο ἱερὸ; Ἐκεῖ ποὺ ἐνοικεῖ ὁ Κύριος οὐρανοῦ καὶ γῆς καὶ οἱ ἅγιοί Του ἤ σὲ χῶρο ποὺ κατοικεῖ ὁ φόβος καὶ ὁ θάνατος; Ὅταν ἔχουν ἀπαγορευτικὲς κορδέλες οἱ εἰκόνες, ὅταν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ φιλοῦν τὸ χέρι τοῦ παπά –στὴν ἱερωσύνη τοῦ Χριστοῦ ἀπονέμουν τιμή καὶ στὴν Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος- , ὅταν παίρνουν μόνοι τους τὸ ἀντίδωρο, ὅταν δὲν κοινωνοῦν μὲ τὴν λαβίδα, τότε τί πᾶνε νὰ κάνουν ἐκεῖ; Ἄς κάτσουν καλύτερα σπίτι τους καὶ ἄς βλέπουν καὶ αὐτὸ τὸ θέαμα ἀπὸ τὴν … τηλεόρασι, ὅπως τοὺς δασκάλευαν μέχρι τώρα οἱ καλοὶ πνευματικοί….

Φτάνουν αὐτὰ, εἰσαγωγικῶς, γιὰ νὰ γίνῃ ἀντιληπτὸ (σὲ αὐτοὺς ποὺ ἐπιμένουν ἀκόμη καὶ τώρα νὰ μὴν καταλαβαίνουν) ὅτι μὲ ὅσα συνέβησαν κινδυνεύει πρωτίστως ἡ Πίστις καὶ ταυτοχρόνως οἱ Πιστοί;

Ἐπειδὴ δὲν ἐλέγχω καὶ πολὺ τὸν ἑαυτό μου καὶ τὰ γραφόμενά μου, καὶ ἐπειδὴ τὸ θέμα τῆς πίστεως εἶναι βασικὸ ἀλλὰ τεράστιο θὰ σταματήσω τὰ πολλά.

Κλείνοντας θὰ ἀφήσω νὰ μᾶς μιλήσει ἕνας ἅγιος ποὺ κράτησε τὴν πίστι, ποὺ χαριτώθηκε ἀπ᾿ τὸν Θεό, ποὺ συλλειτουργοῦσε μὲ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο καὶ ἄλλους ἁγίους, ποὺ πονοῦσε γιὰ τὸ ποίμνιό του, ποὺ ἤξερε ὅτι ἡ Πίστις καὶ οἱ Πιστοὶ κινδυνεύουν ἀνά πάσα στιγμή γιατὶ ἡ πίστις καὶ οἱ πιστοί εἶναι φυντάνι καὶ θέλει φροντίδα γιὰ νὰ γίνει δέντρο μὲ γερὸ κορμό, ποὺ νὰ ἀντέχει στοὺς καιρούς… Μακάρι οἱ σημερινοὶ πατέρες μας, οἱ Ἱεράρχες μας καὶ οἱ ἱερεῖς μας ἔστω καὶ λίγο νὰ πάρουν στὰ σοβαρὰ τουλάχιστον τοὺς ἁγίους μας καὶ νὰ προσπαθήσουν νὰ τοὺς μιμηθοῦν ὅσο μποροῦν, καὶ ἄς σταματήσουν λόγια ὅπως αὐτὰ ποὺ σχολιάστηκαν ἐδώ.

Διηγεῖται ἡ Καλλιόπη Τσανταρλιώτου: (Λίγο καιρὸ πρὶν κοιμηθῇ ὁ ἅγιος Γεώργιος ὁ Καρσλίδης, τῆς Σταυροπροσκυνήσεως τοῦ 1959)

«Ὁ Γέροντας καθόταν δίπλα, σ᾿ ἕνα κάθισμα, καὶ μοῦ Λέει: «Καλλιόπη, ἄφησε, μάνα μ᾿, τὸ στρῶμα στὸ κρεβάτι καὶ πρόσεξε τί θὰ σοῦ πῶ. Ἐγώ φέτος θὰ φύγω». Μόλις μοῦ τὸ εἶπε, τὸν ρώτησα: «Ποὺ θὰ πᾶς , Γέροντα;». «Στὴν ἄλλη ζωή». Ἐγὼ τὰ ἔχασα. «Τί λὲς Γέροντα; Ἐμᾶς πού θὰ μᾶς ἀφήσεις; Ἐμεῖς σ᾿ ἔχουμε πατέρα καὶ βαδίζουμε μὲ τὴ συμβουλή σου. Ἐσὺ μᾶς παρηγορᾶς καὶ μᾶς βοηθᾶς σὲ ὅλες τὶς δύσκολες ὧρες! Ποῦ θὰ μᾶς ἀφήσεις; Τόσος κόσμος ποὺ ἐρχόμαστε καὶ μᾶς ὁδηγεῖς στὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ, καὶ μᾶς προστατεύεις»
Ὅταν τοῦ εἶπα αὐτὰ τὰ λόγια ἔκλαψα. Ἔκλαψαν κι᾿ ὅλες οἱ γυναῖκες. Ἔκλαψε κι᾿ ὁ Γέροντας καὶ μᾶς εἶπε: «Πρέπει νὰ φύγω. Εἶναι θέλημα Θεοῦ καὶ πρέπει νὰ φύγω, γιατὶ ἡ ἁμαρτία προχώρησε πολύ. Μέσα στὸ βοῦρκο τῆς ἁμαρτίας κυλιέται ὁ κόσμος καὶ δὲν τὸ καταλαβαίνει. Κι᾿ αὐτὰ ἐμένα μὲ κουράζουν. Πρέπει νὰ φύγω. Ἐκεῖνο ποῦ λυπᾶμαι πάρα πολὺ εἶναι ὅτι τὸν κῆπο ποὺ φύτεψα, τὸ περιβόλι ποὺ ἔκανα κι᾿ ἔχω φυτέψει τόσα πολλὰ δένδρα, εἶναι ἀκόμα μικρά, εἶναι φυντάνια, εἶναι ἀδύνατα. Δὲν πρόλαβαν νὰ μεστώσουν, νὰ γίνουν δέντρα μὲ γερὸ κορμό καὶ μὲ τὸν πρῶτο ἀέρα θὰ λυγίσουν». (Γ.Κ.ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ: ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΣΛΙΔΗΣ. Ο ΘΕΟΠΤΗΣ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΟΣ ΠΑΤΗΡ. ἐκδ. «ΝΑΜΑ», ἄ.χ. σελ.52)

Ἅγιε τοῦ Θεοῦ. Ἅν τότε ὁ κόσμος κυλιότανε στὸ βοῦρκο τῆς ἁμαρτίας, σήμερα ὅλος ὁ κόσμος ἔχει γίνει βοῦρκος ὄχι μόνο τῆς ἁμαρτίας, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀποστασίας καὶ τῆς προδοσίας. Ἄν τότε δὲν τὸ καταλάβαινε ὁ κόσμος -τὴν ἁμαρτία του-, σήμερα τὸ παινεύεται καὶ τὸ καμαρώνει, καὶ ὄχι μόνο ὁ κόσμος ἀλλὰ καὶ οἱ ποιμένες του (οἱ περισσότεροι…) Ἅν τότε τὰ δεντράκια τῆς πίστεως κινδύνευαν νὰ λυγίσουν μὲ τὸν πρῶτο ἄνεμο -καὶ εἶχες τὴν ἔγνοια καὶ τὴν λύπη- σήμερα , ποὺ φυσᾶνε τυφῶνες, καὶ οἱ σημερινοὶ ποιμένες δὲν βλέπουν κανένα κίνδυνο, ἀλλὰ μαλώνουν καὶ ὅποιον παραπονιέται, ἔχε τὸ νοῦ σου στὰ σημερινὰ ἀδύνατα καὶ ἐγκαταλελειμένα φυντὰνια τῆς πίστεως. Πάρε καὶ τοὺς φίλους σου, τοὺς ἄλλους ἁγίους, καὶ τρέξε καὶ βοήθησε ὅλους , ποιμένες καὶ ποιμενομένους, καὶ ἄς μὴν τὸ ἀξίζουμε. Οἱ τυφῶνες ὅσο πάει καὶ δυναμώνουν. Πόσο ἀκόμη θὰ ἀντέξουμε, τὰ ψωριάρικα καχεκτικά δεντράκια; Πέρασα ἀπὸ τὸν τόπο σου καὶ ἔνοιωσα τὴ χάρι καὶ τὴ δύναμή σου, ὅπως ὅλοι ποὺ περνοῦν ἀπὸ κεῖ. Μὴν μᾶς ξεχάσεις.

 

 

Νήψη κατά τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο.

0
Νήψη

 

ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ

ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΝΗΠΤΙΚΩΝ

 

Απόδοση στη νέα Ελληνική: Αντώνιος Γαλίτης
Εκδόσεις Το περιβόλι της Παναγίας 1986

 

 

… και για να πω γενικά, με κανένα τρόπο δεν μπορεί κανείς ν’ αποκτήσει όλες τις θεόπνευστες αρετές, παρά με τη νήψη. Για τούτο περισσότερο απ’ όλα αυτή πρέπει να επιμεληθείς, για να καταλάβεις με τη δοκιμή τα λεγόμενά μου, που είναι άγνωστα σε όλους τους ανθρώπους. Και αν θέλεις να μάθεις και τον τρόπο της προσευχής, θα σου πω με τη δύναμη του Θεού και περί τούτου όσο μπορώ.

 

Πριν απ’ όλα, τρία πράγματα πρέπει να αποκτήσεις κι έπειτα να κάνεις αρχή στην αναζήτησή σου. Αυτά είναι: αμεριμνία από κάθε πράγμα, είτε παράλογο, είτε εύλογο, δηλαδή νέκρωση απ’ όλα• συνείδηση καθαρή, δηλαδή να φυλάγεις τον εαυτό σου ακατηγόρητο από τη συνείδησή σου• και απροσπάθεια, δηλαδή να μην κλίνεις σε κανένα πράγμα του κόσμου τούτου, ούτε αυτού του σώματός σου. Έπειτα κάθισε σε κελί ήσυχο και σε μία μοναχική γωνιά και πρόσεξε να κάνεις ό,τι σου λέω• κλείσε τη θύρα και μάζεψε το νου σου από κάθε μάταιο και πρόσκαιρο πράγμα, και τότε ακούμπησε στο στήθος το πηγούνι σου, στρέφοντας τα αισθητά μάτια μαζί με όλο το νου στο κέντρο της κοιλιάς, δηλαδή στον ομφαλό, και κράτησε και την αναπνοή από τη μύτη για να μην αναπνέεις ανεμπόδιστα, και ερεύνησε νοητά στα έγκατα σου να βρεις τον τόπο της καρδιάς όπου είναι στη φύση τους να συνδιατρίβουν όλες οι ψυχικές δυνάμεις. Στην αρχή έχεις να βρεις σκότος κι ανυποχώρητη σκληρότητα• αν όμως επιμείνεις κι εργαστείς αυτό το έργο νύχτα και μέρα, θα βρεις, ω του θαύματος, ατέλειωτη ευφροσύνη. Γιατί όταν ο νους βρει τον τόπο της καρδιάς, βλέπει παρευθύς εκεί μέσα εκείνα που δεν ήξερε ποτέ του. Βλέπει δηλαδή τον αέρα που βρίσκεται μέσα στην καρδιά και τον εαυτό του φωτεινό και γεμάτο διάκριση. Και στο εξής, από όποιο μέρος εμφανιστεί κανένας λογισμός, πριν ακόμη να σχηματιστεί ή να είδωλοποιηθεί, τον διώχνει και τον αφανίζει με την επίκληση του Ιησού Χριστού. Και από εδώ ό νους, μνησικακώντας κατά των δαιμόνων, σηκώνει καταπάνω τους τη φυσική οργή και κυνηγά και χτυπά τους νοητούς εχθρούς. Τα υπόλοιπα θα τα μάθεις με τη βοήθεια του Θεού μόνος σου, με τη φύλαξη του νου σου και κρατώντας στην καρδιά τον Ιησού• γιατί λέει κάποιος: «Να κάθεσαι στο κελί σου και αυτό θα σε διδάξει τα πάντα».

 

 

Το είδαμε : εδώ

Άγιος Ιωάννης της Σάντα Κρουζ, ο νεοφανής Ιερομάρτυς της Ορθοδοξίας

0
Ο Άγιος Νεομάρτυρας πάτερ Ιωάννης της Σάντα Κρούζ. Γεννήθηκε το 1937 στο χωριό Αποίκια της νή­σου Άνδρου και λεγόταν Καρασταμάτης. Σε ηλικία 20 ε­τών πηγαίνει στην Αμερική και δημιουργεί οικογένεια. Χειροτονείται ιερέας και για 10 χρόνια εργάζεται με ιεραποστολικό ζήλο στην Αλάσκα και αφού διακόνησε την Εκκλησία σε πολλούς Ναούς ήρθε στην Σάντα Κρουζ στον Ναό του Προφήτη Ηλία το 1981 που τον τε­λειοποίησε και τον εγκαινίασε και γίνεται κέντρο ορθόδοξης ομολογίας σε όλη την περιοχή όπου οι άνθρωποι ήταν απομακρυσμένοι από τον Θεό και την Εκκλησία.

Ο πατήρ Ιωάννης ήταν απλός στην συμπεριφορά του, αγαπούσε τους ενορίτες του και η πόρτα του σπι­τιού του ήταν πάντα ανοιχτή, και την νύχτα ακόμη ό­ποιος τον ζητούσε έμπαινε μέσα και πολλές φορές φώνα­ζαν οι δικοί του γιατί φοβόντουσαν τους κακοποιούς της νύχτας. Τα κηρύγματα του ήταν πύρινα, αγαπούσε τον Θεό και ήθελε όλοι να Τον αγαπήσουν. Πήγαινε στα πάρκα και μιλούσε με νέους ανθρώπους που δεν γνώρι­ζαν τίποτε για τον Θεό ή ήταν σε άλλα δόγματα ή ήταν Εβραίοι.

Στην Άνδρο συμβαίνει ένα θαύμα με τους κρίνους της Παναγίας. Όταν ανθίζουν οι κρίνοι τους πηγαίνουν στην Εικόνα της. Αργότερα, όπως είναι φυσικό, ξεραί­νονται και πέφτουν. Πέφτουν και τα φύλλα και μένει το ξερό κοτσάνι. Τ’ αφήνουν έτσι ξερά τα κοτσάνια στην Εικόνα Της και όταν έρθει η γιορτή της, κάθε χρόνο, αυτά ανθίζουν και βγάζουν μπουμπούκια. Ο πατήρ Ιωάν­νης μιας και ήταν από μικρός μεγαλωμένος στο νησί ή­ξερε το θαύμα αυτό. Ήρθε λοιπόν στο νησί πήγε στο Μοναστήρι του Αγίου Νικολάου και ζήτησε από τον Γέροντα Δωρόθεο κρίνους της Παναγίας. Πήρε μερικά ξερά κοτσάνια και τα πήγε στην Αμερική. Τα έβαλε στην Εικόνα της Παναγίας και αυτά άνθισαν ξανά. Άρχισε σιγά – σιγά ο κόσμος να θερμαίνεται στην πίστη και να προσκυνούν την Παναγία.

Ήταν μία ευαίσθητη και όμορφη ψυχή ο πατήρ Ιω­άννης. Έγραφε και θρησκευτικά ποιήματα και τον συ­γκινούσαν πολύ τα θαύματα της Παναγίας και οι βίοι των Αγίων. Ζητούσε από τον Γέροντα Δωρόθεο να του στέλνει βιβλία για να κάνει κηρύγματα. Όταν αργότερα ήρθε στην Άνδρο η πρεσβυτέρα πήρε κρίνους, τους φύ­τεψε στην Αμερική και όταν άνθιζαν τους έβαζαν στην Παναγία, και γινόταν και εκεί το θαύμα, να ξανανθίζουν τα ξερά κοτσάνια. Αγαπούσε πολύ τον Άγιο Νικόλαο γιατί από μικρός πήγαινε στο Μοναστήρι. Εκεί λοιπόν στο Μοναστήρι στην Άνδρο μία Εικόνα της Παναγίας άρχισε να ρέει αίμα και μύρο. Ο πατήρ Ιωάννης άρχισε με θείο ζήλο να μιλά για τα θαύματα της Παναγίας μας. Άρχισαν τότε να γίνονται Ορθόδοξοι και από άλλα δόγματα. Αυτό όμως ενόχλησε κάποιους και άρχισαν να του κάνουν απειλητικά τηλεφωνήματα και γράμματα για να σταματήσει το κήρυγμα. Όμως τότε εκείνος έγινε πιο φλογερός και έλεγε: «Όσο τα μάτια μου έχουν νερό εγώ θα κηρύττω τον Χριστό και την Ορθοδοξία».

Συνιστούσε στους χριστιανούς να προφυλαχθούν από τις παγίδες του αντιχρίστου και να μην πάρουν το χάραγμα και, τότε, άρχισαν πιο έντονα τ’ απειλητικά τη­λεφωνήματα για την ζωή του, όμως αυτός δεν λογάριαζε τίποτα.

Στις 17 Μαΐου το 1985 το βράδυ πήρε τηλέφωνο τον Γέροντα Δωρόθεο στην Άνδρο και του ζητούσε πληρο­φορίες για τα θαύματα της Παναγίας της Μυροβλύτισσας γιατί ήθελε να κάνει κήρυγμα την Κυριακή. Την άλλη μέρα στις 18 Μαΐου ο πατήρ Ιωάννης ήταν μόνος του στο σπίτι μαζί με τον γιο του Φώτιο. Η πρεσβυτέρα είχε πάει στο σπίτι της κόρης τους Μαρίας. Το αγόρι βγήκε για λίγο έξω με τους φίλους του και ο πατήρ Ιωάννης πήγε στην Εκκλησία να την ετοιμάσει και να γράψει το κήρυγμα. Το αγόρι γύρισε αργά στο σπίτι, είδε ότι ο πα­τέρας του έλειπε και πήγε ανήσυχο να τον βρει στην Εκκλησία. Και τότε αντίκρισε το φοβερό θέαμα. Τον πατέ­ρα του κατακρεουργημένο και αγνώριστο. Τον είχαν βρει μόνο του και τον βασάνισαν χτυπώντας τον στο κε­φάλι με σφυρί, και το σώμα του το κατακρεούργησαν με το μαχαίρι. Και όπως διαπίστωσε η αστυνομία, επειδή ε­κείνος σπαρταρούσε, πήραν τον σταυρό του με την αλυ­σίδα και τον έπνιξαν. Το αίμα του που χύθηκε από τις πληγές του και πλημμύρισε το δάπεδο του Ιερού Ναού το χρησιμοποίησαν για να γράψουν δικά τους συνθήμα­τα στους τοίχους του Ιερού Ναού και το 666. Ήταν σατανιστές.

