Ορθοδοξία

Αρχική Ορθοδοξία Σελίδα 46

Tήν Ἁγία ἡμέρα τῶν Φώτων ~ Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ

Tήν Ἁγία ἡμέρα τῶν Φώτων  Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ

Tήν Ἁγία ἡμέρα τῶν Φώτων 
Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ

 

Tήν Ἁγία ἡμέρα τῶν Φώτων ~ Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ

Χθὲς συνεκκλησιάζοντας καὶ συνεορτάζοντας μὲ σᾶς ποὺ προεωρτάζατε τὴν ἡμέρα τῶν Φώτων σᾶς ἀνέπτυξα τὰ ἀπαραίτητα λέγοντας πρὸς τὴν ἀγάπη σας τὰ σχετικὰ μὲ τὸ βάπτισμα κατὰ Χριστόν, τὸ ὁποῖο ἀξιωθήκαμε ἐμεῖς· ὅτι δηλαδὴ εἶναι ἐπίγνωσις τοῦ Θεοῦ καὶ ὑπόσχεσις πρὸς τὸν Θεό· πίστις μὲν καὶ ἐπίγνωσις τῆς ἐν Θεῷ ἀλήθειας, συμφωνία δὲ καὶ ὑπόσχεσις ἔργων καὶ λόγων καὶ τρόπων ἀρεστῶν στὸν Θεὸ ποὺ τελοῦνται διὰ τῶν ἱερῶν συμβόλων. Ἀλλά διδάσκοντας προσθέσαμε καὶ τοῦτο, ὅτι ἂν δὲν μετατρέψωμε σὲ ἔργο τὶς ὑποσχέσεις ἐκεῖνες, τὰ ἱερὰ ἐκεῖνα σύμβολα καὶ οἱ δι’ αὐτῶν καὶ μαζὶ μὲ αὐτά διὰ λόγου ὑποσχέσεις πρὸς τὸν Θεό, ὄχι μόνο δὲν ὠφελοῦν τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ καί δικαίως τὸν ὑποβάλλουν σὲ καταδίκη.

Ἔπειτα ἐξηγήσαμε τὴν πρὸς τοὺς ὄχλους διδασκαλία Ἰωάννη τοῦ Προφήτη καὶ Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ, ἡ ὁποία διαλαμβάνει καί αὐτή περὶ τοῦ ἰδίου βαπτίσματος· διότι τό μὲν βάπτισμα εἶναι ἐπίγνωσις τοῦ Θεοῦ, ὅπως εἴπαμε, ὁ δὲ πρόδρομος καὶ βαπτιστὴς τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καί Σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ μᾶς ὁδηγεῖ διὰ τῆς διδασκαλίας του στὴν ἐπίγνωσι αὐτοῦ, ἀποδεικνύοντας τὸν προαιώνιο καὶ δεσπότη τοῦ παντός, κριτὴ ζωντανῶν καὶ νεκρῶν, ποὺ κατὰ τὴν ἐξουσία του τοὺς μὲν ἄξιους εἰσάγει στὶς ἀΐδιες μονές, τοὺς δὲ κατακρίτους ρίπτει στὴ γέεννα τοῦ πυρός· ἐνῶ μαρτυρεῖ ὅτι αὐτός εἶναι κύριος καί τῶν ἀγγέλων, τὸν ἑαυτό του τὸν συντάσσει στοὺς ἔσχατους δούλους.

Ἐπειδὴ δὲ τὸ βάπτισμα ὄχι μόνο ἐπίγνωσις τοῦ Θεοῦ εἶναι, ἀλλὰ καὶ ὑπόσχεσις ἐπιστροφῆς καί θεαρέστων ἔργων, γι’ αὐτό ὁ πρόδρομος τοῦ Χριστοῦ καί βαπτιστής, ὄχι μόνο ὁδηγοῦσε στὴν ἐπίγνωσι τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐκήρυττε μετάνοια κι’ ἐπιζητοῦσε καρποὺς ἀξίους τῆς μετανοίας, τὴν δικαιοσύνη, τὴν ἐλεημοσύνη, τὴν μετριοφροσύνη, τὴν ἀγὰπη, τὴν ἀλήθεια. Δεικνύοντας δὲ καὶ τοῦτο, ὅτι χωρὶς ἔργα δὲν ὠφελεῖ καθόλου ἡ πρὸς τὸν Θεὸ ὑπόσχεσις, ἀλλὰ καὶ καταδικάζει τὸν ἄνθρωπο, ἐπέσειε ἀξίνα κι’ ἐπεδείκνυε πυρκαϊά ἄσβεστη κι’ ἔλεγε ὅτι «κάθε δένδρο ποὺ δὲν κάμει καλὸ καρπὸ ἀποκόπτεται καί ρίπτεται στὴ φωτιὰ» .

Ἐκτός ἀπὸ αὐτά ἐξηγήσαμε πρὸς τὴν ἀγάπη σας καὶ τοὺς πρὸς τὸν ἴδιο τὸν Κύριο ποὺ ἦλθε νὰ βαπτισθῆ λόγους τοῦ Βαπτιστοῦ, ποὺ ἐδίσταζε καί ὑποχωροῦσε καὶ παραιτεῖτο ἀπὸ τὸ ἔργο, κι’ ζητοῦσε μᾶλλον αὐτός νὰ λάβη ἀπὸ ἐκεῖνον τὸ βάπτισμα. Ἀλλ’ ἐπίσης ἐξηγήσαμε καὶ τοῦ Κυρίου τοὺς λόγους πρὸς ἐκεῖνον, ὡς δεσπότη ποὺ προστάσσει δοῦλον, συγχρόνως δὲ καὶ φανερώνει τὸ μυστήριο σὰν σὲ φίλο καὶ συγγενῆ κατὰ σάρκα καὶ προβάλλει τὶς εὔλογες δικαιολογίες. Καὶ φθάσαμε τότε ὁμιλώντας πρὸς σᾶς ἕως τὸ σημεῖο ὅπου ὁ Ἰωάννης πεισθείς ἄφησε τὸν Κύριο νὰ βαπτισθῆ. Ἀπέμεινε δὲ ἀπὸ τὸ εὐαγγέλιο αὐτό ποὺ ἀναγνώσθηκε τώρα, ὅτι, «ἀφοῦ βαπτίσθηκε ὁ Ἰησοῦς, ἀνέβηκε ἀμέσως ἀπὸ τὸ ὕδωρ· καὶ ἰδοὺ τοῦ ἀνοίχθηκαν οἱ οὐρανοί καὶ εἶδε ὁ Ἰωάννης τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ νὰ κατεβαίνη σὰν περιστερὰ καὶ νὰ ἔρχεται ἐπάνω του. Καὶ ἀμέσως ἦλθε φωνὴ ἀπὸ τὸν οὐρανό ποὺ ἔλεγε, τοῦτος εἶναι ὁ ἀγαπητὸς Υἱός μου, ποὺ τὸν ἐξέλεξα».

Μέγα καὶ ὑψηλό, ἀδελφοί, εἶναι τὸ μυστήριο τοῦ βαπτίσματος τοῦ Χριστοῦ ποὺ συμπεριλαμβάνεται στὰ λίγα τοῦτα λόγια, δυσθεώρητο καὶ δυσερμήνευτο καὶ ὄχι λιγώτερο δυσκατάληπτο· ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι ἐξαιρετικὰ σωτήριο, γι’ αὐτό, ἀφοῦ πεισθοῦμε καὶ ἐλπίσωμε σ’ αὐτόν ποὺ προέτρεψε νὰ ἐρευνοῦμε τὶς Γραφές, ἂς ἀνιχνεύσωμε ὅσο εἶναι ἐφικτό τὴ δύναμι τοῦ μυστηρίου. Ὅπως λοιπὸν κατὰ τὴ ἀρχὴ μετὰ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, «ἂς κατασκευάσωμε ἄνθρωπο κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσί μας», ἀφοῦ ἐπλάσθηκε ἡ φύσιςμας στὸν Ἀδάμ, τὸ ζωαρχικό Πνεῦμα, ἀφοῦ φανερώθηκε κι’ ἐδόθηκε μὲ τὸ ἐμφύσημα πρὸς αὐτόν, συνεφανέρωσε καὶ τὸ τριαδικὸ τῶν ὑποστάσεων τῆς δημιουργοῦ θεότητος ἐπάνω στὰ ἀλλὰ κτίσματα, τὰ ὁποῖα παράγονταν μὲ μόνο τὸ ρῆμα τοῦ Λόγου καὶ τοῦ λέγοντος Πατρός· ἔτσι τώρα, ποὺ ἀναπλασσόταν στὸν Χριστὸ ἡ φύσις μας, τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο, φανερωθὲν διὰ τῆς πρὸς αὐτόν καθόδου ἀπὸ τὰ ὑπερουράνια, καθὼς βαπτιζόταν στὸν Ἰορδάνη, φανέρωσε τὸ μυστήριο τῆς ὕψιστης καὶ παντουργοῦ Τριάδος, τὸ σωστικὸ γιὰ τὰ λογικὰ κτίσματα.

Γιὰ ποιὸ λόγο φανερώνεται τὸ μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὅταν πλάσσεται καὶ ἀναπλάσσετα ὁ ἄνθρωπος; Ὄχι μόνο διότι εἶναι μόνος ἐπίγειος μύστης καὶ προσκυνητής της, ἀλλὰ καὶ διότι εἶναι ὁ μόνος κατὰ τὴν εἰκόνα της. Πραγματικὰ τὰ μὲν αἰσθητικὰ καὶ ἄλογα ζῶα ἔχουν μόνο πνεῦμα ζωϊκό, ἀλλὰ κι’ αὐτό μὴ δυνάμενο νὰ ὑφίσταται καθ’ ἑαυτό, στεροῦνται ὅμως τελείως νοῦ καὶ λόγου· τὰ δὲ ἐντελῶς ὑπὲρ τὴν αἴσθησι, ἄγγελοι καὶ ἀρχάγγελοι, ὡς νοεροί καὶ λογικοί, ἔχουν νοῦ καὶ λόγο, ἀλλὰ ὄχι καὶ πνεῦμα ζωοποιό, ἐπειδὴ δὲν ἔχουν οὔτε σῶμα ποὺ νὰ ζωοποιῆται ἀπὸ αὐτό. Ὁ δὲ ἄνθρωπος εἶναι ὁ μόνος ποὺ κατ’ εἰκόνα τῆς τρισυπόστατης φύσεως ἔχει νοῦ καὶ λόγο καὶ πνεῦμα ζωοποιὸ τοῦ σώματος, ἐπειδὴ ἔχει καὶ τὸ ζωοποιούμενο σώμα.

Ὅπως λοιπόν, ἀφοῦ φανερώθηκε ἡ ὕψιστη καὶ παντουργὸς Τριὰς τὴ στιγμὴ ποὺ ἀναπλασσόταν ἡ φύσις μας στὸν Ἰορδάνη, σὰν εἶδος ἀρχετύπου τῆς κατὰ τὴν ψυχὴ μας εἰκόνος, οἱ μὲν βαπτίζοντες κατὰ Χριστὸν μετὰ τὸν Χριστὸ βαπτίζουν μὲ τρεῖς καταδύσεις, ἐνῶ ὁ Ἰωάννης βάπτιζε μὲ μία κατάδυσι. Κι’ αὐτό ἐπισημαίνοντας ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος λέγει «ἀφοῦ βαπτίσθηκε ὁ Ἰησοῦς, ἀνέβηκε ἀμέσως ἀπὸ τὸ ὕδωρ.

«Καὶ ἰδού», λέγει, δηλαδὴ χωρὶς νὰ βγῆ ἀπὸ τὸ ὕδωρ ἀλλὰ μὲ τὸ νὰ ἀναδυθῆ μόνο, «τοῦ ἀνοίχθηκαν οἱ οὐρανοί». Συγκεντρώσατε λοιπὸν τὴ διάνοιά σας, παρακαλῶ ἀδελφοί, καὶ προσέχετε μὲ ἀκρίβεια τοῦ νοῦ, ὥστε νὰ κατανοήσετε τήν δύναμι τοῦ μυστηρίου τοῦ κατὰ Χριστὸν βαπτίσματος. Διότι ἡ κατάδυσις τοῦ Χριστοῦ στὸ ὕδωρ καί ἡ κάτω ἀπὸ αὐτό τοποθέτησίς του, ὅταν βαπτιζόταν, προϋπεδείκνυε τὴν κατὰβασί του στὸν ἅδη.

Εὐλόγως καὶ συνεπῶς λοιπόν, ὅταν ἀνέβηκε ἀπὸ τὸ ὕδωρ, ἀμέσως τοῦ ἀνοίχθηκαν οἱ οὐρανοί· ἐπειδὴ καὶ κατὰ τὴν κάθοδο στὸν ἅδη, ὅπου ἔγινε γιὰ χάρι μας ὑπόγειος, καθὼς ἐπανερχόταν ἀπὸ ἐκεῖ, ἄνοιξε ἀπὸ ἐκεῖ τὰ πάντα γιὰ τὸν ἑαυτό του, ὄχι μόνο τὰ ἔγγεια καὶ τὰ περίγεια, ἀλλὰ καὶ τὸν ἴδιο τὸν ἀνώτατο οὐρανό, στὸν ὁποῖο ἔπειτα, ὅταν ἀναλήφθηκε σωματικῶς, «εἰσῆλθε πρόδρομος ὑπὲρ ἡμῶν». Ὅπως δηλαδὴ διὰ τοῦ μυστικοῦ ἄρτου καὶ τοῦ ποτηρίου προϋπέδειξε τὸ σωτήριο πάθος του καὶ ἔπειτα παρέδωκε τὸ μυστήριο τοῦτο στοὺς πιστοὺς νὰ τὸ τελοῦν γιὰ τὴ σωτηρία, ἔτσι προϋπέδειξε καὶ τὴν κάθοδό του στὸν ἅδη καὶ τὴν ἀνὰβασί του ἀπὸ ἐκεῖ μυστικῶς διὰ τοῦ βαπτίσματός του τούτου, καὶ ἔπειτα τὸ παρέδωσε στοὺς πιστοὺς νὰ τὸ τελοῦν γιὰ τὴ σωτηρία. Στὸν ἑαυτὸ του μὲν παρεῖχε ἔτσι τὰ ἐπώδυνα καὶ δύσκολα, σ’ ἐμᾶς δὲ ἐχάριζε τὴν κοινωνία τῶν παθημάτων του εὐθὺς ἀπὸ τὴν ἀρχὴ διὰ τῶν ἀνώδυνων τούτων μέσων καὶ μᾶς καθιστοῦσε κατὰ τὸν ἀπόστολο συμφύτους μὲ τὸ ὁμοίωμα τοῦ θανάτου του, ὥστε στὸν καιρὸ νὰ μᾶς καταξιώση καὶ τῆς ὑπεσχημένης ἀναστάσεως .

Ἔχοντας δηλαδὴ σὰν ἐμᾶς ψυχὴ καὶ σῶμα, ποὺ ἀνέλαβε ἀπὸ ἐμᾶς γιὰ χάρι μας, διὰ μὲν τοῦ σώματος ὑπέστη τὸ θάνατο καὶ τὴν ταφὴ ὑπὲρ ἡμῶν, κι’ ἀνέδειξε τὴν ἔγερσι ἀπὸ τὸν τάφο σὰν δύναμι ἀθανασίας καὶ τοῦ ἰδίου τοῦ σώματος, καὶ μᾶς παρέδωσε νὰ τελοῦμε τὴν ἀναίμακτη θυσία σὲ ἀνάμνησι τούτων καὶ δι’ αὐτῆς νὰ καρπωνώμαστε τὴ σωτηρία· διὰ δὲ τῆς ψυχῆς κατῆλθε στὸν ἅδη καὶ ἐπανῆλθε ἀπὸ αὐτόν, μεταδίδοντας σὲ ὅλους φῶς ἀΐδιο καὶ ζωὴ καὶ γιὰ δεῖγμα τούτου μᾶς παρέδωσε νὰ τελοῦμε τὸ θεῖο βάπτισμα καὶ διὰ μέσου αὐτοῦ νὰ καρπωνώμαστε τὴ σωτηρία· καὶ μάλιστα νὰ τὴν καρπωνώμαστε μὲ τὸ καθένα ἀπὸ τὰ δύο μυστήρια καὶ μὲ τὰ δύο στοιχεῖα, τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα, μυούμενα καὶ δεχόμενα σπέρματα ἀκήρατης ζωῆς. Πραγματικὰ ἀπὸ τὰ δύο αὐτά ἐξαρτᾶται ὅλη ἡ σωτηρία μας, ἀφοῦ ὅλη ἡ θεανδρικὴ οἰκονομία στὰ δύο αὐτά συγκεφαλαιώνεται.

«Τοῦ ἀνοίχθηκαν οἱ οὐρανοί». Δὲν εἶπε ὁ οὐρανός, ἀλλὰ «τοῦ ἀνοίχθηκαν οἱ οὐρανοί», δηλαδὴ ὅλοι, ὅλα τὰ ἐπάνω, γιὰ νὰ μὴ νομίσης, βλέποντας τὰ ἄνω κι’ ἐπάνω ἀπὸ ἐμᾶς ἐπικείμενα, ὅτι ὑπάρχει κάτι ποὺ εἶναι ὑπερκείμενο καὶ ἀνώτερο. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἐννοήσης καὶ ἐπιγνώσης ὅτι ὑπάρχει μία μόνο φύσις καὶ δεσποτεία ποὺ ἀπὸ τὴν ὑπὲρ τὸν οὐρανό γύρω ἀπειρία φθάνει μέχρι καὶ τῶν μέσων τοῦ σύμπαντος καὶ τῶν ἰδικῶν μας ὁρίων, δηλαδὴ γεμίζει τὰ πάντα καὶ δὲν ἀφήνει τίποτε ἔξω ἀπὸ ἑαυτὴν καὶ συγκρατεῖ καὶ περιέχει τὰ πάντα σωτηρίως καὶ ὑπερεκτείνεται πέρα ἀπὸ τὰ πάντα, ἀναγνωρίζεται ὅμως ἀπορρήτως σὲ τρεῖς συναφεῖς χαρακτῆρες.

«Τοῦ ἀνοίχθηκαν λοιπὸν οἱ οὐρανοί», γιὰ νὰ δειχθῆ φανερώτατα ὅτι αὐτός εἶναι ποὺ καὶ πρὸ τῶν οὐρανῶν ὑπάρχει, μᾶλλον δὲ ποὺ εἶναι καὶ πρὶν ἀπὸ ὅλα τὰ ὄντα καὶ εἶναι πρὸς τὸν Θεὸ καὶ εἶναι Θεὸς καὶ εἶναι Θεοῦ Λόγος καὶ Υἱός καὶ οὔτε τὸν Πατέρα ἔχει προγενέστερό του καὶ ἔχει μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα ὄνομα τὸ ἐπάνω ἀπὸ κάθε ὄνομα καὶ ἀπὸ κάθε λόγο. Διότι, ὅταν ὅλα τὰ φαινόμενα μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Πατρὸς στὸν οὐρανό, ἐγκόσμια καὶ ὑπερκόσμια, ἐσχίσθηκαν καὶ ἦσαν πεταμένα τὰ πρῶτα δίπλα στὰ ἄλλα, μόνο αὐτός παρουσιαζόταν συνημμένος μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Πνεῦμα, ἀφοῦ καὶ πρὶν ἀπὸ τὴ σύστασι τῶν ὄντων ὑπῆρχε μαζὶ μὲ αὐτούς.

«Τοῦ ἀνοίχθηκαν οἱ οὐρανοί», ὅπως δὲ λέγει ὁ Μάρκος, ἐσχίσθηκαν. Διότι λέγει, «ἀνεβαίνοντας ἀπὸ τὸ ὕδωρ, εἶδε τοὺς οὐρανούς νά σχίζωνται». Πῶς λοιπόν ὁ μὲν ἕνας εἶπε, ἀνοίχθηκαν, ὁ δὲ ἄλλος, ἐσχίσθηκαν; Γιὰ νὰ μὴ διαφύγη τὴν προσοχὴ τῶν συνετῶν ἀκροατῶν ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ μυστηρίου εἶναι διπλή. Πραγματικὰ μὲ τὴν ἔκφρασι ὅτι ἀνοίχθηκαν μᾶς ἔδειξε ὅτι οἱ οὐρανοί ἦσαν κλειστοὶ προηγουμένως λόγω τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς παρακοῆς μας πρὸς τὸ Θεό. Διότι ἔχει γραφῆ ὅτι ὁ οὐρανός ἀποκλείσθηκε γιὰ τὸν Ἀδάμ, ὅταν παρήκουσε στὸ Θεὸ καὶ ἄκουσε ἀπὸ αὐτόν ὅτι «γῆ εἶσαι καὶ στὴ γῆ θὰ μεταβῆς». Εὐλόγως λοιπὸν ἀνοίχθηκαν οἱ οὐρανοί στὸν Χριστό, ποὺ παρουσιάσθηκε σὲ ὅλα ὑπήκοος καί, ὅπως ὁ ἴδιος εἶπε στὸν Ἴωαννη, ἐξεπλήρωσε ὅλη τὴ δικαιοσύνη καὶ προσφάτως διὰ τοῦ βαπτίσματος. Ἐπειδή δέ, ὅπως λέγει ὁ ἴδιος ὁ πρόδρομος τοῦ Κυρίου, «δὲν δίδει μὲ μέτρο τὸ Πνεῦμα ὁ Θεός, ἀλλὰ ὁ Πατὴρ ἀγαπᾶ τὸν Υἱό καὶ δίδει τὰ πάντα στὸ χέρι του, φαίνεται ὅτι ὁ Χριστὸς κατὰ σάρκα ἔλαβε ὅλη τὴν ἀμέτρητη καὶ ἄπειρη δὺ-ναμι καὶ ἐνέργεια τοῦ Πνεύματος. Οἱ οὐρανοί ἔδειξαν ἐμπρά κτως ὅτι ὅλη αὐτή ἡ δύναμις καὶ ἐνέργεια τοῦ θείου Πνεύματος εἶναι ἀχώρητος σὲ ὅλα τὰ κτιστά.

Γι’ αὐτό καὶ ὅταν τούτη ἡ δύναμις φαινόταν καὶ ἦταν σὰν νὰ διάβαινε πρὸς τὴν θεοϋπόστατη ἐκείνη σάρκα, αὐτοί μὴ χωρώντας ἐσχίσθηκαν. Καλῶς λοιπὸν διεκήρυξε αὐτός ποὺ εἶπε πρὸς τὸν Θεό, «οὔτε ὁ οὐρανός δὲν εἶναι καθαρὸς ἐνώπιόν σου», ὡς οὐρανὸ ἐννoώντας τούς ἀγγέλους, τοὺς ἀρχαγγέλους, τὰ πολυόμματα Χερουβίμ, τὰ ἑξαπτέρυγα Σεραφίμ, ὅλη τὴν ἄλλη ὑπερκόσμια φύσι. Εὐλόγως λοιπὸν οὔτε οἱ οὐρανοί, δηλαδὴ οἱ ἄγγελοι σ’ αὐτόν, εἶναι καθαροὶ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ τῶν οὐρανῶν, ἐπειδή, ἂν καὶ φωτίζεται διαπαντὸς ἀπὸ τὴν ὑψίστη καὶ δεσποτικὴ ἱεραρχία, ὑστεροῦν ὡς πρὸς τὴν ὑπερτέλεια καθαρότητα αὐτῆς. Μόνη δὲ ἡ δική μας ἐν Χριστῷ φύσις ὡς θεοϋπόστατη καὶ ὁμόθεη διαθέτει καθαρότητα ὑπερτελεία καὶ εἶναι, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε, χωρητική κάθε λαμπρότητος καὶ ἀγλαΐας καὶ δυνάμεως καὶ ἐνέργειας τοῦ Θείου Πνεύματος. Ἑπομένως ὄχι μόνο οἱ οὐρανοί ἀνοίχθηκαν, ἀλλὰ καὶ οἱ ἴδιοι οἱ ἄγγελοι ὑποχώρησαν ἐμπρὸς στὴν τοιαύτη κάθοδο τοῦ Θείου Πνεύματος σ’ αὐτόν.

«Ἄφοῦ βαπτίσθηκε ὁ Ἰησοῦς, ἀνέβηκε ἀμέσως ἀπὸ τὸ ὕδωρ· καὶ ἰδού, τοῦ ἀνοίχθηκαν οἱ οὐρανοί»· ὁ δὲ Λουκᾶς λέγει ὅτι εἶχε ἀνοιχθῆ ὁ οὐρανός, ὅταν ἀκόμη προσευχόταν ὁ Χριστός· διότι, λέγει, «ὅταν βαπτίσθηκε καὶ προσευχόταν ὁ Ἰησοῦς, ἀνοίχθηκε ὁ οὐρανός». Πραγματικὰ καὶ βαπτιζόμενος καὶ κατεβαίνοντας καὶ ἀνεβαίνοντας ἀπὸ τὸ ὕδωρ προσευχόταν, διδάσκοντας ἐμπράκτως ὅτι, ὄχι μόνο ὁ ἱερεὺς καὶ λειτουργός τῶν μυστηρίων πρέπει νὰ προσεύχεται, ἀλλὰ καὶ αὐτός πού δέχεται τό μυστήριο πρέπει νὰ κάμη τοῦτο σὲ κάθε θεία τελετὴ· καὶ ἂν μὲν ὁ λειτουργός εἶναι τελειότερος κατὰ τὴν ἀρετὴ καὶ ἀναπέμπει ἐκτενέστερη εὐχή, δι’ αὐτοῦ ἀνεβαίνει ἡ χάρις πρὸς τὸν ἀποδέκτη τοῦ Μυστηρίου, ἂν δὲ ὁ ἀποδέκτης εἶναι ἀξιώτερος καὶ προσεύχεται ἐκτενέστερα, ὁ θελητής τοῦ ἐλέους (τί ἄφατη χρηστότης κι’ αὐτή!) δὲν ἀρνεῖται νὰ μεταδώση δι’ αὐτοῦ ἀπὸ τὴ χάρι καὶ στὸν λειτουργό· ὅπως καὶ τώρα ἔγινε φανερὰ στὴν περίπτωσι τοῦ Ἰωάννη, πράγμα ποὺ καὶ αὐτός μαρτυρεῖ ὕστερα δημόσια, λέγοντας, «ὅλοι ἐμεῖς ἐλάβαμε ἀπὸ τὸ πλήρωμά του».

Γιατί ὅμως μόνο στὸν Ἰησοῦ ἀνοίχθηκε ὁ οὐρανός, ὅταν προσευχόταν, σὲ κανένα δὲ ἀπό τούς πρὸ αὐτοῦ; Τί λέγεις; αὐτός ποὺ ἀντιλήφθηκε τή θεανδρικὴ οἰκονομία τοῦ ἐνυποστάτου Λόγου τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ἦταν ἀκόμη ἔμβρυο, καὶ ὄχι μόνο ἐπήδησε μαζί του μὲ ἀγαλλίασι θείου Πνεύματος ἀπὸ τὴν μητρικὴ κοιλιά, ἀλλὰ μετέδιδε χάρι καὶ στὴν κυοφοροῦσα μητέρα του, αὐτός ποὺ μόλις λύθηκε ἀπὸ ἐκεῖ ἔλυσε τὸ πατρικὸ στόμα ποὺ εἶχε δεθῆ γι’ αὐτόν μὲ ἀφωνία κατόπιν προσταγῆς τοῦ ἀγγέλου, τὸ θρέμμα τῆς ἐρήμου, ὁ ὑψηλότερος ἀνάμεσα στὰ γεννήματα τῶν γυναικῶν καὶ ἀξιώτερος τῶν ἀπὸ ἀνέκαθεν προφητῶν, δὲν εἶναι ἱκανός νὰ λύση τὸν ἱμάντα τοῦ ὑποδήματος (ὁ,τιδήποτε καὶ ἂν εἶναι αὐτός ὁ ἱμάς), καὶ θὰ ἦταν ἱκανός ν’ ἀνοίξη τὸν οὐρανό, μᾶλλον δὲ τὰ ὑπερουράνια, κάποιος ἀπό τούς ὑστεροῦντας ἀπέναντι στὴν ἀξία του;

Γιὰ νὰ κατανοήσης δὲ τὸ ὕψος τῆς ὑπεροχῆς τοῦ τώρα βαπτιζομένου κατὰ σάρκα ἀπέναντι σὲ ὅλους, πρόσεξε κι’ ἐκεῖνο· ὅτι «τοῦ ἀνοίχθηκαν οἱ οὐρανοί», ἔχει γραφῆ, δείχθηκε δὲ σ’ ἐμᾶς μὲ ἔργα ὅτι ὄχι μόνο οἱ οὐρανοί, ἀλλὰ ὁ ἴδιος ὁ κόλπος τοῦ Ὑψίστου Πατρὸς τοῦ ἀνοίχθηκε· διότι ἀπὸ ἐκεῖ ἦλθε τὸ Πνεῦμα καὶ ἡ φωνὴ ποὺ μαρτυροῦσε τὴν γνησιότητα τῆς υἱότητος . Οἱ δὲ οὐρανοί εἶναι κήρυκες τούτου, ἀφοῦ ἀνοίχθηκαν σὰν παγκόσμια στόματα, καὶ διατρανώνοντας ὄχι μόνο πρὸς τοὺς ἀγγέλους τῶν οὐρανῶν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τοὺς ἐπάνω στὴ γῆ ἀνθρώπους τὴν ὁμοτιμία τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν οὐράνιο Πατέρα καὶ πρὸς τὸ ἀπὸ αὐτόν προελθόν ἐκπορευτῶς Πνεῦμα, κατὰ τὴν οὐσία καὶ δύναμι καὶ δεσποτεία πρὸς τὸ σύμπαν.

Εὐλόγως λοιπὸν μόνο γι’ αὐτόν ἀνοίχθηκαν οἱ οὐρανοί ὅταν προσευχόταν ἐπειδὴ καὶ τὸ σφραγισμένο βιβλίο, τὸ ὁποῖο πιθανῶς ὑπαινίσσεται τὸν κλεισμένο προηγουμένως γιὰ μᾶς οὐρανό τοῦτον, κατὰ τὴν Ἀποκάλυψι τοῦ Ἰωάννη, κανένας καὶ κάτω ἀπὸ τὴ γῆ δὲν μποροῦσε νὰ τὸ ἀνοίξη καὶ νὰ τὸ διαβάση· «κατώρθωσε δέ, λέγει, νὰ τὸ ἀνοίξη καὶ νὰ τὸ διαβάση μόνο ὁ Λέων ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦ Ἰούδα». Ποιὸς δὲ εἶναι ὁ Λέων ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦ Ἰούδα μᾶς τὸ ἐδίδαξε ὁ πατριάρχης Ἰακώβ, ποὺ λέγει, «ἀνέβηκες ἀπὸ τὴ φυλή, υἱέ μου, σκύμνος τοῦ λέοντος Ἰούδα· ἀφοῦ ἐξάπλωσες, κοιμήθηκες σὰν λέων καὶ σὰν σκύμνος. Ποιὸς θὰ τὸν ξυπνήση; Δὲν θὰ λείψη ἄρχοντας ἀπὸ τὸν Ἰούδα καί ἡγεμὼν ἀπό τοὺς μηρούς του, ἕως ὅτου ἔλθη αὐτός στὸν ὁποῖο ἀπόκειται ἡ ἀποστολή· καὶ αὐτός θὰ εἶναι προσδοκία τῶν ἐθνῶν», δηλαδὴ αὐτός ποὺ τώρα ἄνοιξε φανερὰ καὶ ὅλα τὰ ὑπερουράνια, ποὺ μόνος ἀνέγνωσε τούς ἀπό τούς αἰῶνες καὶ στοὺς αἰῶνες λόγους τῆς προνοίας, τοὺς ἀπόκρυφους στὸν πατρικὸ κόλπο θησαυροὺς τῆς σοφίας, τὰ ἀνεξερεύνητα βάθη καὶ τὰ μυστήρια τοῦ Πνεύματος.