Ο Άγιος ιερέας μαρτύρησε στο σημείο που φωτο­γραφήθηκε με τον σταυρό στο χέρι, ίσως να ήταν μία πρόρρηση για το τι θα επακολουθούσε. Συνέβησαν προ του θανάτου του τρία θαυμαστά γεγονότα:

1) Οι ανθισμένοι κρίνοι της Παναγίας, μία βδομάδα πριν μαρτυρήσει, πέσανε όλοι ξαφνικά και από τότε δεν έχουν ξανανθίσει.

2) Η Εικόνα της Παναγίας δάκρυσε και το δάκρυ υ­πάρχει ακόμα πάνω στην Εικόνα, και

3) επί τρεις συνεχείς Κυριακές προ του μαρτυρίου του, κατά την διάρκεια της θείας Λειτουργίας, έλαμπε το πρόσωπό του και σκορπούσε αχτίνες και το παιδί, που του έδινε το ζέον και είδε το παράδοξο αυτό φαινόμενο, επιτιμήθηκε αυστηρά για να μην φανερώσει τίποτα.

Η αστυνομία ερεύνησε για τους φονείς του Αγίου και βρήκαν τρία άτομα ένα ανδρόγυνο και τον γιο του άνδρα από άλλη γυναίκα. Ήταν ιερείς του σατανά και πήραν δηλητήριο κόμπρας, όταν τους συνέλαβαν και οι δύο πέθαναν, και ο τρίτος έχασε τα λογικά του και δεν συνεννοείται. Επειδή το Λείψανο του Αγίου ήταν παρα­μορφωμένο και το πρόσωπό του δεν μπορούσαν να το αντικρίσουν, αφού του φορέσανε την καλή του χρυσοκέ­ντητη στολή, σφραγίσανε το φέρετρο στην νεκρώσιμη ακολουθία.

Όταν έμαθε ο Γέροντας Δωρόθεος για τον μαρτυρι­κό θάνατο του πατρός Ιωάννη έγραψε στην πρεσβυτέρα να του στείλει στην Άνδρο τ’ άμφια του Αγίου που εί­χαν συλλειτουργήσει στο Μοναστήρι στην γιορτή του Αγίου Δωροθέου το 1981. Πέρασε καιρός και απάντηση δεν έλαβε. Στις 4 Ιουλίου το 1986 είχαν λειτουργήσει ε­κεί στο Μοναστήρι και ήταν και αρκετοί από την Αθή­να. Περίμεναν το μεσημέρι με το πρωινό καράβι ένα πούλμαν με προσκυνητές για την αγρυπνία το βράδυ για την εορτή του Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτου. Μόλις λοιπόν τελείωσε η λειτουργία άρχισαν μόνες τους να χτυπούνε οι καμπάνες πανηγυρικά, όλους τους κατέλαβε φόβος και δέος. Σταμάτησαν για λίγο οι καμπάνες και άρχισαν πάλι να χτυπούνε τόσο αρμονικά που όλοι εξέστησαν, έκαναν παράκληση στον Άγιο Νικόλαο και πε­ρίμεναν να φανερωθεί κάτι θαυμαστό. Ήρθαν και οι προσκυνητές με το πούλμαν και τους είπαν για το θαυ­μαστό αυτό γεγονός. Το απόγευμα πήρε τηλέφωνο τον Γέροντα Δωρόθεο η κόρη του πατρός Ιωάννη η Μαρία, που είχε έρθει ειδικά στην Άνδρο, για να φέρει τ’ άμφια του πατέρα της. Τα έφερε στο Μοναστήρι και τα υποδέ­χτηκαν με χαρά όλοι οι προσκυνητές, τέλεσαν και αγρυ­πνία το βράδυ και τα έφεραν σε προσκύνηση. Οι καμπά­νες χτυπούσαν στο Μοναστήρι το πρωί ακριβώς την ώ­ρα που έμπαινε στο λιμάνι το καράβι με τ’ άμφια του Νεομάρτυρος.

Οι εμφανίσεις του ιερομάρτυρος Ιωάννου μετά τον θάνατό του είναι πάρα πολλές. Παραμονές του Αγίου Νικολάου το 1986 και ο Γέροντας Δωρόθεος ετοίμαζε το Μοναστήρι μαζί με μερικές γυναίκες που τον βοηθού­σαν από το χωριό εκεί. Κάποια στιγμή είδαν τον μακα­ριστό Ιωάννη να περπατά στην αυλή και να έρχεται προς το μέρος τους από την ανοιχτή πόρτα στην τράπε­ζα. Έβαλαν όλοι τις φωνές γιατί όλοι τον ήξεραν στο χωριό και τον έλεγαν: παπά – Γιάννη. Και τότε χάθηκε από μπροστά τους. Ώσπου να συνέλθουν από το ξάφνια­σμα ήρθε ο ταχυδρόμος μ’ ένα δέμα από την Ελβετία ό­που μέσα ήταν μία Εικόνα του Αγίου σκαλιστή σε ξύλο από Ορθόδοξους Ρώσους που τον τιμούν ως Άγιο. Ο πατήρ Ιωάννης ζήτησε να μοιραστεί παντού η Εικόνα Του και να γίνει γνωστό το μαρτύριό του, η Ορθόδοξη ομολογία του.

Τον Φεβρουάριο του 1987 ο Γέροντας Δωρόθεος πή­γε στην Ελβετία για εγχείρηση. Ενώ μιλούσε με τους πιστούς εκεί για τον Άγιο και το μαρτύριό του τον εί­δαν να τους ευλογεί και να χάνεται. Όταν είχαν λειτουρ­γήσει μαζί με τον Γέροντα Δωρόθεο και όταν εξομολο­γήθηκε ο πατήρ Ιωάννης δώρισε το πετραχήλι του εκεί στο Μοναστήρι. Όταν πήγε στην Ελβετία ο Γέροντας Δωρόθεος ένα τμήμα από το πετραχήλι του Αγίου εσκόρπιζε άρρητη ευωδία στους παρευρισκομένους εκεί.

Στην Άνδρο σήμερα ζει ο αδελφός του Αγίου με την οικογένειά του και η γερόντισσα μητέρα του, που δεν ξέρει τίποτα για τον παπά και τον θάνατό του. Στην Αμερική και στην Ρωσική Εκκλησία της διασποράς τι­μάται ως Άγιος και έχουν εκδώσει και ασματική ακολουθία στον Άγιο. Τα γεγονότα και τις λεπτομέρειες του μαρτυρίου του τ’ ανέφερε όλα στον Γέροντα Δωρό­θεο η κόρη του Μαρία. Η μνήμη του τιμάται στις 19 Μαΐου και είναι παραμονή της εορτής του Αγίου Νικο­λάου της ανακομιδής των Ιερών Λειψάνων Του. Θα συνεορτάζεται μαζί με τον Άγιο Νικόλαο γιατί από παιδί αγαπούσε πολύ τον Άγιο Νικόλαο. Την Ευλογία Του να έχουμε όλοι μας. Αμήν.

Ο ΟΣΙΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥ
ΤΕΥΧΟΣ 17. Μάιος-Αύγουστος 2006 Θεσ/νίκη
Το είδαμε εδώ

Αγ. Διαδόχου Φωτικής – Περί φρονίμου θυμού

0
Διαδόχου Φωτικής

ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ

ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΝΗΠΤΙΚΩΝ

Απόδοση στη νέα Ελληνική: Αντώνιος Γαλίτης
Εκδόσεις Το περιβόλι της Παναγίας 1986

  Ο θυμός, περισσότερο από τα άλλα πάθη, ταράζει και συγχύζει την ψυχή· κάποτε όμως και την ωφελεί πολύ. Γιατί όταν τον μεταχειριζόμαστε χωρίς ταραχή κατά των ασεβών ή ασελγών για να σωθούν ή να ντραπούν, τότε προσθέτομε πραότητα στην ψυχή μας, γιατί συμβαδίζομε με το σκοπό της δικαιοσύνης και της αγαθότητας του Θεού. Αλλά και το γυναικώδες φέρσιμο της ψυχής πολλές φορές το μετατρέπομε σε αρρενωπό, όταν οργιστούμε πολύ κατά της αμαρτίας. Και δεν πρέπει να αμφιβάλλομε ότι, όταν βρισκόμαστε σε πολλή αθυμία, αν αγανακτήσομε πνευματικά κατά του δαίμονα της φθοράς, υψωνόμαστε πάνω από την καύχηση του θανάτου. Για να μας διδάξει αυτό ο Κύριος, δύο φορές αγανάκτησε κατά του θανάτου και τάραξε τον εαυτό Του, αν και χωρίς ταραχή μπορούσε να κάνει ό,τι ήθελε, και έτσι ανάστησε τον Λάζαρο (Ιω. 11, 33-38). Ώστε, νομίζω ότι ο φρόνιμος θυμός δόθηκε ως όπλο δικαιοσύνης στην ανθρώπινη φύση από τον δημιουργό Θεό. Αν η Εύα χρησιμοποιούσε αυτό το όπλο κατά του φιδιού, δεν θα νικιόταν από την εμπαθή εκείνη ηδονή. Γι’ αυτό, νομίζω ότι εκείνος που μεταχειρίζεται από ζήλο προς την ευσέβεια με σύνεση τον θυμό, θα βρεθεί οπωσδήποτε καλύτερος στη ζυγαριά των ανταποδόσεων από εκείνον που λόγω δυσκινησίας του νου δε θυμώνει ποτέ. Αυτός ο δεύτερος φαίνεται ότι έχει αγύμναστο τον ηνίοχο των ανθρωπίνων φρενών, ενώ ο πρώτος τρέχει πάντοτε στον αγώνα καθισμένος στα άλογα της αρετής και περνά ανάμεσα από τις δαιμονικές παρατάξεις, γυμνάζοντας το τέθριππο άρμα της εγκράτειας με φόβο Θεού.

  Αυτό το άρμα η Γραφή το ονομάζει «άρμα Ισραήλ»(Δ΄ Βασ. 2, 11) στην ανάληψη του θείου Ηλιού, επειδή στους Ιουδαίους πρώτους φαίνεται ότι μίλησε με διάφορους τρόπους ο Θεός για τις τέσσερις αρετές (φρόνηση, σωφροσύνη, δικαιοσύνη και ανδρεία). Γι’ αυτό και πάνω σε άρμα πυρός αναλήφθηκε ο μέγας αυτός μαθητής της σοφίας· καθώς νομίζω, χρησιμοποίησε φρόνιμα ως άλογα του άρματος τις αρετές του, καθώς τον άρπαξε το Πνεύμα στο φύσημα της πύρινης αύρας.

 

 

Το είδαμε: religious.gr

Αθανάσιος Ρακοβαλής – ΤΑ ΣΤΕΡΕΟΤΥΠΑ, Ο ΑΓΙΟΣ (Παϊσιος) ΚΑΙ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αθανάσιος Ρακοβαλής

Πολύ ουσιαστική η παρέμβαση του αδερφού Αθανασίου. 

—————————–

 

Αθανάσιος Ρακοβαλής

 

      Ορίζουμε σαν στερεότυπα παγιωμένες αντιλήψεις και συμπεριφορές που είναι διαδεδομένες σε μεγάλο αριθμό ανθρώπων.

      Μεταφέρονται από γενεά σε γενεά και από άτομα σε άτομα, μέσω της μίμησης. Ένα στερεότυπο επιβάλλεται από το πλήθος των ανθρώπων που το πιστεύουν και συνήθως δεν έχει σχέση με την ενσυνείδητη αποδοχή μετά από κριτική σκέψη.  Γι’ αυτό τα περισσότερα από αυτά είναι ασυνείδητα.

        Χρειάζεται μία εσωτερική καλλιέργεια, μια ταπείνωση και μία εξυπνάδα για να αντιληφθεί κανείς πρώτα, ότι ο νους του κατέχεται από στερεότυπά. Κατά δεύτερο λόγο, χρειάζεται ακόμα βαθύτερη καλλιέργεια και αυτοπαρατήρηση για να αντιληφθεί κανείς από ποια  συγκεκριμένα στερεότυπα μπλοκάρεται ο νους του, άρα και η συμπεριφορά του.

      ‘Όλοι μας έχουμε στερεότυπα.. δηλαδή προκαθορισμένες ιδέες, απόψεις, γνώμες, στάσεις για διάφορα θέματα, που κάποτε ίσως τις σκεφτήκαμε και τις αποδεχτήκαμε σαν σωστές, αλλά από τότε δεν θέλουμε να τις ξαναεξετάσουμε, να τις ξανασκεφτούμε. Τις ακολουθούμε σαν μπούσουλα με έναν τρόπο αυτόματο, μηχανικό, χωρίς δεύτερη σκέψη. Πρέπει κάτι να συμβεί, ένα πρόβλημα, μία δυσκολία, ένα απρόσμενο γεγονός, που θα μας αναγκάσει να σκεφτούμε και να αναρωτηθούμε αν αυτό που πιστεύαμε μέχρι τώρα εξακολουθεί να είναι σωστό .

     Τα στερεότυπα δεν είναι κατ’ ανάγκη λάθος. Υπάρχουν και πολλά στερεότυπα που είναι σωστά και καλά. Μπορεί σε κάποια εποχή, κάτω από κάποιες συνθήκες, να ήταν σωστή μια στάση, αλλά καθώς ο κόσμος αλλάζει και οι συμπεριφορές και οι αντιδράσεις μας χρειάζονται και αυτές αλλαγή.       Σ’ αυτή την περίπτωση ένα στερεότυπο μπορεί να αποτελέσει τροχοπέδη.

    Οι άγιοι είναι βαθιά καλλιεργημένοι άνθρωποι με πολύ βαθιά αυτογνωσία. Αυτοί έχουν ελευθερώσει τον νου τους από πάθη και  ξεπερασμένα στερεότυπα. Είναι όντως ελεύθεροι, σε πλήρη επαφή με την πραγματικότητα γι’ αυτό βαθιά ρεαλιστές και πρωτότυποι. Αυτοί είναι που μας ‘ξυπνάνε’ και μας δείχνουν τον δρόμο.

       Να ένα παράδειγμα. Ο γέροντας Παϊσιος είπε  « Παλιά αν ήταν κανείς ευλαβής κοσμικός ή παπάς ή μοναχός ακόμα περισσότερο, που ασχολείτο με τα κοσμικά (= εννοεί την πολιτική κατάσταση )  τον είχαν για κλείσιμο στον πύργο (= εννοεί χαριτολογώντας τη φυλακή- τρελοκομείο). Σήμερα αν δεν ασχολείται κανείς είναι για κλείσιμο στο πύργο, γιατί αυτοί πάνε να τα χαλάσουν όλα. Βλέπεις ο απόστολος έλεγε στους Χριστιανούς να μην ασχολούνται, να ξεχωρίζουν από τον κόσμο, γιατί τότε όλος ο κόσμος ήτανε ειδωλολατρικός, ανήκε σε αυτούς, κάνανε όπως θέλανε. Μετά τον Μέγα Κωνσταντίνο όμως, άλλαξαν τα πράγματα, έγινε Χριστιανικός ο κόσμος .Ναοί , ιδρύματα, ελεύθερη η εκκλησία…Έχουμε ευθύνη. Είναι δικά μας όλα αυτά. Αυτοί τώρα πάνε να τα χαλάσουν όλα.»

       Εδώ ο γέροντας εντοπίζει ένα στερεότυπο μεταξύ των χριστιανών. Ένα στερεότυπο που  εκφράζεται και με τα λόγια… «Α !, εγώ δεν ασχολούμαι με την πολιτική.» Ή με την προτροπή « Μην ασχολείσαι με την πολιτική»

    Αυτό διαμορφώνει μία ψυχική στάση, μία συμπεριφορά, που απαξιώνει και αδιαφορεί για τα πολιτικά πράγματα. Αυτό οδηγεί στην εξής συμπεριφορά. Πηγαίνει κανείς  μία φορά κάθε τέσσερα χρόνια να ψηφίσει, συνήθως δεξιά, και αυτό είναι όλο.

        Ίσως αυτό το στερεότυπο να δημιουργήθηκε πριν και μετά τον εμφύλιο πόλεμο, τότε που ήταν επικίνδυνο να ασχολείται κανείς με την πολιτική. Ήταν της νοοτροπίας ‘ άσε καλλίτερα, μην μπλέξουμε’.  Από φόβο λοιπόν , ‘μην μπλέξουμε’ , διαδόθηκε αυτό το στερεότυπο, μιας και παρουσίαζε την δειλία σαν σύνεση. Βολικό για κάποιους εαυτούληδες.

    Αυτή την στάση οι αρχαίοι Αθηναίοι την είχαν καταδικάσει σαν πονηρή και ιδιοτελή, γιατί αφήνεις τους άλλους να ‘βγάλουν το φίδι από την τρύπα’.  Αυτούς που δεν ήθελαν να ασχολούνται με τα κοινά, με τις υποθέσεις της πόλης, για να μην δημιουργούν αντιπαλότητες και εχθρούς, τους ονόμαζαν περιφρονητικά  ‘ΙΔΙΩΤΕΣ’ , τους θεωρούσαν ανάξιους πολίτες και αργότερα έβγαλαν και νόμο και τους έδιωχναν από την πόλη, σαν άχρηστους, πονηρούς και επικίνδυνους.

       Αυτή ήταν η στάση των πολλών ευλαβών Χριστιανών για πολλά χρόνια. Άντε καλά να είναι κανείς μοναχός, ασκητής, να έχει αφιερώσει τον εαυτό του στην προσευχή, το καταλαβαίνω, αλλά οι υπόλοιποι;

      Πιο είναι το πρακτικό αποτέλεσμα αυτής της στάσης; Οι Χριστιανοί αποτραβήχτηκαν από την πολιτική και τα κόμματα, και το ‘κενό’ το γέμισαν, άθεοι αριστεροί, αντίχριστοι μασόνοι, άνθρωποι χωρίς ιδανικά και αρετή, αδιάφοροι για την πατρίδα και το κοινό καλό, άνθρωποι που τρέχουν για το προσωπικό τους συμφέρον μόνο, κλπ.  Έτσι οι Χριστιανοί μπήκαν στο περιθώριο, η πολιτική τους δύναμη και παρουσία σχεδόν μηδενίστηκε.

    Η λεγόμενη ‘δεξιά’ που παραδοσιακά ψήφιζε ένα μεγάλο κομμάτι των Χριστιανών, έστρεψε φανερά    την πλάτη της στις αξίες που εκφράζει η εκκλησία. Πολλά στελέχη του δεξιού κόμματος σαν πρόσωπα δεν εμφορούνται στην ιδιωτική τους ζωή από τις ‘εκκλησιαστικές αξίες’. Αφού αρνήθηκαν αυτές τις αξίες σαν πρόσωπα, φυσικό ήταν να τις εγκαταλείψουν σιγά- σιγά και σαν κόμμα. ‘Δεξιές’ κυβερνήσεις είναι αυτές που καταργούν έμμεσα την αργία της Κυριακής για παράδειγμα.

    Φτάσαμε λοιπόν σήμερα στο σημείο, εμείς που είμαστε η πλειοψηφία του Ελληνικού λαού, οι  ορθόδοξοι Χριστιανοί, να μην έχουμε κόμμα να ψηφίσουμε, να μην έχουμε πολιτική εκπροσώπηση, να μην έχουμε πολιτική επιρροή. Μερικοί πάνω στην απελπισία τους στράφηκαν σε ακραία κόμματα, πατριωτικά ίσως αλλά παγανιστικά- ειδωλολατρικά σίγουρα, και οπωσδήποτε πολύ μακριά από το ορθόδοξο συνοδικό δημοκρατικό πνεύμα.

      Είναι να απορεί κανείς για την δύναμη που έχουν τα στερεότυπα. Είναι να θαυμάζει κανείς πως προωθώντας και επιβάλλοντας ένα στερεότυπο μπορείς να ελέγξεις την συμπεριφορά μεγάλου πλήθους ανθρώπων. Αυτή είναι

‘η γνώση’ των τεχνικών της εξουσίας.

       Εγώ βέβαια θαυμάζω τον άγιο που βγάζει μέσα από τα σπλάχνα της η ορθόδοξη εκκλησία μας. Καλά σήμερα που τα ζούμε αυτά τα πράγματα είναι εύκολο να κάνει κανείς τις πάρα πάνω διαπιστώσεις.

       Ο Άγιος γέροντας Παϊσιος, ο διορατικός και προφητικός, είπε αυτά τα πράγματα σχεδόν τριάντα χρόνια πριν. Τότε που δεν υπήρχε ούτε φωτιά ούτε καπνός. Βλέποντας πολύ πριν από εμάς, που οδηγούνται τα πράγματα είχε το θάρρος να επιτεθεί κατά του καταστροφικού στερεότυπου που λέει ‘ Α! εγώ δεν ασχολούμαι με την πολιτική’. Βλέποντας την μεγάλη καταστροφή να πλησιάζει μας προτρέπει να αλλάξουμε νοοτροπία και συμπεριφορά. Προτρέπει ακόμα και οι μοναχοί (πόσο μάλλον οι λαϊκοί ) να αρχίσουν να ασχολούνται με τα κοινά , ‘ γιατί αυτοί πάνε να τα χαλάσουν όλα’,  όπως χαρακτηριστικά έλεγε.

      Και για να δείξει το μέγεθος της ανάγκης λέει με έμφαση. ‘ Σήμερα αν δεν ασχολείται κανείς είναι για κλείσιμο στον πύργο.’ Βλέπετε πόσο ελεύθερα σκεπτόμενοι έξω από στερεότυπα, ανατρεπτικοί  και ρεαλιστές είναι οι Άγιοι όταν χρειάζεται; Φέρνουν τα πάνω κάτω, όταν το απαιτεί η ανάγκη και τα πράγματα.

    Εμείς οι ορθόδοξοι είχαμε πάντα σαν πρότυπα και οδηγούς τους Αγίους μας. Αναρωτιέμαι μήπως έφτασε η ώρα να συμμετάξουμε ενεργά στην πολιτική; Μήπως έφτασε ή ώρα για ένα νέο πολιτικό σχήμα; ή είναι ήδη πολύ αργά; Μήπως πρέπει να βαδίσουμε η καλλίτερα να τρέξουμε προς την κατεύθυνση της δημιουργίας ενός πατριωτικού, ορθόδοξου και δημοκρατικού πολιτικού κινήματος που θα αναλάβει την ηγεσία του Ελληνικού κράτους;

      Ο Άγιος γέροντας Παϊσιος ευχόταν « να αναστήσει ο Θεός Μακαβαίους». Τι ήταν οι Μακαβαίοι; Άνθρωποι που αγαπούσαν τον αληθινό Θεό και την πατρίδα τους. Άνθρωποι ανιδιοτελείς, ανδρείοι, με πνεύμα αυτοθυσίας για χάρη του αληθινού Θεού. Όταν ο τότε ξένος εξουσιαστής πήγε να τους απομακρύνει από την πίστη στον αληθινό Θεό, πήγε να αλλοιώσει την παράδοση και τον τρόπο ζωής τους που είχε διαμορφωθεί από την πίστη τους στον αληθινό Θεό, τότε ύψωσαν ανάστημα, αντιστάθηκαν και τελικά νίκησαν.

    Και μια και το φιλοσοφούμε εδώ πέρα, ας ψηλαφίσουμε κάποια όρια.

        Ας αναρωτηθούμε, μια και έχουμε ακόμα ελευθερία σκέψης, είναι σωστό το στερεότυπο που απαγορεύει στους κληρικούς να συμμετέχουν ενεργά στη πολιτική; Ειδικά σε περιπτώσεις όπου διακυβεύεται αυτή καθαυτή η ύπαρξη του ελληνικού έθνους και κράτους;

     Στην παράδοσή μας, στην Χριστιανική Ορθόδοξη αυτοκρατορία που είχε πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη, στην Ρωμανία, ο Πατριάρχης έπαιρνε  ενεργό μέρος στην διοίκηση, και όταν έλειπε ο αυτοκράτορας μακριά σε πολέμους ανελάμβανε αυτός την διοίκηση του κράτους, ακόμα – ακόμα, σε κάποιες περιπτώσεις, ανέβαζε ή κατέβαζε Αυτοκράτορες. Βέβαια γινόταν και το ανάποδο. Ο Μέγας Φώτιος ήταν υψηλότατο πολιτικό και διοικητικό στέλεχος της αυτοκρατορίας και έγινε Πατριάρχης μέσα σε μία εβδομάδα με την βοήθεια του φίλου του Αυτοκράτορα. Και φυσικά εξακολούθησε να συμμετέχει στην διαμόρφωση της πολιτικής της αυτοκρατορίας.

      Ο Μητροπολίτης Λάρισας Διονύσιος που οργάνωσε και κήρυξε επανάσταση το 1600 κατά του Σουλτάνου Μεχμέτ Γ’ δεν έκανε ‘πολιτική’ ;

      Ο επίσκοπος Παλαιών Πατρών Γερμανός που κήρυξε την έναρξη της επανάστασης το 1821 δεν έκανε εθνική πολιτική;

        Ο Παπαφλέσσας, από τα πλέον δραστήρια μέλη της φιλικής εταιρείας, που ανέλαβε και διοικητικές θέσεις στις πρώτες επαναστατικές ελληνικές κυβερνήσεις, δεν είχε πολιτική δράση;

       Ο επίσκοπος Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης που ήταν από τους στυλοβάτες του Μακεδονικού αγώνα (1904-1908) μαζί με πολλούς ιερείς δεν έκανε εθνική πολιτική ;

      Ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος (1938-1941) που αρνήθηκε να ορκίσει την διορισμένη από τους Γερμανούς κυβέρνηση Τσολάκογλου, και στην συνέχεια συμμετείχε ενεργά στην αντίσταση κατά των Ναζί, δεν έκανε ‘πολιτική’ ;

    Στην σύγχρονη εποχή έχουμε τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο που κυβέρνησε την Κύπρο για πολλά χρόνια.

     Έχουμε και τον μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο που ταρακούνησε την Ελλάδα με τα γιγάντια συλλαλητήρια που διοργάνωσε και έδειξε ότι ο ελληνικός λαός εμπιστεύεται πολύ περισσότερο την εκκλησία του από ότι τα κόμματα που δεν μπορούν να κινητοποιήσουν ούτε ένα ελάχιστο πλήθος. Έδειξε την μεγάλη δύναμη των ελλήνων και ορθοδόξων που σήμερα την έχουν σβήσει από τον πολιτικό χάρτη. Έβαλε κάποιους αντίχριστους πολιτικούς στην θέση τους, και σταμάτησε κάποιες στραβές και αντιλαϊκές πολιτικές. Για φαντασθείτε, τι θα γινόταν  αν την ώρα που ψηφιζόταν το καταστροφικό μνημόνιο, έξω από την βουλή, μαζί με το ένα εκατομμύριο λαό, να βρισκόταν στο πλάϊ του παραταγμένη και η εκκλησιαστική ιεραρχία; Πόσοι από τους βολευτές θα τολμούσαν να ψηφίσουν το μνημόνιο ; Σε ποια διαφορετική κατάσταση θα βρισκόμασταν σήμερα;

      Μήπως ήρθε η ώρα οι πνευματικοί μας (ηγέτες) να προτρέπουν τους πιστούς να συμμετέχουν στα κοινά, να συμμετέχουν και να διεκδικούν ηγετικές θέσεις σε συλλόγους με κοινωνική επιρροή, να διεκδικούν θέσεις στην τοπική αυτοδιοίκηση και στους ικανότερους και τιμιώτερους να συνασπίζονται σε συλλόγους, να δημιουργούν πολιτικά σχήματα και να παίρνουν θέσεις στην ελληνική βουλή;  Δηλαδή να ανατρέψουμε την νοοτροπία της αδράνειας και της παθητικότητας και να την αντικαταστήσουμε με την παιδεία της υπευθυνότητας και της συμμετοχής στις δημοκρατικές διαδικασίες. Εξ’ άλλου αυτό είναι και το ορθόδοξο πνεύμα της συνοδικότητας. Να καλλιεργήσουν αυτό το πνεύμα στα κατηχητικά και στις ενορίες.

     Θα ευχόμουν να βοηθήσουν δυναμικά να σχηματισθεί ένα κίνημα πανελλήνιας εμβέλειας που θα δώσει μία πατριωτική και Χριστιανική ηγεσία, που τόσο πολύ χρειάζεται η πατρίδα μας, ικανή να μας σώσει από την καταστροφή που πλησιάζει όλο και πιο κοντά.

            Ο Θεός θα βοηθήσει την Ελλάδα αλλά και ο καθένας από μας θα δώσει λόγο για την στάση που θα κρατήσει αυτά τα δύσκολα χρόνια, έλεγε ο γέροντας Παϊσιος.

Αθανάσιος Ρακοβαλής

 

Πηγή: aktines 

Επιτρέπεται οι Λαϊκοί να αναμειγνύονται στα θέματα της Πίστεως;

0
θέματα της Πίστεως

 

Γιατί όπως έλεγε κι ο άγιος Παϊσιος:  «Ἄν δὲν ἀντιδράσουμε, θὰ σηκωθοῦν οἱ πρόγονοί μας ἀπὸ τοὺς τάφους».

 

Εισαγωγή

       Μπορούν οι λαΐκοί, τα μέλη της Εκκλησίας που δεν έχουν την Ιερωσύνη, να ασχολούνται με θέματα Πίστεως; Δύνανται οι λαΐκοί, παρ’ όλο που δεν έχουν κανένα αξίωμα μυστηριακής διακονίας στην Εκκλησία, να ελέγξουν Επισκόπους, όταν εκείνοι παρεκτρέπονται από την αλήθεια; Είναι δικαιολογημένοι όσοι πίσω από τους Ιερείς και τους Πνευματικούς τους Πατέρες τηρούν στάση αδιαφορίας, όταν παραχαράσσονται το κήρυγμα και η Πίστη της Εκκλησίας, επειδή παρομοίως και οι Προεστώτες και Πνευματικοί τους Πατέρες, «αφού έπαθαν κάτι ανθρώπινο» δεν μαρτυρούν και δεν ομολογούν την αλήθεια της Ορθοδοξίας;


1) Η Θεολογία 
μάς είναι απαραίτητη για να προχωρήσουμε στην ορθοπραξία

       Ό,τι είναι απαραίτητο για τη σωτηρία μας, έχει παραδοθεί στην Εκκλησία από τους θεωμένους διδασκάλους Της, δηλαδή τους αγίους Προφήτες, Πατριάρχες, Αποστόλους και Πατέρες και ευρίσκεται στην Αγία Γραφή, στις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων περί των δογμάτων («Όροι») και περί του βίου («ιεροί Κανόνες»), και στα έργα των Αγίων Πατέρων, ώστε να είναι εύληπτο και κατανοητό από τον απλό πιστό, με σκοπό από την Ορθοδοξία να περάσει στην ορθοπραξία, αποφεύγοντας το σκόπελο των αιρέσεων. Οι αιρέσεις μέσω της αλλοιωμένης πίστεως (αιρετικής πλάνης) καταστρέφουν την ορθοπραξία και απομακρύνουν «οντολογικώς» από το Σώμα του Χριστού, διότι αποκόπτονται από την ενότητα της Εκκλησίας περί τον Επίσκοπο και τη Θεία Ευχαριστία.
Σύμφωνα με μία από τις «αρχές» της ορθής θεολογίας, η ορθόδοξη θεολογία δεν είναι φιλοσοφικό σύστημα, είναι προσπάθεια για τη σωτηρία και τη θέωση. Στις θεολογικές διαμάχες αυτό που ενδιαφέρει τους Πατέρες δεν είναι η νίκη επί του αντιπάλου, αλλά το να μη θιγεί η δυνατότητα της θεώσεως και της σωτηρίας1.
Τα δογματικά και θεολογικά έργα των Αγίων Πατέρων σε μεγάλο βαθμό απευθύνονται σε λαϊκούς,
 στους απλούς πιστούς, με σκοπό να τους μυήσουν βαθύτερα στην πίστη και πράξη της Εκκλησίας και να τους προφυλάξουν από τις αιρέσεις. Αυτό δεν το υπενθυμίζει σχεδόν κανείς σήμερα, διότι το θεολογικό – δογματικό κήρυγμα έχει εν πολλοίς εκλείψει.

 (Για τις συνέπειες της αιρέσεως στη πνευματική ζωή των ανθρώπων θα γράψουμε ξεχωριστά σε άλλη ενότητα).

2)Το «ασφαλώς θεολογείν» δεν είναι μεν για όλους, αλλά το «φιλοσόφως θεολογείν» και το «ομολογείν» την αποδεδειγμένη Θεολογία της Εκκλησίας, είναι για όλους τους ευλαβείς.

α. Η Θεολογία

       Είναι αλήθεια, ότι οι Άγιοι Πατέρες θεωρούν τη Θεολογία ως κάτι πολύ βαθύ και συνάμα υψηλό και τονίζουν ότι η ενασχολήση με αυτήν αρμόζει μόνον σε όσους έχουν προοδεύσει στην κατά Θεόν ζωή,  και ευρίσκονται σε κατάσταση τουλάχιστον «καθάρσεως» από τα πάθη, αν όχι στα ανώτερα στάδια του «φωτισμού» και της «θεώσεως», καθώς λέγει ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: «Δεν είναι για τον καθένα, αγαπητοί, το να φιλοσοφή περί Θεού, δεν είναι για τον καθένα· δεν είναι το πράγμα αυτό τόσο φθηνό και όσων πορεύονται στα χαμηλά» αλλά είναι για όσους «έχουν εξετασθή και περάσει στη θεωρία [δηλ. στη θέα του Θεού] και είναι κεκαθαρμένοι στην ψυχή και το σώμα ή τουλάχιστον καθαίρονται» 2.
Η ενασχόληση κατ’ εξοχήν των Επισκόπων και λοιπών Κληρικών με τη Θεολογία, νοείται υπό την έννοια, ότι οι Κληρικοί πληρούν περισσότερο τις προϋποθέσεις για να φθάσουν στο στάδιο του φωτισμού και της θεώσεως, επειδή είναι επίλεκτοι, χάρις στην καθαρή τους ζωή. Οι Ιεροί Κανόνες καθορίζουν την ευθύνη πρωτίστως των Αρχιερέων για την ενασχόληση με τα δόγματα.
Όμως αυτό δεν σημαίνει, ότι οι Κληρικοί αποτελούν χωριστό σώμα εκτός του Σώματος του Χριστού, της Εκκλησίας, στην Οποία ενώνονται οργανικώς με όλους τους πιστούς. Δια τούτο και έχει επισημανθεί, ότι  «οι συνήθως λοιπόν φερόμενοι όροι “επίσημος Εκκλησία”, “διοικούσα Εκκλησία”, “διδάσκουσα Εκκλησία”, χρησιμοποιούνται κατά συνθήκη και καταχρηστικώς, ενώ από δογματική άποψη με βάση την ακρίβεια παρουσιάζονται ως αδόκιμοι»3.
Ενώ, λοιπόν, η κατ’ εξοχήν Θεολογία ανήκει σε όσους ενώθηκαν με τον Θεό δια της θεώσεως και της ελλάμψεως του ακτίστου φωτός, ωστόσο, σύμφωνα με την διδασκαλία των  Αγίων Πατέρων «ημπορούμε και οι άλλοι να θεολογούμε, αλλά σε άλλα, κατώτερα στάδια, κυρίως όμως με το να ακολουθούμε τους αληθείς θεολόγους»4Ασφαλής οδός είναι η εμπιστοσύνη σε όσα μας απεκάλυψε το Άγιον Πνεύμα δια των Αγίων. Γράφει δια τούτο ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ότι μπορούν να θεολογούν και αυτοί που δεν είναι άγιοι, και μάλιστα μπορούν να θεολογούν με βεβαιότητα, «όχι ακολουθώντας στοχασμούς, αλλά θεόλεκτα λόγια [δηλ. τα λόγια που ελέχθησαν από το Θεό]5 ».
Λοιπόν, βάσει της διδασκαλίας του Αγίου Παλαμά και των προγενεστέρων Αγίων, των οποίων τη διδασκαλία αυτός συνοψίζει, υπάρχουν τρία είδη θεολογίας:
(α) η ασφαλής και μυστική θεολογία όσων έφθασαν σε θεοπτία (θέα  Θεού) οι οποίοι ομιλούν από προσωπική εμπειρία και κοινωνία με τον Θεόν,
         (β) η φιλόσοφος θεολογία, όσων δεν έχουν μεν προσωπική εμπειρία θεοπτίας, αλλά με ταπείνωση δέχονται τις εμπειρίες και θεοπτίες των θεοπτών και θεολογούν σύμφωνα με αυτές και
(γ) η καινή (καινούργια-καινοτόμος) θεολογία των θρασέων θεολόγων, όσων θεολογούν διαλεκτικώς με βάση τις δικές τους φιλοσοφικές αρχές και απορρίπτουν τις εμπειρίες των Αγίων6.