«Ἀφοῦ βαπτίσθηκε ὁ Ἰησοῦς, ἀμέσως ἀνέβηκε ἀπὸ τὸ ὕδωρ καὶ ἰδοὺ ἀνοίχθηκαν γι’ αὐτόν οἱ οὐρανοί». Βλέπετε ὅτι τὸ ἅγιο βάπτισμα εἶναι πύλη τῶν οὐρανῶν πού εἰσάγει ἐκεῖ τούς βαπτιζομένους; Διότι δὲν εἶπε ἁπλῶς «ἀνοίχθηκαν», ἀλλὰ «ἀνοίχθηκαν γι’ αὐτόν οἱ οὐρανοί»· ὅλα δὲ ὅσα ἔγιναν σ’ αὐτόν, γιὰ μᾶς ἔγιναν. Γιὰ μᾶς λοιπὸν ἀνοίχθηκαν δι’ αὐτοῦ οἱ οὐρανοί, ποὺ ἔχοντας ἀνοικτὲς τὶς πύλες προσμένουν τὴν εἴσοδό μας. Καὶ πρὶν ἀπό τούς ἄλλους μαρτυρεῖ τοῦτο ὁ πρωταγωνιστὴς ἀνάμεσα στοὺς μάρτυρες Στέφανος. Ἀφοῦ γονάτισε, προσευχόταν καί ἀτενίζοντας εἶδε ὅ,τι κανεὶς δὲν εἶδε πρὶν ἀπὸ τὸ βάπτισμα τοῦ Χριστοῦ· «διότι ἀτενίζοντας εἶδε τοὺς οὐρανούς ἀνοιγμένους καὶ τὸν Ἰησοῦ στὴ δόξα τοῦ Πατρός», εἶδε ὄχι μόνο ἄρρητη δόξα καὶ τόπο ὑπερουράνιο, ἀλλὰ κι’ αὐτόν τόν ποθούμενο μέσα στὴ δόξα τοῦ Πατρός, διὰ τῆς ὁποίας πρῶτος αὐτός ἀπό τούς μετὰ Χριστὸν εἶδε μακαρίως ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δὲν εἶδε κανεὶς ἀπό τούς πρὸ Χριστοῦ, στὰ ὁποῖα κι’ αὐτά ἀκόμη τὰ τάγματα τῶν ἀγγέλων φοβοῦνται νὰ παρακύψουν. Διότι τὸν εἵλκυσε ὁ ποθούμενος Ἰησοῦς ποθώντας νὰ εἶναι τοῦτος πρῶτος διάκονος στοὺς οὐρανούς καὶ πολὺ προτιμότερος ἀπὸ τὰ λειτουργικὰ πνεύματα, καθὼς καὶ πρῶτος μάρτυρας τῆς ἀθλήσεως. Γιὰ μᾶς λοιπὸν ἀνοίχθηκαν δι’ αὐτοῦ οἱ οὐρανοί κι’ ἐμᾶς καθάρισε διὰ τοῦ Ἑαυτοῦ του διότι δὲν χρειαζόταν ὁ ἴδιος κάθαρσι ἡ ἄνοιγμα.

Καὶ εἶδε ὁ Ἰωάννης, γιὰ νὰ μπορῆ νὰ λέγη ὕστερα πρὸς τοὺς ἐρωτῶντες, «κι’ ἐγώ εἶδα κι’ ἐμαρτύρησα, ὅτι αὐτός εἶναι ὁ Χριστὸς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ»· εἶδε λοιπὸν ὁ Ἰωάννης τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ νὰ κατεβαίνη σὰν περιστερὰ καί νά ἔρχεται σ’ αὐτόν . Μαρτυρεῖ δὲ καὶ τῆς περιστερᾶς τὸ εἶδος τὴν καθαρότητα αὐτοῦ πρὸς τὸν ὁποῖο κατέβηκε· διότι τοῦτο τὸ ζῶο δὲν πετᾶ ἐπάνω ἀπὸ ἀκαθάρτους καὶ δυσώδεις τόπους· συνεπιβεβαιώνει δὲ καὶ μὲ τὴ φωνὴ τοῦ Πατρὸς ἀπὸ ἄνω· «καὶ ἰδού», λέγει, δηλαδὴ μαζί μὲ τὸ εἶδος τῆς περιστερᾶς, καὶ «φωνὴ ἀκούεται ἀπό τούς οὐρανούς ποὺ λέγει, τοῦτος εἶναι ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, τὸν ὁποῖο ἐξέλεξα» , τοῦτος ποὺ τώρα δεικνύει τὸ Πνεῦμα μου ποὺ κατῆλθε καὶ μένει ἐπάνω του σὰν στὸν συναΐδιον Υἱό μου. Πραγματικὰ ὁ Πατήρ, χρησιμοποιώντας σὰν δάκτυλο τὸ συναΐδιο καὶ ὁμοούσιο καὶ ὑπερουράνιο Πνεῦμα του, φωνάζοντας καὶ δακτυλοδεικτώντας μαζί, ἀπέδειξε δημόσια καὶ ἐκήρυξε σὲ ὅλους ὅτι ὁ βαπτιζόμενος τότε ἀπὸ τὸν Ἰωάννη στὸν Ἰορδάνη εἶναι ὁ ἀγαπητὸς του Υἱός.

Τὸ Πνεῦμα δὲν ἐφάνηκε μόνο σὰν πατρικὸς δάκτυλος μὲ τὸν ὁποῖο δακτυλοδεικτοῦσε, ἀλλὰ κατέβηκε καὶ ἕως αὐτόν τὸν δεικνυόμενο μὲ τὸν πατρικὸ δάκτυλο σὰν γιὰ νὰ τὸν ψεύση, καὶ ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ καὶ διέμεινε ἐπάνω σ’ αὐτὸν διότι, λέγει, «ἐμαρτύρησε ὁ Ἰωάννης ὅτι, εἶδα τὸ Πνεῦμα νὰ κατεβαίνη σὰν περιστερὰ ἀπὸ τὸν οὐρανό καὶ ἔμεινε ἐπάνω σ’ αὐτόν». Καὶ δὲν ἔμεινε μόνο ἐπάνω σ’ αὐτόν (καὶ μάρτυς εἶναι πάλι ὁ ἴδιος ποὺ λέγει, «ἀπὸ τὸ πλήρωμά του ἐλάβαμε ὅλοι ἐμεῖς»), ἀλλὰ καὶ πρὶν ἀπὸ τὴ φανερὰ κάθοδο ἦταν μέσα σ’ αὐτόν ἀφανῶς· τοῦτο ἄλλωστε μαρτυρεῖται καὶ ἀπό τούς ἀσώματους καὶ οὐράνιους ἀγγέλους, ἀπό τούς ὁποίους ὁ μὲν ἕνας λέγει πρὸς τὴν γυναῖκα ποὺ τὸν συνελάμβανε μὲ παρθενία «ὅτι τὸ ἅγιο Πνεῦμα θὰ ἐπέλθη σὲ σένα», ὁ δὲ ἄλλος πρὸς τὸν Ἰωσήφ γι’ αὐτήν, «ὅτι τὸ παιδὶ ποὺ ἔχει γεννηθῆ μέσα της προέρχεται ἀπὸ ἅγιο Πνεῦμα».

Ἐπειδὴ λοιπὸν αὐτά δὲν κηρύττονται ὡς ἁπλῆ συνάφεια, ἀλλὰ εἶναι καὶ κάποια ἀλληλουχία ὑπερφυὴς καὶ διηνεκὴς συγχρόνως, τελεία καὶ ἀσύγχυτη, ἔτσι καὶ αὐτός ἀναδεικνύεται γιὰ μᾶς ἕνας Θεὸς μὲ τρισυπόστατη καὶ παντοδύναμη θεότητα, ποὺ φανερώνεται ὅποτε καὶ ὅπως εὐδόκησε μόνος του, Πατὴρ ὑπερουράνιος, Υἱός ὁμοούσιος, Πνεῦμα ἅγιο ἐκπορευόμενο ἀπὸ τὸν Πατέρα καί ἀναπαυόμενο στὸν Υἱό, ποὺ καὶ τὴν ἕνωσι ἔχει ἀσύγχυτη καὶ τὴ διαίρεσι ἀμέριστη. Διότι δύο εἶναι αὐτοί ποὺ μαρτυροῦν, ὁ δὲ μαρτυρούμενος ἕνας· μαρτυροῦν δὲ καὶ τὴν θεότητά τους καὶ τὴν συμφυΐα μεταξύ τους καὶ τὴ διακρισι· τὴν μὲν θεότητα ἀπὸ τὴν ὑπερβατικὴ δεσποτεία, ἀπὸ τὴν ὁποία ἐσχίσθηκαν ὅλοι οἱ οὐρανοί συγχρόνως, τὴν δὲ συμφυΐα ἀπὸ τὴν ἄκρα καὶ διηνεκῆ συνάφεια καὶ τὴν συμφωνία, τὴν δὲ διάκρισι διὰ τῆς διαφοροποιήσεως καὶ τῆς σχέσεως τῶν ὑποστατικῶν ὀνομάτων.

Ἀνεβάζεται μάλιστα καὶ τὸ ἀπό μᾶς πρόσλημμα πρὸς ἐκεῖνο τὸ ἀξίωμα, ἀφοῦ ὑπάρχει ἀχωρίστως μαζὶ μὲ τὸν Υἱό τοῦ Θεοῦ, ὥστε καὶ μετὰ τὴν ἐνανθρώπησί του οἱ προσκυνητὲς καὶ φωτιστικὲς ὑποστάσεις νὰ εἶναι τρεῖς, στὶς ὁποῖες ἐμεῖς πιστεύουμε καὶ βαπτιζόμαστε, τὸν μὲν παλαιὸ ἄνθρωπο ἐκδυόμενοι μὲ τὸ θεῖο βάπτισμα, ἐνδυόμενοι δὲ τὸν Χριστό, τὸν νέο Ἀδάμ, ὁ Ὁποῖος κατέστησε νέα τὴν ἔνοχη φύσι μας, ἀφοῦ τὴν παρέλαβε ἀπὸ παρθενικὰ αἵματα ὅπως εὐδόκησε, καὶ τὴν ἐδικαίωσε δι’ Ἑαυτοῦ καὶ ἔπειτα ὅλους ὅσοι προῆλθαν κατὰ πνεῦμα ἀπὸ αὐτόν τούς ἐλευθέρωσε ἀπὸ ἐκείνη τὴν προγονικὴ κατάρα καὶ καταδίκη.

Τί λοιπόν; Ἐπειδὴ βέβαια ὁ μονογενὴς Υἱός τοῦ Θεοῦ δὲν ἔλαβε ἀπὸ ἐμᾶς ὑπόστασι, ἀλλὰ τὴν φύσι μας τὴν ὁποία ἀνεκαίνισε, ἀφοῦ ἑνώθηκε μὲ αὐτήν κατὰ τὴν ἰδικὴ του ὑπόστασι, δὲν μεταδίδει ἀπὸ τὴ χάρι του καὶ στὴν καθεμία ἀπό τίς ὑποστάσεις μας καὶ δὲν λαμβάνει ἀπὸ αὐτόν ὁ καθένας τὴν ἄφεσι τῶν ἁμαρτημάτων του; Πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ κάμη ἀλλοιῶς αὐτός ποὺ «θέλει νὰ σωθοῦμε ὅλοι», αὐτός ποὺ «ἀφοῦ ἔκλινε τοὺς οὐρανούς κατῆλθε» ὑπὲρ ὅλων, καὶ πού, ἀφοῦ μὲ ἔργα καὶ λόγια καὶ παθήματα μᾶς ὑπέδειξε ὁδό σωτηρίας, ἀνῆλθε στοὺς οὐρανούς ἀπὸ ὅπου ἕλκει τοὺς πιστούς του; Ἀλλὰ τὴν μὲν φύσι, ποὺ τὴν ἀνακαίνισε ἀφοῦ τὴν προσέλαβε γιὰ μᾶς ἀπό μᾶς, τὴν ἔδειξε ἁγιασμένη καὶ δικαιωμένη, καὶ ὑπήκοο καθ’ ὅλα στὸν Πατέρα, μὲ ὅσα αὐτός ἔπραξε κι’ ἔπαθε κατὰ τὸ θέλημά του ἑνωμένος πρὸς αὐτήν κατὰ τὴν ὑπόστασι· ἀνακαίνισε δὲ τοῦ καθενὸς ἀπό μᾶς ποὺ πιστεύουμε σ’Αὐτόν, ὄχι μόνο τὴ φύσι, ἀλλὰ καὶ τὴν ὑπόστασι, καὶ μᾶς ἐχάρισε τὴν ἄφεσι τῶν ἁμαρτημάτων διὰ τοῦ θείου βαπτίσματος, διὰ τῆς τηρήσεως τῶν ἐντολῶν του, διὰ τῆς μετανοίας ποὺ ἐχάρισε στοὺς πταῖστες, καὶ διὰ τῆς μεταδόσεως τοῦ σώματος καὶ τοῦ αἵματός του.

Μὲ τὸ νὰ εἴπη δὲ ὁ Πατὴρ ἀπὸ ἄνω περὶ τοῦ βαπτισθὲντος κατὰ σάρκα «αὐτός εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, στὸν ὁποῖο εὐαρεστοῦμαι», ἔδειξε ὅτι ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἀλλὰ ποὺ ἐλέχθηκαν πρωτύτερα διὰ τῶν προφητῶν, οἱ νομοθεσίες, οἱ ἐπαγγελίες, οἱ υἱοθεσίες, ἦσαν ἀτελῆ καὶ δὲν ἐλέχθηκαν οὔτε ἐτελέσθηκαν σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τούτου, ἀλλὰ ἀπέβλεπαν πρὸς τὸν τωρινὸ σκοπὸ καὶ διὰ τοῦ τελεσθέντος τώρα ἐτελειώθηκαν κι’ ἐκεῖνα. Καὶ τί περιορίζομαι στὶς διὰ τῶν προφητῶν νομοθεσίες, τὶς ἐπαγγελίες, τὶς υἱοθεσίες; Διότι καὶ ἡ κατὰ τὴν ἀρχὴ θεμελίωσις τοῦ κόσμου πρὸς τοῦτον ἔβλεπε, τὸν κάτω μὲν βαπτιζόμενο ὡς υἱό ἀνθρώπου, ἀπὸ ἐπάνω δὲ μαρτυρούμενο ἀπὸ τὸ Θεὸ ὡς μόνο ἀγαπητὸ Υἱό, γιὰ τὸν ὁποῖο ἔγιναν τὰ πάντα καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἔγιναν τὰ πάντα, ὅπως λέγει ὁ ἀπόστολος.

Ἑπομένως καὶ ἡ ἐξ ἀρχῆς δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου γι’ αὐτόν ἔγινε, ἀφοῦ ἐπλάσθηκε κατὰ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ μπορέση κάποτε νὰ χωρέση τὸ ἀρχέτυπο· καὶ ὁ νόμος στὸν παράδεισο γι’ αὐτόν ἐδόθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ· διότι δὲν θά τὸν ἔθετε ὁ νομοθέτης, ἂν ἐπρόκειτο νὰ μείνη ἀπραγματοποίητος διαπαντός. Καὶ τὰ ἔπειτα ἀπὸ αὐτόν λεχθέντα καὶ τελεσθέντα ὅλα σχεδὸν γι’ αὐτόν ἔγιναν, ἂν δὲν εἴπη κανεὶς καλῶς ὅτι καὶ ὅλα τὰ ὑπερκόσμια, οἱ ἀγγελικὲς φύσεις καὶ τάξεις δηλαδὴ καὶ οἱ ἐκεῖ θεσμοθεσίες, πρὸς τοῦτον τὸ σκοπὸ τείνουν ἀπὸ τὴν ἀρχή, δηλαδὴ πρὸς τὴν θεανδρική οἰκονομία, τὴν ὁποία καὶ ὑπηρέτησαν, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἕως τὸ τέλος. Διότι εὐδοκία εἶναι τὸ κυριαρχικὸ καὶ ἀγαθὸ καὶ τέλειο θέλημα τοῦ Θεοῦ· αὐτός δὲ εἶναι ὁ μόνος, στὸν ὁποῖο εὐδοκεῖ καὶ ἐπαναπαύεται καὶ ἀρέσκεται τελείως ὁ Πατήρ, «ὁ θαυμαστός του σύμβουλος, ὁ ἄγγελος τῆς μεγάλης βουλῆς του», αὐτός ποὺ ἀκούει καὶ ὁμιλεῖ ἀπὸ τὸν Πατέρα του καὶ παρέχει στοὺς εὐπειθεῖς ζωὴ αἰώνια.

Αὐτήν εἴθε νὰ ἐπιτύχωμε ὅλοι ἐμεῖς μέσα σ’ αὐτόν τὸν βασιλέα τῶν αἰώνων Χριστό, στὸν Ὁποῖο πρέπει κάθε δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις μαζί μὲ τὸν ἄναρχο Πατέρα του καὶ τὸ πανάγιο καὶ ἀγαθὸ καὶ ζωοποιὸ Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Γένοιτο.

Πηγή : Μητρόπολη Μόρφου

Ο Άγιος Νεομάρτυς Νικόλαος ο Κορίνθιος [14.2.1554] 

Νεομάρτυς Νικόλαος ο Κορίνθιος

Ο Άγιος Νεομάρτυς Νικόλαος ο Κορίνθιος [14.2.1554] 

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο

Ο Άγιος Νεομάρτυς Νικόλαος ο Κορίνθιος [14.2.1554] Ο Νεομάρτυς Νικόλαος γεννήθηκε λίγο μεταξύ των ετών το 1510-1520 μ.Χ., από φτωχούς γονείς, στο Ψάρι Κορινθίας, ένα μικρό άσημο χωριό, στο βουνό Ζάρηκα. Τον πατέρα του τον λέγανε Ιωάννη και την μητέρα του Καλή. Οι γονείς του ήταν ευσεβείς Χριστιανοί και ξεχώριζαν στο χωριό για την πίστη τους. Ο Νικόλαος, από μικρός ανετρέφετο από τους ευσεβείς γονείς του με την Ορθόδοξο πίστη. Όταν όμως έγινε δώδεκα χρονών, πέθαναν και οι δυο του γονείς και ο Νικόλαος έμεινε ορφανός και μόνος. Για να ζήσει αναγκάστηκε να ξενιτευτεί και πήγε στη Συληβρία της Θράκης.

ΣΤΗ ΒΑΣΙΛΕΥΟΥΣΑ: Εκεί έζησε αρκετά χρόνια και κατόπιν μετέβη στην Κωνσταντινούπολη. Κάποιος Συληβρινός τον εκτίμησε βαθύτατα και λόγω εμπιστοσύνης, τού ανέθεσε την φροντίδα του σπιτιού του. Ο Νικόλαος εκεί στην Πόλη εργάστηκε ευσυνείδητα.

Όταν όμως έφτασε στην κατάλληλη ηλικία, αποφάσισε να κάμει οικογένεια. Νυμφεύθηκε λοιπόν μια φτωχή, αλλά καλή γυναίκα. Απέκτησε μάλιστα αρκετά παιδιά. Για να θρέψει την οικογένεια του εργαζότανε στην αγορά ως παντοπώλης. Είχε ανοίξει μαγαζί τροφίμων σε καλή θέση, στην αγορά σε κεντρικό δρόμο. Κι ενώ έβγαζε χρήματα πολλά, δεν ξεχνούσε τη σωτηρία του και την πρόοδο της ψυχής του αλλά και την πνευματική υγεία της οικογενείας του.

Ο Άγιος Νεομάρτυς Νικόλαος ο Κορίνθιος [14.2.1554] 

 

ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΑΠΟ ΦΘΟΝΟ: Κατά το 34ο έτος της βασιλείας του Σουλτάνου Σουλεϊμάν [1553-4] του λεγομένου και “Μεγαλοπρεπούς”, κι αφού ο σουλτάνος αυτός φόνευσε τον μεγαλύτερο υιό του, εξεστράτευσε κατά των Περσών. Κατά την απουσία του άφησε στην Κωνσταντινούπολη έναν Έπαρχο, Σινάν ονομαζόμενο. Αλλά αυτός ήτανε θηρίο ανήμερο και όχι άνθρωπος. Ήταν η εποχή που ο κάθε Οθωμανός, όταν μισούσε ένα Χριστιανό, μπορούσε να τον καταγγείλει στον Σινάν. Αυτό έκαμαν και στον Νικόλαο. Μερικοί Τούρκοι από τη Συληβρία, που ήταν γείτονες και ανταγωνιστές του στην ίδια οδό που είχε το μαγαζί του ο Νικόλαος, κινούμενοι από φθόνο, διότι ο Νικόλαος ήταν τίμιος και ο κόσμος τον προτιμούσε, τον συκοφάντησαν στις Αρχές, ότι ύβρισε τον Προφήτη τους, τον Μωάμεθ.

ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΝ ΒΕΖΥΡΗ: Ο Έπαρχος, άναψε από τον θυμό του και ζήτησε να συλλάβουν τον Νικόλαο. Όταν τον φέραν μπροστά του τον ρώτησε: “Ώστε είναι αλήθεια αυτό που μου είπανε για σένα, ότι δηλαδή παραδέχεσαι τον Χριστό ως Θεό, αντίθετα από το Κοράνιο μας; Είναι αλήθεια, ότι τον αρχηγό της πίστεώς μας, τον αληθινό Προφήτη τον αποκαλείς, αθεόφοβε, παιδί του διαβόλου;” “Μάλιστα, Έπαρχε”, του αποκρίθηκε ο Άγιος, “εγώ δεν μπορώ να πω τον ήλιο, ότι είναι σκοτεινός. Ούτε την νύκτα, ότι είναι φωτεινή. Έτσι και τον Χριστό μου. Είναι -και το λέγω παντού- Ήλιος της δικαιοσύνης. Είναι φως και φωτίζει πάντα άνθρωπον ερχόμενο εις τον κόσμο. Ενώ ο δικός σας Μωάμεθ είναι σκότος αφεγγές, και όσους τον ακολουθούν τους γκρεμίζει σε βάραθρα απώλειας. Αυτό άλλωστε το είπε και ο Χριστός μου: «Τυφλός τυφλόν, εάν οδηγή αμφότεροι εις βόθυνον πεσούνται». Και σεις επομένως, όσοι ακολουθείτε ένα τυφλόν άνθρωπο, τον Μωάμεθ, θα πέσετε εις βυθό απώλειας. Αλλοίμονο σας, δύστυχοι!

ΒΑΣΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ: Μετά από τη γενναία απάντηση του Μάρτυρα, ο Έπαρχος έγινε έξω φρενών και διέταξε να ρίξουν στο έδαφος τον Νικόλαο και με σκληρά ραβδιά να τον κτυπήσουν αλύπητα στα πόδια, ώσπου να τα ματώσουν και να μη μπορεί να βαδίσει. Οι στρατιώτες, για να αρέσουν στον Έπαρχο, τον κτυπούσαν με όλη τους την δύναμη. Πονούσε ο Μάρτυς αφόρητα. Για να του προξενήσουν ακόμη περισσοτέρους πόνους, βάζανε στα νύχια των ποδιών του αγγίδες. Έτρεχε το αίμα σαν αυλάκι. Αλλά ο Άγιος παρ’ όλον τον πόνο, που υπέφερε, δεν έβγαζε μιλιά. Μόνο προσευχότανε. Έτσι ο Άγιος Νικόλαος έμεινε σταθερός και ακλόνητος.

Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ: Ο Έπαρχος διέταξε κατόπιν και τον κλείσαν στη φυλακή. Εκεί στο σκοτάδι, με χειροπέδες κι αλυσίδες στα χέρια και στα πόδια, τον άφησαν τέσσερις μέρες. Αυτό το διάστημα ο Νικόλαος προσευχόταν συνεχώς και ευχαριστούσε δοξολογώντας το Θεό, που τον αξίωνε να πάθει γι’ Αυτόν. Εκεί όμως, μέσα στη νύκτα που προσευχόταν, ξαφνικά έλαμψε το κελί της φυλακής, από υπέρλαμπρο φως. Τότε του παρουσιάστηκε ο Χριστός λέγοντάς του: “Νικόλαε, έχε θάρρος. Παρακολουθώ τον αγώνα σου. Να υποφέρεις μέχρι τέλους”. Μετά από τα λόγια αυτά χάθηκε από τα μάτια του φυλακισμένου ο Κύριος. Ο Άγιος πήρε μεγάλο θάρρος από την επίσκεψη του Χριστού. Πετούσε από τη χαρά του και φτερούγιζε η καρδιά του.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΛΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΥΡΑΝΝΟ: Την πέμπτη μέρα μετά τον εγκλεισμό του μάρτυρα, διέταξε ο Έπαρχος να τον παρουσιάσουν μπροστά του στο δικαστήριο. Αλλά τη φορά αυτή ο άγριος και αιμοβόρος Έπαρχος, άλλαξε όψη και “ντύθηκε” με γλυκύτητα και καλοσύνη, με υποσχέσεις και προσφορές αξιωμάτων για να δελεάσει τον Άγιο. Όμως ο Νικόλαος κατατρόπωσε τον Έπαρχο. Δεν φανταζότανε ποτέ, ότι βρισκόνταν άνθρωπος με τόσο θάρρος και γενναιότητα να του τα πει κατά πρόσωπον. Ο τύραννος αγρίεψε ακόμη περισσότερο. Γι’ αυτό διέταξε τους δήμιους να τον γδύσουν και να τον ντύσουν μια φόρμα κατάσαρκα. Του κρέμασαν κατόπιν δύο βαριές αλυσίδες στο λαιμό και τον περιέφεραν σε όλη την κεντρική οδό της αγοράς. Φώναζαν δε και έλεγαν: “Αυτά παθαίνει, οποίος βρίζει τον Μωάμεθ”. Ο Άγιος πήγαινε χαρούμενος σ’ αυτήν την διαπόμπευση του.

ΣΤΗΝ ΠΥΡΑ: Υπάρχει νόμος στους Μωαμεθανούς -δυστυχώς ισχύει ακόμη και σήμερα σε πιστούς τηρητές της “σαρίας”, όπως στους Τζιχαντιστές και σε “θεο”κρατικά καθεστώτα του Ισλάμ- που επιτάσσει να καίγεται στη φωτιά, οποίος βρίζει την θρησκεία τους. Αυτή η τιμωρία ορίστηκε και για τον Νικόλαο. Άναψαν λοιπόν στον Ιππόδρομο μεγάλη φωτιά. Τραβούσανε τον Άγιο οι άπιστοι να τον κάψουν. Αυτός όμως ο μακάριος ατάραχος, σαν αρνί άκακο, πήγαινε κοντά τους πρόθυμα. Ο Έπαρχος κάλεσε κοντά του τον Άγιο, μακριά από την πυρά και προσπαθούσε να τον πείσει ν’ αρνηθεί τον Χριστό. Όταν όμως είδε ότι και πάλι τον ελέγχει και παραμένει στην πίστη του, διέταξε τους δήμιους να σύρουν τον Άγιο κοντά στη φωτιά. Οι τύραννοι έσφιξαν τα χέρια του δένοντάς τα πισθάγκωνα. Κι’ ενώ η φωτιά έκαιγε και τριζοβολούσαν απειλητικά κοντά στον αμίλητο Μάρτυρα, που θερμά προσευχόταν στον Κύριο, το πλήθος των βαρβάρων απίστων αλάλαζε με αγριότητα. Το μαρτύριο, που ακολούθησε ήταν φοβερό. Οι δήμιοι έβαλαν το ημίγυμνο σώμα του Μάρτυρος Νικολάου στην άκρη της φωτιάς. Το ξεροψήνανε καγχάζοντας και βρίζοντας την Χριστιανική Πίστη. Ήθελαν με τον τρόπο αυτό να παρατείνουν τους φρικτούς πόνους του, γιατί έτσι πίστευαν πως ο Νικόλαος θα εγκατέλειπε τον αγώνα. Ήλπιζαν ακόμη να τον γελοιοποιήσουν την στιγμή που θ’ άρχιζε να ζητεί βοήθεια. Η φωτιά συγκλόνιζε το σώμα του Μάρτυρος. Πόνοι φοβεροί τον σπάθιζαν. Η φωτιά άρχισε να τον λειώνει, να τον παραμορφώνει, να του προκαλεί ατέλειωτη οδύνη. Άδικα περίμεναν, οι δήμιοι και το πλήθος των Μωαμεθανών, που παρακολουθούσε το μαρτύριο να διαμαρτυρηθεί ή να κλονισθεί η πίστη του Αγίου. Πονούσε, φλεγόταν, συγκλονιζόταν, αλλά με προσευχή προχωρούσε στο στάδιο του Μαρτυρίου του. Το πλήθος των Τούρκων τού φώναζε να ακούσει και υποχωρήσει στα λόγια του Έπαρχου, αλλά ο Νικόλαος έμενε ανένδοτος και σταθερός σα βράχος. Μάλιστα, όσο είχε ακόμη πνοή προσευχόταν στον Θεό και ήλεγχε τον Έπαρχο για την ασέβεια και το ψεύδος της θρησκείας του. Κήρυττε δε τον Χριστό με θέρμη μέχρι, που δεν μπορούσε πλέον να αρθρώσει λέξη. Και όταν η φωτιά σχεδόν κατέφαγε το σώμα και τις αισθήσεις του, τότε ο Μάρτυς έκλινε το κεφάλι του προς τα δεξιά ευτυχισμένα και νικητήρια. Πλησίασε κατόπιν βουβός και βλοσυρός ο δήμιος, τρ΄βηξε το σώμα του Μάρτυρα έξω από τις φλόγες, έβγαλε τις αλυσίδες από το λαιμό του Αγίου και του έκοψε την αγία του κεφαλήν. Ήταν η 14 Φεβρουαρίου του 1554. Ήταν ημέρα Πέμπτη και ώρα 12 το μεσημέρι. Για να μη πάρουν οι Χριστιανοί τα οστά του άγιου και τα έχουν για αγιασμό, καθώς έκαναν πάντοτε με τους μάρτυρες, έριξαν στη φωτιά και κόκκαλα σκυλιών, και πτώματα άλλων ζώων(!), για να γίνουν στάχτη και για να μη μπορούν να τα διακρίνουν οι Χριστιανοί. Ο Θεός όμως φρόντισε να μείνει στους πιστούς η κάρα του Αγίου. Διότι, μόλις την έκοψε ο δήμιος ένας Χριστιανός την αγόρασε αμέσως αντί είκοσι χρυσών νομισμάτων. Έτσι διασώθηκε από τη φωτιά. Από την Κωνσταντινούπολη τη στείλανε στη Μονή του Άγιου Αθανασίου στα Μετέωρα [Μεγάλο Μετέωρο].

ΑΓΙΟΠΟΙΗΣΗ: Το μαρτύριο του Αγίου Νικολάου έκαμε μεγάλη εντύπωση και ωφέλησε αφάνταστα τους σκλαβωμένους Χριστιανούς. Τους τόνωσε το ηθικό και τους κράτησε στην πίστη. Η Εκκλησία τον ανεγνώρισε αμέσως Άγιο. Μετά τέσσαρα μόλις έτη, το 1558, γράφτηκε και η Ακολουθία του Αγίου. Την έγραψε ο σπουδαίος και λογιώτατος Ιερομόναχος Δαμασκηνός Στουδίτης, ο Θεσσαλονικεύς.

ΠΩΣ ΕΓΙΝΕ ΓΝΩΣΤΟΣ Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ: Ο Άγιος Νικόλαος, ήταν και ίσως ακόμη είναι, άγνωστος στον χριστιανικό κόσμο. Πολλοί ως και σήμερα δεν έχουν ακούσει γι’ αυτόν. Είναι μόνον γνωστός στην πατρίδα του. Έγινε όμως, γνωστός τελευταίως και ως έξης: Το 1930, ο λόγιος, φιλομάρτυς Μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφαρσάλων Ιεζεκιήλ, περιοδεύοντας την Πίνδο, έφτασε στο Μοναστήρι της Αγίας Τριάδος της Σιάμου. Το Μοναστήρι ήταν ερημωμένο. Ήταν από τα τετρακόσια είκοσι(!) Μοναστήρια που διέλυσαν οι Προτεστάντες Βαυαροί, όταν έφθασαν μαζί με τον νεαρό βασιλέα Όθωνα. Ψάχνοντας, λοιπόν, ο Δεσπότης στο Ιερό Βήμα του ερειπωμένου Μοναστηριού, βρήκε σε ένα σαρακοφαγωμένο συρτάρι έναν απρόσμενο θησαυρό: έναν χειρόγραφο κώδικα, που περιείχε και την Ακολουθία του Αγίου Νικολάου του Νεοφανούς, ο οποίος εορτάζεται την 14 Φεβρουαρίου. Στον ίδιον κώδικα υπάρχει και εγκωμιαστικός λόγος του ίδιου Αγίου. Τον έγραψε ο Ιερομόναχος Δαμασκηνός, ο Στουδίτης. Ευτυχώς, στις ημέρες μας έχει αρχίζει να τιμάται ο Άγιος Νικόλαος ο Κορίνθιος. Στο χωριό του, το Ψάρι της Κορινθίας, κτίστηκε πριν λίγα χρόνια με την προθυμία των συμπατριωτών του, μεγαλοπρεπής Ναός εις τιμήν του Αγίου τούτου.