        Η μέση οδός, της φιλοσόφου θεολογίας, βάσει των δογμάτων της Εκκλησίας μας, βασίζεται στον «αποδεικτικό συλλογισμό». Επειδή δια των Αγίων Πατέρων (Προφητών, Αποστόλων, Ομολογητών, Ιεραρχών κ.λπ.) έχουμε διδαχθή από το Άγιον Πνεύμα τις δογματικές αλήθειες, δια τούτο είμαστε βέβαιοι με αποδείξεις για το τί πιστεύει η Εκκλησία και δεν περιπίπτουμε σε «διαλεκτικό συλλογισμό» η  αγνωστικισμό (ότι δηλ. μπορούμε δήθεν να συλλογιζόμαστε διαλεκτικά για τα θεία πράγματα, ή ότι δεν μπορούμε να προσκομίσουμε βέβαιες θέσεις και αποδείξεις γι’ αυτά). Τούτο ήταν και ένα βασικό σημείο της αντιπαραθέσεως του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά προς τον φιλοσοφούντα ψευδο-μοναχό, ανθρωπιστή και αγνωστικιστή Βαρλαάμ τον Καλαβρό.
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς υπεστήριξε ότι δεν είναι δυνατόν να εφαρμόσουμε στη θεολογία τον διαλεκτικό συλλογισμό, ο οποίος πραγματεύεται σχετικώς με το «νομιζόμενο και πιθανό και που εκ φύσεως άλλοτε είναι αλλιώς και άλλοτε αλλιώς, και άλλοτε υπάρχει, αλλά άλλοτε δεν υπάρχει, και κάποτε είναι αληθές, και κάποτε δεν είναι». Αυτό έπρατταν οι Έλληνες φιλόσοφοι στους οποίους η θεολογία κατήντησε πιθανολογία. Αντιθέτως, ο αποδεικτικός συλλογισμός, ο οποίος πραγματεύεται  «για το αναγκαίο, και εκείνο που πάντοτε υπάρχει και πάντα είναι αληθινό και πάντοτε είναι το ίδιο», είναι απαραίτητος στα θεολογικά προβλήματα, αλλά και αποτελεσματικός, διότι υπάρχουν πλευρές του θεολογικού προβλήματος που επιδέχονται απόδειξη. Η απόδειξη στηρίζεται αφ’ ενός στις αποκαλυμμένες από τον Θεό «αυτόπιστες αρχές», αφ’ ετέρου στις «κοινές έννοιες» και τα «αξιώματα»7.
Συνεπώς, ως Ορθόδοξοι μπορούμε πάντοτε να προσάγουμε «αποδείξεις» για την καθολική αλήθεια περί Θεού, ανθρώπου και κόσμου, αν όχι βάσει της (ίσως ανύπαρκτης) προσωπικής μας μεθέξεως στον Θεόν, αλλά βάσει (α) της θεολογικής διδασκαλίας των Αγίων μας, οι οποίοι ήλθαν σε ένωση με τον Θεόν και (β) της κοινής λογικής, η οποία εφαρμόζει τις διδασκαλίες αυτές στα νέα προβλήματα που ανακύπτουν.


β. Η ομολογία

       Όπως θα δούμε και παρακάτω σε ιστορικά συμβάντα, όταν κινδυνεύει η Πίστη, τότε η υπεράσπιση της Ορθοδοξίας, η «ομολογία» της αληθείας από τους ορθοδόξους πιστούς, δεν είναι θέμα φιλοσοφήσεως ή συζητήσεως, κατά τον «διαλεκτικό συλλογισμό» που προαναφέραμε, αλλά είναι θέμα εμμονής στη θεολογία που έχει απ’ αρχής παραδοθεί από την Εκκλησία στους πιστούς, ως θεολογία αλάθητη. Στην εμμονή αυτή, την ομολογία, δεν υπάρχουν διαβαθμίσεις προϊσταμένων και υφισταμένων, κληρικών και λαϊκών.
Ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης είναι κατηγορηματικός:  «Είναι εντολή Κυρίου να μη σιωπά κάποιος σε περίσταση που κινδυνεύει η Πίστη. Διότι λέγει “Λάλει και μη σιωπήσης” [Πράξ. 18, 9]. Και “Εάν υποχωρήση δεν ευδοκεί η ψυχή μου σ’ αυτόν” [Εβρ. 10,38]. Kαί “Αν αυτοί σιωπήσουν, οι λίθοι θα κράξουν” [Λουκ. 19, 40]. Ώστε όταν πρόκειται περί πίστεως, δεν είναι δυνατόν να πη κανείς “Εγώ ποιός είμαι; ” 8.

        Και αλλού γράφει: «Kατά τον καιρό τούτο που διώκεται ο Χριστός μέσω της Εικόνος του, οφείλει κάποιος να αγωνίζεται, όχι μόνον αν είναι υπέρτερος στο αξίωμα και τη γνώση, ομιλώντας και διδάσκοντας τον λόγον της Ορθοδοξίας, αλλά κι αν ακόμη ευρίσκεται σε θέση μαθητού, έχει χρέος να φανερώνει με θάρρος την αλήθεια και να ομιλή με ελευθερία. Δεν είναι λόγος εμού του αμαρτωλού, αλλά του θείου  Χρυσοστόμου μαζί με άλλους Πατέρας»9.

        Ας ιδούμε, λοιπόν μόνον μερικά από τα πολλά ιστορικά συμβάντα για την προάσπιση της Ορθοδοξίας από λαϊκούς.  

 

3) Ιστορικές μαρτυρίες για την ενασχόληση του λαού της Εκκλησίας με τα θέματα Πίστεως

 

α. Ο Ευσέβιος, που μεταγενεστέρως έγινεν Επίσκοπος του Δορυλαίου

        Ένας εκ των πρώτων που αντέδρασαν κατά του αιρετικού Πατριάρχου Νεστορίου, ο λαΐκός άνθρωπος Ευσέβιος, μετέπειτα επίσκοπος Δορυλαίου, δικαιώθηκε τελικώς από την Εκκλησία κατά την καταδίκην του Νεστορίου. Ο Ευσέβιος (όντας λαϊκός) είχεν αντιδράσει αμέσως (το 429), αντικρούοντας τον αιρετικό Πατριάρχη εντός της Εκκλησίας. Σύμφωνα με τον Άγιο Κύριλλο,«Επειδή αυτός [ο Νεστόριος] στη μέση της Εκκλησίας παρουσίαζε καινούργιες και βέβηλες διδασκαλίες, κάποιος άνδρας από τους πολύ επιεικείς, και όντας ακόμη μεταξύ των λαϊκών, αλλά έχοντας συγκεντρώσει μέσα του θαυμαστή παιδεία, κινημένος από θερμό και φιλόθεο ζήλο, φωνάζοντας εντόνως είπεν, ότι ο Ίδιος ο προαιώνιος Λόγος υπέμεινε και δεύτερη γέννηση, δηλαδή, κατά την ανθρώπινη φύση, και από γυναίκα· και ενώ στα πλήθη γινόταν θόρυβος γι΄ αυτά και οι μεν περισσότεροι και συνετοί τον ετιμούσαν με μεγάλους επαίνους, ως ευσεβή και συνετώτατο και γνώστην της ορθότητος των δογμάτων, ενώ οι άλλοι ήταν λυσσασμένοι εναντίον του, αυτός [ο Νεστόριος] διακόπτει και αμέσως αποδέχεται εκείνους τους οποίους και κατέστρεψε με τη διδασκαλία του, στρέφει δε την γλώσσα του εναντίον εκείνου [του Ευσεβίου], που  δεν ανέχθηκε τα λόγια του, αλλά και εναντίον των Αγίων Πατέρων, οι οποίοι μας θεσμοθέτησαν τον ευσεβή Όρο της Πίστεως, την οποίαν έχομεν ως άγκυρα της ψυχής ασφαλή και βεβαία, καθώς έχει γραφή [ Εβρ. 6, 19]»10.

        Αμέσως μετά ο Ευσέβιος τοιχοκόλλησε στο Ναό της Αγίας Σοφίας και διέδωσε δημόσιο γραπτό λίβελλο – έλεγχο της αιρέσεως του Πατριάρχη με την παρακίνηση: «Ορκίζω στην Αγίαν Τριάδα αυτόν που λαμβάνει αυτό το χαρτί, να το παρουσιάση σε επισκόπους, πρεσβυτέρους, διακόνους, αναγνώστες, λαϊκούς που κατοικούν την Κωνσταντινούπολι, κι ακόμη να τούς δώση και αντίγραφο, προς έλεγχο του αιρετικού Νεστορίου, ότι είναι ομόφρων του Παύλου του Σαμοσατέως που αναθεματίσθηκε πριν από εκατόν εξήκοντα έτη από τους ορθοδόξους Πατέρες Επισκόπους. Και αυτά που λέχθηκαν και από τις δύο πλευρές έχουν ως εξής…»11.
Αργότερα, ο ίδιος αυτός Ευσέβιος, ως Επίσκοπος πλέον του Δορυλαίου, πρωτοστάτησε μαζί με τον Άγιον Φλαβιανόν Πατριάρχην ΚΠόλεως και στην αντιμετώπιση του αιρεσιάρχη Ευτυχούς, ο οποίος πρώτος εισήγαγε τον μονοφυσιτισμό, και μαζί με τον Άγιον Φλαβιανόν υπέστη διωγμούς μετά τη μονοφυσιτική και ληστρική σύνοδο της Εφέσου (449 μ.Χ.). Γράφει σχετικώς ο Θεοφάνης ο Ομολογητής και Χρονογράφος: «ο προαναφερθείς Ευσέβιος ο σχολαστικός, που πρώτος αντιμετώπισε τον Νεστόριο, αφού προήχθη στην Επισκοπή του Δορυλαίου, συζητώντας με τον Ευτυχή τον Αρχιμανδρίτη σχετικώς με την πίστη, τον ευρήκε να μη φρονή ορθώς. Και αφού τον παρεκάλεσε πολύ και τον παρήνεσε, δεν μπόρεσε να τον ωφελήση. Τότε ο Ευσέβιος ανέφερε τα σχετικά με αυτόν στον Επίσκοπο Φλαβιανό» 12 κ.λπ.


β.Λαϊκοί που ομολόγησαν και εδιώχθησαν από τον αιρεσιάρχη Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριο.

       Από επιστολή του Πάπα Ρώμης Κελεστίνου προς τον Νεστόριο πληροφορούμαστε, ότι πολλοί Κωνσταντινουπολίτες, οι οποίοι -όπως είπαμε-αντέδρασαν στην αίρεση του Πατριάρχη τους Νεστορίου, υπέστησαν διωγμούς και ακοινωνησία από τον αιρετικό Πατριάρχη. Γράφει ο Πάπας προς τον αιρεσιάρχη Πατριάρχη Νεστόριο: «Ακούω, ότι οι κληρικοί εκείνοι που φρονούν όπως η Καθολική [Ορθόδοξος] Εκκλησία, με τους οποίους εμείς κοινωνούμε, υπομένουν βία μεγίστη, τόσον ώστε να λέγεται ότι έχουν αποκλεισθή και έξω από την Πόλη. Χαίρομεν, διότι εκέρδισαν το έπαθλο της ομολογίας, αλλά λυπούμεθα που ο διώκτης είναι Επίσκοπος. Ο μακάριος απόστολος Παύλος από διώκτης μετηλλάγη σε κήρυκα· τώρα είναι μέγιστο ασέβημα από κήρυκα να μεταλλαγή κανείς σε διώκτη»13.

        Μετά από τοπική Σύνοδο της Αλεξανδρείας όπου καταδικάστηκε η καινοφανής διδασκαλία του Νεστορίου ως αίρεση (430 μ.Χ.), ο Άγιος Κύριλλος έγραψε γράμμα στους απλούς πιστούς της ΚΠόλεως, ενθαρρύνοντάς τους να απόσχουν από την κοινωνία με τον Νεστόριο, αν αυτός δεν μετανοήσει· εκείνους που αυτός (ο Νεστόριος) είχε αποκόψει από την κοινωνία μαζί του, ο Άγιος Κύριλλος τους θεωρούσε ως κανονικώς ευρισκομένους σε κοινωνία με την Εκκλησία. Γράφει ο Άγιος σε επιστολή του στους Κωνσταντινουπολίτες «διατηρήστε τους εαυτούς σας ασπίλους και αμώμους, μήτε κοινωνώντας με τον προαναφερόμενο, μήτε προσέχοντάς τον ως διδάσκαλον, αν παραμείνη λύκος αντί ποιμένος και προτιμήση και μετά από αυτήν μας την υπόμνησι να φρονή τα διεστραμμένα. Εμείς δε κοινωνούμε με τους κληρικούς ή λαϊκούς οι οποίοι χάριν της ορθής Πίστεως χωρίσθηκαν ή καθαιρέθηκαν από αυτόν, και δεν επικυρώνουμε την άδικη ψήφο εκείνου, αλλά μάλλον επαινούμε τους πάσχοντας, λέγοντας προς αυτούς εκείνο “εάν ονειδίζεσθε εν Κυρίω, είσθε μακάριοι, διότι το Πνεύμα της δυνάμεως και του Θεού έχει αναπαυθή πάνω σας” [Α΄ Πέτρου 4, 14]»14.


γ. Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός

        Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ων ακόμη αξιωματούχος στο Χαλιφάτο της Δαμασκού, και ενώ είχε εκσπάσει η εικονομαχία στην ΚΠολη, έγραψε περί το 730 μ.Χ. λόγους κατά της Εικονομαχίας, οι οποίοι έκαναν πολλή ζημία στην αίρεση. Καθώς λέγει ο Βίος του, αφού ο άγιος Ιωάννης επλήσθη με ζήλο, ως ο Προφήτης Ηλίας, «στους Ορθοδόξους εκείνους που τον εγνώριζαν αποστέλλει λόγους σε μορφή επιστολών υπέρ της προσκυνήσεως των σεβασμίων Εικόνων, αποδεικνύοντας στο έπακρο, με πολλή σοφία, ότι είναι απαραίτητη η προσκύνηση των θείων εκτυπωμάτων [Εικόνων]. Και παρήγγειλε σε εκείνους να λέγουν τα παρόμοια και προς άλλους και να δείχνουν τις επιστολές του. Και με όλους τους τρόπους έσπευδε ο νέος αθλητής της αληθείας, σαν μέσω κάποιου κύκλου, να κυκλοφορούν οι επιστολές του από χέρι σε χέρι στους πιστούς, και να δυναμώνη η Ορθοδοξία».  Έτσι εξυφάνθηκε από τον αιρετικό Αυτοκράτορα της ΚΠόλεως Λέοντα Γ’ συκοφαντία κατά του Αγίου Ιωάνου με αποτέλεσμα ο Ιωάννης να τιμωρηθή αδίκως από τον Χαλίφη, ως επίδοξος στασιαστής και επίβουλος της αραβικής κυριαρχίας και να του αποκοπή η δεξιά χείρα. Μετά τη θαυματουργό θεραπεία του από την ιερά Εικόνα της Παναγίας ο Άγιος εγκατέλειψε τη θέση του και εμόνασε στη Μονή του Αγίου Σάββα στα Ιεροσόλυμα15.


δ. Οι Δέκα Μάρτυρες της Χαλκής Πύλης εναντίον της Εικονομαχίας, εορταζόμενοι στις 9  Αυγούστου.

      Το Συναξάριον της 9ης Αυγούστου, μνημονεύει την εορτή των Αγίων Δέκα Μαρτύρων, οι οποίοι υπέστησαν Μαρτύριον χάριν της Εικόνος του Σωτήρος Χριστού της τοποθετημένης στην Χαλκή Πύλη της Κωνσταντινουπόλεως. Οι εννέα πρώτοι από τους δέκα αυτούς Αγίους, Ιουλιανόν, Μαρκιανόν, Ιωάννην, Ιάκωβον, Αλέξιον, Δημήτριον, Φώτιον, Πέτρον, Λεόντιον και Μαρίαν την Πατρικίαν, έλαβαν μέρος στην αντίστασι που το πλήθος εκδήλωσε εναντίον του Στρατού, όταν ένας αξιωματικός (σπαθάριος) προσπάθησε να κατεβάσει την ιερά Εικόνα του Χριστού από την Χαλκή Πύλη, επί Λέοντος Γ΄ του Ισαύρου το έτος 730 μ.Χ. μετά την υπογραφή εικονομαχικού διατάγματος16. Μετά από οκτώ μήνες φυλάκιση και φρικτές βασάνους οι Άγιοι εκτελέστηκαν χάριν της Ορθοδοξίας μαζί με την αγία Μαρία την Πατρικία17.

4) Οι ιεροί Κανόνες  επιτρέπουν και ενθαρρύνουν  την αντίδραση των λαϊκών σε αιρετικούς (ψευδο)-ποιμένες

       Το πλέον εύλαλο κείμενο για το δικαίωμα προασπίσεως της Πίστεως από τους πιστούς, ακόμη και εναντίον των Επισκόπων, όταν οι Επίσκοποι μέσω της αιρέσεως αποκαλύπτονται ως «ψευδ-επίσκοποι» και «ψευδο-ποιμένες», αποτελεί ο περιώνυμος 15ος ιερός Κανόνας της Πρωτοδευτέρας Συνόδου (Α΄ Φωτιανής) του έτους 861 μ.Χ. η οποία Σύνοδος θεωρείται ισόκυρος με τις Οικουμενικές Συνόδους. Ο ιερός αυτός Κανών, αφού επισημάνει πώς πρέπει οι Χριστιανοί να αντιδρούν σε ενδεχόμενες παρεκτροπές του Επισκόπου της περιοχής τους, τελειώνει με την εξής διευκρίνηση: «Όποιοι λόγω κάποιας αιρέσεως κατηγορημένης από τις Άγιες Συνόδους ή τους Πατέρες χωρίζουν τους εαυτούς τους από τον Πρόεδρο (της Εκκλησίας, τον Επίσκοπο), δηλαδή όταν εκείνος κηρύττη δημοσίως την αίρεσι και τη διδάσκει στην Εκκλησία «με γυμνήν την κεφαλήν», αυτοί όχι μόνον δεν υπόκεινται σε κανονικά επιτίμια προ συνοδικής διαγνώμης, επειδή αποτειχίζουν τον εαυτό τους από την κοινωνία προς τον καλούμενον Επίσκοπο, αλλά θα αξιωθούν και της αρμοζούσης τιμής από τους Ορθοδόξους. Διότι κατηγόρησαν όχι Επισκόπους, αλλά ψευδ-επισκόπους και ψευδο-διδασκάλους, και δεν κατακομμάτιασαν την ένωσι της Εκκλησίας με σχίσμα, αλλά εμερίμνησαν να ελευθερώσουν την Εκκλησίαν από σχίσματα και διαμερισμούς» 18.

Υπάρχουν και άλλοι σχετικοί Κανόνες και ερμηνείες κανονολόγων (θα τους δούμε σε ειδική ενότητα).


5) Η επιβεβαίωση της Πίστεως του Επισκόπου από τους λαϊκούς

       Πολύ ορθώς επισημαίνει ο πολύς θεολόγος Πρωτοπρεσβύτερος π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, ότι ναί μεν ο Επίσκοπος δεν διδάσκει την Πίστη βάσει εξουσιοδοτήσεως και υποδείξεων του ποιμνίου του, δηλ. του πιστού λαού, αλλά ούτε πάλι μπορεί να λέγει ο,τιδήποτε θέλει, διότι «μέσα στην Εκκλησία, «προσωπικές γνώμες» δεν πρέπει ούτε και μπορεί να υπάρχουν»19Λοιπόν ο Επίσκοπος καλείται και περιορίζεται στο να εκφράσει την δια των αιώνων καθολική εμπειρία της Εκκλησίας. Αν δεν έχη «συσσωματωθεί» εν Αγίω Πνεύματι σ’ αυτήν την εμπειρία, πράγμα που φαίνεται και στη διδασκαλία του, Ιδού, θα υποστή πρεπόντως και δικαίως την αντίδραση του Ποιμνίου. Πώς έχουν ακριβώς τα λόγια του π. Γ. Φλωρόφσκυ: «… ο επίσκοπος πρέπει ν΄ αγκαλιάση μέσα του όλη του την Εκκλησία· πρέπει να εκδηλώση, να φανερώση την εμπειρία και την πίστι της. Δεν πρέπει να ομιλή αφ’ εαυτού αλλά εν ονόματι της Εκκλησίας, «ex consensu ecclesiae». […] Την πλήρη ικανότητα να διδάσκη δεν την έχει λάβει ο επίσκοπος από το ποίμνιό του, αλλά από το Χριστό, μέσω της Αποστολικής διαδοχής. Αλλ’ η πλήρης αυτή ικανότης, που έχει δοθή σ’ αυτόν, είναι ικανότης του να φέρη τη μαρτυρία της καθολικής εμπειρίας της Εκκλησίας. Περιορίζεται από την εμπειρία αυτήν. Επομένως, σε ερωτήματα περί πίστεως, ο λαός πρέπει να κρίνη ανάλογα με τη διδασκαλία του. Το καθήκον της υπακοής παύει να ισχύη, όταν ο επίσκοπος ξεφεύγη από το καθολικό πρότυπο, οπότε ο λαός έχει το δικαίωμα να τον κατηγορήση ακόμη και να τον καθαιρέση»20.
Για το λόγο τούτο η απάντηση των Πατριαρχών της Ανατολής στον Πάπα Πίο τον 9ο, το 1848, διεκήρυξε τη σημασία του ρόλου των λαϊκών στην διατήρηση της Πίστεως της Εκκλησίας : «σε μας, ούτε Πατριάρχες, ούτε Σύνοδοι μπόρεσαν ποτέ να εισαγάγουν νέα [δόγματα και έθη], διότι ο υπερασπιστής της θρησκείας είναι το ίδιο το σώμα της Εκκλησίας, δηλαδή ο ίδιος ο λαός, ο οποίος θέλει το θρήσκευμά του αιωνίως αμετάβλητο και ομοειδές με αυτό των πατέρων του»21.
Ερμηνεύοντας αυτή την απάντηση των Ορθοδόξων Πατριαρχών προς τον Πάπα Πίο Θ΄ το 1848, όπου επισημαίνεται ο ρόλος των λαϊκών στη διαφύλαξη της πίστεως, ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ παρατηρεί «Το όλο σώμα της Εκκλησίας έχει το δικαίωμα να επαληθεύη, η, για να είμαστε περισσότερο ακριβείς, το δικαίωμα, και όχι μόνο το δικαίωμα, αλλά το καθήκον της «επιβεβαιώσεως». Μ’ αυτήν την έννοια οι Πατριάρχες της Ανατολής έγραφαν στη γνωστή Εγκύκλιο επιστολή του 1848 ότι «ο λαός ο ίδιος από μόνος του υπήρξεν ο υπερασπιστής της θρησκείας»»22.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

α. Έπαινος μιας ομολογητρίας από τον Άγιο Θεόδωρο τον Στουδίτη.

      Κατά την διάρκεια της εικονομαχίας ανεδείχθησαν μάρτυρες και ομολογητές της Πίστεως μεταξύ των ορθοδόξων λαϊκών. Ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, γράφοντας επιστολή στη διωκομένη αξιωματούχο (Πατρικία) Ειρήνη, την παρηγορεί και την ενθαρρύνει με τα εξής λόγια:

        «Ποιός δεν γνωρίζει από τους ομολογητές ότι και συ συν-ομολόγησες; Πού δεν ακούστηκε, ότι υπάρχει και μια συγκλητική μεταξύ των μαρτύρων; Σε εθαύμασαν τα τάγματα των Μοναχών και σε επήνεσαν οι συνάξεις των λαϊκών. Αλλά, τί αξία τάχα έχουν αυτά; Τα ίδια τα τάγματα των αγγέλων και των αγίων ευφράνθηκαν χάρις εις σε. Και μη νομίσης, ότι είναι κολακεία τα λόγια μου. Βλέπε, μάρτυς Χριστού, πόσον έχεις τιμηθή, πόσον έχεις υψωθή: σύγκρινέ  μου πηλό και χρυσό: τόσο πιο μεγάλο και πολύ περισσότερον είναι από το επίγειο αξίωμα που εγκατέλειψες, το επουράνιο αξίωμα που σού δωρήθηκε τώρα από τον Θεόν, δηλαδή το να αποκαλείσαι μάρτυς του Χριστού,  ομολογητής της αληθείας».
«Δια τούτο σού υπενθυμίζω να μη ξεφύγης καθόλου από την ένστασι, συ που έχεις στηριχθή πάνω στην ασάλευτη πέτρα της Ορθοδοξίας, μήτε να γίνης ευκολο-πτόητη και διχόγνωμη, εξ αιτίας των πτώσεων [στην αίρεσι] είτε λαϊκών είτε μοναστών και όσων νομίζουν ότι είναι κάτι, η γενικώς οποιουδήποτε άλλου. Αυτοί είναι ψευδάδελφοι, ψευδαπόστολοι, που έχουν μόρφωσιν  ευσεβείας, αλλά έχουν αρνηθή τη δύναμί της [Β΄Τιμ. 3, 5]. Πολλοί δοκησίσοφοι και «αρχιεροφανείς» [φαινομενικοί αρχιερείς] και «αγιόδοκοι» [φαινομενικοί άγιοι] νικήθηκαν  στις παλαιές γενεές· αντιθέτως, έλαμψαν ως φωστήρες εν τω κόσμω [Φιλιπ. 2, 15] ολίγοι και αληθινοί σοφοί, οι οποίοι διαβιούν με φόβο Θεού, επειδή αρχή σοφίας είναι το να βοβήται κάποιος τον Κύριο [Ψαλμ. 110, 10], μολονότι δεν έχουν θεωρηθή και σπουδαίοι, επειδή ο άνθρωπος βλέπει στο πρόσωπο, αλλά ο Θεός στην καρδιά»
23.

β. Η αγωνιστική ομολογία των λαϊκών μέσα στους διωγμούς από τους αιρετικούς ελέγχει και κατακρίνει την απραξία πολλών Μοναχών.

       Πολλά θα μπορούσε κανείς να πεί και εδώ. Εμείς εκλέγουμε μόνο κάτι ενδεικτικό από τον Άγιο Θεόδωρο το Στουδίτη, προς τον φίλο του Ηγούμενο Θεόφιλο σχετικά με τη «μοιχειανική αίρεση», δηλ. την εκκλησιαστική ανοχή προς τον παράνομο (μοιχικό) γάμο του Βασιλέως Κωνσταντίνου ΣΤ΄ και την μετά ταύτα συνοδική αθώωση του («μοιχοζεύκτου») Ηγουμένου Ιωσήφ που ετέλεσε τον παράνομο (μοιχικό) γάμο.

       «Επειδή λοιπόν εξήλθε με Σύνοδο εις το εμφανές η αιρετική ασέβεια, πρέπει και η ευλάβειά σου μαζί με όλους τους Ορθοδόξους να εκφράζεται με θάρρος, με το να μη κοινωνή με τους κακοδόξους, μήτε να μνημονεύη κανένα από αυτούς που παρευρέθησαν στη μοιχοσύνοδο ή ομοφρονούν με αυτήν. Και βεβαίως είναι δίκαιον, όσιε πάτερ, αφού είσαι σε όλα θεόφιλος, όπως δηλώνει και το όνομά σου, να αγαπάς τον Θεόν και σ’ αυτό. Διότι ο Χρυσόστομος με έντονη και εκτενή  φωνή εχαρακτήρισε ως εχθρούς του Θεού, όχι μόνον τους αιρετικούς, αλλά και όσους κοινωνούν μ’ αυτούς. Και εάν η δική σου σταθερότης δεν διασφαλισθή, ποιός λοιπόν θα σωθή; Και αυτός που με τη δύναμι του Θεού ωμολόγησε με παρρησία σαν άγιος πλήν ολοκληρωθή η αίρεσι, εάν τώρα, μετά την αίρεσι υποχωρήση, πώς κάποιος άλλος θα τολμήσει να πη «γρύ»;  

«Και εάν το μοναχικόν τάγμα δεν θα τα θεωρήση όλα σκύβαλα [σκουπίδια], εννοώ τα μοναστήρια και όλα τα γύρω από αυτά, πώς ο λαϊκός θα καταφρονήση την γυναίκα, τα τέκνα και τα λοιπά;» 24.

 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

 

  • 1. Πρβλ. Πρωτοπρεσβ. Θεοδώρου Ζήση, Επόμενοι τοις Θείοις Πατράσι-Αρχές και κριτήρια της Πατερικής Θεολογίας, Πατερικά 1, εκδ. Βρυέννιος, Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 44.
  • 2.  Λόγος 27,  Θεολογικός 1, 3, PG 36, 13ε. (μεταγλώττιση).
  • 3. Π. Ν. Τρεμπέλα, Δογματική, τόμ. Β΄,  εκδ. «Σωτήρ», Αθήναι 2003, σελ. 376 (μεταγλώττιση).
  • 4. Πρωτοπρεσβ. Θεοδώρου Ζήση, ένθ’ ανωτ., σελ. 43.
  • 5. Λόγος αποδεικτικός δεύτερος 18 και 28, εκδ. Π. Χρήστου τόμ. 1, 94. 103.
  • 6. Αρχιμανδριτου Γεωργίου, Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς διδάσκαλος της θεώσεως, εκδ. Ι.Μ. Γρηγορίου, Άγιον Όρος 2000, σελ. 54.
  • 7. Μοναχου Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, εκδ. Σπηλιώτη, Θεσσαλονίκη (α.χ.), σελ. 61.
  • 8. Επιστολή (81) Παντολέοντι Λογοθέτη,  PG 99, 1321Α.Β (μεταγλώττιση).
  • 9. Επιστολή (2) Μονάζουσι, PG 99, 1120Β (μεταγλώττιση).
  • 10. Πεντάβιβλος Αντίρρησις κατά των Νεστορίου δυσφημιών 1, 5, PG 76, 41ε. (μεταγλώττιση).
  • 11. ACO Ι, 1, 1, 101 (μεταγλώττιση).
  • 12. Θεοφάνους, Χρονογραφία Α.Μ. 5940PG 108, 260B.261Β (μεταγλώττιση).
  • 13. Επιστολή Κελεστίνου Νεστορίω ACO 1,1,1,81 (μεταγλώττιση).
  • 14. ACO Ι, 1, 1, 113-114 (μεταγλώττιση).
  • 15. Ολόκληρος ο Βίος εν Ιωαννου Πατριαρχου Ιεροσολυμων, Βίος του Οσίου Πατρός ημών Ιωάννου του Δαμασκηνού, PG 94, 429-489. Το συγκεκριμένο περιστατικό, από την παράγραφο ΙΔ΄ (PG 94, 449Β) και εξής.
  • 16. Βλ. Ιω. Φειδά, Εκκλησιαστική Ιστορία, τόμ. Α΄, Αθήναι 1994, σελ. 774.
  • 17. Μηναίον του Αυγούστου, εν Εκκλησιαστική Βιβλιοθήκη «ΦΩΣ», εκδ. «ΦΩΣ», Αθήναι 19702, σελ. 101.
  • 18. Αγαπίου  Ιερομονάχου και Νικοδημου Μοναχου, Πηδάλιον της νοητής νηός της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, σελ. 292 (μετγαλώττιση).
  • 19. π. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΛΩΡΟΦΣΚΥ, Θέματα Ορθοδόξου Θεολογίας, εκδ. «Άρτος Ζωής», Αθήναι 1973, σελ. 208.
  • 20. Αυτόθι,σελ. 207.208.
  • 21. (§17), εν ΙΩ. ΚΑΡΜΙΡΗ, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τόμ. Β΄, εν Αθήναις 1953, σελ. 920.
  • 22. π. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΛΩΡΟΦΣΚΥ, ένθ’ ανωτ., σελ. 207.
  • 23. Επιστολή (156) Ειρήνη Πατρικία, εν Theodori Studitae Epistulaeτόμ. Β΄,  εκδ. De Gruyter, Corpus Fontium Historiae Byzantinae, Series Berolinensis 31, Berlin 1992, σελ. 276.277 (μεταγλώττιση).
  • 24. Επιστολή (39) Θεοφίλω Ηγουμένω, PG 99, 1049Α.Β (μεταγλώττιση).

 

Πηγή: impantokratoros.gr

Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΛΑΤΡΕΙΑ [ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ (ἸΩ. 4,5-42)] (Α. Καντιώτη)

0
Καντιώτης

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ

Στενός, ἀγαπητοί μου, πολὺ στενός, ἦταν ὁ θρησκευτικὸς ὁρίζοντας, μέσα στὸν ὁ­ποῖο ζοῦσε ὁ ἀρχαῖος κόσμος, πρὸ τῆς ἐλεύσεως τοῦ Χριστοῦ. Τὰ ἔθνη, ποὺ δημιουργήθηκαν μετὰ τὸν διασκορπισμὸ ποὺ προκάλεσε ὁ πύργος τῆς Βαβέλ, ἀντιλαμβάνον­ταν τὸ θεὸ ἢ τοὺς θεούς, ποὺ λάτρευαν κατὰ τόπους, σύμφωνα μὲ τὰ ἀνθρώπινα δεδομένα, μέσα δηλα­δὴ στὰ γνωστὰ σ᾽ αὐ­τοὺς μέτρα. Δὲν μποροῦσαν νὰ σκεφτοῦν κατ᾽ ἄλλο τρόπο, ἡ σκέψι τους δὲν διέθετε ἄλλα περιθώ­ρια. Περιώριζαν τὸ θεῖο σὲ ὡρισμένους τό­πους, σὲ χώρους ποὺ μόνοι τους, μὲ ἀνθρώπι­νη ἔμπνευσι, εἶχαν συμφωνήσει καὶ εἶχαν καθι­­ερώσει γιὰ τὴ λατρεία του. Φαν­τά­ζονταν λοι­πόν, ὅτι μόνο ἐκεῖ, στοὺς τόπους αὐτούς, ὁ ἄν­θρωπος μπορεῖ νὰ ἐπικοινωνήσῃ μὲ τὸ θεό του καὶ νὰ τὸν λατρεύσῃ.
Καὶ καλὰ οἱ εἰδωλολάτρες, ποὺ ὅπως γνωρίζουμε ἀπὸ τὴ μυθολογία ἔπλαθαν τοὺς θεοὺς καὶ τὶς θεὲς κατὰ τὴν ἀφελῆ τους νο­οτροπία καὶ ἀπέδιδαν σ᾽ αὐτοὺς ὅλες τὶς ἀν­θρώπινες ἀδυναμίες. Ἀλλὰ κι αὐτοὶ οἱ Ἰσ­ρα­ηλῖτες, ποὺ εἶχαν δεχτῆ κατὰ χάριν τὴν ἀ­ποκάλυψι τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, δὲν εἶχαν ξεφύγει ἀπὸ τὸν περιορισμὸ αὐτόν. Στὰ χρόνια τῆς παλαιᾶς διαθήκης ὁ Κύριος ἄφηνε σκοπίμως τοὺς πιστούς του νὰ σκέπτωνται ἀκόμη ἔτσι. Δὲν ἦταν ὥριμη ἡ ἀνθρώπινη ἀντίλη­ψι νὰ δεχτῇ τὴν πλήρη ἀποκάλυψι. Γι᾽ αὐτὸ στὸν Ἰσραήλ, γιὰ νὰ μὴ γλιστρήσῃ καὶ ἐπιστρέ­ψῃ πάλι κι αὐτὸς στὴν εἰδωλολατρία τῶν γειτονικῶν του λαῶν, ὁ Θεὸς εἶχε ὁρίσει νὰ ὑ­­πάρχῃ ἕνα κέντρο λατρείας, ἕνας ναὸς καὶ ἕ­να θυσιαστήριο. Ἀργότερα, στὰ χρόνια τῆς καινῆς διαθήκης, ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, θὰ καταργοῦ­σε τοὺς περιορισμοὺς αὐτοὺς καὶ θὰ ἄνοιγε τὴ σκέψι τῶν πιστῶν στὴν πλήρη ἀλήθεια.