 

Δοξαστικό: “Τάδε λέγει Κύριος τῷ ἀθλοφόρω: γενναῖε, τί ἐποίησαν σοί, ἀδίκως οἱ παράνομοι· ταῖς πληγαῖς σέ κατέστιξαν, τή φρουρά, ἐπανέκλεισαν, ὥσπερ θύμα ἐπί φλόγα ὠλοκαυτώθης, γενναῖε, νῦν ἐγώ σοί ταῦτα πλουσίως ἀνταμείψομαι· ἀντί τῶν πόνων τρυφήν, ἀντί τῶν ἄθλων σου στέφος, ἀντί τῶν ἐπικήρων, τά ἄφθαρτα δωρήσομαι, καί χαίρων ἴθι λοιπόν, εἰς δόξαν τήν ἀγείρω· κάκει μέ ἀνευφήμησον, ἐν τῷ Πατρί καί Πνεύματι γνώθι μοί τοῖς ἔργοις μου Θεόν ἀληθέστατον.”

konstantinosa.oikonomou@gmail.comwww.scribd.com/oikonomoukon

ΑΓΩΝΑΣ ΑΓΩΝΙΖΟΜΕΝΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ

Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά – Στον Τίμιο και Ζωοποιό Σταυρό

Στον Τίμιο και Ζωοποιό Σταυρό

 Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά – Στον Τίμιο και Ζωοποιό Σταυρό

επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: Μεγάλη γιορτή της ορθοδοξίας σήμερα 14 Νοεμβρίου  - ΕΚΚΛΗΣΙΑ ONLINE

               Ο Σταυρός του Χριστού προαναγγελλόταν και προτυπωνόταν μυστικά από παλαιές γενεές, και κανείς ποτέ δεν συμφιλιώθηκε με τον Θεό χωρίς τη δύναμη του Σταυρού. Πραγματικά μετά την προγονική εκείνη παράβαση στον παράδεισο του Θεού δια του δέντρου, η μεν αμαρτία αναπτύχθηκε, εμείς δε πεθάναμε, έχοντας υποστεί και πριν από τον σωματικό θάνατο, τον θάνατο της ψυχής, όπως προκύπτει από τον χωρισμό της από τον Θεό. Όσο ζούσαμε μετά την παράβαση, ζούσαμε στην αμαρτία και τη σαρκική ζωή· η δε αμαρτία «τ γρ νόμ το Θεο οχ ποτάσσεται· οδ γρ δύναται· ο δ ν σαρκ ντες Θε ρέσαι ο δύνανται (:δεν υποτάσσεται στον νόμο του Θεού, επειδή ούτε έχει και τη δύναμη να υποταχθεί. Όσοι λοιπόν είναι παραδομένοι σε σαρκική και κοσμική ζωή δεν μπορούν να αρέσουν στον Θεό)»[Ρωμ. 8, 7-8].

    Επειδή λοιπόν, όπως λέγει ο απόστολος: « γρ σρξ πιθυμε κατ το πνεύματος, τ δ πνεμα κατ τς σαρκός· τατα δ ντίκειται λλήλοις, να μ ν θέλητε τατα ποιτε(: η κατώτερη φύση μας, που υπηρετεί τις επιθυμίες της σάρκας, επιθυμεί εναντίον της ανώτερης πνευματικής φύσεώς μας, που εμπνέεται από το Άγιο Πνεύμα. Αλλά και η ανώτερη αυτή φύση μας επιθυμεί εναντίον της κατώτερης φύσεώς μας. Και τα δύο αυτά, δηλαδή η σάρκα και το πνεύμα, αντιμάχονται το ένα το άλλο, έτσι ώστε να μην κάνετε χωρίς αντίδραση εκείνα που θέλετε. Ούτε το κακό δηλαδή χωρίς αντίδραση, διότι τότε εξεγείρεται μέσα σας η φωνή της συνειδήσεως˙ ούτε το καλό, διότι πολλές φορές πρέπει να ασκήσετε βία στον εαυτό σας για να το κάνετε. Όταν λοιπόν κυριαρχήσει μέσα σας το πνεύμα, θα υποταχθεί η σάρκα με τις επιθυμίες της, και εσείς δεν θα πραγματοποιήσετε ποτέ καμιά επιθυμία της σάρκας)» [Γαλ.5,17], ο δε Θεός είναι πνεύμα και αυτοαγαθότης και αρετή, και κατ’ εικόνα και ομοίωση Αυτού είναι το δικό μας πνεύμα, ως προς τα οποία αχρειώθηκε εξαιτίας της αμαρτίας, πώς θα ήταν δυνατό να ανανεωθεί και να συμφιλιωθεί οποιοσδήποτε με τον Θεό κατά το πνεύμα, χωρίς να καταργηθεί η αμαρτία και η ζωή κατά σάρκα; Τούτο δε είναι ο Σταυρός του Κυρίου, η κατάργηση της αμαρτίας. Γι΄αυτό, ένας από τους θεοφόρους πατέρες μας, όταν ρωτήθηκε από κάποιον άπιστο αν πιστεύει στον Εσταυρωμένο, «ναι», λέγει, «σε Αυτόν που σταύρωσε την αμαρτία». Πολλοί δε φίλοι του Θεού έχουν αποκαλυφθεί από τον ίδιο τον Θεό, και πριν από τον μωσαϊκό νόμο και μετά τον  μωσαϊκό νόμο, χωρίς να έχει φανεί ακόμη ο Σταυρός. Εξάλλου ο βασιλεύς και προφήτης Δαβίδ, με τη βεβαιότητα ότι υπήρχαν οπωσδήποτε τότε φίλοι του Θεού, λέγει: «μοὶ δ λίαν τιμήθησαν ο φίλοι σου, Θεός(: από εμένα τιμήθηκαν πάρα πολύ οι φίλοι Σου, Θεέ μου)» [Ψαλμ.138,17]. Πώς λοιπόν υπάρχουν άνθρωποι που διετέλεσαν φίλοι του Θεού πριν από τη σταυρική θυσία του Χριστού, θα σας το υποδείξω εγώ, αν μου προσφέρετε φιλόθεα και φιλήκοα τα αυτιά σας.

     Όπως πριν ακόμη έλθει ο άνθρωπος της αμαρτίας, ο υιός της ανομίας, ο Αντίχριστος, δηλαδή, λέγει ο αγαπημένος του Χριστού θεολόγος: «Κα νν, γαπητοί, ντίχριστοι πολλο γεγόνασιν (:και τώρα, αγαπητοί, έχουν παρουσιαστεί πολλοί αιρετικοί, πρόδρομοι του αντιχρίστου)»[Α΄Ιω.2,18], έτσι και ο Σταυρός βρισκόταν στους προγενεστέρους και πριν πραγματοποιηθεί, προτού γίνει η θυσία του Θεανθρώπου μέσω αυτού. Πραγματικά ο μέγας Παύλος, διδάσκοντάς μας σαφώς πως ο Αντίχριστος είναι μεταξύ μας και χωρίς να έχει έλθει ακόμη, λέγει ότι «τ γρ μυστήριον δη νεργεται τς νομίας(:δεν ήλθε όμως ακόμη ο καθορισμένος καιρός του· διότι τώρα είναι σε ενέργεια η μυστική δύναμη του κακού και της ανομίας, η οποία σε μεγάλο βαθμό παραμένει κρυμμένη και δεν φανερώθηκε ακόμη ολόκληρη)»[Β΄Θεσ. 2,7]. Έτσι λοιπόν και ο Σταυρός του Χριστού ήταν ανάμεσα στους προπάτορες και πριν πραγματοποιηθεί ακόμη, διότι ενεργείτο σε αυτούς το μυστήριό του.

    Και για να αφήσω τώρα τον Άβελ, τον Σηθ, τον Ενώς, τον Ενώχ, τον Νώε, όσους ευαρέστησαν τον Θεό έως τον Νώε και εκείνους που ήσαν κοντά σε αυτούς, και να αρχίσω από τον Αβραάμ, που έγινε πατέρας πολλών εθνών, των μεν Ιουδαίων κατά τη σάρκα, εμάς δε κατά την πίστη. Για να αρχίσω λοιπόν από αυτόν τον κατά πνεύμα Πατέρα μας και από αυτήν τη σχετικά με αυτόν αγαθή αρχή και την πρώτη κλήση από τον Θεό, ποιος είναι ο πρώτος λόγος που άφησε σε αυτόν ο Θεός; «ξελθε κ τς γς σου κα κ τς συγγενείας σου κα κ το οκου το πατρός σου κα δερο ες τν γν, ν ν σοι δείξω (:Βγες, φύγε και απομακρύνσου από την πατρίδα σου και από τους συγγενείς σου και από το πατρικό σου σπίτι· άφησε όλα τα ακίνητα υποστατικά σου και πήγαινε σε χώρα, την οποία δεν γνωρίζεις και την οποία δεν σου αποκαλύπτω· ταξίδεψε σε τόπο, τον οποίο θα σου υποδείξω)»[Γέν.12,1]. Αυτός ο λόγος φέρει μέσα του το μυστήριο του Σταυρού· διότι είναι ακριβώς αυτό που λέγει ο Παύλος όταν καυχάται στον Σταυρό ότι «μο κόσμος σταύρωται(:με την πίστη στον θάνατό Του αυτόν έχει νεκρωθεί και έχει χάσει τη δύναμή του ο κόσμος για μένα)»[Γαλ. 6,14]. Πραγματικά γι’ αυτόν που έφυγε δίχως επιστροφή από την πατρίδα ή τον κόσμο, η κατά σάρκα πατρίδα και ο κόσμος νεκρώθηκε και καταργήθηκε· και αυτό είναι ο Σταυρός.

       Αλλά προς τον Αβραάμ μεν πριν ακόμη φύγει από τη συμβίωση με τους αθέους, λέγει: «βγες από τη γη σου και έλα στη γη», όχι που θα σου δώσω, αλλά «που θα σου δείξω», με την έννοια ότι με εκείνη δείχνεται άλλη, πνευματική γη. Προς τον Μωυσή δε, όταν έφυγε από την Αίγυπτο και ανέβηκε στο όρος, τι λέγει ο πρώτος λόγος του Θεού; «Λσαι τ πόδημα κ τν ποδν σου(: Μην πλησιάσεις εδώ στη βάτο. Να λύσεις και να βγάλεις τα υποδήματά σου, διότι ο τόπος στον οποίο εσύ βρίσκεσαι, είναι τόπος άγιος και καθαρός)»[Έξ.3,5]. Τούτο είναι άλλο μυστήριο του Σταυρού, που ακολουθεί φυσικά το προηγούμενο· διότι λέγει: «Και αν εξήλθες από την Αίγυπτο και άφησες την υπηρεσία στον Φαραώ και παρέβλεψες την τιμή να καλείσαι υιός της θυγατρός του Φαραώ και όσο εξαρτιόταν από εσένα ο κόσμος εκείνος της πονηρής υπηρεσίας λύθηκε και καταργήθηκε, ωστόσο πρέπει να προσθέσεις κάτι. Τι είναι αυτό; Να λύσεις το υπόδημα από τα πόδια σου, να αποθέσεις τους δερματίνους χιτώνες με τους οποίους σε έντυνε και μέσα στους οποίους ενεργεί η αμαρτία και σε αποσπά από τη αγία γη. Λύσε λοιπόν τούτο το υπόδημα από τα πόδια σου, δηλαδή να μην ζεις πλέον κατά σάρκα και στην αμαρτία, αλλά να καταργηθεί και νεκρωθεί η αντικείμενη στον Θεό ζωή»·  και το φρόνημα της σαρκός και ο νόμος στα μέλη, που αντιστρατεύεται τον νόμο του νου κι αιχμαλωτίζει στον νόμο της αμαρτίας[Ρωμ.7,23: «βλέπω δ τερον νόμον ν τος μέλεσί μου ντιστρατευόμενον τ νόμ το νοός μου κα αχμαλωτίζοντά με ν τ νόμ τς μαρτίας τ ντι ν τος μέλεσί μου(:βλέπω όμως να κυριαρχεί άλλος νόμος και άλλη δύναμη στα μέλη μου, ο νόμος και η δύναμη της αμαρτίας. Κι αυτός ο νόμος εναντιώνεται σε όσα ο νους μου και η συνείδησή μου αναγνωρίζουν ως νόμο σωστό, και με κάνει δούλο αιχμάλωτο στον νόμο της αμαρτίας, που κυριαρχεί στα μέλη μου)»], να μην επικρατεί πλέον μήτε να ενεργεί, νεκρούμενος με τη δύναμη της θεοπτίας. Δεν είναι τούτο άραγε ο Σταυρός; Διότι Σταυρός είναι πάλι, για να μιλήσουμε κατά τον θεσπέσιο Παύλο, το να σταυρώσει κανείς τη σάρκα «σν τος παθήμασι κα τας πιθυμίαις(:μαζί με τα πάθη και τις επιθυμίες του)»[Γαλ.5,24].

      «Λύσε λοιπόν», λέγει, «το υπόδημα από τα πόδια σου· διότι η γη επάνω στην οποία στάθηκες εσύ είναι γη αγία»· σήμαινε λοιπόν ο λόγος Του τον αγιασμό που επρόκειτο να συντελεστεί επάνω στη γη διά του Σταυρού μετά την επιφάνεια του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος μας Ιησού Χριστού, παρατηρώντας το μεγάλο εκείνο θέαμα, τη μέσα στο πυρ δροσιζομένη βάτο· ώστε και η εν Θεώ θεωρία του Σταυρού είναι μυστήριο, μεγαλύτερο από το προηγούμενο εκείνο μυστήριο. Τόσο ο μέγας Παύλος όσο και οι θείοι πατέρες μας υπαινίσσονται ότι αυτά είναι δύο· ο μεν πρώτος όχι μόνο λέγοντας ότι «για μένα ο κόσμος έχει σταυρωθεί», αλλά προσθέτοντας ότι «και εγώ για τον κόσμο»· οι δε πατέρες παραγγέλλοντάς μας να μην σπεύδουμε να ανεβαίνουμε στον σταυρό πριν από τον Σταυρό, με την ιδέα ότι οι λόγοι και τα μυστήρια του Σταυρού είναι οπωσδήποτε δύο.

     Κατά το πρώτο λοιπόν μυστήριο του Σταυρού που είναι η φυγή από τον κόσμο και η διάζευξη από τους κατά σάρκα συγγενείς, αν βέβαια εμποδίζουν προς την ευσέβεια και τον βίο κατά την ευσέβεια, και η σωματική άσκηση, που κατά τον Παύλο λίγο ωφέλιμη είναι[Α΄Τιμ.4,8: « γρ σωματικ γυμνασία πρς λίγον στν φέλιμος, δ εσέβεια πρς πάντα φέλιμός στιν, παγγελίαν χουσα ζως τς νν κα τς μελλούσης(:Και σου συνιστώ την άσκηση αυτή, διότι η σωματική εξάσκηση και εκγύμναση είναι ωφέλιμη σε μικρό βαθμό, επειδή αποβλέπει μόνο στο σώμα, το οποίο είναι φθαρτό˙ η ευσέβεια όμως είναι ωφέλιμη σε όλα, και στο σώμα δηλαδή και στην ψυχή, διότι υπόσχεται αγαθά και ανταμοιβές και για τη ζωή αυτή και για τη μελλοντική)»], κατά αυτά λοιπόν σταυρώνεται για μας ο κόσμος και η αμαρτία, όταν φύγουμε εμείς από τον κόσμο. Κατά το δεύτερο δε μυστήριο του Σταυρού, εμείς σταυρωνόμαστε για τον κόσμο και τα πάθη, που φεύγουν από μας. Δεν είναι βέβαια δυνατό να φύγουν αυτά τελείως από μας, να μην ενεργούν μέσα μας συλλογιστικά, αν δεν φτάσουμε στη θεωρία του Θεού. Όταν δηλαδή δια της πρακτικής φτάσουμε στη θεωρία και καλλιεργούμε και καθαρίζουμε τον μέσα μας άνθρωπο, αναζητώντας τον μέσα μας κρυμμένο θείο θησαυρό και εξετάζοντας τη μέσα μας ευρισκόμενη βασιλεία του Θεού, τότε εμείς σταυρωνόμαστε για τον κόσμο και τα πάθη. Διότι δια της μελέτης αυτής δημιουργείται στην καρδιά κάποια θέρμη, που καταπνίγει τους πονηρούς λογισμούς σαν μύγες, εμβάλλει στην ψυχή πνευματική ειρήνη και παράκληση και παρέχει στο σώμα τον αγιασμό κατά τον ψαλμωδό που είπε: «θερμάνθη καρδία μου ντός μου, κα ν τ μελέτ μου κκαυθήσεται πρ(: θερμάνθηκε η καρδιά μου μέσα μου και στη μελέτη μου θα ανάψει πυρ)»[Ψαλμ.38,4]. Και τούτο είναι αυτό που κάποιος από τους θεοφόρους πατέρες μας μάς δίδαξε λέγοντας: «Φρόντισε με κάθε τρόπο ώστε η εσωτερική σου εργασία να είναι κατά το θέλημα του Θεού, και θα νικήσει τα εξωτερικά πάθη»[βλ. πχ. τα αποφθέγματα Νισθερώου,3]. 

    Εκτός από αυτό και ο μέγας Παύλος συμβουλεύοντάς μας λέγει: «Λέγω δέ, πνεύματι περιπατετε κα πιθυμίαν σαρκς ο μ τελέσητε(:Και με αυτά που σας λέω, εννοώ ότι πρέπει να συμπεριφέρεστε σύμφωνα με τις εμπνεύσεις του Αγίου Πνεύματος, και τότε δεν θα εκπληρώσετε την επιθυμία της σάρκας, και συνεπώς δεν θα βλάπτει ο ένας τον άλλο, ούτε θα υπάρχει μίσος μεταξύ σας)»[Γαλ.5,16]. Γι΄αυτό αλλού παραγγέλλει: «Σττε ον περιζωσάμενοι τν σφν μν ν ληθεί (:Σταθείτε λοιπόν στην παράταξη του αγώνα. Ζωσθείτε την αλήθεια σαν ζώνη, ώστε ο φωτισμός της αλήθειας να σας δίνει πνευματική δύναμη και ευκινησία)»[Εφ.6,14], καθόσον το θεωρητικό ενισχύει και βοηθάει το επιθυμητικό και αποσοβεί τις σαρκικές επιθυμίες· διότι ο μέγας Πέτρος μάς υποδεικνύει φανερότερα ποια είναι αυτή η «σφς» και ποια η «λήθεια». «Δι ναζωσάμενοι(:γι΄αυτό λοιπόν μαζέψτε)», λέγει, «τς σφύας τς διανοίας μν, νήφοντες, τελείως λπίσατε π τν φερομένην μν χάριν ν ποκαλύψει ησο Χριστο (:από τη διάχυση τον νου σας και συγκεντρώστε τις σκέψεις σας ελευθερώνοντας την ψυχή σας από καθετί που την εμποδίζει να υπηρετεί τον Θεό. Και κάνοντας εγκράτεια σε όλα, ελπίστε χωρίς τον παραμικρό δισταγμό ότι θα λάβετε τη χάρη της σωτηρίας που σας φέρνει ο Ιησούς Χριστός την ημέρα της Δευτέρας μεγαλοπρεπούς αποκαλύψεως και παρουσίας Του)»[Α΄Πέτρ.1,13].

    Επειδή λοιπόν δεν είναι δυνατόν να φύγουν τελείως από μας τα πονηρά πάθη και ο κόσμος της αμαρτίας και να μην ενεργούν σε μας με έλλογο τρόπο, εάν δεν φτάσουμε στη θεωρία του Θεού, γι΄αυτό μυστήριο του Θεού είναι και η θεωρία του είδους αυτού που σταυρώνει για τον κόσμο εκείνους που την αξιώθηκαν. Έτσι και η, στην περίπτωση του Μωυσή, εκείνη θεωρία της καιομένης και μη κατακαιομένης βάτου ήταν μυστήριο του Σταυρού, μεγαλύτερο και τελειότερο από το μυστήριο εκείνο τον καιρό του Αβραάμ. Άραγε λοιπόν ο μεν Μωυσής μυήθηκε το τελειότερο μυστήριο του Σταυρού, ο δε Αβραάμ όχι; Ποια λογική θα είχε τούτο; Αλλά τότε μεν κατά την ίδια την κλήση ο Αβραάμ δεν είχε μυηθεί, ύστερα όμως μετά την κλήση μυήθηκε και μία φορά και δύο και πολλές, έστω και αν δεν είναι τώρα καιρός να πούμε για όλα.

      Εγώ επίσης θα σας υπενθυμίσω τη ακόμα πιο θαυμαστή θεοπτία του Αβραάμ, όταν είδε σαφώς και τον ένα τρισυπόστατο Θεό, που ακόμη δεν κηρυσσόταν έτσι: «φθη δ ατ Θες πρς τ δρυΐ τ Μαμβρ, καθημένου ατο π τς θύρας τς σκηνς ατο μεσημβρίας· ναβλέψας δέ τος φθαλμος ατο εδε, κα δο τρες νδρες εστήκεισαν πάνω ατο· κα δν προσέδραμεν ες συνάντησιν ατος π τς θύρας τς σκηνς ατο κα προσεκύνησεν π τν γν(:Ο Θεός παρουσιάστηκε στον Αβραάμ, ενώ ο Πατριάρχης βρισκόταν κοντά στη βελανιδιά του Μαμβρή και καθόταν μπροστά στην πόρτα της σκηνής του κατά το μεσημέρι. Καθώς λοιπόν ο Αβραάμ ύψωσε το βλέμμα του, είδε ξαφνικά τρεις άντρες να στέκονται λίγο παραπέρα απέναντί του, όρθιοι· μόλις τους είδε, χωρίς να περιμένει να τον πλησιάσουν, έτρεξε από την πόρτα της σκηνής του να τους συναντήσει. Και όταν έφτασε κοντά τους, έπεσε κάτω μέχρι το έδαφος και τους προσκύνησε ταπεινά, με φιλοφροσύνη)»[Γέν.18,1-2]. Ιδού ότι τον φανερωθέντα ένα Θεό Τον έβλεπε ως τρεις. Διότι, λέγει, φάνηκε σε αυτόν ο Θεός· και ιδού τρεις άνδρες και αφού προσέτρεξε στους τρεις, πάλι ομιλούσε σαν προς ένα, λέγοντας: «Κύριε, ε ρα ερον χάριν ναντίον σου, μ παρέλθς τν παδά σου (:Κύριε, εάν βρήκα χάρη ενώπιόν Σου, μην παραβλέψεις τη σκηνή μου και μην παραθεωρήσεις τον δούλο σου)». Και αυτοί λοιπόν οι τρεις συνομιλούν με αυτόν σαν να είναι ένας. Λέγει η Γραφή είπε προς τον Αβραάμ : «Πο Σάῤῥα γυνή σου; παναστρέφων ξω πρς σ κατ τν καιρν τοτον ες ρας, κα ξει υἱὸν Σάῤῥα γυνή σου. Σάῤῥα δ κουσε πρς τ θύρ τς σκηνς, οσα πισθεν ατο(: Πού είναι η Σάρρα, η γυναίκα σου; Επιστρέφοντας θα έλθω σε σένα κατά το επόμενο έτος,την ίδια εποχή με τώρα και η γυναίκα σου θα έχει γεννήσει ένα γιο)»[Γέν.18.9-10].  Στη συνέχεια, μας λέει πάλι το κείμενο της Γραφής: «κα επε Κύριος πρς βραάμ· τί τι γέλασε Σάῤῥα ν αυτ, λέγουσα· ρά γε ληθς τέξομαι; γ δ γεγήρακα(:είπε ο Κύριος: ‘’Γιατί γέλασε από απιστία η γυναίκα σου η Σάρρα;’’)»[Γέν.18,13] κ.λπ. Ιδού ο ένας Θεός είναι τρεις υποστάσεις και οι τρεις αυτές είναι ένας Κύριος· διότι λέγει: «επε Κύριος(:είπε ο Κύριος)».

    Έτσι λοιπόν ενεργείτο στον Αβραάμ το μυστήριο του Σταυρού. Ο δε Ισαάκ ήταν ο ίδιος τύπος Εκείνου που προσηλώθηκε σε αυτόν, αφού έγινε υπήκοος στον πατέρα του μέχρι θανάτου, όπως και ο Χριστός. Και το κριάρι που του δόθηκε ως δώρο προεδήλωνε τον αμνό του Θεού που δόθηκε σε σφαγή για χάρη μας. Και το φυτό, στο οποίο ήταν το κριάρι δεμένο, είχε το μυστήριο του τύπου του Σταυρού, γι΄αυτό και λεγόταν εβραϊκά φυτό Σαβέκ, δηλαδή φυτό αφέσεως, όπως και ο Σταυρός λεγόταν ξύλο σωτηρίας. Ενεργούσε δε το μυστήριο και ο τύπος του Σταυρού και στον Ιακώβ, τον υιό του Ισαάκ·  διότι αύξησε τα ποίμνιά του με ξύλα και ύδωρ. Το ξύλο λοιπόν προτύπωνε το σταυρικό ξύλο, ενώ το ύδωρ το θείο βάπτισμα που περικλείει μέσα του το μυστήριο του Σταυρού. « γνοετε τι σοι βαπτίσθημεν ες Χριστν ησον ες τν θάνατον ατο βαπτίσθημεν; (:Ή δεν ξέρετε ότι όσοι βαπτισθήκαμε με πίστη στον Ιησού Χριστό συνταυτίζοντας την ύπαρξή μας με Αυτόν, γίναμε με το βάπτισμα μέτοχοι του σταυρικού Του θανάτου, και ο παλαιός μας άνθρωπος της αμαρτίας σταυρώθηκε και πέθανε, όπως και ο Χριστός πάνω στον σταυρό;)», λέγει ο απόστολος[Ρωμ.6,3]. Και ο Χριστός επίσης πλήθυνε επάνω στη γη τα λογικά Του ποίμνια με ξύλο και ύδωρ.

     Ο Ιακώβ και όταν προσκυνούσε έως το άκρο της ράβδου του[ βλ.Γέν.47,31: «Επε δέ· μοσόν μοι. κα μοσεν ατ. κα προσεκύνησεν σραλ π τ κρον τς άβδου ατο(:ο Ιακώβ όμως επέμεινε και του είπε:’’ Ορκίσου μου ότι θα το κάνεις. Και ο Ιωσήφ ορκίστηκε στον πατέρα του. Τότε ο Ισραήλ, επειδή πίστεψε ότι ο Θεός θα βοηθούσε, ώστε να μεταφερθεί η σορός του στη Χαναάν για να ταφεί εκεί, έσκυψε και προσκύνησε τον Θεό, αφού ακούμπησε το κεφάλι του στην άκρη του ραβδιού του, στο οποίο στηριζόταν λόγω της γεροντικής αδυναμίας του. Με την προσκύνηση αυτή εξέφραζε την ευγνωμοσύνη του προς τον Θεό)»] και όταν ευλογούσε τους εγγονούς του[Γέν.48,9-20], υποδήλωνε ακόμη καθαρότερα τον τύπο του Σταυρού. Αλλά και όντας ευπειθής στους γονείς μέχρι τέλους και αγαπητός και ευλογητός γι΄αυτό, αλλά και μισητός στον Ησαύ γι’ αυτά, και υποφέροντας έτσι κάθε πειρασμό, είχε σε όλο τον βίο του το μυστήριο του Σταυρού ενεργούμενο. Γι΄αυτό και ο Θεός έλεγε: «Τν ακβ γάπησα, τν δ σα μίσησα (:Αγάπησα τον Ιακώβ και τους Ισραηλίτες που κατάγονται από αυτόν. Αντίθετα αποδοκίμασα τον Ησαύ και τους απογόνους του Ιδουμαίους)»[Ρωμ.9,13]. Κάτι τέτοιο γίνεται και με εμάς, αδελφοί. Εκείνος δηλαδή που υποτάσσεται τόσο στους κατά το πνεύμα, όσο και στους κατά το σώμα πατέρες κατά την αποστολική εντολή που λέγει: «Τ τέκνα πακούετε τος γονεσιν μν ν Κυρί (:Τα παιδιά να υπακούτε τους γονείς σας σύμφωνα με το θέλημα του Κυρίου· διότι αυτό είναι δίκαιο)»[Εφ.6,1], αυτός ως αφοσιωμένος κατά τούτο προς τον αγαπητό Υιό του Θεού, αγαπάται και από τον Θεό· εκείνος όμως που παρακούει, ως ξένος της ομοιώσεως προς τον Αγαπητό, μισείται και από τον Θεό. Ο σοφός Σολομών δείχνοντας ότι τούτο συμβαίνει όχι μόνο με τον Ιακώβ και τον Ησαύ, αλλά και διαπαντός και με όλους, λέγει: «Υἱὸς πανοργος πήκοος πατρί, υἱὸς δ νήκοος ν πωλεί(:Το έξυπνο και φρόνιμο παιδί υπακούει στον πατέρα του, ενώ το ανόητο και ανυπάκουο βαδίζει προς την καταστροφή)»[Παρ.13,1].

     Αλλά ο υιός της υπακοής Ιακώβ, δεν πέτυχε τάχα και το μεγαλύτερο μυστήριο του Σταυρού, το της θεοπτίας, κατά την οποία ο άνθρωπος σταυρώνεται και αποθνήσκει τελειότερα για την αμαρτία και ζει για την αρετή; Αυτός ο ίδιος ακριβώς μαρτυρεί για τον εαυτό του και τη θεωρία και τη μαρτυρία· διότι λέγει: «Εδον γρ Θεν πρόσωπον πρς πρόσωπον, κα σώθη μου ψυχή(: Τότε αντιλήφτηκε ο Ιακώβ Ποιος ήταν Εκείνος, με τον οποίο πάλεψε, και γεμάτος ευγνωμοσύνη δοξάζει και ευχαριστεί τον Θεό. Για τον λόγο αυτόν ονόμασε τον τόπο εκείνο: ‘’Εμφάνιση Θεού’’-Θεοφάνεια, εβραϊκά Φανουήλ-, διότι είπε: ‘’ Είδα τον Θεό πρόσωπο με πρόσωπο και όμως δεν πέθανα, αλλά εξακολουθώ να ζω! Μεγάλη η συγκατάβαση του Θεού)»[Γέν.32,30]. 

      Πού είναι αυτοί που ακόμη συμπαρατάσσονται με τις βδελυρές φλυαρίες των κακοδόξων που εμφανίστηκαν στα χρόνια μας; Ας ακούνε ότι ο Ιακώβ είδε το πρόσωπο του Θεού· και όχι μόνο δεν έχασε τη ζωή του, αλλά, όπως λέγει ο ίδιος, και σώθηκε, εάν και ο Θεός λέγει:  «κανείς δεν θα δει το πρόσωπό μου και θα ζήσει»[ βλ. Έξ.33,20 καὶ εἶπεν· οὐ δυνήσῃ ἰδεῖν τὸ πρόσωπόν μου· οὐ γὰρ μὴ ἴδῃ ἄνθρωπος τὸ πρόσωπόν μου καὶ ζήσεται(: Και είπε ο Θεός: ‘’ Δεν θα μπορέσεις να δεις το πρόσωπό μου· διότι δεν είναι δυνατόν να δει άνθρωπος το πρόσωπό μου και να ζήσει’’)»]. Άραγε λοιπόν δύο θεοί υπάρχουν, που έχουν ο μεν ένας πρόσωπο που υποπίπτει στην όραση των αγίων, ο δε άλλος που είναι επάνω από κάθε θέα; Είναι η χειρότερη βλασφημία! Αλλά, πρόσωπο του Θεού βλεπόμενο είναι η κατά την επιφάνεια στους αξίους ενέργεια και χάρη του Θεού· του ιδίου δε πρόσωπο, που δεν φαίνεται ποτέ, λέγεται μερικές φορές, η επάνω από κάθε έκφανση και όραση φύση του Θεού· διότι κανείς δεν στάθηκε στην υπόσταση και ουσία του  Κυρίου, κατά το γεγραμμένο[Ιερ.23,18: «τι τίς στη ν ποστήματι Κυρίου κα εδε τν λόγον ατο; τίς νωτίσατο κα κουσεν;(: Αλλά ποιος από τους ψευδοπροφήτες αυτούς πλησίασε και στάθηκε με άγιο φόβο και ειλικρίνεια μπροστά στον δικαιοκρίτη Κύριο, αναμένοντας θεία ενέργεια, και αξιώθηκε να δεχτεί φωτισμό και να γνωρίσει τον λόγο Του; Ποιος από αυτούς έβαλε αυτί, πρόσεξε και άκουσε τον λόγο του Θεού; Κανείς)»], και ή είδε ή περιέγραψε τη φύση του Θεού. Έτσι και η θεωρία κατά τον Θεό και το θείο μυστήριο του Σταυρού δεν απελαύνει μόνο τα πονηρά πάθη και τους δημιουργούς τους, τους δαίμονες, από την ψυχή, αλλά και τις κακόδοξες γνώμες, και σκεπάζει τους συνηγόρους τους και τους απωθεί από τον περίβολο της ιεράς Εκκλησίας του Χριστού. Μέσα σε αυτήν την Εκκλησία μάς χαρίστηκε τώρα να εορτάζουμε και διακηρύσσουμε τη θεία χάρη και ενέργεια του Σταυρού ανάμεσα στους προπάτορες πριν από τον Σταυρό.