Μὲ τοὺς Ἰσρα­ηλῖτ­ες στὸ σημεῖο αὐτὸ συν­έπιπτε καὶ ἡ πίστι ὅσων προέρχονταν ἀπὸ αὐ­τούς, ὅπως ἦταν οἱ Σαμαρεῖτες. Καὶ οἱ Σαμαρεῖτες δηλαδή, παρὰ τὶς ἄλλες διαφορὲς ποὺ εἶχαν μὲ τοὺς Ἰουδαίους, πίστευαν κι αὐτοὶ ὅ­τι ἕνας μόνο συγκεκριμένος τόπος πρέπει νὰ ὑπάρχῃ γιὰ τὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ. Οἱ Σαμαρεῖτες εἶχαν τὸ ὄρος Γαριζίν, ὅπως οἱ Ἰουδαῖοι εἶχαν τὸ ναὸ τῶν Ἰεροσολύμων, ὅπως οἱ καὶ πρόγονοί μας ἀρχαῖοι Ἕλληνες εἶχαν τὸν Ὄλυμπο καὶ ἄλλοι λαοὶ τοὺς ναούς των.
Ὄχι ὅμως μόνο ὁ τόπος, ἀλλὰ καὶ ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖο ὁ ἀρχαῖος κόσμος λάτρευε τὸ θεῖον, φανέρωνε πόσο περιωρισμένες καὶ ἀτελεῖς ἦταν οἱ ἀντιλήψεις του περὶ θεοῦ. Πομ­πώδεις θρησκευτικὲς πανηγύρεις, ποικίλες θυσίες ζῴων καὶ καρπῶν, μὲ θορύβους καὶ μουσικὲς καὶ κρότους, μὲ καπνοὺς καὶ κνῖ­σες ποὺ γέμιζαν τὸν ἀέρα· γίνονταν ἀκόμη καὶ ἀν­θρωποθυσίες, μέχρι καὶ ὄργια καὶ ἀκολασί­ες! Νά μὲ ποιό τρόπο λάτρευαν οἱ ἀρ­χαῖοι τοὺς θεούς των. Ταλαίπωρος κόσμος!

* * *

Ἀλλὰ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ἀγαπητοί μου, ἔρχεται καὶ θραύει τὰ δεσμὰ τῆς θρησκευτικῆς ἀμαθείας, διανοίγει εὐρὺ – εὐ­ρύ­τατο τὸν ὁρίζοντα τῆς θρησκείας καὶ καλεῖ ὅλα τὰ ἔθνη ν᾽ ἀκούσουν τὴ φωνή του, αὐτὸ ποὺ λέει σήμερα στὴν Σαμαρείτιδα ἐκεῖ στὸ φρέαρ τῆς Συχάρ· «Πνεῦμα ὁ Θε­ός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύ­ματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν» (Ἰω. 4,24). Τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Χριστοῦ, ποὺ μὲ ἔκ­πληξι καὶ πνευματικὸ ἴλιγγο ἀξιώθηκε ν᾽ ἀ­κούσῃ γιὰ πρώτη φορὰ μιὰ ἁ­μαρτωλὴ γυναίκα, αὐτὰ τὰ λόγια μετὰ ἀ­πὸ λίγα χρόνια, καθὼς τὰ πῆραν οἱ ἀπόστολοι καὶ κήρυκες τῆς ἀληθείας καὶ τὰ διέδωσαν παν­τοῦ, γκρέμισαν σὰν σεισμὸς τὰ θυσιαστήρια καὶ τοὺς ναοὺς τῶν εἰδώλων τοῦ ἀρ­χαίου κόσμου καὶ ἐγκαθίδρυσαν μία νέα λατρεία· αὐ­τὴν ποὺ ἅρμοζε στὸν μόνο Θεὸ καὶ ἐξύψωνε τὸν ταλαιπωρημένο ἄνθρωπο, λατρεία πνευ­ματική, ἁγία, ἀληθινή, ἀνώτερη ἀπὸ τὴν ὁ­ποία δὲν ὑ­πάρχει ἄλλη.
«Πνεῦμα ὁ Θεός». Ὁ Θεὸς δὲν εἶνε εἴδωλο, ποὺ κατασκευάζεται ἀπὸ ἀνθρώπινα χέρια καὶ τοποθετεῖται σὲ ὡρισμένα μέρη· δὲν εἶνε ἄνθρωπος, ποὺ σωματικὰ ἔχει μύριους περιορισμοὺς καὶ πνευματικὰ μύριες ἀδυναμίες· δὲν εἶνε ἡμίθεος, ποὺ ἡ ἀνθρώπινη φαν­τασία τὸν τοποθετεῖ ἄλλοτε στὴ γῆ καὶ ἄλλοτε στὰ οὐράνια σώματα· δὲν εἶνε ἕνας ἀπὸ τοὺς πολλοὺς θεοὺς τοῦ Ὀλύμπου, ποὺ ἐπινοήθηκαν γιὰ νὰ κολακεύουν τὰ ἀνθρώπινα πάθη. Εἶνε πνεῦμα, δηλαδὴ ἀσώματος, τοῦ ὁ­ποίου ἡ παρουσία δὲν ἐμποδίζεται ἀπὸ ἀποστάσεις καὶ ἐμπόδια, οὔτε ἀπὸ βουνὰ οὔτε ἀπὸ θάλασσες οὔτε ἀπὸ σύννεφα ἢ κάτι ἄλ­λο, ἀλλὰ ἐκτείνεται παντοῦ. Ἂν τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου, τὸ ἀσώματο αὐτὸ μέρος τῆς ὑπάρξεώς μας, μπορεῖ μὲ τὰ μέσα ποὺ διαθέτει καὶ ἐφευρίσκει νὰ ἐπικοινωνῇ καθημερι­νῶς μὲ μακρινὲς ἀποστάσεις καὶ νὰ μεταδίδῃ τὴ φωνή του στὰ πέρατα τοῦ κόσμου, πόσῳ μᾶλλον ὁ δημιουργὸς τοῦ πνεύματος τοῦ ἀν­θρώπου, ὁ Θεός, τὸ ἄπειρο Πνεῦμα! Βρίσκεται παντοῦ κι ἀκούει ἀμέσως τὶς προσευχὲς τῶν παιδιῶν του. Ὡς πνεῦμα, τὶς ἀκούει ἀπὸ ὁπουδήποτε κι ἂν προέρχωνται, καὶ συλλαμβάνει καὶ τὸν ἀσθενέστερο ψίθυρο τῶν χειλέ­ων μας καὶ τὴ μυστικώτερη κραυγὴ τῆς καρδιᾶς μας καὶ τὸν πιὸ βαθὺ πόθο μας.
«Πνεῦμα ὁ Θεός». Ἑπομένως καὶ αὐτοὶ ποὺ τὸν λατρεύουν, «οἱ προσ­κυνοῦντες αὐτόν», πρέπει νὰ τὸν λατρεύουν «ἐν πνεύματι», διὰ τοῦ πνεύματός των, μὲ ψυχικὴ συμμετοχή, ὄ­χι τυπικὰ καὶ μηχανικά. Τὸ πνεῦμα μας, ἡ ψυχή μας, ἡ καρδιά μας, εἶνε ὁ ναὸς μέσα στὸν ὁποῖο τὸν λατρεύουμε, εἶνε τὸ θυσιαστήριο ἐ­πάνω στὸ ὁποῖο ὁ πιστὸς καλεῖται νὰ προσ­φέρῃ κάθε στιγμὴ τὴ θυσία του, τὴν ὑπακοὴ στὸ ἅγιο θέλημά του μὲ ἐκκοπὴ τοῦ δικοῦ του θελήματος. Καὶ ἂν ἀκόμη οἱ ἀντίθεες δυνάμεις μποροῦσαν νὰ καταστρέψουν ὅ­λους τοὺς ναοὺς τῆς Ὀρθοδοξίας, τὰ κτήρια, γιὰ νὰ ἐμ­ποδίσουν τὴν ἐξωτερικὴ κοι­νὴ λατρεία –ποὺ εἶνε συνέπεια καὶ ἐκδήλωσι τῆς ἐσωτερικῆς μυ­στικῆς λατρείας–, ὁ Χριστι­ανὸς καὶ πάλι θὰ ἔχῃ τὸ μέσο νὰ λατρεύῃ τὸν οὐράνιο Πατέρα· διότι τὸ μέσον αὐτὸ εἶνε ἀσύλληπτο ἀπὸ κάθε ἀνθρώπινη ἀστυνόμευσι καὶ παρεμπόδισι. Θὰ τὸν λατρεύῃ καὶ θὰ τὸν δοξάζῃ ὅπως λέει ὁ Παῦλος, «ἐν τῷ πνεύ­ματί» του (Α΄ Κορ. 6,20), ποὺ θὰ τὸ ἐξαγιάζῃ, θὰ τὸ καθαρίζῃ καὶ θὰ τὸ λαμ­πρύνῃ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο.
«Ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ». Μιὰ ψυχὴ καθαρισμένη ἀ­­πὸ τοὺς μολυσμοὺς τῆς ἁμαρτί­ας ὑψώνεται σὲ λατρεία τοῦ Θεοῦ ἀληθινή, πραγματική, οὐσιαστική. Ἡ λατρεία αὐτὴ δὲν εἶνε μόνο ἕνας ξηρὸς τύπος, χωρὶς ζωὴ καὶ οὐ­σία, τύπος ποὺ μοιάζει μὲ λαμπρὸ ἔνδυμα ποὺ καλύπτει ἕνα πτῶμα ἀποσυντεθειμένο.
Βαθειὰ τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Αὐτὰ ἀνύψωσαν τὴ λατρεία τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ σὲ τέτοιο σημεῖο πνευματικότητος, ὥστε ὁ κόσμος νὰ τὰ μελετᾷ μὲ αἰώνιο θαυμασμό. Ἐκπέμπουν τέτοιο φῶς ἀληθείας, ὥστε κι αὐ­τὸς ὁ διαβόητος Ἐρνέστος Ρενάν (1823-1892), ὁ πολέμιος τοῦ Χριστιανισμοῦ, σταμάτησε μὲ σεβασμὸ μπροστά τους, ὅπως στέκεται κανεὶς μπροστὰ σ᾽ ἕνα μνημεῖο τέχνης, καὶ εἶπε·
«Ὅταν ὁ Ἰησοῦς διακήρυξε τὸ “Πνεῦμα ὁ Θεός…”, (ἀπεδείκνυε ὅτι) ἀληθινὰ ἦταν Θεοῦ Υἱός. Τὰ λόγια του αὐτὰ ὑπῆρξαν ὁ θεμέλιος λίθος, ἐπάνω στὸν ὁποῖο θὰ στηριζόταν τὸ οἰ­κοδόμημα τῆς νέας θρησκείας. Ἵδρυσε τὴν κα­θαρὴ λατρεία, χωρὶς περιορισμοὺς πατρίδος, χωρὶς τοπικὰ καὶ χρονικὰ ὅρια καὶ δεσμεύσεις, τὴ λατρεία πρὸς τὴν ὁποία θὰ ἑλ­κύ­ων­ται ὅλες οἱ φωτισμένες ψυχὲς μέχρι τὴ συν­τέλεια τῶν αἰώνων. Τὴν ἡμέρα ἐκείνη (ὅ­ταν δηλαδὴ εἶπε τὰ λόγια αὐτὰ ὁ Ἰησοῦς), ἡ θρησκεία του δὲν ἔγινε μόνο ἡ ὡραία θρησκεία τῆς ἀνθρωπό­τητος, ἀλλὰ ἀποδείχθηκε ὅτι εἶνε καὶ ἡ ἀ­πόλυτη, ἡ πανανθρώπινη θρησκεία. Ἐὰν δὲ καὶ σὲ ἄλλους πλανῆτες ὑπάρχουν ἄνθρωποι θρησκεύοντες, ἡ θρησκεία τους δὲν μπορεῖ νὰ εἶνε διαφορετικὴ ἀπὸ ἐκείνην ποὺ διακήρυξε ὁ Ἰησοῦς δίπλα στὴν πηγὴ τοῦ Ἰακώβ».

* * *

Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ, ἀγαπητοί μου, νὰ ὁμολογῇ εἴτε ὁ ῾Ρενὰν εἴτε κάποιος ἀπὸ μᾶς, ὅτι ἡ λατρεία, ποὺ καθώρισε ὁ Χριστὸς εἶνε ἡ ἀνώτερη ἀπ᾽ ὅλες τὰς λατρεῖες τοῦ κόσμου. Πρέπει καὶ νὰ τὴ ζήσουμε. Ἂν τὴ ζήσουμε μὲ συνέπεια, τότε καὶ ἐκ πείρας θὰ πεισθοῦμε, ὅτι δὲν ὑπάρχει κάτι ὡ­ραιότερο στὸν κόσμο αὐτὸν ἀ­πὸ τὸ νὰ λατρεύῃ ὁ ἄνθρωπος τὸ Θεὸ «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ».
Καθάρισε λοιπόν, ἀδελφέ, τὴν ψυχή σου, θυσίασε στὸ βωμὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ τὰ πάθη καὶ τὶς κακίες σου, ἅγνισε τὴν καρδιά σου, λάμπρυνε τὴ διάνοιά σου μὲ σκέψεις θεάρεστες· καὶ τότε θὰ εἶσαι κ᾽ ἐσὺ προσκυνη­τὴς σὰν ἐκείνους ποὺ «ζητεῖ ὁ Πατὴρ» ὁ οὐ­ράνιος (Ἰω 4,23).

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

― περιοδικὸ «Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς» τ. 207/1939, σ. 45
«Κυριακὴ» 2191/2019 Ἡ ἀληθινὴ λατρεία (Ἰω. 4,24)

 

Πηγή: www.augoustinos-kantiotis.gr

Η ειρήνη της καρδιάς (Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης)

0
πνευματική ζωή

Η ειρήνη της καρδιάς (Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης)

Λοιπόν, ἀδελφέ, ἂν ἀγαπᾷς τὴν ειρήνη τῆς καρδιάς, ἀγωνίζου νὰ εἰσέλθης σ᾿ αὐτὴν ἀπὸ τὴν πόρτα τῆς ταπεινώσεως (γιατὶ δὲν ὑπάρχει ἄλλη εἴσοδος σ᾿ αὐτὴν ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ταπείνωσι). Γιὰ νὰ ἀποκτήσῃς ὅμως τὴν ταπείνωσι, πρέπει νὰ ἀγωνισθῇς καὶ νὰ κοπιάσης (καὶ ἰδιαιτέρως στὴν ἀρχή) στὸ νὰ ἀγκαλιάσης ὅλες τὶς θλίψεις καὶ ἐναντιότητες ὡς ἀγαπητές σου ἀδελφές, στὸ νὰ ἀποφεύγῃς κάθε δόξα καὶ τιμή, ἐπιθυμώντας νὰ καταφρονῆσαι ἀπὸ τὸν καθένα καὶ νὰ μὴν ὑπάρχη κανένας ποὺ νὰ σὲ ὑπερασπίζεται καὶ νὰ σὲ παρηγορῆ, παρὰ μόνον ὁ Θεός σου. Βεβαίωσε καὶ στήριξε τὸ λογισμὸ αὐτὸ στὴν καρδιά σου, ὅτι δηλαδὴ μόνον ὁ Θεός σου εἶναι τὸ καλό σου, τὸ μόνο σου καταφύγιο, καὶ ὅτι ὅλα τὰ ἄλλα πράγματα εἶναι γιὰ σένα τέτοια ἀγκάθια, τὰ ὁποῖα, ἂν τὰ βάλῃς στὴν καρδιά σου, θὰ σὲ ζημιώσουν μὲ τὸν θάνατο. Ἂν σὲ ντροπιάση κάποιος, δὲν πρέπει νὰ λυπηθῇς, ἀλλὰ νὰ ὑποφέρῃς μὲ χαρὰ τὴν ντροπή, ὄντας βέβαιος ὅτι τότε ὁ Θεὸς εἶναι μαζί σου. Καὶ μὴ ζητᾶς ἄλλη τιμή, οὔτε τίποτε ἄλλο νὰ γυρεύῃς, παρὰ νὰ ὑποφέρῃς γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ γιὰ ἐκεῖνο ποὺ προξενεῖ μεγαλύτερη δόξα.

Ἀγωνίζου νὰ χαίρεσαι ὅταν κάποιος σὲ βρίσῃ ἢ σὲ ἐλέγξῃ ἢ σὲ καταφρονήσῃ, διότι κάτω ἀπὸ αὐτὴ τὴ σκόνι καὶ τὴν ἀτιμία βρίσκεται κρυμμένος μεγάλος θησαυρός. Καὶ ἂν τὸν δεχθῇς μὲ τὴν θέλησί σου, γρήγορα θὰ γίνῃς πλούσιος, χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζῃ οὔτε ἐκεῖνος ποὺ σοῦ προξενεῖ αὐτὸ τὸ χάρισμα, δηλαδὴ ἐκεῖνος ποὺ σὲ ἀτιμάζει. Μὴ ζητήσῃς ποτὲ νὰ σὲ ἀγαπᾷ κάποιος στὴ ζωὴ αὐτή, οὔτε νὰ σὲ τιμᾶ, γιὰ νὰ μπορέσῃς νὰ ἀφήνεσαι νὰ ὑποφέρῃς μαζὶ μὲ τὸν Ἐσταυρωμένο Χριστὸ καὶ κανένας νὰ μὴ σὲ ἐμποδίζῃ ἀπὸ αὐτό. Νὰ φυλάγεσαι ἀπὸ τὸν ἴδιο σου τὸν ἑαυτό, σὰν ἀπὸ τὸν μεγαλύτερο ἐχθρὸ ποὺ ἔχεις. Μὴν ἀκολουθῇς τὴν θέλησί σου, οὔτε τὸν νοῦ σου, οὔτε τὴν γνώμη σου, ἂν θέλῃς νὰ μὴ χαθῇς. Γι᾿ αὐτὸ πάντοτε νὰ κρατᾷς τὰ ὅπλα, γιὰ νὰ φυλάγεσαι ἀπὸ τὸν ἑαυτό σου. Καὶ ὅταν ἡ θέλησίς σου θέλῃ νὰ κλίνῃ σὲ κάποιο πρᾶγμα, ἔστω καὶ ἅγιο, ἀπόμονωσέ την πρῶτα καὶ ἀπογύμνωσέ την καὶ τοποθέτησέ την μόνη της μπροστὰ στὸν Θεό σου, παρακαλώντας νὰ γίνῃ τὸ δικό του θέλημα καὶ ὄχι τὸ δικό σου. Καὶ αὐτὸ μὲ ἐγκάρδιες ἐπιθυμίες, χωρὶς καμμία ἀνάμιξι φιλαυτίας, γνωρίζοντας ὅτι δὲν ἔχεις τίποτε ποὺ νὰ προέρχεται ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, οὔτε μπορεῖς νὰ κάνῃς τίποτε.

Νὰ φυλάγεσαι ἀπὸ τοὺς λογισμοὺς ποὺ φέρνουν μαζί τους μορφὴ ἁγιότητος καὶ ζήλου ποὺ δὲν ἔχει διάκρισι, γιὰ τὸν ὁποῖο λέγει σχετικὰ ὁ Θεός: «Νὰ προσέχετε ἀπὸ τοὺς ψευδοπροφῆτες ποὺ ἔρχονται πρὸς ἐσᾶς μὲ ἐνδυμασία προβάτου, ἐνῷ ἀπὸ μέσα εἶναι λύκοι ἁρπακτικοί. Ἀπὸ τοὺς καρπούς τους θὰ τοὺς ἀναγνωρίσετε» (Ματθ. 7,15). Καὶ οἱ καρποί τους εἶναι ἡ ὅποια ἀνησυχία καὶ ἐνόχλησι ποὺ ἀφήνουν στὴν ψυχή. Γιατὶ ὅλα αὐτὰ σὲ ἀπομακρύνουν ἀπὸ τὴν ταπείνωσι καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἐσωτερικὴ ἡσυχία, μὲ ὅποιο χρῶμα καὶ σχῆμα κι ἂν εἶναι. Αὐτὰ εἶναι οἱ ψευδοπροφῆτες, οἱ ὁποῖοι ὄντας ντυμένοι μὲ σχῆμα προβάτου, δηλαδὴ μὲ τὴν ὑπόκρισι τοῦ ζήλου, χωρὶς διάκρισι, γιὰ νὰ ὠφελήσουν τὸν πλησίον, εἶναι πράγματι λύκοι ἁρπακτικοί, ποὺ ἁρπάζουν τὴν ταπείνωσί σου καὶ ἐκείνην τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ἡσυχία, ποὺ εἶναι τόσο ἀπαραίτητα σὲ ὅποιον θέλει νὰ ἔχῃ σίγουρη πρόοδο πνευματική. Καὶ ὅσο ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ ἔχει ἐξωτερικὰ περισσότερη ἐπιφάνεια καὶ χρῶμα ἁγιότητος, τόσο περισσότερο πρέπει νὰ τὸ ἐξετάζῃς, καὶ αὐτό, ὅπως λέχθηκε, πρέπει νὰ γίνεται, μὲ πολλὴ ἠρεμία καὶ ἐσωτερικὴ ἡσυχία. Ἂν ὅμως καμμία φορὰ κάτι σοῦ λείψῃ ἀπὸ αὐτά, μὴ συγχυσθῇς, ἀλλὰ ταπεινώσου μπροστὰ στὸν Θεό σου καὶ γνώρισε τὴν ἀδυναμία σου καὶ στὸ ἑξῆς νὰ γνωρίζῃς καλά, γιατὶ μπορεῖ νὰ τὸ ἐπιτρέπῃ ὁ Θεὸς ἴσως γιὰ νὰ ταπεινώσῃ κάποια σου ὑπερηφάνεια, ποὺ βρίσκεται κρυμμένη μέσα σου καὶ δὲν τὸ γνωρίζεις.

Ἂν πάλι αἰσθανθῇς καμμιὰ φορὰ νὰ κεντᾶται ἡ ψυχή σου ἀπὸ κάποιο δυνατὸ καὶ φαρμακερὸ ἀγκάθι, δηλαδὴ ἀπὸ κάποιο πάθος καὶ λογισμό, μὴν ταραχθῇς γι᾿ αὐτό, ἀλλὰ δεῖξε μεγαλύτερη προσοχή, γιὰ νὰ μὴν περάση στὰ σπλάγχνα σου. Γύρισε πίσω τὴν καρδιά σου καὶ μὲ εὐχαρίστησι βάλε τὴν θέλησί σου μέσα στὸν τόπο τῆς εἰρήνης καὶ τῆς ἡσυχίας, φυλάττοντας καθαρὴ τὴν ψυχή σου ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ, τὸν ὁποῖο θὰ βρίσκῃς πάντοτε στὰ σπλάγχνα σου καὶ στὴν καρδιά σου γιὰ τὴν ὀρθότητα τῆς γνώμης σου, ὄντας βέβαιος ὅτι τὸ κάθε τί συμβαίνει γιὰ νὰ σὲ δοκιμάσῃ, γιὰ νὰ μπορῇς νὰ καταλάβης τὸ συμφέρον σου καὶ γιὰ νὰ εἶσαι ἄξιος του στεφάνου τῆς δικαιοσύνης, ποὺ σοῦ εἶναι ἑτοιμασμένος ἀπὸ τὴν εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ.

ΟΙ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ ΑΝΟΙΓΟΥΝ… ΘΑ ΠΑΜΕ;

0
εκκλησιες

ΟΙ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ ΑΝΟΙΓΟΥΝ… ΘΑ ΠΑΜΕ;

 

Πλησιάζουν οἱ μέρες ποὺ οἱ Ἐκκλησιὲς θὰ ἀνοίξουν. Ἤδη οἱ καλοὶ ποιμένες, ποὺ δέχθηκαν ἀδιαμαρτύρητα τὶς ἐντολὲς τῶν  κυβερνωμένων κυβερνητῶν καὶ τὶς ἔκλεισαν,  προσμένουν  τὰ «πιστά παιδιά της Ἐκκλησίας» νὰ πᾶνε…

 

 Ἑδὼ, στὴν Κρήτη, ἐπὶ παραδείγματι:

 

 «Ἡ Ἐκκλησία Κρήτης προσμένει ἀγαπητικά τά πιστά παιδιά Της, τήν Κυριακή, 17η Μαΐου 2020, πού θά τελεσθεῖ καί πάλι ἡ Θεία Λειτουργία μέ συμμετοχή πιστῶν». Ανακοινωθέν 07-05-2020

 

Ἡ στάσις τῶν ἐπισκόπων, ἦταν δουλοπρεπὴς, ἐνδοτικὴ, καὶ ἐντελῶς ἀντίθετος πρὸς τὸ ὀρθόδοξο, ὁμολογιακὸ καὶ φιλελεύθερο  φρόνημα (ἐννοοῦμε τὴν θεόσδοτη ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου ὄχι τὰ πολιτικὰ φιλελεύθερα φληναφήματα) –γεγονὸς ποὺ οἱ ἵδιοι (οἱ ἐπίσκοποι) οὔτε καὶ τώρα τὸ παραδέχονται, ποὺ ἔχει ἀποδειχθεῖ ἀπὸ τὰ γεγονότα ὅτι μόνον ἡ Ἐκκλησία στοχοποιήθηκε, κυνηγήθηκε, χλευάστηκε καὶ ταπεινώθηκε. Γιὰ νὰ μὴν ἀναλάβουν τὶς εὐθῦνες τους καὶ «λογοδοτήσουν» γιὰ τὶς ἐνέργειές τους.

Ὅμως καὶ ἡ στάσις τῶν ἱερέων δὲν ἦταν ἡ ἁρμόζουσα. Ὁ ὀρθόδοξος παπᾶς, ποὺ πονεῖ καὶ ἐνδιαφέρεται καὶ θυσιάζεται γιὰ τὸ ποίμνιό του, ὁ μερακλῆς τσομπάνος –ποὺ ἔλεγε ὁ παπα-Δημήτρης ὁ Γκαγκαστάθης- μᾶλλον εἶναι εἶδος πρὸς ἐξαφάνισιν καὶ δὲν βλέπω καμμιὰ ΜΚΟ νὰ ἐνδιαφέρεται… Οἱ δὲ χειροτονοῦντες ἐπίσκοποι φαίνεται ὅτι περισσότερο νοιάζονται γιὰ ὑπάκουους ὑπαλλήλους, γιὰ στάχτες ποὺ νὰ τοὺς δίνουν ὅποια μορφὴ θέλουν, παρὰ γιὰ «πυρὸς φλόγες».

  Δὲν λείπουν βεβαίως καὶ ὅσοι ἀντιστάθηκαν, στὸν βαθμὸ ποὺ μποροῦσαν καὶ ἀνάλογα μὲ τὸ θᾶρρος ποὺ διέθεταν.  Ἀρκετοὶ κράτησαν ἀνοιχτὲς τὶς ἐκκλησίες τους, λειτουργοῦσαν μὲ λίγους ἤ περισσότερους ἀνθρώπους πλὴν τῶν ψαλτῶν, ἄλλοι ἔτρεχαν σὲ ἐξωκλήσια ἤ σὲ σπίτια, μεσάνυχτα ἤ ξημερώματα διὰ τὸν φόβον τῶν συγχρόνων Ἰουδαίων τῆς πολιτείας καὶ τῶν ἐκσυχρονισμένων ρουφιάνων τῆς διπλανῆς πόρτας, ποὺ τηλεφωνοῦσαν στὴν ἀστυνομία. Καὶ συνήθως αὐτοὶ δὲν ἦσαν «οἱ δοκοῦντες στῦλοι εἶναι». Δὲν ἦσαν οἱ «πνευματικοὶ», οἱ σοβαροὶ ποιμένες μὲ τὰ πνευματικοπαίδια καὶ τὶς ὁμιλίες καὶ τὶς δράσεις… Ἦταν κάποιοι ποὺ δὲν εἶχαν τέτοιες περγαμηνές, οἱ τελευταῖοι, οἱ περίπου προβληματικοί, οἱ κάπως ἐλλατωματικοί… Αὐτοὶ κυρίως -δὲν εἶμαι ἀπόλυτος διότι μιλῶ γιὰ ὅσα ξέρω καὶ ὅσα ξέρω καὶ ἀκούω δὲν εἶναι τὸ ὅλον- κράτησαν ὅσο μποροῦσαν καὶ μείωσαν στὰ μάτια τοῦ λαοῦ, τὸν ἐξευτελισμό τοῦ κλήρου.

 Κάποιο «σοβαροὶ» πνευματικοὶ, ἀφοὺ ἔκλεισαν τοὺς ναοὺς (λὲς καὶ τοὺς ἔχτισαν μὲ τὰ λεφτά τους καὶ ἦταν ἰδιοκτησίες τους) καὶ ἀνάγκασαν τοὺς ἀνθρώπους νὰ ψάχνουν νὰ βροῦν ἐκκλησία ἤ ἄλλο χῶρο γιὰ νὰ λειτουργηθοῦν καὶ νὰ κοινωνήσουν, ὅταν πῆγαν νὰ ἐξομολογηθοῦν τοὺς μέμφθηκαν ὅτι ἐνήργησαν χωρὶς εὐλογία (!!!) καὶ τοὺς ἀπαγόρευσαν νὰ ξαναπᾶνε σὲ τέτοια λειτουργία!!! Τέτοιου εἴδους ὑπακοὲς  ζητᾶνε κάποιοι σύγχρονοι πνευματικοί!!! Τόση συναίσθησις ὑπάρχει. Δὲν φτάνει ποὺ πρόδωσαν τὴν ἱερωσύνη τους δεχόμενοι νὰ κλείσουν οἱ ναοὶ τους (γιατὶ περὶ αὐτοῦ πρόκειται), ἀντὶ νὰ ἀντισταθοῦν ἔως ἐσχάτων· ἄς σταματοῦσαν ἐκεῖ τουλάχιστον. Ἐντάξει, φόβος, σύγχυσις,  ἐνίοτε σχετικὴ ἀσχετωσύνη, κακομοιριὰ, ὅτι θὲς πές. Νὰ παρεμποδίζουν, ὅμως, τοὺς ταλαίπωρους πιστοὺς νὰ ψάξουν νὰ βροῦν λειτουργία νὰ πᾶνε καὶ νὰ θέτουν καὶ ζήτημα ὑπακοῆς ξεπερνᾶ κάθε προσδοκία ἀκόμη καὶ τοῦ ἴδιου τοῦ … διαβόλου. Ἄς μὴν προχωρήσουμε γιατὶ θὰ ποῦμε βαρειὲς κουβέντες… καὶ δὲν βλέπω πιθανότητες συναισθήσεως. 

Τώρα ποὺ θὰ ἀνοίξουν, λοιπὸν, οἱ ἐκκλησιὲς καὶ θὰ τρέξουν οἱ πνευματοφόροι πατέρες νὰ ὑποδεχτοῦν τὰ τέκνα τους ποὺ μὲ «πόνο ψυχῆς στερήθηκαν τόσον καιρὸ» -γιατὶ ποτέ οἱ ἴδιοι δὲν ἄνοιξαν τὶς ἐκκλησίες οὔτε ἄφησαν κανέναν νὰ μπεῖ μέσα, τώρα ποὺ «ἡ ἐκ Θεοῦ δοκιμασία» παρῆλθε, τώρα ποὺ τὰ σκοτεινὰ νέφη διελύθησαν καὶ φάνηκε τὸ φῶς τοῦ ἡλίου, γιὰ φανταστεῖτε νὰ πᾶνε στὶς ἐκκλησιές τους , νὰ χτυπήσουν τὶς καμπάνες καὶ νὰ μὴν παρουσιαστεῖ …. κανένας. Κανένας!!! Οὔτε πρόσφορο νὰ τοὺς πᾶνε. Τίποτα. Κανεὶς.

Τί θὰ κάνουν τότε οἱ ποιμένες αὐτοί; Θὰ σκεφτοῦν; Θὰ προβληματιστοῦν γιὰ τὶς πράξεις τους; Θὰ ρωτήσουν: γιατί; Θὰ ἔρθουν σὲ συναίσθησι; Βέβαια γιὰ νὰ συμβῇ κάτι τέτοιο θὰ πρέπει καὶ οἱ πιστοὶ νὰ καταλαβαίνουν τὶ γίνεται γύρω τους. Νὰ καταλαβαίνουν ποὺ βρίσκονται. Ποιὰ εἶναι ἡ θέσι τους στὴν ἐκκλησία. Νὰ πιστεύουν σωστά, ὀρθόδοξα. 

Θὰ πεῖ κανεὶς : μὰ γίνονται τέτοια πράγματα; Ἔχουν συμβεῖ τέτοια; Τὰ πρόβατα νὰ μὴν  θέλουν τὸν ποιμένα; Βεβαίως. Διότι μιλοῦμε γιὰ λογικὰ πρόβατα , καὶ ὡς λογικὰ ὀφείλουν νὰ ἀκολουθοῦν τοὺς καλοὺς ποιμένες καὶ ὄχι τοὺς κακοὺς, διότι θὰ χαθοῦν. Ἀπὸ τὸ ξεκίνημα τῆς Ἐκκλησίας αὐτὸ ἦταν ξεκάθαρο καὶ ἦταν διδασκαλία τῶν ἁγίων πατέρων:

Εἶναι λογικὰ αὐτὰ τὰ πρόβατα καὶ τὰ κριάρια, καὶ ὄχι ἄλογα. Γιὰ νὰ μὴν πεῖ ποτὲ ὁ λαϊκὸς ὅτι: «Ἐγὼ εἶμαι πρόβατο καὶ δὲν ἔχω καμμιὰ εὐθύνη. Ὁ ποιμένας (ποὺ μὲ βόσκει) ἔχει τὴν εὐθύνη καὶ θὰ λογοδοτήσῃ γιὰ μένα». Γιατὶ ὅπως τὸ πρόβατο ποὺ δὲν ἀκολουθεῖ τὸν καλό ποιμένα θὰ τὸ φᾶνε οἱ λύκοι, ἔτσι καὶ ἐκεῖνο ποὺ ἀκολουθεῖ τὸν πονηρὸ ποιμένα εἶναι φανερὸ ὅτι θὰ τὸ καταφάει ὁ θάνατος (ὁ πνευματικός). Γι᾿ αὐτὸ νὰ ἀπομακρύνεστε ἀπὸ τοὺς φθοροποιούς ποιμένες

Λογικὰ γὰρ τὰ πρόβατα καὶ οἱ κριοί οὗτοι, ἀλλ᾿οὐκ ἄλογα· ἵνα μή ποτε εἴπῃ ὁ Λαϊκός «Ὅτι ἐγὼ πρόβατόν εἰμι, καὶ οὐ ποιμὴν, καὶ οὐδένα λόγον ἐμαυτοῦ ποιήσομαι, ἀλλ᾿ ὁ ποιμὴν ὅψεται, καὶ αὐτὸς μόνος εἰσπραχθήσεται τὴν ὑπὲρ ἐμοῦ δίκην». Ὤσπερ γὰρ τῷ καλῷ ποιμένι τὸ μὴ ἀκολουθοῦν πρόβατον, λύκοις ἔκκειται εἰς διαφθορὰν, οὕτω τῷ πονηρῷ ποιμένι τὸ ἀκολουθοῦν, πρόδηλον ἔχει τὸν θάνατον ὅτι κατατρώξεται αὐτό. Διὸ φευκτέον ἀπὸ τῶν φθορέων ποιμένων.