    Όπως λοιπόν στον μεν Αβραάμ ενεργούσε το μυστήριο του Σταυρού, ο δε υιός του ο Ισαάκ ήταν τύπος του έπειτα Σταυρωθέντος, έτσι πάλι στου Ιακώβ τον βίο ολόκληρο ενεργούσε το μυστήριο του Σταυρού, ο Ιωσήφ δε, ο υιός του Ιακώβ, ήταν τύπος και μυστήριο του Θεανθρώπου Λόγου που αργότερα επρόκειτο να σταυρωθεί· διότι από φθόνο οδηγήθηκε και αυτός προς σφαγή, και μάλιστα από τους κατά σάρκα συγγενείς, για χάρη των οποίων στάλθηκε προς αυτούς τους ίδιους από τον πατέρα τους, όπως και ο Χριστός ύστερα. Και εάν δεν σφαγιάστηκε, αλλά πωλήθηκε ο Ιωσήφ, δεν είναι αξιοπερίεργο· ούτε ο Ισαάκ άλλωστε σφαγιάστηκε· διότι αυτοί δεν ήσαν η αλήθεια, αλλά τύπος της μελλοντικής αλήθειας. Και εάν πρέπει και σε αυτούς να δίνουμε το διπλό μυστήριο του διπλού κατά την φύση Ιησού, η μεν οδήγηση προς τη σφαγή προφανέρωνε το κατά σάρκα πάθος του Θεανθρώπου, η δε αποφυγή του πάθους προφανέρωνε το απαθές της θεότητος. Το ίδιο ακριβώς θα μπορούσες να βρεις και στην περίπτωση του Ιακώβ και του Αβραάμ. Αυτοί, αν και δοκιμάστηκαν, ωστόσο νίκησαν, πράγμα που έχει γραφτεί σαφώς και για τον Χριστό. Από τους τέσσερις λοιπόν περιβόητους προ του νόμου άνδρες, οι μεν δύο, δηλαδή ο Αβραάμ και ο Ιακώβ, είχαν το μυστήριο του Σταυρού ενεργούμενο στη ζωή τους, ενώ οι άλλοι δύο, ο Ισαάκ και ο Ιακώβ, προκήρυξαν το μυστήριο του Σταυρού με θαυμάσιο τρόπο.

      Και τι πάλι συνέβηκε με τον πρώτο που δέχθηκε από τον Θεό τον νόμο και τον μετέδωσε στους άλλους, τον Μωυσή; Δεν σώθηκε ο ίδιος προ του νόμου με ξύλο και ύδωρ, όταν εκτέθηκε στα ρεύματα του Νείλου μέσα σε ένα καλάθι[ Έξ.2,3 κ.ε.], με ξύλο δε και ύδωρ έσωσε τον Ισραηλιτικό λαό[Έξ.14,15 κ.ε.], με το ξύλο προφανερώνοντας τον Σταυρό και με το ύδωρ το θείο βάπτισμα, όπως και ο Παύλος, ο επόπτης των μυστηρίων, λέγει φανερά ότι «κα πάντες ες τν Μωϋσν βαπτίσαντο ν τ νεφέλ κα ν τ θαλάσσ (:και όλοι με εμπιστοσύνη  ακολούθησαν τον Μωυσή και ενώθηκαν μαζί του, καθώς βαπτίσθηκαν μέσα στη νεφέλη και τη θάλασσα)»[Α΄Κορ.10,2]; Αυτός και πριν από τη θάλασσα και τη ράβδο που χρησιμοποίησε σε αυτήν μαρτυρεί ότι εκείνος υπέμεινε εκουσίως τον Σταυρό του Χριστού· διότι λέγει: «Μείζονα πλοτον γησάμενος τν Αγύπτου θησαυρν τν νειδισμν το Χριστο· πέβλεπε γρ ες τν μισθαποδοσίαν(:Θεώρησε μεγαλύτερο πλούτο από τους θησαυρούς και τα αγαθά της Αιγύπτου τις περιφρονήσεις που έμοιαζαν με τον ονειδισμό και την περιφρόνηση που αργότερα θα υπέμενε ο Χριστός. Κι αυτά όλα διότι είχε καρφωμένα τα μάτια του στις ουράνιες ανταμοιβές)»[Εβρ.11,26]. «νειδισμς το Χριστο» βέβαια από τους άφρονες είναι ο Σταυρός, όπως λέγει πάλι ο ίδιος ο Παύλος περί του Χριστού, ότι υπέμεινε Σταυρόν, καταφρονώντας την καταισχύνη[Εβρ.12,2: «φορντες ες τν τς πίστεως ρχηγν κα τελειωτν ησον, ς ντ τς προκειμένης ατ χαρς πέμεινε σταυρόν, ασχύνης καταφρονήσας, ν δεξι τε το θρόνου το Θεο κεκάθικεν (:Και πουθενά αλλού ας μην στρέφουμε τα βλέμματά μας και την προσοχή μας παρά μόνο στον Ιησού, που είναι ο αρχηγός και θεμελιωτής της πίστεώς μας και μας τελειοποιεί σε αυτήν. Αυτός για τη χαρά που είχε μπροστά Του και θα δοκίμαζε όταν με το πάθημά Του θα έσωζε πολλούς, υπέμεινε σταυρικό θάνατο και περιφρόνησε την ντροπή και την ατίμωση του θανάτου αυτού. Γι’ αυτό και έχει καθίσει τώρα στα δεξιά του θρόνου του Θεού)»].

      Προχωρώντας δε ο Μωυσής προανέδειξε σαφέστατα και τον τύπο ακόμη και το σχήμα του Σταυρού και τη σωτηρία δι’ αυτού του τύπου· διότι, αφού έστησε όρθια τη ράβδο, άπλωσε επάνω σε αυτήν τα χέρια και σχηματίζοντας έτσι τον εαυτό του σταυρικώς επάνω στη ράβδο, κατατρόπωσε αμέσως τον Αμαλήκ με αυτό το θέαμα και έτσι οι Ισραηλίτες νικούσαν τους Αμαληκίτες[Έξ.17,8 κ.ε.]. Αλλά επίσης τοποθετώντας τον χάλκινο όφι πλάγιο επάνω σε σημαία και έτσι αναστηλώνοντας τον τύπο του Σταυρού ελεύθερα, παρήγγειλε στους δαγκωμένους από φίδια Ιουδαίους να βλέπουν προς αυτόν, και έτσι θεράπευε τα δήγματα των όφεων[Έξ.21,8 κ.ε.].

     Δεν θα μου επαρκέσει ο χρόνος να διηγούμαι περί του Ιησού του Ναυή και των έπειτα από αυτόν κριτών και προφητών, του Δαβίδ κα των έπειτα από αυτόν, οι οποίοι, ενεργούμενοι με το μυστήριο του Σταυρού, ανέκοψαν ποταμούς, σταμάτησαν τον ήλιο, κατεδάφισαν πόλεις ασεβών, έγιναν νικηφόροι στον πόλεμο, κατέστρεψαν στρατόπεδα αντιπάλων, απέφυγαν στόματα μαχαίρας, έσβησαν δύναμη πυρός, έφραξαν στόματα λεόντων, έλεγξαν βασιλείς, τέφρωσαν πεντηκοντάρχους, ανέστησαν νεκρούς, σταμάτησαν με τον λόγο τον ουρανό και πάλι τον απέλυσαν, καθιστώντας άγονα και πάλι γόνιμα τα σύννεφα σε αυτόν· διότι, αν ο Παύλος λέγει ότι αυτά τα ενήργησε η πίστη[Εβρ.11,32-40], αλλά η πίστη είναι δύναμη για τη σωτηρία· γι΄αυτό όλα είναι δυνατά σε εκείνον που πιστεύει. Τέτοιο είναι οπωσδήποτε και ο Σταυρός του Χριστού για εκείνους που πιστεύουν: « λόγος γρ το σταυρο(:Πράγματι λοιπόν η διάδοση του κηρύγματος αυτού οφείλεται στη θεία του δύναμη. Διότι το κήρυγμα για τον σταυρό)», για να μιλήσουμε κατά τον Παύλο, «τος μν πολλυμένοις μωρία στί, τος δ σζομένοις μν δύναμις Θεο στι(:σε εκείνους βέβαια που βαδίζουν τον δρόμο της απώλειας φαίνεται μωρία και κουταμάρα˙ σε μας όμως που είμαστε στον δρόμο της σωτηρίας είναι δύναμη Θεού που σώζει)»[Α΄Κορ.1,18].

    Αλλά για να αφήσουμε όλους τους πριν από τον μωσαϊκό νόμο και τους υπό τον μωσαϊκό νόμο, ο ίδιος ο Κύριος, για τον Οποίο και δια του Οποίου έγιναν τα πάντα, δεν έλεγε πριν από τον Σταυρό: «κα ς ο λαμβάνει τν σταυρν ατο κα κολουθε πίσω μου, οκ στι μου ξιος(:Και εκείνος που δεν παίρνει την απόφαση να υποστεί σταυρικό θάνατο και δεν ακολουθεί πίσω μου με την απόφαση αυτή, δεν μιμείται, δηλαδή, σε όλα το παράδειγμά μου, δεν αξίζει για μένα)»;[Ματθ. 10,38]. Βλέπετε ότι και πριν μπηχθεί, ο Σταυρός ήταν που έσωζε; Αλλά και όταν ο Κύριος προέλεγε καθαρά στους μαθητές το πάθος Του και τον θάνατο δια του Σταυρού, ο δε Πέτρος, μην υποφέροντας να τα ακούσει και γνωρίζοντας ότι Αυτός έχει εξουσία να το αποφύγει, Τον παρακαλούσε: «λεώς σοι, Κύριε· ο μ σται σοι τοτο(:Ο Θεός να σε φυλάξει απ’ αυτό, Κύριε. Δεν πρέπει να συμβεί αυτό που είπες σε Σένα, τον Μεσσία)»[Ματθ.16,22], αυτόν μεν ο Κύριος τον επιτίμησε, διότι στο θέμα αυτό συλλογιζόταν με ανθρώπινο και όχι με θείο τρόπο· αφού λοιπόν προσκάλεσε τον όχλο μαζί με τους μαθητές Του, τους είπε: «ς γρ ν θέλ τν ψυχν ατο σσαι, πολέσει ατήν· ς δ᾿ ν πολέσ τν ψυχν ατο νεκεν μο, ερήσει ατήν (:διότι εκείνος που θέλει να σώσει τη ζωή του, αυτός θα χάσει την πνευματική και ευτυχισμένη αιώνια ζωή· ενώ εκείνος που θα χάσει τη ζωή του για την ομολογία του και υπακοή του σε μένα, θα τη βρει στο μελλοντικό αιώνα, όπου θα κερδίσει την αιώνια ζωή)» [Ματθ.16,25].

     Προσκαλεί βέβαια και τον όχλο μαζί με τους μαθητές και τότε διακηρύττει και παραγγέλλει αυτά τα μεγάλα και υπερφυή φρονήματα, τα πραγματικά όχι ανθρώπινα αλλά θεία, για να δείξει ότι δεν απαιτεί αυτές τις προσπάθειες μόνο από τους εκλεκτούς μαθητές, αλλά και από κάθε άνθρωπο που πιστεύει σε Αυτόν. Να ακολουθεί κανείς τον Χριστό σημαίνει να ζει κατά το Ευαγγέλιό Του παρουσιάζοντας κάθε αρετή και ευσέβεια. Να απαρνείται τον εαυτό του αυτός που θέλει να ακολουθήσει και να σηκώνει τον σταυρό του, σημαίνει να μη λυπάται τον εαυτό του όταν το απαιτεί ο καιρός, αλλά να είναι έτοιμος για τον ατιμωτικό θάνατο υπέρ της αρετής και της αλήθειας των θείων δογμάτων. Τούτο δε, το να αρνηθεί κανείς τον εαυτό του και να παραδοθεί σε έσχατη ατιμία και θάνατο, αν και είναι μέγα και υπερφυές, δεν είναι παράλογο· διότι οι βασιλείς της γης δεν θα δέχονταν ποτέ, όταν μάλιστα μεταβαίνουν σε πόλεμο, να τους ακολουθήσουν άνθρωποι που δεν είναι έτοιμοι να πεθάνουν γι’ αυτούς. Πού λοιπόν είναι το αξιοθαύμαστο, εάν και ο βασιλεύς των ουρανών, αφού επεδήμησε στη γη κατά την επαγγελία Του, τέτοιους ακολούθους ζητεί προς αντιμετώπιση του κοινού εχθρού του γένους· αλλά οι μεν βασιλείς της γης δεν μπορούν να αναζωώσουν τους φονευθέντες στον πόλεμο ούτε να ανταποδώσουν κάτι ταιριαστό στους πρωταγωνιστές από αυτούς· τι θα μπορούσε τάχα να λάβει από αυτούς κάποιος που δεν ζει πλέον; Αλλά και γι’ αυτούς αν ο θάνατος είναι υπέρ ευσεβών η ελπίδα είναι στον Κύριο· έτσι δε ο Κύριος ανταποδίδει ζωή αιώνια σε αυτούς που πρωτοστάτησαν στο να Τον ακολουθούν.

      Και οι μεν βασιλείς της γης ζητούν από τους ακολούθους τους να είναι έτοιμοι προς θάνατο, ο δε Κύριος τον μεν εαυτό Του έδωσε σε θάνατο για χάρη μας, σε εμάς δε, παραγγέλλει να είμαστε έτοιμοι για θάνατο όχι υπέρ Αυτού αλλά υπέρ ημών των ίδιων. Και δείχνοντας αυτό, ότι ο θάνατος είναι υπέρ των εαυτών μας, προσθέτει: «ς γρ ν θέλ τν ψυχν ατο σσαι, πολέσει ατήν· ς δ᾿ ν πολέσ τν αυτο ψυχν νεκεν μο κα το εαγγελίου οτος σώσει ατήν (:Και μη διστάσει κανείς να κάνει τις θυσίες αυτές· διότι όποιος θέλει να σώσει τη ζωή του, θα χάσει την πνευματική, ευτυχισμένη και αιώνια ζωή. Όποιος όμως χάσει και θυσιάσει τη ζωή του για την ομολογία και την υπακοή του σε μένα και το ευαγγέλιό μου, αυτός θα σώσει την ψυχή του στη μέλλουσα ζωή, όπου θα κερδίσει την αιώνια ευτυχία. Και εκείνη η σωτηρία είναι το παν· διότι τι θα ωφελήσει τον άνθρωπο, εάν κερδίσει όλον αυτόν τον υλικό κόσμο, και στο τέλος χάσει την ψυχή του; Διότι η ψυχή του, που είναι πνευματική και αιώνια, δεν συγκρίνεται με κανένα απ’ τα υλικά αγαθά του φθαρτού κόσμου)» [Μάρκ.8,35]. Τι σημαίνει τούτο το «όποιος θέλει να σώσει την ψυχή του, θα τη χάσει, και όποιος θα τη χάσει, θα τη σώσει»; Διπλός είναι ο άνθρωπος, ο εκτός, δηλαδή το σώμα, και ο εντός μας, δηλαδή η ψυχή. Όταν λοιπόν ο εκτός από εμάς άνθρωπος παραδώσει τον εαυτό του στον θάνατο, χάνει την ψυχή του που χωρίζεται από αυτόν· αυτός λοιπόν που την έχασε έτσι υπέρ του Χριστού και του ευαγγελίου, πραγματικά θα τη σώσει και θα την κερδίσει, προξενώντας σε αυτήν ζωή ουράνια και αιώνια και παραλαμβάνοντάς την κατά την ανάσταση σε αυτήν την κατάσταση, ενώ δι’ αυτής θα φανεί και αυτός ουράνιος και αιώνιος, ακόμη και στο σώμα. Εκείνος όμως που προτιμά αυτήν την πρόσκαιρη ζωή και  που δεν είναι έτσι έτοιμος να χάσει αυτή τη ζωή, διότι αγαπά τον πρόσκαιρο αυτόν αγώνα και τα πράγματα του αιώνος τούτου, θα ζημιώσει την ψυχή του, στερώντας της την πραγματική ζωή και θα τη χάσει, παραδίδοντάς την,αλίμονο, στην αιώνια κόλαση μαζί του. Αυτόν θρηνώντας κατά κάποιον τρόπο και ο πανοικτίρμων Δεσπότης και δείχνοντας το μέγεθος του δεινού, λέγει: «Τί γρ φελήσει νθρωπον ἐὰν κερδήσ τν κόσμον λον, κα ζημιωθ τν ψυχν ατο; τί δώσει νθρωπος ντάλλαγμα τς ψυχς ατο; (:διότι τι  θα ωφελήσει τον άνθρωπο, εάν κερδίσει όλον αυτόν τον υλικό κόσμο, και στο τέλος χάσει την ψυχή του; Διότι η ψυχή του, που είναι πνευματική και αιώνια, δεν συγκρίνεται με κανένα απ’ τα υλικά αγαθά του φθαρτού κόσμου. Ή, εάν ένας άνθρωπος χάσει την ψυχή του, τι μπορεί να δώσει ως αντάλλαγμα για να την εξαγοράσει απ’ την αιώνια απώλεια;)»[Μάρκ.8,36-37]. Διότι δεν πρόκειται να κατέβει μαζί του η δόξα του, ούτε τίποτε άλλο από αυτά που φαίνονται πολύτιμα και τερπνά στην πρόσκαιρη αυτή ζωή, τα οποία προέκρινε από τον σωτηριώδη θάνατο. Τι δε μεταξύ αυτών θα μπορούσε να βρεθεί αντάλλαγμα της λογικής ψυχής, της οποίας δεν είναι ισάξιος όλος αυτός ο κόσμος; 

      Εάν λοιπόν και τον κόσμο όλον μπορούσε να κερδίσει ένας άνθρωπος, αδελφοί,τούτο δεν θα πρόσφερε σε αυτόν κανένα όφελος, εφόσον θα έχανε την ψυχή του· πόσο είναι το κακό, αφού ο καθένας μόνο ελάχιστο πολλοστημόριο από αυτόν τον κόσμο μπορεί να αποκτήσει, αν με την προσπάθεια για το ελάχιστο αυτό χάσει την ψυχή του, μην επιθυμώντας να σηκώσει τον τύπο και τον λόγο του Σταυρού και να ακολουθήσει τον δοτήρα της ζωής; Διότι σταυρός είναι και ο προσκυνητός τύπος και ο λόγος του τύπου τούτου.

     Αλλά επειδή προηγήθηκε ο λόγος και το μυστήριο αυτού του τύπου, και εμείς σήμερα θα εξηγήσουμε αυτό προηγουμένως προς την αγάπη σας. Μάλλον δε πριν από μας εξήγησε και αυτό ο Παύλος· ο Παύλος που καυχάται στον Σταυρό, που φρονεί ότι δεν γνωρίζει τίποτε εκτός από τον Κύριο Ιησού, και Αυτόν Εσταυρωμένο. Τι λέγει λοιπόν εκείνος; «Ο δ το Χριστο τν σάρκα σταύρωσαν σν τος παθήμασι κα τας πιθυμίαις (:Και όσοι ανήκουν πραγματικά στον Χριστό, έχουν νεκρώσει τον σαρκικό άνθρωπο με τα πάθη και τις επιθυμίες του)»[Γαλ.5,24]. Νομίζετε ότι είπε αυτό μόνο για την τρυφή και τα υπογάστρια; Πώς τότε γράφει στους Κορινθίους ότι: «που γρ ν μν ζλος κα ρις κα διχοστασίαι, οχ σαρκικοί στε κα κατ νθρωπον περιπατετε; (:διότι σας ρωτώ: εφόσον μεταξύ σας υπάρχει φθόνος και φιλονικία και διαιρέσεις, δεν είστε άνθρωποι από σαρκικά ελατήρια και πάθη και δεν συμπεριφέρεστε με διαγωγή κοινού ανθρώπου και μη αναγεννημένου;)»;[Α΄Κορ.3,3]. Ώστε και αυτός που αγαπά δόξα ή χρήματα, ή απλώς θέλει να επιβάλει το θέλημά του και προσπαθεί έτσι να νικήσει, είναι σαρκικός και περιπατεί κατά τη σάρκα. Γι’ αυτά ακριβώς δημιουργούνται και οι έριδες, όπως λέγει και ο Ιάκωβος ο Αδελφόθεος: «Πόθεν πόλεμοι κα μάχαι ν μν; οκ ντεθεν κ τν δονν μν τν στρατευομένων ν τος μέλεσιν μν; πιθυμετε, κα οκ χετε· φονεύετε κα ζηλοτε, κα ο δύνασθε πιτυχεν· μάχεσθε κα πολεμετε, κα οκ χετε, δι τ μ ατεσθαι μς (:Αφού σας μίλησα για ακαταστασία, σύγχυση και ταραχή, σας θέτω τώρα και το εξής ερώτημα: Από πού προέρχονται μεταξύ σας οι έριδες και οι συγκρούσεις; Δεν προέρχονται απ’ αυτήν την αιτία, από την προσπάθεια δηλαδή που κάνετε να ικανοποιήσετε τις αμαρτωλές σας επιθυμίες, που ξεσηκώνουν εκστρατεία και πόλεμο έχοντας πλέον ως φρούριο και ορμητήριό τους τα μέλη σας; Επιθυμείτε κάτι. Και δεν έχετε εκείνο που ικανοποιεί την επιθυμία σας. Και στην προσπάθειά σας να το αποκτήσετε, κινδυνεύετε να φθάσετε μέχρι και τον φόνο. Επιθυμείτε με σφοδρότητα, και δεν μπορείτε να πετύχετε εκείνο που επιθυμείτε. Γι’ αυτό έρχεστε σε συγκρούσεις και έριδες. Και δεν το έχετε, επειδή δεν το ζητάτε από τον Θεό με την προσευχή. Έχετε θέσει ως σκοπό σας την ηδονή και ξεκόψατε τον εαυτό σας από τον Θεό)»[Ιάκ.4,1].

    Τούτο λοιπόν είναι το να σταυρώσει τη σάρκα μαζί με τα πάθη και τις επιθυμίες, το να καταστεί ο άνθρωπος αδρανής προς καθετί που δεν αρέσει στον Θεό. Εάν δε και το σώμα τον ταλαιπωρεί και τον στενοχωρεί, πρέπει ο καθένας να το ανεβάζει εναγωνίως προς το ύψος του Σταυρού. Τι θέλω να πω; Ο Κύριος, όταν ήλθε επί της γης, έζησε βίο ακτήμονα, και δεν έζησε μόνο, αλλά και κήρυξε λέγοντας: «Οτως ον πς ξ μν, ς οκ ποτάσσεται πσι τος αυτο πάρχουσιν, ο δύναται εναί μου μαθητής (:Έτσι λοιπόν καθένας από σας που δεν κάνει από πριν τον λογαριασμό του και δεν απαρνείται τα πάντα, όλα τα υπάρχοντά του, δηλαδή και τους φυσικούς του δεσμούς και τον πλούτο και τις απολαύσεις και την ίδια του τη ζωή, δεν μπορεί να είναι μαθητής μου)»[Λουκά 14,33].

     Αλλά κανείς, παρακαλώ, αδελφοί, ας μην δυσανασχετεί, όταν ακούει που διακηρύσσουμε ανόθευτο το θέλημα του Θεού, το αγαθό και ευάρεστο και τέλειο, μήτε να δυσαρεστηθεί νομίζοντας δυσκολοκατόρθωτα τα παραγγέλματα· αλλά πρώτο μεν να αντιλαμβάνεται εκείνο, ότι η Βασιλεία των Ουρανών κερδίζεται με τη βία και εκείνοι που μεταχειρίζονται σπουδή και βία πάνω στον εαυτό τους, την αρπάζουν γρήγορα, και να ακούει τον κορυφαίο των Αποστόλων του Χριστού Πέτρο, ότι «ες τοτο γρ κλήθητε, τι κα Χριστς παθεν πρ μν, μν πολιμπάνων πογραμμν να πακολουθήσητε τος χνεσιν ατο(:Γι’ αυτό άλλωστε σας κάλεσε ο Θεός, για να κάνετε το καλό και να ευεργετείτε, κι όταν ακόμη παραγνωρίζεστε και υποφέρετε άδικα· διότι  και ο Χριστός έπαθε για χάρη σας, χωρίς να έχει φταίξει σε τίποτε, και άφησε σε σας παράδειγμα τέλειο προς μίμηση, για να ακολουθήσετε ακριβώς επάνω στα ίχνη Του)»[Α΄Πέτρ.2,21]. 

    Έπειτα, να συλλογίζεσαι επίσης και τούτο, ότι ο καθένας, αφού κατανοήσει αληθινά πόσα οφείλει στον Δεσπότη, όταν δεν μπορεί να ανταποδώσει το παν, το ένα μέρος να το προσφέρει με μετριοφροσύνη, όσο μπορεί και προαιρείται, ως προς δε το μέρος πάλι που ελλείπει, να ταπεινώνεται μπροστά Του και ελκύοντας τη συμπάθεια μέσω της ταπείνωσης αυτού του είδους αναπληρώνει την έλλειψη. Εάν λοιπόν κανείς βλέπει τον λογισμό του να ορέγεται πλούτο και πολυκτημοσύνη, ας γνωρίζει ότι ο λογισμός αυτός είναι σαρκικός, και γι΄αυτό κινείται έτσι· αντιθέτως, ο προσηλωμένος στον Σταυρό δεν μπορεί να κινείται προς κάτι τέτοιο. Είναι γι΄αυτό ανάγκη να τον ανεβάσουμε τον λογισμό στο ύψος του Σταυρού, για να μη ρίξει ο ίδιος τον εαυτό του κάτω και χωριστεί από τον σταυρωθέντα σε αυτόν Χριστό.

    Πώς λοιπόν θα αρχίσει να τον ανεβάζει στο ύψος του Σταυρού; Ελπίζοντας στον Χριστό, τον χορηγό και τροφέα του σύμπαντος, ας απόσχει από κάθε πόρο που προέρχεται από αδικία, το δε εισόδημα που έχει από δίκαιο πορισμό, χωρίς να προσκολλάται πολύ ούτε σε αυτό, ας το χρησιμοποιεί καλά, καθιστώντας όσο είναι δυνατό κοινωνούς σε αυτό τους φτωχούς. Η εντολή ορίζει να αρνείται κανείς το σώμα και να σηκώνει τον σταυρό του· και το έχουν μεν το σώμα οι φίλοι του Θεού και ζώντες κατά τον Θεό, αλλά αν δεν είναι πολύ προσδεδεμένοι σε αυτό, το χρησιμοποιούν ως συνεργό στα αναγκαία, και εάν το καλέσει ο καιρός, είναι έτοιμοι να το προδώσουν και αυτό. Το ίδιο συμβαίνει και με τα σωματικά κτήματα και μέσα· ενεργώντας κανείς κατά τον ίδιο τρόπο, αν δεν μπορεί να κάνει τίποτε μεγαλύτερο, καλά και θεάρεστα πράττει. 

    Βλέπει κανείς πάλι μέσα του να κινείται βιαιότερα ο λογισμός της πορνείας; Αυτός ας γνωρίζει ότι δεν έχει ακόμη σταυρώσει τον εαυτό του. Πώς λοιπόν θα τον σταυρώσει; Ας αποφεύγει τις περίεργες θέες των γυναικών, καθώς και τις αταίριαστες προς αυτές συνήθειες και τις άκαιρες συνομιλίες, ας μειώνει τις τροφές που ενισχύουν το πάθος, ας απέχει από την πολυποσία, από την οινοφλυγία, την αδηφαγία, την πολυϋπνία· ας αναμιγνύει την ταπεινοφροσύνη με αυτήν την αποχή των παθών, επικαλούμενος με συντριβή καρδίας τον Θεό κατά του πάθους· τότε θα πει και αυτός: «Εδον τν σεβ περυψούμενον κα παιρόμενον ς τς κέδρους το Λιβάνου·κα παρλθον, κα δο οκ ν, κα ζήτησα ατόν, κα οχ ερέθη τόπος ατο(:Είδα τον ασεβή να ακμάζει να υπερυψώνεται πανίσχυρος και να εξαπλώνει την επιρροή του σαν τους κέδρους του Λιβάνου. Και μόλις πρόφτασα να περάσω από εκεί, και ιδού αυτός στο μεταξύ είχε εκλείψει. Και πέρασα και πάλι και τον αναζήτησα και δεν βρέθηκε όχι μόνο αυτός, αλλά ούτε ο τόπος που βρισκόταν πρωτύτερα υψωμένος και αγέρωχος. Κάθε ίχνος του είχε χαθεί)»[Ψαλμ.36,35-36].

   Πάλι, ενοχλεί ο λογισμός της φιλοδοξίας; Εσύ στη σύγκλητο και στη συνεδρίαση να ενθυμείσαι την γι΄αυτό συμβουλή του Κυρίου στα ευαγγέλια· στις συνομιλίες να μη ζητάς να υπερέχεις των άλλων, τις αρετές, αν έχεις, να τις ασκείς μόνο στα κρυφά, αποβλέποντας μόνο προς τον Θεό και από Αυτόν μόνο βλεπόμενος και ο Πατέρας σου που βλέπει στα κρυφά, θα σου το ανταποδώσει στα φανερά [Ματθ.6,6: «Σ δ ταν προσεύχ, εσελθε ες τν ταμιεόν σου, κα κλείσας τν θύραν σου πρόσευξαι τ πατρί σου τ ν τ κρυπτ, κα πατήρ σου βλέπων ν τ κρυπτ ποδώσει σοι ν τ φανερ(:Εσύ όμως, αντίθετα, όταν πρόκειται να προσευχηθείς, μπες μέσα στο ιδιαίτερο δωμάτιό σου, κι αφού κλείσεις την πόρτα σου, κάνε την προσευχή σου στον Πατέρα σου που είναι αόρατος και κρυμμένος. Κι ο Πατέρας σου που βλέπει στα κρυφά, θα σου ανταποδώσει την αμοιβή στα φανερά)»]. Εάν δε και μετά την αποκοπή κάθε πάθους πάλι σε ενοχλεί ο εσωτερικός λογισμός, να μην φοβηθείς· διότι σου γίνεται πρόξενος στεφάνων, επειδή δεν πείθει με τις ενοχλήσεις του ούτε ενεργεί, αλλά είναι κίνημα νεκρό, νικημένο από τον αγώνα σου κατά Θεόν.

     Τέτοιος είναι ο λόγος του Σταυρού, ως τέτοιος δε, όχι μόνο στους προφήτες πριν συντελεστεί, αλλά και τώρα μετά την τέλεσή του, είναι μυστήριο μέγα και πραγματικά θείο. Πώς; Διότι φαινομενικώς μεν παρουσιάζεται να προξενεί ατίμωση στον εαυτό του αυτός που εξευτελίζει τον εαυτό του και τον ταπεινώνει σε όλα, και πόνο και οδύνη αυτός που αποφεύγει τις σωματικές ηδονές, και αυτός που δίνει τα υπάρχοντα καθίσταται αίτιος πτωχείας στον εαυτό του· αλλά διά της δυνάμεως του Θεού, αυτή η πτωχεία και η οδύνη και η ατιμία γεννά δόξα αιώνια και ηδονή ανέκφραστη και πλούτο ανεξάντλητο, τόσο στον παρόντα, όσο και στον μέλλοντα εκείνον κόσμο. Εκείνους δε που δεν πιστεύουν σε Αυτόν και δεν επιδεικνύουν με έργα την πίστη, ο Παύλος τους τοποθετεί δίπλα στους αφανιζομένους, και σε αυτούς τους ειδωλολάτρες μάλιστα. Διότι λέγει: «Κηρύσσομε Χριστό Εσταυρωμένο, που είναι στους Ιουδαίους μεν σκάνδαλο λόγω της απιστίας τους προς το σωτηριώδες πάθος, στους Έλληνες δε μωρία, διότι δεν προτιμούν τίποτε άλλο εκτός από τα πρόσκαιρα λόγω της απιστίας προς τις θείες επαγγελίες οπωσδήποτε· σε εμάς δε τους προσκεκλημένους Θεού δύναμη και σοφία[Α΄Κορ.1,23-24: «μες δ κηρύσσομεν Χριστν σταυρωμένον, ουδαίοις μν σκάνδαλον, λλησι δ μωρίαν, ατος δ τος κλητος, ουδαίοις τε κα λλησι, Χριστν Θεο δύναμιν κα Θεο σοφίαν(:εμείς όμως κηρύττουμε τον Χριστό που έχει σταυρωθεί. Και ο σταυρωμένος Χριστός για τους Ιουδαίους που περιμένουν τον Μεσσία Χριστό ως επίγειο βασιλιά είναι σκάνδαλο, εμπόδιο πάνω στο οποίο σκοντάφτουν και δεν πιστεύουν. Για τους Έλληνες πάλι ο εσταυρωμένος Θεός που δεν νίκησε τους εχθρούς Του παρουσιάζεται ως ιδέα μωρή και ανόητη· σ’ αυτούς όμως που ο Θεός βρήκε άξιους να καλέσει στην σωτηρία, είτε Ιουδαίοι είναι, είτε Έλληνες, κηρύττουμε τον Χριστό ο Οποίος είναι Θεού δύναμη που αναγεννά και αγιάζει, και Θεού σοφία που φωτίζει κάθε πιστό)»].