PG 1 σ.633 ΑB  ΑΓΙΟΣ ΚΛΗΜΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ

Ὅποιοι θέλουν ἄς ρωτήσουν πραγματικοὺς πνευματικοὺς μὲ φόβο καὶ πείρα  Θεοῦ, ἤ ἄς μελετήσουν τοὺς Πατέρες καὶ θὰ δοῦν ὅτι ἔτσι εἶναι.

 Καὶ ἔχουμε τέτοια παραδείγματα; Ἔχουμε. Ἄς ἀναφέρω ἕνα:

Ὅταν ἐπέστρεψαν ἀπὸ τὴν ψευδοσύνοδο τῆς Φερράρας Φλωρεντίας οἱ ἡμέτεροι καὶ μετὰ πολλὲς προσπάθειες βρέθηκε ἄνθρωπος νὰ ἀνεβῇ στὸν Πατριαρχικὸ θρόνο, μὲ τὴν ὑποχρέωσι, ὅμως, νὰ προχωρήσει ἐμπράκτως τὴν ἔνωσι, ὁ Κυζίκου ἦταν αὐτὸς, κατὰ τὴν ἐνθρόνησί του τὸν συνόδευε ὁ Λατινεπίσκοπος Χριστοφόρος σ᾿ ὅλη τὴν διαδρομὴ καὶ δὲν ξεκολοῦσε ἀπὸ πάνω του.  

Ἠτοιμάσθη τοίνυν ὁ Κυζίκου καὶ ἐδέξατο τὸ μήνυμα. Προσκαλέσατο δὲ καὶ τὸν Τραπεζοῦντος καὶ τὸν Ἡρακλείας παραγενέσθαι ἐν τῷ μηνύματι καὶ οὐκ ἦλθον. Τῇ Τετράδι οὖν, καθ᾿ ἥν ἀποδίδοται ἡ ἑορτὴ τῆς ἁγίας τοῦ Χριστοῦ ἀναστάσεως, ἥτις ἦν καὶ Τετάρτη τοῦ Μαΐου ἦλθεν εἰς τὰ βασίλεια καὶ προεβλήθη παρὰ τοῦ βασιλέως Πατριάρχης. Παρῆμεν δὲ καὶ ἡμεῖς καὶ ἐν τῷ μηνύματι καὶ ἐν τῇ προβλήσει καὶ προεπέμπομεν αὐτὸν εἰς τὸ Πατριαρχεῖον. Παρὴν δὲ καὶ ὁ τοῦ Πάπα Λατινεπίσκοπος ὁ  Χριστοφόρος παρ᾿ὅλην τὴν ὁδὸν πλησιάζων τῷ δεξιῷ μέρει τοῦ Πατριάρχου καὶ μηδόλως αὐτοῦ ἀφιστάμενος. (Συρόπουλου Ἀπομνημονεύματα. Vera Historia Unionis non Verae inter Graecos et Latinos. Adriani Vlaco. MDCLX  σελ 336-7)

Αὐτὸ βέβαια προκαλοῦσε περισσότερη μέμψιν ἐναντίον του ἀπὸ τὸν λαὸ καὶ ἀποστροφὴ διότι ἀποδείκνυε ὅτι ἀποδέχεται τὸν λατινισμό.

Τοῦτο δὲ καὶ πλείονα μέμψιν ἀπὸ τοῦ λαοῦ καὶ ἀποστροφὴν προὐξένει τῷ Πατριάρχῃ ὡς ἀποδεχόμενον τὸν λατινισμόν.(ὅ.π. σελ.337)

Καὶ ἀντιμετώπιζε ὁ λαὸς μὲ πολλὴ ἀηδία τὶς εὐλογίες τοῦ πατριάρχη καὶ πολλοὶ ὑποχωροῦσαν γιὰ νὰ μὴν τὸν βλέπουν νὰ εὐλογεῖ

 Καὶ ἐδέχετο ὁ λαὸς τὴν εὐλογίαν τοῦ Πατριάρχου λίαν ἀηδῶς, τινὲς δὲ καὶ ὑπεχώρουν ἵνα μὴ θεωρῶσι τὴν εὐλογίαν αὐτοῦ. (ὅ.π. σελ.337)

Λέει , λοιπὸν ὁ αὐτόπτης Συρόπουλος: Θὰ προσθέσω καὶ ἕνα μικρὸ ἀφήγημα γιὰ νὰ δείξω τὸν θερμὸ ζῆλο πρὸς τὴν Ὀρθοδοξία τοῦ εὐσεβοῦς καὶ Χριστιανικωτάτου τούτου λαοῦ. 

Προσθήσω δὲ και τι μικρὸν ἀφήγημα πρὸς παράστασιν τοῦ πρὸς τὴν ὀρθοδοξίαν θερμοῦ ζήλου τοῦ εὐσεβοῦς καὶ Χριστιανικωτάτου τοῦδε τοῦ λαοῦ καὶ ἄλλως χαρίεν. .(ὅ.π. σελ.337)

Καποιος ἱερέας ὀνόματι Θεοφύλακτος θέλησε νὰ δῇ πῶς γίνεται ἡ πρόβλησις τοῦ πατριάρχου. Δανείστηκε λοιπὸν ἕνα ἄλογο, γιατὶ δὲν εἶχε, καὶ ἦρθε στὰ ἀνάκτορα καὶ ἀφοῦ εἶδε τὴν πρόβλησι ἦρθε μαζί μας μέχρι τὰ πατριαρχεία (ἀκολούθησε τὴν πομπή). Μετὰ ἐπέστρεψε στὸ σπίτι του καὶ τὴν ὥρα τοῦ ἐσπερινοῦ χτύπησε τὴν καμπάνα. Ἦταν ἡ ἑορτὴ τῆς Ἀναλήψεως, ἀλλὰ κανένας δὲν παρουσιάστηκε στὸν ναό. Τὸ ἴδιο ἔγινε καὶ στὸν ὄρθρο καὶ πάλι κανεὶς δὲν ἦρθε. Περίμενε τὴν ὥρα τῆς Λειτουργίας νὰ τοῦ φέρει κανένας πρόσφορο καὶ δὲν τοῦ ἔφερε, γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν λειτούργησε. Ἐπειδὴ ἀγανάκτησε πῆγε σὲ κάποιους ποὺ συνήθιζαν νὰ ἐκκλησιάζονται στὸν ναό καὶ ρωτοῦσε γιὰ ποιὸ λόγο δὲν ἦρθαν στὴν ἐκκλησία τὴν ἡμέρα τέτοιας ἑορτῆς;

Ἱερεύς τις ἠθέλησεν ἰδεῖν ὅπως γίνεται ἡ τοῦ Πατριάρχου πρόβλησις, ὄνομα τῷ ἱερεῖ Θεοφύλακτος. Ἐδανείσατο οὖν ἵππον, οὐδὲ γὰρ ἐκέκτητο, καὶ ἦλθεν εἰς τὰ βασίλεια, καὶ ἰδὼν τὴν πρόβλησιν ἦλθε μεθ᾿ ἡμῶν μέχρι καὶ τοῦ Πατριαρχείου. Εἶτα ὑπέστρεψεν εἰς τὸ ἴδιον οἴκημα, καὶ κατὰ τὴν ὥραν τοῦ ἐσπερινοῦ ἐσήμανεν. Ἧν γὰρ ἑορτὴ τῆς ἀναλήψεως καὶ οὐδεὶς ἦλθεν εἰς τὸν ναὸν αὐτοῦ. Ὡσαύτως καὶ εἰς τὸν ὄρθρον καὶ οὐδεὶς ἦλθε. Ἐξεδέχετο δὲ καὶ εἰς τὴν ὥραν τῆς λειτουργίας, ἵνα φέρῃ τις αὐτῷ λειτουργίαν καὶ οὐκ ἔφερε, διὸ οὐδὲ ἐλειτούργησεν. Ἀγανακτήσας προσῆλθε τοῖς εἰωθόσιν ἐκκλησιάζεσθαι ἐν τῷ ναῷ καὶ ἠρώτα τίνος χάριν οὐκ ἦλθον ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ ἑορτῆς οὔσης; (ὅ.π. σελ.337)

Αὐτοὶ τοῦ ἔλεγαν: «Ἐπειδὴ ἀκολούθησες τὸν Πατριάρχη καὶ ἐλατίνισες». Ἔλεγε ὁ ἱερεῦς: «Καὶ πῶς ἐλατίνισα; Ἐγὼ πῆγε ἀπλὰ γιὰ νὰ δῶ τὴν ἐνθρόνησι ποὺ ποτὲ δὲν εἶχα ξαναδεῖ. Οὔτε ἐφόρεσα τὰ ἄμφια, οὔτε ἔψαλα, οὔτε ἔκαμα τίποτε ἱερατικό. Πῶς λοιπὸν ἐλατίνισα;» Τοῦ εἶπαν: «Ἀλλὰ ἀνακατεύτηκες  καὶ συνοδοιπόρησες μὲ τοὺς λατινίσαντες μπροστὰ στὸν λατινόφρονα Πατριάρχη καὶ ἔφτανε μέχρι ἐσένα ἡ εὐλογία του. Τότε κουράστηκε νὰ τοὺς πείσῃ μὲ ὑποσχέσεις καὶ ὅρκους πῶς ποτὲ δὲν θὰ ξαναπλησιάσει τὸν Πατριάρχη ἤ ὅσους τὸν πλησιάζουν, καὶ μόλις κατάφερε νὰ τοὺς πείσῃ νὰ συνεχίσουν νὰ πηγαίνουν στὴν ἐκκλησία. 

Οἱ δὲ ἔλεγον αὐτῷ: «Διότι ἠκολούθησας καὶ σὺ τὸν Πατριάρχην καὶ ἐλατίνισας». Ἔλεγεν οὖν ὁ ἱερεὺς «Καὶ πῶς ἐλατίνισα; Ἐγὼ ἀπῆλθον ἁπλῶς ἵνα ἴδω τὴν τάξιν μόνην ἥν οὐδέποτε εἶδον, καὶ οὔτε ἐφόρεσα, οὔτε ἔψαλα, οὔτε τι ἱερατικὸν ἐποίησα. Πῶς οὖν ἐλατίνισα;». Οἱ δὲ εἶπον: «Ἀλλ᾿ ἀνεμίχθης καὶ συνωδοιπόρεις μετὰ τῶν λατινισάντων, ἔμπροσθεν τοῦ λατινόφρονος Πατριάρχου, καὶ ἔφθανέ σοι ἡ εὐλογία αὐτοῦ». Τότε ἠγανάκτησεν ἵνα δυσωπῇ αὐτοὺς μεθ᾿ ὑποσχέσεων ἐνόρκων ὡς οὐκέτι ἀπελεύσεται εἰς τὸν Πατριάρχην ἤ εἰς τοὺς πλησιάζοντας αὐτῷ, καὶ μόλις ἠδυνήθη καταπεῖσαι αὐτοὺς συνέρχεσθαι πάλιν εἰς τὴν ἐκκλησίαν. (ὅ.π. σελ.337)

Καὶ καταλήγει ὁ Συρόπουλος: Ἄν καὶ τὸ προσθέσαμε στὸν λόγο σὰν κάτι εὐχάριστο, ὅμως μποροῦν ἀπ᾿ αὐτὸ ὅσοι θέλουν νὰ λάβουν ἀποδείξεις γιὰ τὸ ποιὰ διάθεσι ἔχει, μὲ τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ, ὁ χριστιανικώτατος αὐτὸς λαὸς καὶ πόσο ἀποστρέφεται καὶ μισεῖ τὰ  νόθα καὶ τὰ ἀλλότρια.

 Εἰ οὖν ὥσπερ ἥδυσμά τι προετέθη τοῦτο τῷ λόγῳ, ἀλλ᾿ οὖν καὶ ἐκ τούτου ἔξεστι τοῖς βουλομένοις τεκμαίρεσθαι ὁποῖαν τινα διάθεσιν ἔχει Θεοῦ χάριτι περὶ τὰ ὑγιῆ τῆς ἐκκλησίας δόγματα ὁ Χριστιανικώτατος ὅδε λαός, καὶ ὅπως ἀποστρέφεται καὶ μισεῖ τὰ νόθα τε καὶ ἀλλότρια. .(ὅ.π. σελ.337)

Βλέπετε στάσι λαοῦ ὀρθοδόξου; Μόνο ποὺ παρακολούθησε τὸν λατινόφρονα πατριάρχη ὁ παπᾶς καὶ ὁ λαὸς δὲν πατοῦσε πόδι στὴν ἐκκλησία ποὺ λειτουργοῦσε. Ἐδὼ οἱ σύγχρονοι ἔχουν τερματήσει τὸν δείκτη. Ἔκλεισαν τὶς ἐκκλησίες, κατήργησαν τὴν λειτουργία (ἔβγαλαν ἔξω τὸν λαό) χώρισαν τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ὁ λαός μας τί θὰ κάνῃ; Μὰ «ὑπακοή».

Ὅμως τὸ παραπάνω παράδειγμα  ἄς τὸ λάβουν ὑπ᾿ ὅψιν τους οἱ κατὰ συντριπτικὴ πλειοψηφία μισθωτοὶ ποιμένες τοῦ λαοῦ. Ὅτι τὰ νόθα καὶ τὰ ἀλλότρια ποὺ αὐτοὶ δέχονται καὶ πάνε νὰ ἐπιβάλλουν (ἀπὸ τὴν προδοσία τῆς πίστεως στὸ  Κολυμπάρι, μέχρι τὸ λόγῳ ἐλλείψεως πίστεως κλείσιμο τῶν ἐκκλησιῶν)  ὁ λαὸς τὰ μισεῖ καὶ τὰ ἀποστρέφεται. Ὁ «χριστιανικώτατος λαός», ὅσος ἀπέμεινε ἀπὸ τὴν δράσι τόσων «πνευματικῶν». Καὶ μὴν καυχῶνται ἄν θὰ ξαναγεμίσουν οἱ ἐκκλησίες. Πρῶτον δὲν πᾶνε γι᾿ αὐτοὺς, ἀλλὰ γιὰ τὸν Ἔνοικο καὶ κατ᾿ ἀνάγκη τοὺς ἀνέχονται μὴ ἔχοντας ἄλλους, καὶ δεύτερον ἄς ἄναρωτηθοῦν τί οἱ ἴδιοι προσφέρουν σ᾿ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, ἄξιο τῆς ἱερωσύνης ποὺ ἔχουν ταχθεῖ νὰ διακονήσουν. Καὶ δὲν εἶναι ἀξιότης ἡ δουλοπρέπεια καὶ ὁ φόβος  οὔτε καὶ ἡ εὐθυγράμησις μὲ τὶς ὅποιες (ἐνίοτε καὶ παράλογες) ἀξιώσεις τοῦ καίσαρα ποὺ ἐνῷ παριστάνει πῶς πιστεύει προωθεῖ τὴν ἐκπόρνευσι καὶ διαστροφὴ ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὸ νηπιαγωγεῖο. Καὶ ὅμως δόθηκε τὸ δικαίωμα ἀπὸ τοὺς κληρικοὺς τῶν ἐσχάτων καιρῶν στὸν κάθε ἄρχοντα τοῦ κόσμου νὰ κάνει κουμάντο μέσα στὸν οἶκο τοῦ Θεοῦ. Στὸ Ἄλφα τῆς ἀξίας, τῆς Ἀρχῆς, τῆς μίας, λουτροκαμπινές ποὺ ἔλεγε πάλαι ποτὲ ὁ ἀοιδὸς , γιὰ τὴν Ἑλλάδα βέβαια. Μαζὶ ξεπουλιοῦνται, πίστι καὶ πατρίδα. Καὶ ἡμεῖς…. ἄλλοι ἄδομεν καὶ ἄλλοι γράφομεν… 

Γεώργιος Τζανάκης. Ἀκρωτήρι Χανίων. 11.5.2020

ΥΓ: Ἐγὼ, καθ᾿ ὅλο τὸ διάστημα τῆς ἀπαγορεύσεως εἶχα τὸ «προνόμιο» νὰ μπορῶ νὰ πηγαίνω σὲ ὅλες τὶς καθημερινὲς ἀκολουθίες σὲ κάποιους ναούς (ὑποτίθεται ὅτι ψευτοβοηθῶ…) Ἡ ἐμπειρία τῶν ἄδειων ναῶν, εἰδικῶς τὴν Μεγάλη Ἐβδομάδα, ἦταν καταθλιπτική. (Γι᾿ αὐτὸ ἔγραψα τὸ κείμενο ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΚΕΚΛΕΙΣΜΕΝΩΝ ΤΩΝ ΘΥΡΩΝ.) Σοῦ ᾿ρχόταν νὰ κλαῖς. Δὲν μπορεῖ  νὰ συμβαίνῃ αὐτό. Ὄντως βιώνεις τὴν προδοσία τῆς ἐκκλησίας. Μιλῶ μὲ αὐτὸν τὸν ἰσοπεδωτικὸ καὶ βάναυσο λόγο, ἀλλὰ δὲν γίνεται διαφορετικά. Κάθε ἄλλο θὰ εἶναι ψέμα. Ἐγὼ ἔτσι τὸ ἔζησα. Ἀκόμα καὶ ἄν μποροῦσαν νὰ ἀποδείξουν οἱ διαπράξαντες τὸ ἔγκλημα,  ὅτι δὲν εἶναι ἔτσι (ποὺ δὲν μποροῦν, γι᾿ αὐτὸ περὶ ἄλλων τυρβάζουν) ἡ ψυχὴ ποὺ ἔζησε αὐτὸ τὸ αἴσχος (ποὺ συνεχίζεται) δὲν μπορεῖ νὰ τὸ δεχτῇ.

 Παρηγοροῦντη τὴν καρδιά, μὰ δὲ παρηγορᾶται.

 Λένε τση χίλια ψώματα, μὰ κείνη τ᾿ ἀφορᾶται.    

Δημοφιλή Άρθρα

Τα αγαπημένα σας