    Τούτο λοιπόν είναι η σοφία και δύναμη του Θεού, το να νικήσει μέσω ασθένειας, το να υψωθεί διά ταπεινώσεως, το να πλουτίσει δια πτωχείας. Όχι μόνο δε ο λόγος και το μυστήριο του Σταυρού, αλλά και ο τύπος είναι ιερός και προσκυνητός, διότι είναι σφραγίδα ιερή, σωστική και σεβαστή, αγιαστική και τελεστική των υπερφυών και απορρήτων αγαθών που ενεργήθηκαν στο γένος των ανθρώπων από τον Θεό, αναιρετική κατάρας και καταδίκης, καθαιρετική φθοράς και θανάτου, παρεκτική αΐδιου ζωής και ευλογίας, σωτηριώδες ξύλο, βασιλικό σκήπτρο, θείο τρόπαιο κατά ορατών και αοράτων εχθρών, έστω και αν οι οπαδοί των αιρετικών φρενοβλαβώς δυσαρεστούνται. Αυτοί οι τελευταίοι δεν πέτυχαν την αποστολική ευχή, ώστε να κατορθώσουν να καταλάβουν μαζί με όλους τους αγίους, τι είναι το πλάτος και το μήκος, το ύψος και το βάθος· ότι ο Σταυρός του Κυρίου παριστάνει όλη την οικονομία της σαρκικής παρουσίας και περικλείει όλο το κατ’αυτήν μυστήριο, εκτείνεται προς όλα τα πέρατα και περιλαμβάνει όλα, τα άνω, τα κάτω, τα γύρω, τα ενδιάμεσα. Προβάλλοντας δε κάποια πρόφαση, για την οποία έπρεπε και αυτοί, αν είχαν νου, να Τον προσκυνούν μαζί μας, αποτροπιάζονται το σύμβολο του Βασιλέως της Δόξης, το οποίο κι ο ίδιος ο Κύριος ονομάζει φανερώς ύψος και δόξα Του, όταν επρόκειτο να ανεβεί σε αυτό· κατά τη μέλλουσα δε παρουσία και επιφάνειά Του προαναγγέλλει ότι θα έλθει το σημείο αυτό του Υιού του ανθρώπου με πολλή δύναμη και δόξα.

      Αλλά λέγουν: «Σε αυτό προσηλωμένος πέθανε ο Χριστός και γι΄αυτό δεν ανεχόμαστε να βλέπουμε το σχήμα και το ξύλο στο οποίο έχει θανατωθεί». Το δε εναντίον μας χρεώγραφο, που συντάχθηκε δια της παρακοής μας ως προς το ξύλο, με το άπλωμα του χεριού του προπάτορος, σε τι προσηλώθηκε και με τι πράγμα έφυγε από τη μέση και αφανίστηκε και έτσι επανήλθαμε στην ευλογία από τον Θεό; Με τι δε ο Χριστός απέβαλε και απομάκρυνε τελείως τις αρχές και τις εξουσίες των πνευμάτων της πονηρίας, οι οποίες επιβλήθηκαν στη φύση μας από το ξύλο της παρακοής, και τις κατήσχυνε θριαμβευτικά και έτσι εμείς ανακτήσαμε την ελευθερία; Με τι λύθηκε το μεσότοιχο και καταργήθηκε και θανατώθηκε η προς τον Θεό έχθρα μας και διαμέσου τίνος συνδιαλλαγήκαμε με τον Θεό και διδαχτήκαμε την προς Αυτόν ειρήνη; Όχι στον Σταυρό και δια του Σταυρού;

     Ας ακούσουν τον απόστολο, που στους μεν Εφεσίους γράφει: «Ατς γάρ στιν ερήνη μν, ποιήσας τ μφότερα ν κα τ μεσότοιχον το φραγμο λύσας, τν χθραν, ν τ σαρκ ατο τν νόμον τν ντολν ν δόγμασι καταργήσας, να τος δύο κτίσ ν αυτ ες να καινν νθρωπον ποιν ερήνην, κα ποκαταλλάξ τος μφοτέρους ν ν σώματι τ Θε δι το σταυρο, ποκτείνας τν χθραν ν ατ (:Πλησιάστε και τον Θεό και τις διαθήκες Του με το αίμα του Χριστού, διότι Αυτός είναι η ειρήνη μας. Αυτός έκανε και τους δύο αντιμαχόμενους κόσμους, τον Ιουδαϊσμό και τον Εθνισμό, ένα. Αυτός γκρέμισε και κατέλυσε τον τοίχο που δημιουργούσε ο φραγμός του νόμου που ορθωνόταν ανάμεσα στους δύο λαούς και τους χώριζε. Κατέλυσε δηλαδή την έχθρα των δύο λαών, αφού κατάργησε με το αίμα Του τον νόμο των εντολών, ο οποίος, ενώ περιείχε επιβλητικές προσταγές, δεν έδινε όμως και τη χάρη για την εφαρμογή και την τήρηση των προσταγμάτων αυτών. Και κατήργησε τον νόμο, έτσι ώστε ενώνοντας τους δύο λαούς με τον εαυτό Του να δημιουργήσει ένα νέο άνθρωπο, μια νέα ανθρωπότητα, κι έτσι να φέρει ειρήνη μεταξύ τους˙ και με τον σταυρικό Του θάνατο να συμφιλιώσει και τους δύο λαούς με τον Θεό, ενωμένους τώρα σε ένα σώμα, αφού προηγουμένως θα θανάτωνε την έχθρα με τον θάνατό Του)»[Εφ.2,14-16]. 

     Προς δε τους Κολοσσαείς γράφει: «Κα μς, νεκρος ντας ν τος παραπτώμασι κα τ κροβυστί τς σαρκς μν, συνεζωοποίησεν μς σν ατ, χαρισάμενος μν πάντα τ παραπτώματαξαλείψας τ καθ᾿ μν χειρόγραφον τος δόγμασιν ν πεναντίον μν, κα ατ ρεν κ το μέσου προσηλώσας ατ τ σταυρῷ, ἀπεκδυσάμενος τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς ἐξουσίας ἐδειγμάτισεν ἐν παῤῥησίᾳ, θριαμβεύσας αὐτοὺς ἐν αὐτῷ (:Πράγματι λοιπόν ο Θεός Πατήρ μαζί με τον Χριστό ζωοποίησε κι εσάς που ήσασταν νεκροί εξαιτίας των αμαρτημάτων και της αποξένωσής σας από τον Θεό, η οποία φαινόταν με την έλλειψη σωματικής περιτομής. Κι έτσι συγχώρησε όλα τα παραπτώματα, και τα δικά σας, των εθνικών, και τα δικά μας, των Ιουδαίων. Και έσβησε ολοκληρωτικά το χρεωστικό γραμμάτιο που ήταν εις βάρος μας και είχε γίνει από τις διατάξεις του μωσαϊκού νόμου, τις οποίες ήταν αδύνατο να τηρήσουμε και γι’ αυτό είχαμε γίνει ένοχοι και χρεωφειλέτες ενώπιον του Θεού. Και το γραμμάτιο αυτό, που ήταν εναντίον μας, ο Κύριος το έβγαλε απ’ τη μέση και το κάρφωσε στον σταυρό, όπου με το αίμα Του το έσβησε. Εκεί στον σταυρό έγδυσε τις πονηρές αρχές και εξουσίες και τις διαπόμπευσε, τις καταντρόπιασε φανερά μπροστά σε όλον τον πνευματικό κόσμο και έσυρε τους δαίμονες νικημένους με θριαμβευτική πομπή. Και το πραγματοποίησε αυτό με τον σταυρό Του, ο οποίος έγινε για τον Χριστό θριαμβευτικό άρμα νικητή)»  [Κολ.2,13-15].

      Δεν θα τιμήσουμε λοιπόν εμείς και δεν θα χρησιμοποιήσουμε το ιερό αυτό τρόπαιο της κοινής ελευθερίας του γένους, το οποίο και μόνο με τη θέα του, τον μεν αρχέκακο όφι φυγαδεύει και διαπομπεύει και καταισχύνει, διακηρύσσοντας την ήττα και τη συντριβή του, δοξάζει δε και μεγαλύνει τον Χριστό, επιδεικνύοντας στον κόσμο τη νίκη του; Και όμως, αν ο Σταυρός είναι παραβλεπτέος, διότι σε αυτόν υπέμεινε τον θάνατο ο Χριστός, ούτε ο θάνατός Του δεν πρέπει να είναι σεβαστός και σωτήριος· πώς λοιπόν, κατά τον απόστολο, βαπτιστήκαμε στον θάνατό Του;[Ρωμ.6,3: « γνοετε τι σοι βαπτίσθημεν ες Χριστν ησον ες τν θάνατον ατο βαπτίσθημεν;(:Ή δεν ξέρετε ότι όσοι βαπτιστήκαμε με πίστη στον Ιησού Χριστό συνταυτίζοντας την ύπαρξή μας με αυτόν, γίναμε με το βάπτισμα μέτοχοι του σταυρικού Του θανάτου, και ο παλαιός μας άνθρωπος της αμαρτίας σταυρώθηκε και πέθανε, όπως και ο Χριστός πάνω στον σταυρό;)» ]. Πώς δεν θα συμμετάσχουμε στην Ανάστασή Του, αν βέβαια γίναμε σύμφυτοι μετά τον θάνατό Του;[Ρωμ.6,5: «Ε γρ σύμφυτοι γεγόναμεν τ μοιώματι το θανάτου ατο, λλ κα τς ναστάσεως σόμεθα (:Ναι. Αναστηθήκαμε κι εμείς σε νέα άγια ζωή· διότι εάν, σαν τα δέντρα που είναι μαζί φυτεμένα και θρεμμένα, έχουμε γίνει ένα με τον Χριστό στο βάπτισμα, το οποίο είναι σύμβολο του θανάτου Του, κατά φυσική συνέπεια θα γίνουμε ένα και στην Ανάστασή Του)»]. Βέβαια, αν κανείς προσκυνούσε σχήμα σταυρού που δεν έφερε επιγεγραμμένο το δεσποτικό όνομα, δικαίως θα κατηγορείτο ότι πράττει κάτι ανάρμοστο. Επειδή δε «ν τ νόματι ησο πν γόνυ κάμψ πουρανίων κα πιγείων κα καταχθονίων (:Τον υπερύψωσε, ώστε στο όνομα του Ιησού να γονατίσουν ταπεινά και να Τον προσκυνήσουν λατρευτικά και οι άγγελοι στον ουρανό και οι άνθρωποι στη γη και οι ψυχές των νεκρών στα καταχθόνια˙ αλλά κι αυτά τα δαιμονικά όντα που είναι στα καταχθόνια με τρόμο να υποκλιθούν μπροστά στο μεγαλείο Του)»[Φιλιπ.2,10], τούτο δε το προσκυνητό όνομα επιφέρει ο Σταυρός, πόσο παράφρον δεν θα ήταν να μη γονατίζουμε στον Σταυρό του Χριστού;

    Αλλά εμείς, κλίνοντας μαζί με τα γόνατα και τις καρδιές, εμπρός, ας προσκυνήσουμε μαζί με τον ψαλμωδό και προφήτη Δαβίδ[Ψαλμ.131,7: «Εσελευσόμεθα ες τ σκηνώματα ατο, προσκυνήσομεν ες τν τόπον, ο στησαν ο πόδες ατο(:τώρα όμως θα εισέλθουμε στα σκηνώματα του Θεού στη Σιών και  θα προσκυνήσουμε στον τόπο όπου στάθηκαν τα πόδια Του και όπου υπάρχει το υποπόδιο των ποδών Του)»], στον τόπο όπου στάθηκαν τα πόδια Του και όπου ξαπλώθηκαν τα χέρια που συνέχουν το σύμπαν και όπου τεντώθηκε για μας το ζωαρχικό Σώμα, και, προσκυνώντας και ασπαζόμενοι Αυτόν με πίστη, ας παίρνουμε πλούσιο τον από εκεί αγιασμό και ας τον φυλάττουμε. Έτσι και κατά την υπερένδοξη μέλλουσα παρουσία του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος μας Ιησού Χριστού, βλέποντάς τον να προηγείται λαμπρώς, θα αγαλλιάζουμε και θα χοροπηδούμε διαπαντός, διότι πετύχαμε την από τα δεξιά θέση και την υπεσχημένη μακαρία φωνή και ευλογία, σε δόξα του σαρκικώς σταυρωθέντος για μας Υιού και Θεού.

    Διότι σε Αυτόν πρέπει δοξολογία, μαζί με τον άναρχο Πατέρα Του και το πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Γένοιτο.

        ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,

   

 

ΠΗΓΕΣ:

  • Γρηγορίου του Παλαμά, Άπαντα τα έργα, Ομιλίες Α΄- Κ΄, ομιλία ΙΑ’, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 2004, τόμος 9, σελίδες 282-325.
  • Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
  • Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
  • Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
  • Η Παλαιά Διαθήκη μετά Συντόμου Ερμηνείας, Παναγιώτης Τρεμπέλας, Αδελφότης Θεολόγων «Ο Σωτήρ», Αθήνα, 1985.
  • https://www.agia-aikaterini-larissis.com/agia-grafi-palaia-diathiki/
  • https://www.agia-aikaterini-larissis.com/agia-grafi-kaini-diathiki/
  • Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016.
  • http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
  • http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
  • http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm

 

          

 

 

Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά - Στον Τίμιο και Ζωοποιό Σταυρό

Μέγας Κωνσταντίνος: Ο Μεγάλος της Εκκλησίας και της Ιστορίας!

Μέγας Κωνσταντίνος: Ο Μεγάλος της Εκκλησίας και της Ιστορίας!

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

syrostoday.gr - Επικαιρότητα - Ο άγιος και ισαπόστολος, Μέγας Κωνσταντίνος

 

Στις 21 Μαΐου η Εκκλησία μας εορτάζει και πανηγυρίζει λαμπρά τη μνήμη των αγίων ισαποστόλων Κωνσταντίνου και Ελένης. Τόσο ο Μέγας Κων/νος, όσο και η αγία μητέρα του Ελένη ανήκουν στις μεγάλες προσωπικότητες της Εκκλησίας μας, διότι η συμβολή τους για την κατάπαυση των διωγμών και την εδραίωση της Εκκλησίας υπήρξε καθοριστική. Επίσης ο Μέγας Κωνσταντίνος δεν είναι μεγάλος μόνο για την Εκκλησία μας, αλλά και για την παγκόσμια ιστορία, διότι ανήκει στους μεγάλους ηγέτες όλων των εποχών, έχοντας βάλλει τη δική του σφραγίδα στη ροή των ιστορικών πραγμάτων, και για τούτο δικαία του απονεμήθηκε ο τίτλος του μεγάλου.

        Ο Μέγας Κωνσταντίνος ήταν γιος του ελληνοϊλλυρικής καταγωγής Ρωμαίου αξιωματούχου Κωνστάντιου Χλωρού, ο οποίος κατόπιν ανακηρύχτηκε Καίσαρας και Αύγουστος και ανέλαβε τη διοίκηση των δυτικών επαρχιών της απέραντης αυτοκρατορίας. Η μητέρα του Ελένη, ελληνικής καταγωγής, από το Δρέπανο της Βηθυνίας της Μ. Ασίας, στολισμένη με εξαιρετικό κάλλος σώματος και ψυχής, ασπάστηκε νωρίς τον Χριστιανισμό, ο οποίος βρισκόταν ακόμη σε απηνή διωγμό από τους ειδωλολάτρες αυτοκράτορες, τα σκοταδιστικά ειδωλολατρικά ιερατεία και τους δεισιδαίμονες όχλους. Το 274 γέννησε τον Κωνσταντίνο στην πόλη Ναϊσό, σημερινή Νίσσα της Σερβίας.

      Το 293 ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός κράτησε το νεαρό Κωνσταντίνο κοντά του στην Ανατολή, μαζί με τη διαζευγμένη από τον Καίσαρα Κωνστάντιο, μητέρα του Ελένη, για ασφάλεια υποταγής του δευτέρου στην εξουσία του ως το 305. Εκεί δόθηκε η ευκαιρία στην αγία μητέρα του να τον αποσπάσει από την ειδωλολατρία και να τον γαλουχήσει στη νέα πίστη.

      Ο νεαρός Κωνσταντίνος διακρινόταν για την ωραιότητα του σώματός του, την ευγένεια της ψυχής του και τα εξαιρετικά του πνευματικά και φυσικά χαρίσματα. Το 305 ανάλαβαν τη διοίκηση της αυτοκρατορίας ο μεν Γαλέριος στην Ανατολή, ο δε Κωνστάντιος στη Δύση. Το ίδιο χρόνο ο Κωνσταντίνος μετέβη στα Τρέβηρα της Γαλατίας, όπου συνάντησε τον άρρωστο πατέρα του, ο οποίος του ανέθεσε εκστρατεία στη Μ. Βρετανία. Στις 7 Ιουλίου του 307 πέθανε ο Κωνστάντιος και ο στρατός ανακήρυξε τον Κωνσταντίνο αυτοκράτορα της Δύσης. Παντρεύτηκε τη Μινερβίνα και απέκτησε ένα γιο, τον Κρίσπο. Εγκαταστάθηκε στην πόλη Αρελάτη και άσκησε μια πρωτόγνωρη φιλολαϊκή εξουσία, και γι’ αυτό αγαπήθηκε από το λαό.

      Το Σεπτέμβριο του 212 στράφηκε εναντίον του τυραννικού συναυτοκράτορά του της Δύσης Μαξεντίου. Καθ’ οδόν προς τη Ρώμη είδε το γνωστό και μεγαλειώδες όραμα του Τιμίου Σταυρού στον μεσημεριανό ουρανό, ο οποίος έγραφε: «Εν Τούτω Νίκα». Την επόμενη νύχτα είδε στον ύπνο του το Χριστό με το σημείο του Σταυρού, παροτρύνοντάς τον να κατασκευάσει λάβαρο με το Σταυρό, προκειμένου να νικήσει τον ασεβή και τυραννικό Μαξέντιο. Ο Κωνσταντίνος υπάκουσε και νίκησε τον αντίπαλό του και μπήκε θριαμβευτής και ελευθερωτής στη Ρώμη.

      Η πρώτη του ενέργεια ήταν να σταματήσει τον συνεχιζόμενο φοβερό διωγμό των Χριστιανών με το περίφημο «Διάταγμα των Μεδιολάνων» του 313. Αυτό ο μεγάλος άνδρας όρισε για πρώτη φορά στην ιστορία της ελευθερία της θρησκευτικής πίστεως.

     Το 324 συγκρούεται με τον αυτοκράτορα της Ανατολής Λικίνιο, τον οποίο νικά και γίνεται μονοκράτορας σε όλη την αυτοκρατορία, αρχίζοντας το μεγαλειώδες μεταρρυθμιστικό και κοινωνικό του έργο. Έγινε προστάτης όλων των πολιτών, ανεξάρτητα από τη θρησκευτική τους πίστη, για το λόγο αυτό δεν έγινε ακόμη  Χριστιανός και διατηρούσε τον τίτλο του pontifix maximus, δηλαδή του ύπατου αρχιερέα της αρχαίας θρησκείας. Απελευθέρωσε όλους τους Χριστιανούς από τις φυλακές, που είχε κλείσει ο Λικίνιος και ανακάλεσε όσους βρισκόταν στην εξορία. Απέδωσε τους ναούς και την περιουσία στην Εκκλησία. Έκαμε πράξη με διατάγματα την κοινωνική διδασκαλία της Εκκλησίας. Καθιέρωσε την υποχρεωτική δίκη στους παραβάτες. Καθιέρωσε την Κυριακή αργία. Κατάργησε τη δουλεία. Η αγία Ελένη αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στο εκκλησιαστικό έργο, ιδρύοντας ναούς και  ενισχύοντας την Εκκλησία. Με δικά της έξοδα πήγε στην Ιερουσαλήμ και ανακάλυψε τον Τίμιο Σταυρό.

      Ο Μ. Κωνσταντίνος συνέβαλλε τα μέγιστα να ηρεμήσει η Εκκλησία από την αρειανική αίρεση, συγκαλώντας την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο το 325. Εγκαινίασε έτσι έναν νέο τρόπο, απόλυτα δημοκρατικό, διακυβέρνησης της Εκκλησίας.

      Ως πολιτικός άρχων ο Μ. Κωνσταντίνος υπήρξε πρωτοπόρος. Μετέφερε το 325 την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας στο Βυζάντιο, κόβοντας έτσι κάθε δεσμό με το ειδωλολατρικό παρελθόν και βάζοντας τα θεμέλια για τη νέα χριστιανική αυτοκρατορία, η οποία θα ζήσει χίλια χρόνια.

      Το 337 σε μια περιοδεία του στη Νικομήδεια αρρώστησε και συναισθάνθηκε το τέλος του. Ζήτησε να λάβει το άγιο Βάπτισμα και κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων. Δεν ξαναφόρεσε τα αυτοκρατορικά ενδύματα, αλλά φορούσε το λευκό χιτώνα του Βαπτίσματος ως το θάνατό του, στις 22 Μαΐου του 337. Η Εκκλησία μας του αναγνώρισε τις πολύτιμες υπηρεσίες του και γι’ αυτό τον ανακήρυξε άγιο και ισαπόστολο, μαζί με την αγία μητέρα του. Το ίδιο και η ιστορία αναγνωρίζοντας τη μοναδική του προσφορά τον ανακήρυξε μέγα.

       Πολλοί εμπαθείς και ανιστόρητοι επιχειρούν να σπιλώσουν την προσωπικότητά του, χαρακτηρίζοντας τον ως «θηριώδη δολοφόνο», επειδή αναγκάστηκε να εφαρμόσει το νόμο απέναντι στον γιό του Κρίσπο και τη σύζυγό του Φαύστα. Ξεχνούν όμως ότι τότε ο Κωνσταντίνος ήταν ακόμη ειδωλολάτρης, και ο οποίος για το θλιβερό αυτό συμβάν έκλαιγε και θρηνούσε σε όλη του τη ζωή! Ξεχνούν επίσης πως ο χαρακτηρισμός ενός ανθρώπου δεν πρέπει εξαρτάται από μεμονωμένα συμβάντα, αλλά από τη συνολική αξιολόγηση της ζωής του και του έργου του!

Οι αντιθεσμικές υπερβάσεις εν Αγίω Όρει του Πολιτικού Διοικητή κ. Μαρτίνου και του Αναπληρωτή κ. Κασμίρογλου. -Μέρος Β

υπερβάσεις εν Αγίω Όρει του Πολιτικού Διοικητή

Οι αντιθεσμικές υπερβάσεις εν Αγίω Όρει του Πολιτικού Διοικητή κ. Μαρτίνου και του Αναπληρωτή κ. Κασμίρογλου. -Μέρος Β΄

Γέρων Παΐσιος Μοναχός Καρεώτης,  Επιφάνιος Μοναχός Καψαλιώτης

Ο Αθανάσιος Μαρτίνος για την θέση του Πολιτικού Διοικητού του Αγίου Όρους

[Το Α’ Μέρος ΕΔΩ]

 

Εισαγωγή

Συνεχίζοντας την εξέταση του ζητήματος των αντιθεσμικών –προσωπικού χαρακτήρα– ενεργειών του Πολιτικού Διοικητού (ΠΔ) Θανάση Μαρτίνου, κάτι που πρέπει εξ αρχής να αναλυθεί είναι το πώς αυτές συνδέονται με την ευρύτερη σχέση (προβληματική, όπως έχει πλέον εξελιχθεί) μεταξύ του Ελληνικού Κράτους (ΕΚ) και του Αγίου Όρους (ΑΟ), που –σημειωτέον– αντανακλάται στην ερμηνεία, που αναλόγως της περιπτώσεως δίνεται, στον χαρακτήρα της θεσμικής λειτουργίας του ΠΔ. Πρέπει επομένως να αποτυπωθούν τα μέσα διά των οποίων το ΕΚ έχει ποδηγετήσει το ΑΟ στην σταδιακή –μερική έστω– άρση του αυτοδιοικήτου χαρακτήρα του, ώστε να μπορέσουμε να καταλάβουμε τι αληθινά κρύβουν οι ατομικές “φιλάνθρωπες” ενέργειες Μαρτίνου: μια περαιτέρω κλιμάκωση στην πορεία κατάλυσης του αυτοδιοικήτου του ΑΟ, της αφαίρεσης της όποιας αξίας έχει αυτό στον Ορθόδοξο Κόσμο.

 

Ενδεικτικά, για να αναδειχθούν οι αληθινές διαστάσεις του προβλήματος, αρκεί να παρατεθεί δήλωση του Προέδρου της Συνταγματικής Επιτροπής επί της αναθεωρήσεως του Συντάγματος, Κωσταντίνου Τσάτσου (μετέπειτα και Προέδρου της Δημοκρατίας 1975-1980), κατά την ΠΕ΄ συνεδρίαση της ολομέλειας της Βουλής (14/5/1975), όπου συμπύκνωσε τον προβληματισμό από πλευράς ΕΚ έναντι του αγιορειτικού “προβλήματος”, στη σχετική συζήτηση για το άρθρο του Συντάγµατος που αναφερόταν στο νομικό καθεστώς του ΑΟ (που έμελλε, μετά την ψήφιση της αναθεώρησης, να αποτελέσει το άρθρο 105). Η δήλωση παρουσιάζεται εδώ, καθώς παριστά το τι πραγματικά ισχύει στις σχέσεις ΕΚ–ΑΟ. Τοποθετήθηκε λοιπόν, λέγοντας ότι η:

Ἐπέμβασις τοῦ Κράτους (σημ. ημ. στο ΑΟ), εὐκταία θὰ ἦτο, ἂν ἧτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἐμμέσως. Ἄμεσος ἀποκλείεται, διότι τὰ ὅσα ἐδῶ ψηφίζομεν δὲν εἶναι ἁπλῆ συνταγματικὴ διάταξις, ἔχομεν διεθνεῖς συνθήκας αἱ ὁποῖαι τὰς καθιερώνουν […] Εἶναι ἡ συνθήκη τῆς Λωζάνης καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀλλάξῃ.1

Στην παρούσα μελέτη, πολύτιμος σύμμαχος στην εξέταση του προβλήματος αποτέλεσε ο συλλογικός τόμος, που το 1996 είδε το φως της δημοσιότητας, εκδοθείς υπό της Ιεράς Κοινότητος (ΙΚ), υπό τον τίτλο “Το καθεστώς του Αγίου Όρους”. Αιτία της εκδόσεώς του ήταν η κρίση στις σχέσεις ΑΟ και ΕΚ το 1992, λόγω της κρατικής παρέμβασης (Κυβέρνηση Κωνστ. Μητσοτάκη), ως προς το καθεστώς επισκέψεως και εγκαταβιώσεως ομοδόξων αλλοδαπών. Πέραν των σημαντικών νομικών γνωματεύσεων περί του ζητήματος υπό εγκρίτων νομικών, ο τόμος περιλαμβάνει δύο ιστορικής πνοής ιεροκοινοτικά κείμενα2, εξαιρετικώς επίκαιρα και στη σημερινή συγκυρία, που παρουσιάζουν το ζήτημα των σχέσεων ΑΟ και ΕΚ στην ιστορικοκανονική του διαδρομή. Η σημασία των δύο αυτών κειμένων δεν έγκειται μόνον στο ότι συνιστούν αυθεντικές εκφράσεις της αγιορειτικής αυτοσυνειδησίας, ως προς τον σκοπό ύπαρξης του Αγίου Όρους, και του καθεστώτος που τον διασφαλίζει, αλλά –φευ– στο ότι έχουν πλέον εγκαταλειφθεί, από τους ιδίους τους συντάκτες τους!

Τα όσα θα εκτεθούν κατωτέρω, βασίζονται στα γραφόμενα υπό της ιδίας της ΙΚ, στο όχι και τόσο μακρινό 1996… Ο δε συνδυασμός της εγκαταλείψεως των τότε θέσεων υπό της ΙΚ, με την εξωθεσμική “φιλάνθρωπη” δράση του νυν ΠΔ Μαρτίνου, διαμορφώνουν το νέο σκηνικό ισοπέδωσης του Αγιορειτικού Αυτοδιοικήτου, με ό,τι συνεπάγεται αυτό.

Γενική θεώρηση του προβλήματος

Αυτοδιοίκητο Καθεστώς εν Αγίω Όρει σημαίνει την πλήρη και ανεμπόδιστη άσκηση κυριαρχίας στο ΑΟ, υπό της Ιεράς Κοινότητος των 20 Κυριάρχων Ιερών Μονών, βάσει του Καταστατικού Χάρτου του Αγίου Όρους (ΚΧΑΟ) και του Νομοθετικού Διατάγματος (ΝΔ) του 1926. Ως προς την ειδική σχέση του ΕΚ και του ΑΟ, το δεύτερο σχετίζεται προς το πρώτο αποκλειστικώς μέσω του Υπουργείου των Εξωτερικών (ΥΠΕΞ) στο οποίο βεβαίως δεν υπάγεται (και πώς θα μπορούσε άλλωστε;) παρά μόνον ο Πολιτικός Διοικητής του Αγίου Όρους. Το ότι το ΑΟ σχετίζεται με το ΕΚ μέσω του ΥΠΕΞ, αποτελεί απόρροια της Διεθνούς Συνθήκης της Λωζάνης (1923), και καθορίζει την ειδική σχέση των δύο μερών, που αποτυπώνεται στο ΝΔ του 1926 και τον ΚΧΑΟ.

Στη συνέχεια όμως εμφανίζεται ως συμπληρωματικό Αγιορειτικό Δίκαιο, το σώμα των Κανονιστικών Διατάξεων (ΚΔ) που πλαισιώνουν το ΝΔ του 1926 και τον ΚΧΑΟ, αρχής γενομένης το 1930. Στον εκδοθέντα υπό της ΙΚ τόμο των Κανονιστικών Διατάξεων (2018), όπως σωστά τονίζεται στο εισαγωγικό σημείωμα υπό του επιστημονικού επιμελητού της έκδοσης, καθ. Νικολακάκη, “Περιελθόντος τοῦ Ἁγίου Ὄρους ὑπό τήν ὀθωμανικήν κατάκτησιν, τό αὐτοδιοίκητον κεκτηµένον διετηρήθη”3, ενώ από την πλευρά του το ΕΚ το κατοχυρώνει, “δυνάµει του ἄρθρου 105 του Συντάγµατος 1975/1986/2001/2008, κατά το πρότυπον των προηγουμένων Συνταγµάτων.”4 Εν ολίγοις, το Αυτοδιοίκητον δεν παραχωρήθηκε υπό ουδενός (Οθωμανικού πάλαι ποτέ, ή Ελληνικού Κράτους κατόπιν), αλλά απλώς αναγνωρίστηκε διατηρούμενο.

Πλην όμως, κατά τον αυτόν επιστημονικό επιμελητή, οι ΚΔ αποτελούν “πηγάς τοῦ Ἁγιορειτικοῦ Δικαίου καί ἀναγκαῖον συμπλήρωμα τῶν ἤδη τεθέντων κανόνων δικαίου”.5 Το πρόβλημα στην ανωτέρω διατύπωση είναι, ότι το “αναγκαίον” δεν προκύπτει από πουθενά. Το ότι η ΙΚ, ως πλήρη έχουσα την εξουσία, δύναται να νομοθετεί είναι αυτονόητο (υπό τον απαράβατο όρο ότι η νομοθεσία δεν θα αντιβαίνει τα υφιστάμενα αρχαία θέσμια του Τόπου). Επόμενο ήταν, ότι ο ΚΧΑΟ όντως συντάχθηκε ως πλήρες σώμα εσωτερικής νομοθεσίας του ΑΟ, μη δεόμενο συμπληρώματος, κάτι το οποίο αναγνωρίζεται και από το άρθρο 105 παρ. 3 του Ελληνικού Συντάγματος, όπου ρητά αναφέρεται ότι στον ΚΧΑΟ υπάρχει «λεπτομερής καθορισμός τῶν ἁγιορειτικῶν καθεστώτων καί τοῦ τρόπου τῆς λειτουργίας αὐτῶν». Επίσης, όπως αναγκάστηκε να παραδεχθεί το 1975 ο τότε υφυπουργός Παιδείας, στη σχετική συζήτηση περί των εκκλησιαστικών ζητημάτων της αρμόδιας υποεπιτροπής, στα πλαίσια αναθεωρήσεως του Συντάγματος, ο ΚΧΑΟ, (όχι μόνον είναι πλήρης), μα ούτε προβλέπεται, ούτε και δύναται να αναθεωρηθεί, άνευ κατάργησης του Αυτοδιοικήτου.6 Στην πραγματικότητα, στην μοναστική μη–κοσμική Πολιτεία του ΑΟ δεν τίθεται ζήτημα νομικών “αναγκών”, “εναρμονίσεων” και λοιπών “συμπληρώσεων”. Επομένως, ένα ερώτημα που τίθεται είναι το τι κρύβεται πίσω από τις ΚΔ και πώς διαμορφώνεται τελικώς η σχέση ΕΚ και ΑΟ.

Η μελέτη των ΚΔ οδηγεί αβίαστα στο συμπέρασμα ότι οφείλουν την ύπαρξή τους στον εκσυγχρονισμό της ελληνικής νομολογίας, στην προσαρμογή της δηλαδή στις νεώτερες επιταγές των κυρίαρχων τάσεων της νομικής επιστήμης, οπότε και δημιουργείται η “ανάγκη” εναρμόνισης του αγιορειτικού δικαίου προς τις εκάστοτε εξελίξεις της ελληνικής νομοθεσίας (κάτι που είναι ηλίου φαεινότερον για τις περισσότερες εξ αυτών, όπως π.χ. περί Φορολογίας, Αγρασφαλείας, Μέσων Μεταφοράς, Κειμηλίων, Αθωνιάδος Σχολής, με σημαντικότερη αυτής των Έργων). Επομένως, η μόνη “ανάγκη” προκύπτει από πλευράς του ΕΚ και όχι του ΑΟ! Είναι το Κράτος που απαιτεί τις “εναρμονίσεις”, ώστε να επιτρέπεται στο ΑΟ να συναλλάσσεται μαζί του. Εδώ ήδη εντοπίζεται το πλέον θεμελιώδες πρόβλημα, που δεν είναι άλλο από την –μερική έστω– ακύρωση του μοναστικού, άρα και μη–κοσμικού, χαρακτήρα της αθωνικής πολιτείας. Εάν οι όποιες εξελίξεις στη ζωή του Κράτους επηρεάζουν το ΑΟ, τι απομένει από την αρνησίκοσμη και ασκητική του ιδιοτυπία;

Όπως σωστά άλλωστε τονίζεται στο εισαγωγικό σημείωμα υπό του επιστημονικού επιμελητή σχετικώς προς τις ΚΔ:

Ὡς πρός τό περιεχόμενον αὐτῶν, δέν εἶναι ἐπιτρεπτή ἡ ἀντίθεσίς των πρός τάς διατάξεις τοῦ Κ.Χ.Α.Ο., ὑπό τήν προϋπόθεσιν ὅτι καί διά ταύτας δέν εἶναι ἐπιτρεπτή ἡ ἀντίθεσίς των πρός τό ἀρχαῖον προνομιακόν καθεστώς τοῦ Ἁγίου Ὄρους, καθ ̓ ὄν τρόπον τοῦτο κατοχυροῦται ὑπό τοῦ ἑλληνικοῦ Συντάγματος.7

Με άλλα λόγια, η απόλυτη βάση και του ΚΧΑΟ και φυσικά των ΚΔ, είναι το αρχαίο προνομιακό καθεστώς του ΑΟ, και ουδεμία άλλη νομοθετική ρύθμιση εθνική ή διεθνής (έως και σύγχρονη αγιορειτική) δεν δύναται να το ανατρέψει. Αυτή είναι άλλωστε η σημασία του αυτοδιοικήτου: να παραμένει το ΑΟ παντελώς ασχέτιστο και ασυνδύαστο προς ο,τιδήποτε κοσμικό.

Πλην όμως, ο επιστημονικός επιμελητής του αγιορειτικού τόμου δεν αποφεύγει να υποπέσει σε ατοπήματα, ανάρμοστα για το επίπεδο της επιστημονικής του επάρκειας, τα οποία δυστυχώς διέλαθαν την προσοχή της ΙΚ πριν την έκδοση του τόμου. Επί παραδείγματι, ενώ ρητώς αναφέρει περί της διαδικασίας κύρωσης των ΚΔ ότι:

Διά τήν ὁλοκλήρωσιν τῆς ὅλης διαδικασίας αἱ ἀνωτέρω Κ.Δ., μετά τήν κοινοποίησίν των εἰς τόν Διοικητήν τοῦ Ἁγίου Ὄρους, δέον ὅπως ἐπικυρωθῶσι διά σχετικῆς ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐξωτερικῶν, δημοσιευτέας ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως.8

στην αμέσως προηγούμενη σελίδα έχει –λανθασμένα– προλάβει ν’ αναφερθεί στη (δήθεν) δυνατότητα επικύρωσης των ΚΔ και υπό “συναρμοδίων” υπουργών:

Μία ἐπιμέρους ἔκφανσις τῆς αὐτοδιοικήσεως τοῦ Ἁγίου Ὄρους εἶναι ἡ παραγωγή κανόνων δικαίου, ψηφιζομένων ὑπό τῆς Δ.Ι.Σ. καί ἐπικυρουμένων ὑπό τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν κατά τό ἄρθρον 6 τοῦ Ν.Δ. τῆς 10/16.9.19769

αμέσως μετά, δε, παρουσιάζει το σχετικό άρθρο 43 του ΚΧΑΟ, στο οποίο όμως ρητώς αναφέρεται ότι:

Αἱ διατάξεις αὗται κοινοποιούμεναι τῷ Διοικητῇ ἐπικυροῦνται ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ (σημ. ημ. που ως τέτοιος στον ΚΧΑΟ και το ΝΔ του 1926 αναφέρεται αποκλειστικώς και μόνον ο επί των Εξωτερικών), πλὴν τῶν καθαρῶς πνευματικῆς φύσεως, αἴτινες ἀνακοινοῦνται πρὸς ἔγκρισιν τῷ Οἰκουμενικῷ Πατριαρχείῳ»10

Δηλαδή, στην ίδια σελίδα καταφέρνει να αυτοαναιρείται!

Επί της ουσίας, ήταν το 1953 που εμφανίζεται για πρώτη φορά επικυρωτική υπογραφή Κανονιστικής Διατάξεως “συναρμοδίου” Υπουργού, –του της Γεωργίας– κατά πλήρη παράβασιν του ΚΧΑΟ, μη φέρουσα μάλιστα αριθμό πρωτοκόλλου! Έως τότε, επικυρωτικά των ΚΔ υπέγραφε αποκλειστικώς και μόνον ο ΥΠΕΞ. Επί παραδείγματι, στην ΚΔ περί Αγρασφαλείας του 1948 (Νικολακάκη (2018) σ.63), υπογράφει μόνον ο ΥΠΕΞ, ενώ στην αντίστοιχη περί Συστηματικής Εκμεταλλεύσεως και Προστασίας των Δασών του ΑΟ, του 1953, όπως ήδη αναφέρθηκε, συνυπογράφει και ο Γεωργίας, παρότι στο σχετικό άρθρο 1 (Νικολακάκη (2018) σ.223) της εν λόγω ΚΔ, ρητώς αναφέρεται ότι: “Τὰ δάση τῆς Χερσονήσου τοῦ Ἁγίου Ὄρους, μὴ ὑπαγόμενα εἰς τοὺς δασικοὺς νόμους τοῦ Κράτους, διέπονται ὑπὸ τῆς παρούσης Κανονιστικῆς Διατάξεως.” Απορία προξενεί, το πώς είναι δυνατόν η ΙΚ να αντιπαρήλθε ένα τέτοιο ατόπημα!

Επομένως, όπως τελικώς διευθετείται το ζήτημα των σχέσεων ΕΚ–ΑΟ, δηλαδή μέσω των ΚΔ, η ίδια η ύπαρξή τους συνιστά την de facto υπέρβαση –από πλευράς Ελληνικής Πολιτείας– των περιορισμών που θέτει η Συνθήκη της Λωζάνης (δηλ. το να διευθετούνται οι σχέσεις μεταξύ ΕΚ και ΑΟ αποκλειστικώς μέσω του ΥΠΕΞ), οπότε και μέσω αυτών, το ΕΚ σταδιακά παρεισφρύει στα της Αθωνικής μοναστικής πολιτείας, διαμορφώνοντας τετελεσμένες πλην παράνομες υπερπηδήσεις, κατά παράβασιν του ΚΧΑΟ και κατ’ επέκτασιν του άρθρου 105 του Συντάγματος που διασφαλίζει το αρχαίο προνομιακό καθεστώς του ΑΟ. Στις νέες εξελίξεις δε, συνήργησε η ΙΚ ένεκα “εθνικού αισθήματος”, αλλά και προκειμένου να υπάρξουν απτά υλικά κέρδη, απορρέοντα από τη νέα de facto σχέση της με το ΕΚ. Τέλος, αξίζει ίσως να σημειωθεί, ότι το “εμμέσως” στο οποίο αναφερόταν ο Κ. Τσάτσος στο απόσπασμα που παρατέθηκε στην Εισαγωγή, δείχνει ξεκάθαρα τις ΚΔ, καθώς είναι μέσω αυτών που επεμβαίνει το ΕΚ στα εσωτερικά του ΑΟ.

Εν κατακλείδι, οι ΚΔ και οι “συναρμόδιοι” υπουργοί που αυτές συνεισάγουν, αποτελούν μια επιπλέον παράμετρο στον προβληματικό –όπως έχει πια διαμορφωθεί– χαρακτήρα της έννοιας που δίνει το ΕΚ στην κυριαρχία του επί του ΑΟ.

Η σχέση ΕΚ και ΑΟ: ζητήματα κυριαρχίας

Στον πυρήνα του προβλήματος κρύβεται επομένως το ζήτημα της κυριαρχίας, εξ ου και οι κρατικοκεντρικές, όλως εσφαλμένες, νομοκανονικές θεωρήσεις που έχουν κατά περιόδους παραχθεί, οι οποίες εδράζονται στην λανθασμένη όσο και σκοπίμως προβαλλόμενη εκτίμηση ότι το αγιορειτικό αυτοδιοίκητο παραχωρήθηκε αυτοβούλως υπό του ΕΚ, οπότε και δύναται να αλλαχθεί ή να μετατραπεί.

Επόμενο είναι, η θεωρία ότι το αυτοδιοίκητο είναι δοτό να σημαίνει ότι το ΑΟ ήταν, είναι και θα παραμείνει άρρηκτα συνδεδεμένο και εξαρτώμενο από τις τύχες του ΕΚ: αρχικά στο πλαίσιο των βαλκανικών και ευρύτερων προπολεμικών11 ανταγωνισμών, των ψυχροπολεμικών κατόπιν, και πλέον της ευρωενωσιακής “περιπέτειας”.

Αναφερόμαστε στα περί “ευρωενωσιακής περιπέτειας”, διότι ένα επιπλέον ζήτημα που προβληματίζει είναι το τι θα συμβεί εάν το ΕΚ οδηγηθεί σε εθελούσια αυτοδιάλυση, εφ’ όσον συντελεσθεί η Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση, στο επερχόμενο Ομοσπονδιακό Ευρωενωσιακό Κράτος (που κύκλοι της ΕΕ τοποθετούν την ίδρυσή του στο 2025). Το ερώτημα που τίθεται είναι εάν το ΑΟ θα συρθεί μαζί με το ΕΚ στην νέα αυτή πολιτική οντότητα. Υπενθυμίζεται ότι ήταν οι Αγιορείτες που ζήτησαν εθελουσίως τη σύνδεση του ΑΟ με το ΕΚ, μετά την απελευθέρωση του 1912, και δεν “σύρθηκαν” ή εξαναγκάστηκαν προς τούτο.

Η σημερινή πάντως κατάσταση είναι ότι, μέσω των ΚΔ, το αγιορειτικό δίκαιο “εναρμονίζεται” προς το εθνικό, που με τη σειρά του εναρμονίζεται προς το ευρωενωσιακό. Επί παραδείγματι, στην ΚΔ Περί Έργων, που επικυρώθηκε το 2007 από την τότε ΥΠΕΞ Ντόρα Μπακογιάννη, ο τίτλος της ΚΔ είναι:

Περί οργάνων που αποφασίζουν ή γνωμοδοτούν και ειδικές ρυθμίσεις σε θέματα έργων που εκτελούνται από τις αυτοδιοίκητες αρχές του Ἁγίου Όρους σύμφωνα με το ειδικό καθεστώς του και σε εναρμόνιση με την κοινή εθνική νομοθεσία.12

Ουσιαστικά, η βούληση του ΕΚ να παρακάμψει τον ΚΧΑΟ και το ΝΔ του 1926, λόγω του “παρωχημένου” χαρακτήρα τους και των “ελλείψεων” που –δήθεν– έχουν, ήταν πάγια, συνεχής και ακολουθήθηκε με συνέπεια. Κοινή βάση αυτής της τακτικής ήταν ακριβώς το δοτό του αυτοδιοικήτου από πλευράς ΕΚ.

Ενδεικτικά, το 1949 έγραφε ο Π. Παναγιωτάκος:

ὅλως αὐτοπροαιρέτως ὑπεχρέωσεν ἑαυτήν ν ̓ ἀναγνωρίσῃ τήν ἐν Ἄθω Μοναχικήν Πολιτείαν ὡς αὐτοδιοίκητον Κοινότητα καί διωργάνωσεν αὐτήν ὡς τοιαύτην, ἐσωτερικῶς διοικουμένην κατά τό ἕκπαλαι καθεστώς»!13

Ιδιαιτέρως εξωφρενική, αλλά και σημαντική, είναι η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας του 1954, οπότε και οι εισηγητές της απεφάνθησαν ότι:

ἡ ἰδιόρρυθμος αὐτοδιοίκησις τοῦ Άγ. Ὄρους ἀποτελεῖ θεσμόν, τὸν ὁποῖον ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία εἰσήγαγε καὶ ἀνεγνώρισεν ὅλως οἰκειοθελῶς, «χωρὶς νὰ ἔχῃ πρὸς τοῦτο ὑποχρέωσιν ἐκ διεθνοῦς τινὸς πράξεως» (Θέμις 65/1954, σ. 1056, παρά Νικόπουλος (2017) υποσ.122 σ.83)!

Αναφέρει επίσης ο Σ. Παπαδάτος (που διετέλεσε πρώτος ΠΔ επί Χούντας, με “πλούσιο” έργο κατά τη διάρκεια της θητείας του –οι παλαιότεροι γνωρίζουν–), ήδη από το 1965 στο έργο του Ἡ Πολιτειακή Θέσις τοῦ Ἁγίου Ὄρους:

Σήμερον τὸν Ἅγιον Ὄρος ἀποτελεῖ ἐδἀφικὸν τμῆμα τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικρατείας, ἐφ ̓ οὗ κατὰ σθεναρὰν θέλησιν τοῦ συνταγματικοῦ νομοθέτου ἀσκεῖται ἡ κυριαρχία αὐτῆς ἀπόλυτος, ἡ αὐτοδιοίκησις δὲ ἧς ἀπολαμβάνει, εἶναι δοτὴ καὶ δὲν ἅπτεται κἂν τῶν ὁρίων τῆς αὐτονομίας.14

Οι ανωτέρω μεταπολεμικές γνωμοδοτήσεις, χρήσιμες στις “ειδικές” συνθήκες της μετεμφυλιακής περιόδου, όπου οι νομικές γνωματεύσεις περί ΑΟ υπηρετούσαν –ανάμεσα στα άλλα– και λόγους “εθνικής ανάγκης”, παραγνωρίζοντας –έως και αλλοιώνοντας– τα αγιορειτικά θέσμια, είχαν βασισθεί σε αντίστοιχες προπολεμικές, που είναι και το στοιχείο που καταδεικνύει την αδιάκοπη βούληση του ΕΚ για καταπάτηση του Αυτοδιοικήτου:

ὁ Σ. Σουλιώτης, εἰσηγητής τῆς ἀποφάσεως τῆς ὁλομελείας τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας ὑπ ̓ ἀριθμ. 1093 τοῦ 1936 γράφει ὡς ἑξῆς: «Τό ἄρθρον 109 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 (νῦν 105 τοῦ Συντάγματος 1975) θεσπισθέν ἐν ἀπολύτῳ ἐλευθερίᾳ καί ἄνευ οὐδεμιᾶς νoμικῆς ὑποχρεώσεως τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας διατηρεῖ ἄθικτον τήν κυριαρχίαν ταύτης ἐπί τοῦ Ἄθω καί χορηγεῖ ἁπλῶς αὐτοδιοίκησιν συμφώνως πρός τό ἀρχαῖον προνομιακόν καθεστώς».15

Επί του προκειμένου, οι ανωτέρω θεωρήσεις έχουν κριθεί και κατακριθεί επιστημονικώς. Ενδεικτικά, ο καθ. Τ. Φιλιππίδης έχει επισημάνει ότι:

Αἱ ἔννοιαι «ὅλως αὐτοπροαιρέτως» (τοῦ Π. Παναγιωτάκου) καί «ἐν ἀπολύτῳ ἐλευθερίᾳ καί ἄνευ οὐδεμιᾶς νομικῆς ὑποχρεώσεως τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας» (τοῦ Σ. Σουλιώτη) οὐδόλως εὐσταθοῦν.16

Όλες αυτές οι γνωματεύσεις, άλλωστε, σκοπίμως αποσιωπούν ότι απόρροια των διεθνών συνθηκών που έχει υπογράψει το ΕΚ (Βερολίνου 1878, Βουκουρεστίου 1913, Σεβρών 1920, Λωζάνης 1923), είναι ότι υποχρεούται όπως αναγνωρίσει τα εκ παραδόσεως ισχύοντα δικαιώματα του ΑΟ. Πράγματι, από νομικής απόψεως –αναντιλέκτως– ισχύει αυτό που έχει σημειώσει ο καθ. Τ. Φιλιππίδης, ότι δηλαδή:

αἱ διατάξεις τῶν Διεθνῶν Συνθηκῶν, τάς ὁποίας προσυπέγραψεν ἡ Ἑλλάς, ἔχουν ηὐξημένην τυπικήν ἰσχύν, ὑπερισχύουν δηλαδή τῶν διατάξεων τοῦ «ἐσωτερικοῦ»17

Ομοίως:

Εἶναι ἐπίσης γνωστόν ὅτι αἱ διατάξεις τῶν Διεθνῶν Συνθηκῶν, τάς ὁποίας προσυπέγραψεν ἡ Ἑλλάς, ἔχουν ηὐξημένην τυπικήν ἰσχύν, ὑπερισχύουν δηλαδή τῶν διατάξεων τοῦ «ἐσωτερικοῦ» (ἤτοι τοῦ ἑλληνικοῦ) Δικαίου.18

Σε πλήρη συμφωνία μετά των ανωτέρω κινείται και ο καθ. Χ. Παπαστάθης:

Λόγω τῆς εἰδικῆς διαδικασίας καί τοῦ εἰδικοῦ ὀργάνου καταρτίσεώς του, –πού προβλέπονται ἀπό τό Σύνταγμα 105, παρ. 3–, ὁ ΚΧΑΟ ἔχει ἐπηυξημένη τυπική δύναμη ἔναντι τῶν κοινῶν νόμων. Αὐτοί δέν μποροῦν νά τόν καταργήσουν ἤ νά τόν τροποποιήσουν.19

Επιπλέον αυτών:

Ἀναγνωρίζει τό Σύνταγμα τήν «Ἁγιορειτικήν Δικαιοταξίαν» ὡς αὐθυπόστατον καί μάλιστα προὐπάρχουσαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ὁ δὲ Καταστατικός Χάρτης τοῦ Ἁγίου Ὄρους δέν ἐθέσπισε νέους κανόνας δικαίου, ἀλλ’ ἁπλῶς ἀπετύπωσε τό ἀπό μακροῦ χρόνου ἰσχῦον Δ

Όπως τέλος ξεκαθαρίζει το ζήτημα ο καθ. Γ. Κασιμάτης, προλογίζοντας το βιβλίο του Α. Νικόπουλου21, Τὸ εἰδικὸ καθεστὼς τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ ἡ ἔννοια τῶν «Ἁγιορειτικῶν Καθεστώτων» (2017), αυτό που ισχύει είναι ότι:

τὸ ἐν λόγῳ «καθεστώς» ἀναγνωρίστηκε, συγκροτήθηκε καὶ κατέστη νομικὴ ὀντότητα καὶ ὑποκείμενο δικαίου ἀπὸ τὴ διεθνῆ κοινότητα μὲ διεθνεῖς συνθῆκες καὶ ὑφίσταται νομικὰ ἰσχυρὸ μὲ βάση τὸ διεθνὲς δίκαιο. Σκοπὸς τῆς διεθνοῦς νομικῆς ἀναγνώρισης, σύστασης καὶ συγκρότησης τοῦ εἰδικοῦ αὐτοῦ καθεστῶτος ἦταν καὶ εἶναι ἡ προστασία του ἀπὸ κάθε ἀπειλὴ καὶ προσβολὴ καταστροφῆς, κατάλυσης καὶ ἀλλοίωσής του, ὥστε νὰ παραμένει διαχρονικὰ ζωντανό22

Προκειμένου πάντως να δοθεί πλήρης εικόνα του πόσο σύνθετο είναι το πρόβλημα, και του πώς έχει αντιμετωπισθεί από τους χαράσσοντες πολιτική από πλευράς ΕΚ, θα πρέπει να επιστρέψουμε στο παράθεμα της Εισαγωγής, από τον Κ. Τσάτσο, που –φαινομενικά– διαφοροποιείται από τις λοιπές τοποθετήσεις που παρουσιάσθηκαν ανωτέρω, περί δοτού αυτοδιοικήτου. Βλέπουμε δηλαδή, να παραδέχεται ότι όντως το ΕΚ περιορίζεται από τις διεθνείς συνθήκες που έχει υπογράψει, και δεν έχει παραχωρήσει απολύτως τίποτε στο ΑΟ, απλώς έχει αναγνωρίσει. Πρόκειται για μιας μορφής άμυνα, όταν το διακύβευμα δεν είναι η απ’ ευθείας σχέση ΕΚ και ΑΟ που, όπως ήδη δείχθηκε, διαμορφώνεται από τις ΚΔ, αλλά και από τις προσωπικές σχέσεις θεσμικών παραγόντων μεταξύ των δύο, που δύνανται σε προσωπικό (και όχι θεσμικό) επίπεδο να αποσιωπούν ή να βρίσκουν πλάγιους τρόπους προς υπέρβαση προβλημάτων. Δηλώσεις τύπου Τσάτσου ή κάποιων λιγοστών ομοίων τους, έχουν όντως γίνει, πλην όμως αναφέρονται στο διακύβευμα της συνταγματικότητας και της συμμόρφωσης του ΕΚ προς το Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο (στην περίπτωσή μας, στη Συνθήκη της Λωζάνης), που είναι πολιτικό επίπεδο τέτοιο, όπου δεν επιτρέπονται “ελιγμοί” τύπου ΚΔ κλπ. Μην ξεχνούμε ότι η συζήτηση που ακούσθηκε η εν λόγω δήλωση, ήταν για την αναθεώρηση του Συντάγματος…

Ειδικότερα περί της Πολιτικής Διοικήσεως του ΑΟ

Γιατί ελέχθησαν τα ανωτέρω; Για να καταδειχθεί ότι οι κατά την τρέχουσα περίοδο έκθεσμες ενέργειες του ΠΔ (που θα περιγραφούν στο επόμενο και τελευταίο άρθρο), δεν αποτελούν μεμονωμένο γεγονός, αλλά συνέχεια και κλιμάκωση των παλαιότερων υπερβάσεων του Αγιορειτικού Αυτοδιοικήτου από πλευράς ΕΚ. Ας περάσουμε όμως και στα ειδικά προβλήματα που σχετίζονται με τον θεσμό του ΠΔ του ΑΟ.

Κατ’ αρχάς, όπως και για πολλά άλλα ζητήματα που άπτονται των σχέσεων ΕΚ–ΑΟ, ομοίως πλατιά διαδεδομένη είναι η παρανόηση ότι ο ΠΔ ενεργεί δι’ άπασες τις πολιτικές υποθέσεις εν ΑΟ, πλην όμως, κάτι τέτοιο περιλαμβάνετο στους Γενικούς Κανονισμούς του 1921 (αρθ. 8), κατόπιν όμως αυτό καταργήθηκε στο ΝΔ του 1926.23

Όπως μάλιστα ρητώς διετύπωσε η αρμόδια Ιεροκοινοτική Επιτροπή, απαρτιζομένη από 4 Ηγουμένους, το 1992 (στο πρώτο από τα δύο κείμενα της ΙΚ που αναφέραμε στην Εισαγωγή),

Εἶναι δέ γνωστόν, ὅτι ὁ Πολιτικός Διοικητής Ἁγίου Ὄρους καί ὁ Ὑπουργός Ἐξωτερικῶν δέν δύνανται νά ἐκδώσουν ὑποχρεωτικάς ἀποφάσεις διά τήν Ἱεράν Κοινότητα24

Το δε 1994, αναλύοντας τη γνωμάτευση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (ΝΣΚ) του 1992, στην οποία είχε ήδη απαντήσει η ΙΚ με τα δύο κείμενά της, ο καθ. Τ. Φιλιππίδης κατήγγειλε την

καινοφανῆ καί συγχρόνως περίεργον θεωρίαν καί δή ἐν Ὀλομελείᾳ, ὅταν ἰσχυρίζεται ὅτι τό Ἑλληνικόν Κράτος διά τῶν ἀποστελλομένων εἰς τό Ἅγιον Ὄρος δημοσίων λειτουργῶν καί ὑπαλλήλων ἀσκεῖ τήν κυριαρχίαν του εἰς τήν ἐν λόγῳ περιοχήν.25

και συνέχιζε διευκρινίζοντας:

Ἐπί τοῦ Ἁγίου Ὅρους ἀσκοῦνται «Κρατικαί Ἐξουσίαι», αἱ ὁποῖαι μάλιστα ὁρίζονται ὑπό τοῦ Συντάγματος (ἄρθρον 105, παρ. 4 καί 5) καὶ δή περιοριστικῶς. Αἱ ἐξουσίαι αὗται συνίστανται: α) εἰς τήν ἐποπτείαν τῆς ἀκριβοῦς τηρήσεως τῶν ἁγιορειτικῶν καθεστώτων καί β) εἰς τήν διαφύλαξιν τῆς δημοσίας τάξεως καί ἀσφαλείας. Ἀσκοῦνται δέ αἱ ἐν λόγῳ ἐξουσίαι τοῦ Κράτους διά τοῦ Διοικητοῦ26

Εδώ, τα περί δημοσίας τάξεως και ασφαλείας, εννοούνται ως τα αφορώντα το κοινό ποινικό δίκαιο ή τις απόπειρες κατάλυσης του Αγιορειτικού Καθεστώτος και της συνταγματικής τάξης (δηλαδή του πλαισίου ισχύος του άρθρου 105), καθώς κι αυτές της κατάλυσης της εθνικής κυριαρχίας.

Επίσης, περί του αυτού ζητήματος της δημοσίας τάξεως και ασφαλείας, ο καθ. Χ. Παπαστάθης (επ’ αφορμή τη γνωμάτευση του ΝΣΚ το 1992), έγραφε το 1994:

Ἴσως προβληθεῖ, ἀκόμη, ὁ ἰσχυρισμός ὅτι τό Κράτος, «εἰς τό ὁποῖον ἀνήκει ἀποκλειστικῶς καί ἡ διαφύλαξις τῆς δημοσίας τάξεως καί ἀσφαλείας» (Σύνταγμα 105, παρ. 4), μπορεῖ νά λαμβάνει τά κατά τή δική του ἐκτίμηση κατάλληλα μέτρα γιά τήν εἴσοδο προσκυνητῶν. Οἱ διατυπώσεις, ὅμως, αὐτές (παρ. 2) σέ κανένα νομοθετικό κείμενο δέν ἑδράζονται ἤ κατ’ ἐξουσιοδότηση τοῦ ὁποίου θεσπίζονται.27

Είναι ηλίου φαεινότερο ότι αυτά που εγράφησαν τότε ισχύουν και για τις σημερινές συνθήκες, καθώς τα “έκτακτα” μέτρα που ελήφθησαν υπό του ΠΔ Μαρτίνου για το ΑΟ, δια της επιβολής των κυβερνητικών περιοριστικών διατάξεων και εντός ΑΟ, βασίζονται –ανάμεσα στα άλλα– και στην Κυβερνητική επίκληση της δημοσίας τάξεως και ασφαλείας. Επομένως, ουδέν μέτρο νομιμοποιείται να λαμβάνεται ἐπί τῇ ἐπικλήσει –δήθεν– της τάξεως και της ασφαλείας στο ΑΟ.

Συνεχίζοντας δε, επρόσθεσε ότι:

Ἄλλωστε, διάταξη πού θά ἐπέβαλλε τήν μέ ὁποιονδήποτε τρόπο ἤ γιά ὁποιονδήποτε λόγο ἄδεια ἤ ἔγκριση ἄλλης ἀρχῆς γιά τήν πρόσληψη δοκίμου ἤ μοναχοῦ, θά φαλκίδευε τό ἀρχαῖο προνομιακό καθεστώς καί τήν ἁγιορειτική δικαιοταξία, θά μετέβαλλε τούς φορεῖς ἐποπτείας σέ φορεῖς διοικήσεως28

Εν τέλει, κατέληγε στο αυτονόητο συμπέρασμα, ως προς το αυτοδιοίκητο:

Πειραιτέρω, ὅμως, θά παραβίαζε τήν ἀπό τὸ Σύνταγμα 105 τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας καί τό Διεθνές Δίκαιο κατοχυρουμένη αὐτοδιοίκηση, ἐπειδή ἔτσι ἡ ἐν λόγω, ἑκτός αὐτοδιοικήτου καθεστῶτος, ἀρχή θά ἤλεγχε τά πρόσωπα πού ἀσκοῦν αὐτήν τήν αὐτοδιοίκηση (δηλαδή την ΙΚ).29

Η σημασία των δύο ανωτέρω διαπιστώσεων του καθηγητή είναι τεράστιας σημασίας, και αντηχεί και σήμερα –ίσως πολύ περισσότερο από τότε– ως αφυπνιστικός κώδων κινδύνου, καθώς πλέον δεν αποτελεί μια απευκταία προοπτική, αλλά την ήδη εφαρμοζόμενη πρακτική! Ενδεικτικά, σε ανάρτηση του ιστοχώρου εκκλησιαστικού περιεχομένου “Ρομφαία” σχετική με την έναρξη των εμβολιασμών στο ΑΟ, υπό τον τίτλο Εμβολιάστηκαν οι πρώτοι μοναχοί στο ΑΟ, όπου διαφαίνεται ότι έχει συνταχθεί (καθώς απηχεί πλέρια τις εκπεφρασμένες απόψεις τους) και με τη συνεργασία των εμφανιζομένων μοναχών στις σχετικές συνοδευτικές φωτογραφίες (μέλη της νέας Ι.Μ. Εσφιγμένου), αποτυπώνεται η νέα πραγματικότητα στην τελευταία φράση του κειμένου όπου επί λέξει αναφέρεται:

Η ΙΚ βρίσκεται σε αγαστή συνεργασία με την Πολιτική Διοίκηση και κάθε απόφαση της επικυρώνεται από τον ΠΔ, Αθανάσιο Μαρτίνο(!)30

Το περιεχόμενο, το ύφος, κυρίως όμως η συγκεκριμένη πρόταση κάνει περισσότερο από σαφές ότι η εν λόγω ανάρτηση αποτελεί –έμμεση– απάντηση του πρώτου μας άρθρου για τον ΠΔ Μαρτίνο….

Πάντως –δίκην υποσημειώσεως– ας υπενθυμιστεί ότι τη διαφύλαξη της δημοσίας τάξεως και ασφαλείας που έχει αναλάβει εν Αγίω Όρει η Ελληνική Αστυνομία, αρχικά (έως και το 1912) την ασκούσε –πρεπόντως, και συμφώνως προς τα εσωτερικά αγιορειτικά θέσμια αυτοδιοικήσεως– το, υπό την εντολή της ΙΚ και της ΙΕ, ένοπλο σώμα των σερδάρηδων. Η ΙΚ τον Αύγουστο του 1933 συνέταξε μάλιστα ΚΔ, υπό τον τίτλο Περί Ὀργανισμοῦ τοῦ Ἁγιορειτικοῦ Ἀστυνομικοῦ Σώματος σε 12 άρθρα, όπου αποφάσιζε την επανίδρυση του σερδαρικού σώματος, προς αποκατάσταση της πληρότητας της εξουσίας της.31 Πλην όμως, το ΕΚ (εν μέσω πραξικοπημάτων, εθνικού διχασμού και εν γένει πολιτικής ανωμαλίας) –παρανόμως– δεν επικύρωσε την ΚΔ, αφήνοντας μόνη ένοπλη δύναμη διαφύλαξης της τάξης την Ελλ. Αστυνομία, αποδεικνύοντας την πάγια καχυποψία του έναντι του ΑΟ. Εδώ δεν μπορεί παρά να τεθεί και το ρητορικό ερώτημα: άραγε οι παλαιοί Πατέρες του 1933 δεν διέθεταν αρκετό “εθνικό αίσθημα”, ώστε να αμφισβητούν τις μονοσήμαντα ληφθείσες βουλές του ΕΚ;

Κλείνοντας, μια τελευταία παράμετρος, που δείχνουν οι κρατούντες να θέλουν να αγνοούν, έχει να κάνει με τη νομότυπη διαδικασία εισόδου του πολιτικού διοικητικού προσωπικού εν Αγίω Όρει, που δείχνει την ιδιαιτερότητα του ΑΟ ως ετερόνομου διοικητικού καθεστώτος, που ως συνέπεια τούτου, καθιστά σαφή την ισχύουσα συνταγματική τάξη. Σημειώνει λοιπόν ο καθ. Τ. Φιλιππίδης ότι:

εἶναι αὐτονόητον ὅτι οἱ ἀποστελλόμενοι εἰς τό Ἅγιον Ὄρος δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἐάν τυχόν δέν ἐμφανισθοῦν ἐνώπιον τῆς Ἱερᾶς Ἐπιστασίας διά νά λάβουν τήν ἄδειαν παραμονῆς, παραβιάζουν τόν ἰσχύοντα νόμον.32

Επιπρόσθετα, παρέθετε και την άποψη του Αντιπροέδρου του Συμβουλίου Επικρατείας (το 1994), Αναστάσιου Μαρίνου, ο οποίος μεταξύ των άλλων, κατέληγε ότι:

κανένα ἀντικείμενο δέν μπορεῖ νά εἰσαχθεῖ καί κανένα πρόσωπο δέν μπορεῖ νά εἰσέλθει καί νά κυκλοφορήσει στό Ἁγιον Ὄρος χωρίς τή συγκατάθεση τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος33

Πώς είναι δυνατόν λοιπόν, οι “φορείς εξουσίας”, κατά το ΕΚ και κάποιους –λίγους– εντός ΙΚ, να οφείλουν να λαμβάνουν κατά το νόμο άδεια εισόδου (διαμονητήριο);

Καταλήγοντας, νομίζουμε ότι έχει σαφηνιστεί το πρόβλημα που δημιουργείται, τόσο τότε (1992) με τη γνωμάτευση του ΝΣΚ, όσο και σήμερα με την σιωπηλή υφαρπαγή εκ μέρους του ΕΚ αρμοδιοτήτων της ΙΚ (έστω και αν αυτή –αντικανονικώς– δεν αντιδρά), αποδίδοντάς τα στον ΠΔ. Συμπερασματικά, αφήνουμε τον καθ. Τ. Φιλιππίδη να μας διασαφήσει το ποια κατεύθυνση παίρνουν πλέον τα πράγματα για το ΑΟ, εάν ισχύσουν αποφάσεις και ενέργειες που de facto αντίκεινται στο Αυτοδιοίκητο Αγιορειτικό Καθεστώς:

Ἐκ τῆς Γνωμοδοτήσεως τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου τοῦ Κράτους διαφαίνεται ἡ τάσις αὐτοῦ, ὅπως, διά τῆς μεθόδου τῆς ἑρμηνείας καί τῆς ἀναλογικῆς ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων, θεσπίσῃ νέους κανόνας δικαίου εἰς τροποποίησιν ἤ ἀντικατάστασιν τῶν ἤδη παλαιόθεν ἰσχυουσῶν διατάξεων.34

Επίλογος

Όσα ήδη αναφέρθηκαν αποτελούν ένα απλό σκιαγράφημα του σύνθετου χαρακτήρα των προβληματικών σχέσεων ΕΚ–ΑΟ. Η ανάλυση π.χ. επίμαχων Κανονιστικών Διατάξεων, του ΚΕΔΑΚ, της ύπαρξης και λειτουργίας κρατικού τελωνείου στο λιμάνι της Δάφνης, της Αθωνιάδος Σχολής κλπ., δύναται να αποκαλύψει το –μέσω αυτών– εύρος των αρμοδιοτήτων που έχει αναλάβει το ΕΚ, υποσκελίζοντας την πλήρη εξουσία της ΙΚ και συνεπώς τον χαρακτήρα του Αυτοδιοικήτου.

Τέλος, παρ’ ότι ήδη έχουν κινηθεί “νήματα” εντός και εκτός Αγίου Όρους, σύν Θεῷ, στο επόμενο (και τελευταίο) άρθρο θα αναφερθούμε αναλυτικά στο καθαυτό περιεχόμενο των εκθέσμων και παρανόμων Εγκυκλίων του Πολιτικού Διοικητή μεγαλοεφοπλιστή Θ. Μαρτίνου και του αντικανονικώς υπάρχοντος “Αναπληρωτή Πολιτικού Διοικητή” Α. Κασμίρογλου.

Γέρων Παΐσιος Μοναχός Καρεώτης

Επιφάνιος Μοναχός Καψαλιώτης


Νικόπουλος (2017) σ.217

Εδώ όμως να σημειωθεί, ότι στο β΄ κείμενο, δηλαδή στην Εισηγητική Έκθεση της Ιεροκοινοτικής Επιτροπής, στη σ.52 παρεισφρύει τοποθέτηση, βάσει της οποίας δύναται εμμέσως να στηριχθεί η περί απολύτου κυριαρχίας θεωρία του ΕΚ εν Αγίω Όρει. Κατά τα άλλα όμως, λόγω του τρόπου που χειρίζεται συνολικά τα ζητήματα η Επιτροπή, σε πλήρη συμφωνία με τον ΚΧΑΟ και το αρχαία προνόμια του ΑΟ, αυτό που προκύπτει –ένεκα της εσωτερικής λογικής των επιχειρημάτων του κειμένου– είναι ότι το επίμαχο σημείο μάλλον αποτελεί μη–αγιορειτική νομική υπόδειξη, που καλῇ τῇ πίστει έγινε δεκτή.

Νικολακάκη (2018) σ.19

ό.π.

5 Νικολακάκη (2018) ό.π.

βλ. απόσπασμα εκ των πρακτικών συνεδριάσεως της Β΄ Υποεπιτροπής, παρά Νικόπουλος (2017) σσ.210-211 και 213

Νικολακάκη (2018) σ.20

Νικολακάκη (2018) σ.20

9 Νικολακάκη (2018) σ.19

10 ό.π.

11 Πριν δηλαδή τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

12 Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους (1996) σ.137

13 Π. Παναγιωτάκου, «Ἡ ὀργάνωσις τοῦ μοναχικοῦ πολιτεύματος ἐν Ἁγίῳ Ὄρει», Ἀρχεῖον Ἐκκλησιαστικοῦ καὶ Κανονικοῦ Δικαίου, τ.Δ ́ (1949), σ.105 παρά Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους (1996) σ.94

14 Παπαδάτος (1965) σ.11

15 Θέμις, τ. ΜΗ ́ (1937), σ.65 παρά Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους (1996) σ.94

16 Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους (1996) σ.94

17 Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους (1996) σ.93

18 Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους (1996) σ.94

19 Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους (1996) σ.100

20 Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους (1996) υποσ.2 σ.69

21 Διετέλεσε Βουλευτής και Νομικός Σύμβουλος της ΙΚ.

22 Νικόπουλος (2017) σ.13

23 πρβλ. Ἀρχ. Εὐδόκιμος Καρακουλάκης (2007) σ.288 υποσ.860

24 Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους (1996) σ.33

25 Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους (1996) σ.83

26 Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους (1996) ό.π.

27 Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους (1996) σ.101

28 Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους (1996) σ.106

29 Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους (1996) ό.π.

30 https://www.romfea.gr/epikairotita-xronika/42490-emvoliastikan-oi-protoi-monaxoi-sto-agion-oros

31 Νικολακάκη (2018) σσ.343-5

32 Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους (1996) σ.84

33 Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους (1996) σ.79

34 Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους (1996) σ.86


Βιβλιογραφία

Ἀρχ. Εὐδόκιμος Καρακουλάκης. 2007. Διοίκηση καί Ὀργάνωση τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἱερά Μονή Κουτλουμουσίου.

Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους. 1996. Τό Καθεστώς τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἀθωνική Νομοκανονική Βιβλιοθήκη 1. Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους.

Νικολακάκη, Δ. 2018. Αἱ Κανονιστικαῖ Διατάξεις τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἱερά Κοινότης Ἁγίου Ὄρους Ἄθω.

Νικόπουλος, Ἀ. 2017. Τό Εἰδικό Καθεστώς τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί ἡ Συνταγματική ἔννοια τῶν «Ἁγιορειτικῶν Καθεστώτων». τ. 35. Νομοκανονική Βιβλιοθήκη. Ἐπέκταση.

Παπαδάτος, Σ. Ι. 1965. Ἡ Πολιτειακή Θέσις τοῦ Ἁγίου Ὄρους.

Λόγος εἰς τὸν Εὐαγγελισμὸν τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου (Ἀγίου Ἀνδρέου Ἀρχιεπισκόπου Κρῆτης)

Λόγος εἰς τὸν Εὐαγγελισμὸν

Λόγος εἰς τὸν Εὐαγγελισμὸν τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου (Ἀγίου Ἀνδρέου Ἀρχιεπισκόπου Κρῆτης)

 

Ἡ Χαρὰ τῶν Χριστιανῶν

Ἔφθασε σήμερα ἡ χαρὰ ὅλων τῶν ἀνθρώπων καὶ καταργεῖ τὴν πρώτη κατάρα. Ἔφθασε Αὐτὸς ποὺ εὑρίσκεται παντοῦ, γιὰ νὰ τὰ γεμίσῃ ὅλα μὲ χαρά. Πῶς ἦλθε ὅμως; Χωρὶς νὰ περιβάλλεται ἀπὸ δορυφόρους, χωρὶς νὰ σύρῃ πίσω του τὶς στρατιὲς τῶν ἀγγέλων, δίχως μεγαλοπρεπῆ προσέλευσι, ἀλλὰ ἥσυχα καὶ ἤρεμα. Καὶ τὸ ἔκανε αὐτό, γιὰ νὰ διαφύγῃ τὴν προσοχὴ τοῦ ἄρχοντος τοῦ σκότους, γιὰ νὰ παγιδεύσῃ μὲ τὸ σοφὸ αὐτὸ τέχνασμα τὸν ὄφι, νὰ ἐξαπατήσῃ τὸν δράκοντα, τὸν Ἀσσύριο ποὺ ἔθεσε ὑπὸ τὴν ἐξουσία του ὅλη τὴν ἀνθρώπινη εὐγένεια, καὶ ἔτσι τελικὰ νὰ ἁρπάξῃ τὸ λάφυρο. Διότι δὲν ἀνέχθηκε ἡ ἄπειρη εὐσπλαγχνία Του νὰ ὑποστῇ καταστροφὴ αὐτὸ τὸ τόσο σπουδαῖο ἔργο, ὁ ἄνθρωπος, γιὰ χάρι τοῦ ὁποίου Ἐκεῖνος ἔστησε τοὺς οὐρανοὺς σὰν καμάρα, στερέωσε τὴν γῆ, σκόρπισε τὸν ἀέρα, ἅπλωσε τὴν θάλασσα καὶ κατεσκεύασε ὁλόκληρη τὴν ὁρατὴ κτίσι. Γι᾿ αὐτὸ ὁ Θεὸς κατέβηκε στὴν γῆ, βγῆκε ἔξω ἀπὸ τὸν οὐρανό, ἦλθε ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους, κυοφορήθηκε ἀπὸ Παρθένο, αὐτὸς ποὺ δὲν τὸν χωρεῖ ὁλόκληρο τὸ σύμπαν.

Λοιπὸν ἂς ἀγάλλωνται τὰ σύμπαντα σήμερα, καὶ ἡ φύσις ἂς σκιρτᾷ. Διότι ἀνοίγεται ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ ὑποδέχεται κρυφὰ τὸν Βασιλέα τοῦ παντός. Ἡ Ναζαρὲτ μιμεῖται τὴν Ἐδὲμ καὶ δέχεται στοὺς κόλπους τῆς τὸν φυτουργὸ τῆς Ἐδέμ. Ὁ Πατὴρ τῶν οἰκτιρμῶν μόνος του μνηστεύεται τὴν ἀνθρώπινη εὐτέλεια διὰ μέσου του μόνου γεννηθέντος ἀπὸ αὐτόν. Καὶ ὁ Γαβριὴλ ὑπηρετεῖ τὸ μυστήριο καὶ προσφωνεῖ ἥσυχα τὴν Παρθένο μὲ τὸ Χαῖρε, γιὰ νὰ διασῴση ἡ θυγάτηρ τοῦ Ἀδάμ, ποὺ ἀνέτειλε ἀπὸ τὸν Δαβίδ, τὴν χαρὰ ποὺ ἔχασε ἡ προμήτωρ. Σήμερα ὁ Πατὴρ τῆς δόξης εὐσπλαχνίσθηκε τὸ ἀνθρώπινο γένος καὶ κοίταξε μὲ συμπάθεια τὴν φύσι ποὺ ἐφθάρη ἀπὸ τὸν Ἀδάμ. Σήμερα ὁ χορηγὸς τῆς εὐσπλαγχνίας φανερώνει τὴν ἄβυσσο τῶν παναγάθων σπλάγχνων του καὶ διοχετεύει στὴν κτίσι τὸ ἔλεός Του, ποὺ εἶναι ἄφθονο σὰν τὸ νερὸ ποὺ καλύπτει τὶς θάλασσες.

Αὐτὸ εἶναι τὸ γεγονὸς ποὺ πανηγυρίζουμε τώρα. Καὶ αὐτὴν τὴν παραγγελία δέχεται ὁ Γαβριὴλ καὶ μεσιτεύει ἀνάμεσα στὴν θεότητα καὶ τὴν ἀνθρωπότητα, καὶ πρῶτος εὐαγγελίζεται στὴν Παρθένο τὶς ἐγγυήσεις τῆς ὁλοκληρωτικῆς συνδιαλλαγῆς. Διότι ὁ Πατὴρ τῶν οἰκτιρμῶν συμπόνεσε τὸ γένος μας ποὺ εἶχε ἤδη καταφθαρῆ ἀπὸ τὸ ὀλίσθημα τῆς ἁμαρτίας καὶ ἐνθυμήθηκε τὸ ἔργο τῶν χειρῶν του. Καὶ ἐπειδὴ δὲν ὑπέφερε νὰ μᾶς βλέπῃ νὰ χανώμαστε ἕως τέλους, κατὰ πρῶτον ἔδωσε στὰ χέρια τοῦ Μωϋσέως τὸν νόμο, ποὺ ἦταν γραμμένος σὲ λίθινες πλάκες. Καθὼς ὅμως ὁ νόμος δὲν εἶχε κανένα ἀποτέλεσμα,[1] ἀπέστειλε πνευματοφόρους ἄνδρες, ἐννοῶ τοὺς διορατικοὺς προφῆτες, οἱ ὁποῖοι ἔδειχναν ὅλες τὶς εὐθεῖες ὁδοὺς τοῦ Θεοῦ. Παρ᾿ ὅλο δὲ ποὺ ἔκλεισαν τὶς αἰσθήσεις τους αὐτοὶ πρὸς τοὺς ὁποίους ἀπεστάλησαν καὶ δὲν βελτιώθηκαν καθόλου, ὡστόσο οὔτε τότε παρέβλεψε ὁ Πλάστης τὸ πλάσμα μας, ἀλλὰ ἐξαπέστειλε σὲ μᾶς τοὺς ἀναξίους, εἰς οὓς τὰ τέλη τῶν αἰώνων κατήντησε,[2] τὸν ὁμόθρονο καὶ ἰσοσθενὴ καὶ ἰσάγαθο Υἱό του, ὁ ὁποῖος προῆλθε ἀπὸ τοὺς ὑπεραγάθους καὶ παναμώμους κόλπους του. Διότι ἔκρινε πὼς πρέπει μᾶλλον νὰ ἐργασθῇ γιὰ τὴν σωτηρία αὐτῶν ποὺ ἔχουν ναυαγήσει, παρὰ νὰ παραβλέψῃ αὐτὸ τὸ τόσο σπουδαῖο πλάσμα ποὺ ἔφτιαξε.

Ἀφοῦ λοιπὸν ὥρισε σὲ κάποιον ἀπὸ τοὺς πρώτους του ἀγγέλους νὰ διακονήσῃ στὸ μυστήριο, νομίζω ὅτι αὐτὰ τοῦ παρήγγειλε μὲ τὸ νεῦμα τῆς οἰκείας του μεγαλειότητος: «Ἐμπρὸς λοιπόν, Γαβριήλ, πήγαινε στὴ Ναζαρέτ, τὴν πόλι τῆς Γαλιλαίας, στὴν ὁποία κατοικεῖ κόρη Παρθένος μνηστευμένη μὲ ἄνδρα ποὺ ὀνομάζεται Ἰωσήφ. Τὸ ὄνομα τῆς Παρθένου εἶναι Μαρία». Λέγει, στὴ Ναζαρέτ. Γιὰ ποιὸ λόγο; Γιὰ νὰ συλλέξη ὁ Παντοκράτωρ τὸ θεοχαρίτωτο κάλλος τῆς παρθενίας, ὅπως ἀκριβῶς τὸ τριαντάφυλλο, ἀπὸ ἀκανθωτὴ χώρα· καὶ γιὰ τὴν προφητεία, ὅτι Ναζωραῖος κληθήσεται.[3] Ποιός; Αὐτὸς ποὺ ἀνακηρύσσεται κατόπιν ἀπὸ τὸν Ναθαναὴλ Υἱὸς Θεοῦ καὶ Βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ.[4] Εἶναι βέβαια συνήθεια ὁ Γαβριὴλ νὰ διακονῇ στὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ, ὅπως τὸ εἴδαμε στὴν περίπτωσι τοῦ Δανιήλ.[5] «Πήγαινε λοιπὸν στὴν πόλι τῆς Γαλιλαίας Ναζαρέτ, καὶ σὰν φθάσῃς σ᾿ αὐτήν, σπεῦσε πρῶτα νὰ ἀνακοινώσῃς στὴν Παρθένο αὐτὸ τὸ χαρμόσυνο μήνυμα τῆς χαρᾶς, τὸ ὁποῖο εἶχε χάσει προηγουμένως ἡ Εὔα. Καὶ πρόσεξε μὴν τῆς ταράξῃς τὴν ψυχή· διότι τὸ μήνυμα εἶναι χαρᾶς, ὄχι καταστροφῆς. ὁ ἀσπασμὸς εἶναι εὐφροσύνης καὶ ὄχι ἀθυμίας. Γιατί ποιὰ χαρὰ ἦταν ἢ θὰ εἶναι μεγαλύτερη γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος, ἀπὸ τὸ νὰ γίνῃ συμμέτοχος τῆς θείας φύσεως, καί, μὲ τὴν πρὸς Αὐτὸν ἄμεση ἐπαφή, νὰ ἑνωθῆ καὶ νὰ γίνῃ ἕνα μὲ Αὐτὸν καθ᾿ ὑπόστασιν; Ποιὸ πρᾶγμα εἶναι πιὸ θαυμαστό, ἀπὸ τὸ νὰ βλέπῃς τὴν συγκατάβασι τοῦ Θεοῦ, ποὺ φθάνει μέχρι καὶ τὴν κυοφορία μέσα στὴν μήτρα μιᾶς γυναίκας; Ὤ, τί παράδοξα πράγματα! Ὁ Θεὸς μέσα στὰ μόρια μιᾶς γυναίκας, ὁ τὸν οὐρανὸν θρόνον ἔχων, καὶ ὑποπόδιον τὴν γῆν.[6] Ὁ Θεὸς νὰ εὑρίσκεται μέσα στὴν κοιλιὰ μιᾶς γυναίκας, αὐτὸς ποὺ εἶναι ὑπερουράνιος καὶ συνθρόνος τῆς πατρικῆς ἀϊδιότητος. Καὶ ποιὸ πρᾶγμα εἶναι πιὸ παράδοξο ἀπὸ αὐτό, ἀπὸ τὸ νὰ παρουσιάζεται δηλαδὴ ὁ Θεὸς ἀνθρωπόμορφος, χωρὶς νὰ ἐξέρχεται ἀπὸ τὴν θεότητά του; Καὶ ἀπὸ τὸ νὰ βλέπουμε τὴν ἀνθρώπινη φύσι νὰ εἶναι ὁλόκληρη συνενωμένη μὲ τὸν Πλάστη της, γιὰ νὰ θεωθῇ ὁλόκληρος ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔπεσε πρῶτος στὴν ἁμαρτία;

Τί ἔκανε λοιπὸν ὁ Γαβριήλ; Ὅταν τὰ ἄκουσε αὐτὰ καὶ κατάλαβε πὼς ἡ διαταγὴ εἶναι βέβαια ἐπικυρωμένη μὲ θεϊκὴ ἀπόφασι, ἀλλὰ ξεπερνᾷ τὴν δύναμί του, ἔμεινε μετέωρος ἀνάμεσα στὸν φόβο καὶ τὴν χαρὰ καὶ τοῦ ἦταν φανερὸ πὼς δὲν πρέπει νὰ ξεθαρρεύῃ· ἀλλὰ ἐπίσης δὲν ἔκρινε καὶ ἀσφαλὲς τὸ νὰ ἀντιλέγῃ. Ἀκολουθώντας λοιπὸν τὸ θεϊκὸ πρόσταγμα, πέταξε κάτω πρὸς τὴν Παρθένο καὶ φθάνοντας στὴ Ναζαρέτ, στάθηκε στὸ δωμάτιο. Ἔπειτα ἔμεινε σκεπτικὸς καὶ βασανιζόταν ἀπὸ διαφόρους λογισμούς, σὰν νὰ βρισκόταν σὲ ἀμηχανία. καὶ νομίζω πῶς αὐτὰ ἀναλογιζόταν: «Ἀπὸ ποῦ ν᾿ ἀρχίσω νὰ ἐκτελῶ τὴν ἀπόφασι τοῦ Θεοῦ; Νὰ εἰσέλθω βιαστικὰ στὸν θάλαμο; Ἀλλὰ τότε θὰ ταράξω τὴν ψυχὴ τῆς Παρθένου. Νὰ προχωρήσω πιὸ ἀργά; Ἀλλὰ ἡ κόρη θὰ νομίσῃ πὼς μπῆκα αὐθαίρετα. Νὰ χτυπήσω τὴν πόρτα; Ἀλλὰ πῶς; Δὲν εἶναι χαρακτηριστικὸ τῶν ἀγγέλων αὐτό, οὔτε κάτι ἀπὸ τὰ αἰσθητὰ μπορεῖ νὰ ἐμποδίσῃ τὸ ἀσώματο. Νὰ ἀνοίξω πρῶτα τὴν πύλη; Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη αὐτὴ εἶναι κλειστή, ἐγὼ μπορῶ νὰ εἰσέλθω. Νὰ τὴν καλέσω μὲ τὸ ὄνομά της; Ἀλλὰ θὰ τρομάξω τὴν κόρη. Αὐτὸ λοιπὸν θὰ κάνω. Θὰ ἐνεργήσω ἀνάλογα μὲ τὴν ἐπιθυμία Αὐτοῦ ποὺ μ᾿ ἔστειλε. διότι ἔχει σκοπὸ νὰ σώσῃ τὸ ἀνθρώπινο γένος. Καὶ ἡ ἐπιθυμία Του βέβαια ἂν καὶ εἶναι κάπως παράδοξη, εἶναι ὅμως γεμάτη εὐσπλαγχνία καὶ σύμβολο καταλλαγῆς. Πῶς ἄραγε νὰ πλησιάσω τὴν Παρθένο; Γιὰ ποιὸ πρᾶγμα νὰ τῆς μιλήσω πρῶτα; Γιὰ τὸ χαρμόσυνο μήνυμα ἢ γιὰ τὴν ἐνοίκησι τοῦ Κυρίου μου; Γιὰ τὴν ἐπέλευσι τοῦ Πνεύματος ἢ γιὰ τὴν ἐπισκίασι τοῦ Ὑψίστου; Θὰ χαιρετήσω λοιπὸν τὴν Παρθένο, θὰ τῆς ἀνακοινώσω τὸ θαῦμα, θὰ τὴν πλησιάσω, θὰ τῆς ἀπευθύνω τὸν χαιρετισμὸ καὶ θὰ τῆς προσφωνήσω ἤρεμα τὸ Χαῖρε. Αὐτὸ θὰ μὲ βοηθήσῃ νὰ τῆς μιλήσω μὲ παρρησία. Ἂς προπορευθῇ, ὡς ἐγγύησις γιὰ τὴν συνομιλία μου μὲ αὐτήν, τὸ Χαῖρε. Διότι αὐτὸ καὶ μόνο τὸ ἄκουσμα τοῦ Χαῖρε, ἐπειδὴ δὲν θὰ προξενήσῃ κανένα φόβο στὴν κόρη, θὰ ἐξομαλύνῃ ἀπὸ πρὶν τὴν κατάστασι τῆς ψυχῆς της. Ἀπὸ τὴν χαρὰ λοιπὸν θ᾿ ἀρχίσω νὰ τῆς ἀναγγέλλω τὰ μηνύματα τῆς χαρᾶς. Διότι ἔτσι ἁρμόζει στὴν βασίλισσα, μὲ χαρμόσυνα μηνύματα νὰ τὴν χαιρετοῦμε. Διότι ὁ τρόπος εἶναι χαροποιός, ὁ καιρὸς εὐφρόσυνος, τὸ παράγγελμα χαρμόσυνο, τὸ βούλευμα σωτήριο καὶ προοίμιο ἀκατάληπτης χαρᾶς.

Αὐτὰ λοιπὸν ἀφοῦ ἀποφάσισε ὁ ἀρχάγγελος, πορεύθηκε στὴν παστάδα καὶ πλησίασε τὸν θάλαμο μέσα στὸν ὁποῖο κατοικοῦσε ἡ Παρθένος. Προσήγγισε ἥσυχα στὴν θύρα καί, ἀφοῦ εἰσῆλθε, προσεφώνησε τὴν Παρθένο μὲ ἤρεμη φωνή: Χαῖρε, κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ.[7] Αὐτὸς ποὺ ὑπάρχει πρὶν ἀπὸ σένα, σήμερα γίνεται μαζὶ μὲ σένα, καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο θὰ προέλθῃ ἀπὸ σένα· τότε ἀϊδίως, τώρα χρονικῶς. Πώ, πώ, τί ἀμέτρητη φιλανθρωπία! Πόσο μεγάλη ἀγαθοσύνη! Δὲν ἀρκέσθηκε στὸ μήνυμα τῆς χαρᾶς, ἀλλὰ ὠνόμασε καὶ τὸν αὐτουργὸ τῆς χαρᾶς μὲ τὴν κύησι τῆς Παρθένου. Διότι τὸ «ὁ Κύριος μετὰ σοῦ», δείχνει ὁλοφάνερα πὼς παρευρίσκεται ὁ ἴδιος ὁ Βασιλεὺς καὶ ὁλόκληρος σωματώνεται μέσα της, χωρὶς ὅμως νὰ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὴν οἰκεία του δόξα.

Χαῖρε, κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ. Χαῖρε, σὺ ποὺ εἶσαι τὸ ὄργανο τῆς χαρᾶς μὲ τὸ ὁποῖο ἐλύθη ἡ καταδίκη της κατάρας καὶ τὴν θέσι της κατέλαβε δίκαια ἡ χαρά. Χαῖρε, σὺ ποὺ εἶσαι ἀληθινὰ εὐλογημένη· χαῖρε, ἡ λελαμπρυσμένη· χαῖρε, τὸ καλλωπισμένο ἀνάκτορο τῆς θείας δόξης· χαῖρε, τὸ ἱερὸ παλάτι τοῦ βασιλέως. χαῖρε, νυμφών, εἰς τὸν ὁποῖο ὁ Χριστὸς ἐνυμφεύθη τὴν ἀνθρωπότητα· χαῖρε, σὺ ποὺ ἐξελέγης ἀπὸ τὸν Θεὸ πρὶν νὰ γεννηθῆς· χαῖρε, τὸ μέσο συνδιαλλαγῆς τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους· χαῖρε, θησαυρὲ τῆς ἀκηράτου ζωῆς· χαῖρε, οὐρανέ, ὑπερουράνιο οἴκημα τοῦ Ἡλίου τῆς δόξης· χαῖρε, εὐρύχωρο χωρίο τοῦ Θεοῦ ποὺ δὲν εἶναι χωρητὸς πουθενὰ ἐκτὸς μόνον ἀπὸ σένα· χαῖρε, γῆ ἁγία παρθενική, ἀπὸ τὴν ὁποία δημιουργήθηκε μὲ ἄρρητο θεοπλαστία ὁ νέος Ἀδὰμ γιὰ νὰ διασῴσῃ τὸν παλαιό· χαῖρε, ζύμη ἁγία θεόπλαστη, ἀπὸ τὴν ὁποία ζυμώθηκε ὅλο τὸ φύραμα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, καί, ἀφοῦ μετεβλήθη σὲ ἄρτο ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἀποτέλεσε ἕνα παράδοξο κρᾶμα.

Εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίν, καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου.[8] Καὶ πολὺ σωστὰ εὐλογημένη. Διότι σὲ εὐλόγησε ὁ Θεός, ἐσένα τὸ σκήνωμά Του, ποὺ ἐκυοφόρησες ἀπεριλήπτως τὸν ὑπερπλήρη της Πατρικῆς δόξης ἄνθρωπο Ἰησοῦ Χριστό, ποὺ εἶναι καὶ Θεός, τέλειος κατὰ τὶς φύσεις ἀπὸ τὶς ὁποῖες καὶ στὶς ὁποῖες συνέστη. Εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίν, ἡ ὁποία ἐχώρησες ἀστενοχωρήτως μέσα εἰς τὸ ἀσύλητο ταμεῖο τῆς παρθενίας σου τὸν οὐράνιο θησαυρό, ἐν ᾧ πάντες εἰσὶν οἱ θησαυροὶ τῆς σοφίας καὶ τῆς γνώσεως ἀπόκρυφοι.[9] Σὺ εἶσαι ἀληθινὰ εὐλογημένη, ἧς ἡ κοιλία θημωνία ἅλωνος·[10] διότι καρποφόρησες ἀσπερμάτως καὶ ἀγεωργήτως καρπὸ εὐλογίας, τὸν στάχυ τῆς ἀφθαρσίας Χριστό, καθὼς προσέφερες στὸν γεωργό της σωτηρίας μας πλούσιο θερισμό, χιλιάδες μακαρίων ψυχῶν. Ἐσὺ εἶσαι ἀληθινὰ εὐλογημένη, ἡ ὁποία μόνη ἀπ᾿ ὅλες τὶς μητέρες προετοιμάσθηκες νὰ γίνῃς μητέρα τοῦ Κτίστου σου, καὶ ὅμως ἀπέφυγες ὅσα παθαίνουν οἱ μητέρες. Διότι δὲν διεφθάρη ἀπὸ μητρικὲς ὠδῖνες ἡ ἐξαίρετή σου παρθενία, καθὼς ὁ παρθενικός σου βλαστὸς διεφύλαξε σῷα τα σήμαντρα τῆς ἁγνείας σου. Σὺ εἶσαι πραγματικὰ εὐλογημένη, ἡ μόνη ποὺ κυοφόρησες δίχως ἄνδρα αὐτὸν ποὺ ἅπλωσε τοὺς οὐρανοὺς καὶ οὐράνωσε ξενοπρεπῶς τὴν γῆ τῆς παρθενίας σου. Εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίν, ἡ μόνη ποὺ ἀξιώθηκε τὴν εὐλογία τὴν ὁποία ὑποσχέθηκε ὁ Θεὸς μὲ τὸν Ἀβραὰμ στὰ ἔθνη.[11] Ἐσὺ εἶσαι ἀληθινὰ εὐλογημένη, γιατί μόνο ἐσὺ ἐχρημάτισες μητέρα τοῦ εὐλογημένου παιδιοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Σωτῆρα μας, διὰ μέσου της ὁποίας κράζουν τὰ ἔθνη: Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου·[12] καί, Εὐλογητὸν τὸ ὄνομα τῆς δόξης αὐτοῦ εἰς τὸν αἰῶνα· καὶ πληρωθήσεται τῆς δόξης αὐτοῦ πᾶσα ἡ γῆ· γένοιτο, γένοιτο.[13]

Εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίν, καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου. Καρπός, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἔφαγε ὁ πρωτόπλαστος Ἀδὰμ καὶ ἐξήμεσε τὴν ἀρχαία κατάποσι, μὲ τὴν ὁποία δέχθηκε μέσα του τὸ δέλεαρ τῆς ἀπάτης. Καρπός, ἀπὸ τὸν ὁποῖο πηγάζει ὁ γλυκασμὸς τῆς πικρῆς γεύσεως τοῦ ξύλου καὶ ὁ ὁποῖος ἀποκαθαίρει τὴν ἀνθρωπότητα· ὁ ὁποῖος ἀνέβλυσε πηγὲς ποταμηφόρες γιὰ χάρι τοῦ Ἰσραὴλ ποὺ περιπλανιόταν στὴν ἔρημο, καὶ γλύκανε τὴν Μερρᾶν καὶ ἔβρεξε ψωμί, παράξενη τροφὴ καὶ ἀγεώργητη. Εὐλογημένος ὁ καρπός, ὁ ὁποῖος μετέβαλε τὰ ὕδατα ποὺ ἦσαν πικρὰ καὶ προκαλοῦσαν ἀτεκνία σὲ πόσιμα καὶ γόνιμα μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Ἐλισσαίου ποὺ ἔχυσε σ᾿ αὐτὰ ἁλάτι. Εὐλογημένος ὁ καρπὸς ὁ ὁποῖος προῆλθε ἀπὸ τὸν ἀκήρατο βλαστὸ τῆς παρθενικῆς μήτρας, ὡς βότρυς ὡριμασμένος κατὰ ὑπερφυὴ τρόπο. Εὐλογημένος ὁ καρπὸς ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἀναβλύζουν πηγὲς ὕδατος ἀλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνων.[14] Καρπός, ἀπὸ τὸν ὁποῖο προέρχεται ὁ ζωηφόρος ἄρτος, τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου, καὶ ποτήρι ἀθανασίας ποὺ παρέχει σωτήριο ποτό. Εὐλογημένος ὁ καρπός, τὸν ὁποῖο εὐλογεῖ κάθε γλῶσσα ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων,[15] μὲ τὸν τριπλασιασμὸ τῆς ἁγιαστικῆς Τριαδικῆς Θεότητος, καὶ τὸν κατατάσσει βέβαια στὴν ἴδια οὐσία, ἀλλὰ τὸν διαχωρίζει ὡς πρὸς τὴν ἰδιαίτερη ὑπόστασι. Εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίν, καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου.

Ἡ δέ, λέγει, ἐπὶ τῷ λόγῳ αὐτοῦ διεταράχθη, καὶ διελογίζετο· ποταπὸς εἴη ὁ ἀσπασμὸς οὗτος.[16] Λέγει ὅτι ταράχθηκε, ὄχι γιατί ἔπεσε σὲ ἀπιστία. ἀποκλείεται. Ἀντίθετα μᾶλλον ἀπὸ εὐλάβεια πρὸς τὴν παράξενη προσφώνησι, διότι τῆς φάνηκε σὰν μαντεῖα αὐτὸ ποὺ ἔβλεπε. Οὔτε ἔπαθε αὐτὸ ποὺ συνέβη στὸν Ζαχαρία μέσα στὰ ἄδυτα ἀπὸ τὴν ἀπιστία του, ἐξ αἰτίας τῆς ὁποίας δέχθηκε τὴν τιμωρία ἀπὸ τὰ γεννητικὰ στὰ φωνητικὰ ὄργανα καὶ ἀντάλλαξε τὴν ἀτεκνία μὲ τὴν ἀφωνία.[17] Ἀλλὰ καθὼς ἦταν καθαρὴ ἀπὸ κάθε ψόγο καὶ ἀπὸ ὁποιαδήποτε ἐπιμειξία πρὸς ἄνδρα καὶ ἀπὸ κάθε ἐλευθεριάζουσα συνήθεια, καὶ εἶχε συνηθίσει νὰ προσηλώνῃ τὸ νοῦ της στὴν ἀκλινῆ θεωρία τῶν οὐρανίων, δέχθηκε μέσα στὴν ψυχή της ταραχὴ ἀπὸ τὸν ἀσπασμό, ἐπειδὴ ἦταν φυσικό, μιὰ καὶ ἦταν ἀπαρρησίαστη, νὰ διστάση ἐκείνη τὴν στιγμὴ καὶ νὰ ἀνακρίνῃ μὲ τὸ λογικὸ αὐτὸ ποὺ τῆς εἶχε λεχθῆ καὶ ὄχι ν᾿ ἀνοίξῃ τ᾿ αὐτιά της ὡς ἔτυχε καὶ ἀπερίσκεπτα σ᾿ αὐτὸν ποὺ τῆς μιλοῦσε. Γι᾿ αὐτό, πολὺ σοφὰ ὁ εὐαγγελιστὴς τὸ ἐπισήμανε καὶ εἶπε· ἡ δὲ διελογίζετο. Σὰν νὰ ἐξέταζε τοὺς διαλογισμούς της μὲ τὸ κριτήριο τῆς καθαρᾶς διανοίας, ὥστε νὰ μὴν παραδεχθῇ χωρὶς κρίσι τοὺς λόγους. Ἔλεγε: ποταπὸς εἴη ὁ ἀσπασμὸς οὗτος; Διότι ἦταν φυσικό, αὐτὴ ποὺ ἦταν εὐγενὴς καὶ θυγατέρα τοῦ Δαβὶδ νὰ μὴν εἶναι ἀνίδεος τῶν διηγήσεων ποὺ ἀναφέρονται στὶς Θεῖες Γραφές. Ἔτσι ἔστρεψε τὸ νοῦ της ἀμέσως πρὸς τὴν πτῶσι τῆς προμήτορος, ἀναλογιζόμενη τὸ ὀλίσθημα ἐξ αἰτίας τῆς ἀπάτης, καὶ ὅσα ἄλλα παρόμοια ἐξιστορήθηκαν ἀπὸ τοὺς παλαιούς. Ἑπομένως δὲν ἔκανε ἄσχημα ὁ εὐαγγελιστὴς ποὺ γράφει πὼς διαλογιζόταν. Ἐπίσης, τὸ ἔκανε αὐτὸ καὶ γιὰ νὰ δείξῃ πόση σύνεσι εἶχε, καθὼς καὶ τὴν σταθερὴ καὶ πάγια καὶ ἀρρέμβαστη γνῶσι της. Διότι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ ἀποδοχὴ τῆς προσφωνήσεως χωρὶς προηγουμένως νὰ γίνῃ βέβαιο πὼς εἶναι καλή, ὕστερα ἀπὸ προσεκτικὴ ἐξέτασι. Πλὴν ὅμως, ἐπειδὴ προσπαθοῦσε νὰ καταστείλῃ τὴν ταραχὴ τῆς ψυχῆς, δὲν πρόφερε καμμία λέξι· μόνο, ἀφοῦ πῆρε κάποιο φοβισμένο σχῆμα, ἄφηνε νὰ φανῇ ἡ κατάστασι τῆς ψυχῆς της καὶ στήλωσε τὴν σταθερότητα τοῦ ἤθους της ἀντὶ γιὰ τὴν φωνή της. Ἔλεγε μέσα της· ποταπὸς εἴη ὁ ἀσπασμὸς οὗτος; Μήπως μόνη ἐγὼ ἀπ᾿ ὅλες τὶς γυναῖκες θὰ καινοτομήσω τὴν φύσι; Μήπως μόνο ἐγὼ μπορῶ νὰ κυοφορήσω καρπὸ χωρὶς νὰ συνέλθω μὲ ἄνδρα; Ποταπὸς εἴη ὁ ἀσπασμὸς οὗτος; Ποιὸς ἔφερε αὐτὴ τὴν ἀγγελία καὶ ἀπὸ ποῦ μπῆκε; Νὰ εἶναι ἄνθρωπος αὐτὸς ποὺ ὁμιλεῖ; Ἀλλὰ φαίνεται ὡς ἀσώματος. Νὰ εἶναι ἄγγελος; Ἀλλὰ μιλάει σὰν ἄνθρωπος. Ἀγνοῶ τί εἶναι αὐτὸ ποὺ βλέπω καὶ ἀπορῶ μ᾿ αὐτὰ ποὺ ἀκούω.

Τί ἔκανε λοιπὸν ὁ Γαβριήλ; Ἀμέσως μόλις κατάλαβε πὼς ἡ κόρη ταράχθηκε, δὲν σκέφθηκε τίποτε ἄλλο, ἀλλὰ ἀμέσως τῆς εἶπε. Μὴ φοβοῦ, Μαριάμ· εὖρες γὰρ χάριν παρὰ τῷ Θεῷ[18]. Ἀφοῦ πρῶτα της κατασίγασε τὸ φόβο, ὕστερά της ἔδωσε θάρρος λέγοντας «μὴ φοβᾶσαι, γιατί βρῆκες χάρι ἀπὸ τὸν Θεό». αὐτὴν ποὺ ἔχασε ἡ Εὔα. Μὲ τὸ νὰ πῇ χάριν, διέλυσε τὴν ἀμφιβολία τῆς γνώμης της καὶ τὸ ὅτι τῆς φάνηκε πὼς πρέπει νὰ σκεφθῆ καλὰ τὸ πρᾶγμα. Καὶ προσθέτοντας τὸ εὖρες γὰρ χάριν παρὰ τῷ Θεῷ πιθανῶς νὰ ἀντέκρουσε τὸν φόβο τῆς Παρθένου. Μὴ φοβοῦ Μαριάμ. Δὲν εἶναι ἀπατηλὸς ὁ τρόπος. δὲν ἔχω ἔλθη γιὰ νὰ σὲ ἀποπλανήσω· δὲν λαλεῖ πάλι ὁ ὄφις ποὺ συρίζει, δὲν σοῦ μιλάω ἀπὸ τὴν γῆ. Ἀπὸ τὰ ὕψη ἦλθα γιὰ νὰ σοῦ φέρω τὸ χαρμόσυνο μήνυμα· καὶ ὄχι ἁπλῶς ἕνα καλὸ μήνυμα, ἀλλὰ ἕνα μήνυμα μεγάλης χαρᾶς. Μὴ φοβοῦ, Μαριάμ· ὁ ἀσπασμὸς δὲν ἀποτελεῖ χλευασμό, οὔτε τὸ μήνυμα φέρει λύπη.

Ὁ Κύριος μετὰ σοῦ, ὁ χορηγὸς κάθε χαρᾶς καὶ Σωτήρας ὅλου του κόσμου. Μαζί σου, αὐτὸς ποὺ δὲν χωρίσθηκε ἀπὸ τοὺς πατρικοὺς κόλπους, ἀλλὰ καὶ ἔχει συλληφθῆ μέσα στὴν μήτρα σου. Σὲ ἀπεκάλεσα Κεχαριτωμένη γιὰ νὰ σοῦ φανερώσω τὴν χαρὰ τοῦ μυστηρίου σου. Σὲ ὠνόμασα Κεχαριτωμένη, διότι δέχθηκες στὴν μήτρα σου ὅλη τὴν χαρὰ καὶ χαριτώθηκες μὲ στολὴ ποὺ λάμπει ἀπὸ τὰ θεῖα χαρίσματα. Προσφώνησα ὁ Κύριος μετὰ σοῦ, γιὰ νὰ δείξω ὁλοφάνερα τὴν ἐξουσία αὐτοῦ ποὺ εἰσῆλθε προηγουμένως μέσα σου. Διότι αὐτὸς εἶναι Κύριος καὶ Θεὸς ἐξουσιαστής, ἄρχων εἰρήνης καὶ πατὴρ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος,[19] υἱὸς δικός σου, τῆς Παρθένου, ἀλλὰ καὶ Σωτήρας ὅλων. Ὁ Κύριος μετὰ σοῦ· ἡ χάρις καὶ ἡ ἀλήθεια μαζί σου. Κύριος τοῦ νόμου, Πατέρας τῆς χάριτος καὶ πηγὴ τῆς ἀληθείας. Μὴ φοβοῦ, Μαριάμ· ὁ Κύριος μετὰ σοῦ. Αὐτὸς ποὺ ἐξουσιάζει κάθε κυριαρχία· ὁ Υἱὸς τοῦ Πατρὸς τῶν φώτων, ὁ ὁποῖος γεννήθηκε ἀνάρχως ἀπὸ Αὐτὸν καὶ σαρκώθηκε χρονικῶς ἀπὸ ἐσένα· ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται στὸν οὐρανὸ ὁλόκληρος μέσα στὸν κόλπο Του καὶ κάτω στὴν γῆ ὁλόκληρος μέσα στὴν κοιλιά σου. Αὐτὸς εἶναι μαζί σου καὶ μέσα σου. Διότι προφθάσε καὶ εἰσῆλθε καὶ ἐνδύθηκε τὴν μήτρα σου καὶ ἔτσι ὁ κατὰ φύσιν ἀχώρητος ἔγινε μέσα σου χωρητός. Μὴ φοβοῦ, Μαριάμ· εὗρες γὰρ χάριν παρὰ τῷ Θεῷ. Χάριν, τὴν ὁποία δὲν εἶχε δεχθῆ ἡ Σάρρα, δὲν τὴν γνώρισε ἡ Ρεββέκα καὶ δὲν τὴν βρῆκε ἡ Ραχήλ. Εὗρες χάριν, τὴν ὁποία δὲν ἀξιώθηκε ἡ ξακουστὴ Ἄννα, οὔτε ἡ Φενάννα, ἡ ἀντίπαλός της. Καθ᾿ ὅσον ἐκεῖνες ἔγιναν μητέρες ἐνῷ πρὶν ἦσαν ἄτεκνες, ἀλλὰ ἔχασαν μαζὶ μὲ τὴν στείρωσι καὶ τὴν παρθενία. Ἐσὺ ὅμως καὶ μητέρα θὰ εἶσαι καὶ θὰ ἔχῃς ἀναφαίρετη τὴν παρθενία. Μὴ φοβᾶσαι λοιπόν, διότι βρῆκες χάρι ἀπὸ τὸν Θεό. Χάρι, τὴν ὁποία δὲ βρῆκε κανεὶς ἄνθρωπος σ᾿ ὅλους τοὺς αἰῶνες σὰν καὶ σένα. Καὶ ποιὰ ἄλλη χάρις θὰ μποροῦσε νὰ ἐξομοιωθῇ μὲ αὐτήν, ποὺ ἔχει τὸ ἐξαίρετο προνόμιο πῶς προέρχεται ἄμεσα ἀπὸ τὸν Θεό;

Λοιπόν, εὗρες χάριν παρὰ τῷ Θεῷ· καὶ ἰδοὺ συλλήψῃ ἐν γαστρὶ καὶ τέξῃ υἱόν, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν.[20] Πώ, πώ, τί θαῦμα! Πρῶτα τῆς λύνει τὴν ἀπορία ποὺ δημιουργήθηκε μέσα της καὶ ἔπειτα προσθέτει τὰ λόγια τῆς ἑρμηνείας. Καὶ πρόσεξε πόσα πετυχαίνει μὲ λίγα λόγια. Καταστέλλει τὸν φόβο, προμηνύει τὴν χάρι, ἑρμηνεύει τὴν κύησι, προφητεύει τὴν γέννησι, ὁρίζει τὸ ὄνομα αὐτοῦ ποὺ θὰ γεννηθῇ. Καὶ δὲν σταματᾷ σ᾿ αὐτὰ ὁ λόγος του· ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ φανερωθῆ καλὰ τὸ μέγεθος τῆς ἐξουσίας αὐτοῦ ποὺ θὰ γεννηθῇ, ἀμέσως πρόσθεσε: Οὗτος ἔσται μέγας καὶ υἱὸς ὑψίστου κληθήσεται, καὶ δώσει Κύριος ὁ Θεὸς τὸν θρόνον Δαβὶδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, καὶ βασιλεύσει ἐπὶ τὸν οἶκον Ἰακὼβ εἰς τοὺς αἰῶνας, καὶ τῆς βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος.[21] Εἶδες πῶς ἀφαίρεσε σιγὰ-σιγὰ τὸν φόβο ἀπὸ τὴν Παρθένο; Εἶδες πόσο θάρρος ἔδωσε στὴν ψυχή της; Διότι, ὅταν τὸν εἶπε Υἱὸ τοῦ Ὑψίστου, ἀλλὰ καὶ ὅτι ὁ Δαβὶδ θὰ εἶναι ὁ πατέρας του, ἔδωσε φτερὰ ἀμέσως σ᾿ ὅλο τὸ νοῦ της, ὅπως τὸ δείχνουν τὰ ἑπόμενα.

Καὶ πρόσεξε τὴν σύνεσι τῆς Παρθένου. Διότι, ὅταν τὰ πληροφορήθηκε αὐτά, καὶ κατάλαβε τὸ ἄτρεπτο τῆς ὑπεροχικῆς ἐξουσίας τοῦ Θείου θελήματος, εἶπε πρὸς τὸν ἄγγελον: πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω;[22] Παράξενα μοῦ ὑπόσχεσαι, λέγει, μοῦ ἀναγγέλλεις πράγματα ποὺ ξεπερνοῦν τὴν φύσι. Δὲν ἔχω πεῖρα γάμου· διότι ἔχω μνηστευθῆ βέβαια, ἀλλὰ δὲν ἔχω ὑπανδρευθῆ. Τὸν Ἰωσὴφ τὸν γνωρίζω ὡς μνηστήρα καὶ ὄχι ὡς ἄνδρα. Ὁ μνηστήρας εἶναι σύνοικος καὶ ὄχι σύνευνος. Ἄσπορη ἡ γαστέρα, ἀλλὰ ὄχι ἀρόσιμη. Πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω; Διότι μήπως μόνον ἐμένα, λέγει, ἡ φύσις θὰ μὲ ἀναδείξῃ μητέρα δίχως γάμο; Μήπως μόνη ἐγὼ ἀντίθετα ἀπὸ τοὺς νόμους τῆς φύσεως θὰ εἰσαγάγω στὴν φύσι παράξενη γέννησι; Δὲν προηγήθηκε γάμος, δὲν ἔχω πεῖρα ἀπὸ ἄνδρα. Διότι δὲν γνώρισα τὸν Ἰωσήφ· γιὰ μένα ὑπῆρξε φύλακας καὶ ὄχι ἄνδρας. Καὶ πῶς ἔσται μοι τοῦτο;

Ἀποκρίνεται ἀμέσως ὁ Γαβριήλ, καὶ ἀπολεπτύνει τὴν παχύτητα τῆς ἐρωτήσεως μὲ τὸ ὕψος τῆς ἀποκρίσεως καὶ λέγει. Τί λόγια εἶναι αὐτὰ ποὺ λές, τρισμακαρία; Γιατί προβάλλεις τέτοιους λόγους; Ἐγὼ ἦλθα ἀπὸ τὸν οὐρανὸ νὰ σοῦ ἀναγγείλω τὴν καινοπρεπῆ σύλληψι. Δὲν σοῦ μιλῶ ἀπὸ τὴν γῆ, ὅταν σοῦ λέγω ὁ Κύριος μετὰ σοῦ. καὶ σὺ ἀναρωτιέσαι πῶς ἔσται μοι τοῦτο; Ἐγὼ σοῦ εὐαγγελίζομαι αὐτὸν ποὺ πρόφθασε νὰ κατοικήσῃ μέσα στὴν κοιλία σου πρὶν ἀπὸ τὴν παρουσία μου, καὶ σὺ μοῦ μιλᾷς γιὰ ἄνδρα καὶ γιὰ τὴν γήινη γέννησι καὶ λέγεις πῶς θὰ μοῦ συμβῇ; Κατανόησε, πῶς ἐξήνθησε ἡ ράβδος· πῶς ἡ πέτρα γέννησε τὸ νερό, ἀπὸ ποῦ τὸ κυοφόρησε· πῶς ἡ φωτιὰ τῆς βάτου προχώρησε μέσα στὸν θάμνο καὶ δὲν τὴν κατέφλεξε. Ἐὰν σὲ αὐτὰ δὲν δείχνῃς ἀπιστία, οὔτε σὲ μένα νὰ δείχνῃς. Διότι αὐτὸς ποὺ ἐνεργεῖ καὶ αὐτὰ καὶ ἐκεῖνα, εἶναι ἕνας· αὐτὸς ποὺ τὸν φέρεις μέσα σου. Κατὰ ἕνα παράξενο θεσμὸ ἀντίθετο μὲ τοὺς νόμους τῆς φύσεως θὰ γίνῃς τροφὸς αὐτοῦ ποὺ θὰ κυοφορήσῃς. Ὄχι ὅπως ἡ Ἐλισάβετ, ὄχι ὅπως ἡ Ἄννα ποὺ σὲ γέννησε. Διότι ἐκεῖνες ἔγιναν μητέρες, ἀφοῦ δέχθηκαν σπέρμα, ἐνῷ ἐσὺ θὰ γεννήσῃς χωρὶς ἄνδρα αὐτὸν ποὺ κατοίκησε μέσα σου ἄσπορος. Καὶ ἂν θὰ ἤθελες νὰ μάθῃς τὸν τρόπο, θὰ σοῦ τὸν πῶ καὶ αὐτὸν μὲ σαφήνεια.

Πνεῦμα Ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπί σε καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι.[23] Διότι αὐτὸς ποὺ γεννᾶται δὲν θὰ προέλθῃ ἀπὸ θέλημα σαρκός. οὔτε θὰ μεσιτεύση στὸν τοκετὸ τῆς μητέρας τοῦ Θεοῦ ἡ ἡδονὴ τῆς σάρκας· διότι στάθηκε πάνω ἀπὸ τοὺς ὅρους τῆς φύσεως καὶ ὅμως δὲν εἶναι τελείως ἔξω ἀπὸ τὴν φυσικὴ τάξι, ἀφοῦ ὁ ὑπερφυσικὸς λόγος ὑπερίσχυσε τοῦ φυσικοῦ. Κανένα πάθημα δὲν θὰ συμβῇ στὴν ἐπίγεια κύησι, ἀπ᾿ αὐτὰ ποὺ συνήθως τὴν ἀκολουθοῦν, ὅπως κανένα δὲν συνέβη στὴν οὐράνια γέννησι. Πνεῦμα Ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σὲ καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι. Πρόσεξε σὲ ποιὸ σημεῖο φανερώνεται τὸ μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος. Διότι, ὅταν εἶπε Πνεῦμα Ἅγιον, δὲν ἐννόησε κανένα ἄλλον παρὰ τὸν Παράκλητο. Δύναμι τοῦ Ὑψίστου, προφανῶς ὑπονοεῖ τὸν Υἱόν. Διότι μὲ τὴν λέξι Ὕψιστος, εἰσάγεται ταυτόχρονα τὸ πρόσωπο τοῦ Πατρός. Τό, «θὰ σὲ ἐπισκιάσῃ» νομίζω ὅτι ἀναφέρεται σὲ αὐτὸ ποὺ προεῖδε ὁ Ἀββακοὺμ μὲ τὰ διορατικά του μάτια ὡς ὄρος κατάσκιο,[24] καὶ ἐννοοῦσε τὴν Παρθένο. Δι᾿ ὃ καὶ τὸ γεννώμενον ἅγιον κληθήσεται υἱὸς Θεοῦ.[25] Διότι τὸ προαιώνιο βρέφος ποὺ διαπλάσθηκε ἀπερινόητα ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα διὰ τοῦ ἁγίου Πατρός, δίκαια θὰ εἶναι ἅγιο καὶ θὰ ὀνομασθῇ Υἱὸς τοῦ Ὑψίστου, διότι ὑπάρχει συναΐδιος Λόγος τοῦ Ὑψίστου. Ἔχει φανερωθῆ λοιπὸν μὲ σαφήνεια στὴν Παρθένο, τί καὶ ἀπὸ ποῦ καὶ τί λογῆς εἶναι αὐτὸ ποὺ κυοφορήθηκε μέσα της καὶ ὅτι αὐτὸ ποὺ θὰ γεννηθῇ θὰ εἶναι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Γιὰ νὰ διασαφηνίσῃ πιὸ ἀνάγλυφα καὶ καλύτερα τὴν δύναμι τοῦ λόγου προσθέτει τὴν κυοφορία τῆς Ἐλισάβετ. Σὰν νὰ τῆς λέγει ὅτι αὐτὸς ποὺ ἦταν ἱκανὸς νὰ δείξῃ ἀνέλπιστα γόνιμη τὴν μήτρα στὰ γεράματα, εἶναι ὁλοφάνερο πὼς θὰ δείξῃ καὶ παρθένον κυοφόρο ὑπὲρ λόγον. Γι᾿ αὐτὸ προσθέτει· ὅτι οὐκ ἀδυνατήσει παρὰ τῷ Θεῷ πᾶν ῥῆμα.[26] Μᾶλλον εὔκολα καὶ μὲ πολλὴ σαφήνεια ὁ Γαβριὴλ ἔπεισε τὴν Παρθένο νὰ ἀποδεχθῇ τὸ θαῦμα, προσθέτοντας τὸ οὐκ ἀδυνατήσει παρὰ τῷ Θεῷ πᾶν ῥῆμα.

Τί λέγει λοιπὸν τὸ Εὐαγγέλιο; Εἶπε δὲ Μαριάμ· ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου.[27] Εἶδες σύνεσι; Εἶδες ὑπερβολὴ εὐγενικῆς συστολῆς; Ἀφοῦ κατάλαβε καλὰ τὴν σύλληψι τοῦ τοκετοῦ, τὴν γέννησι τοῦ τέκνου, ποιὸς καὶ τίνος θὰ εἶναι υἱὸς καὶ ποιὸς θὰ ὀνομασθῇ, καὶ ποιοῦ θρόνου εἶναι διάδοχος καὶ σὲ ποιοὺς θὰ βασιλεύσῃ, καὶ τέλος ὅτι αὐτὸς ποὺ θὰ γεννηθῇ δὲν θὰ ἐκπέσῃ ἀπὸ τὴν βασιλεία, ἄφησε καὶ αὐτὴ νὰ βγῇ ἀπ᾿ τὸ στόμα της ἀντίστοιχη χαρούμενη φωνή. ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου. Καὶ ἐννοεῖ αὐτό: Νά, εἶμαι ἕτοιμη καὶ τίποτε δὲν ὑπάρχει ποὺ θὰ μὲ ἐμποδίσῃ. Ἡ ψυχὴ πρόθυμη, ἡ κοιλία εὔκαιρη· διότι εἶναι ἀνέπαφη καὶ φυλάσσεται μόνο γιὰ τὸν Πλάστη. «Ἰδοὺ ἡ δούλη τοῦ Κυρίου», ὑπάκουη, πρόθυμη νὰ ὑπηρετήσῃ, ἕτοιμη νὰ ὑποδεχθῇ. «Ἂς γίνῃ σύμφωνα μὲ τὸν λόγο σου». Ἐπειδή, λέγει, ὅλα, ὅσο ἦταν δυνατὸν τὰ ἀνήγγειλες εὐθέως, ὅλο αὐτὸ ποὺ τελεσιουργεῖται ἔχει γεμίσει ἀπὸ χαρὰ καὶ ὑπέρτατη δόξα. Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου. Εὖγε στὴν ἄφραστη οἰκονομία! Εὖγε στὴν χάρι! Ὑπερεῦγε στὴν ἄναρχη βουλὴ καὶ πρόγνωσι! Πραγματικὰ Πνεῦμα Ἅγιο κατοίκησε μέσα στὴν Παρθένο, καὶ δύναμις τοῦ Ὑψίστου τὴν ἐπεσκίασε, σύμφωνα μὲ τὴν προωρισμένη βουλὴ καὶ πρόγνωσι τοῦ Θεοῦ.

Καὶ λέγει: καὶ ἀπῆλθεν ἀπ᾿ αὐτῆς ὁ ἄγγελος,[28] ἀφοῦ ἐκπλήρωσε τὸ λειτούργημα ποὺ τοῦ εἶχε ἀνατεθῆ. Ἔφυγε ἀπ᾿ αὐτὴν ὁ ἄγγελος, ἀλλὰ δὲν ἀπομακρύνθηκε ὁ Κύριος. Διότι ὁ ἕνας εἶναι περιγραπτός, κι ἂν ἀκόμη εἶναι ἀσώματος· ἐνῷ ὁ ἄλλος εἶναι ἀπερίγραπτος, κι ἂν ἀκόμη εἶναι χωρητὸς μέσα στὸ σῶμα καὶ τὴν κοιλία τῆς Παρθένου. Καὶ ὁ ἕνας προκατήγγειλε ὅτι ὁ ἐρχόμενος κυοφορεῖται ἀπὸ τὴν Παρθένο γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Ἐνῷ ὁ ἄλλος, ἀνέλαβε τὴν οὐσία μας καὶ τὴν ἀνεμόρφωσε στὸν ἑαυτό του, ἀποδίδοντας στὴν φύσι τὸ κατ᾿ εἰκόνα καὶ τὸ πρῶτο ἀξίωμα, τὸ ὁποῖο τὸ ἔχασε ἀπὸ τὴν ἀπροσεξία τῶν πρωτοπλάστων. Καὶ ἀφοῦ τὸ ἀνύψωσε τὸ ἔβαλε νὰ καθίσῃ ἐν τοῖς ἐπουρανίοις ὑπεράνω πάσης ἀρχῆς καὶ ἐξουσίας καὶ δυνάμεως καὶ κυριότητος καὶ παντὸς ὀνόματος ὀνομαζομένου οὐ μόνον ἐν τῷ αἰῶνι τούτω, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι.[29] Σ᾿ αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος καὶ ἡ τιμὴ καὶ ἡ προσκύνησις, μαζὶ μὲ τὸν ἄναρχό του Πατέρα καὶ τὸ πανάγιο καὶ ζωοποιὸ Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντοτε, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

* Μετάφρασις κατ᾿ ἐπιλογήν, ἐκ τῆς Ἱ. Μονῆς Καρακάλλου

Περιέχεται εἰς τὸ περιοδικὸν «Ἁγιορειτικὴ Μαρτυρία», Τριμηνιαία Ἔκδοσις Ἱερᾶς Μονῆς Ξηροποτάμου, Ἔτος Γ´, Μάρτιος-Μάϊος 1991, Τεῦχος 11.

 

Nektar


[1] οὐδὲν γὰρ ἐτελείωσεν ὁ νόμος. Ἑβρ. ζ´ 19

[2] Α´ Κορ. ι´ 11

[3] Ματθ. β´ 23

[4] βλ. Ἰωάν. α´ 50

[5] βλ. Δαν. η´ 16, θ´ 21

[6] πρβλ. Ἡσ. ξς´ 1

[7] Λουκ. α´ 28

[8] Λουκ. α´ 42

[9] Κολ. β´ 3

[10] ᾎσμ. ᾈσμ. ζ´ 3

[11] Γέν. κβ´ 18

[12] Ἰωάν. ιβ´ 13

[13] βλ. Ψαλμ. οα´ 19

[14] Ἰωάν. δ´ 14

[15] Φιλιπ. β´ 10

[16] Λουκ. α´ 29

[17] Λουκ. α´ 20

[18] Λουκ. α´ 30

[19] Ἡσ. θ´ 6

[20] Λουκ. α´ 31

[21] Λουκ. α´ 32-33

[22] Λουκ. α´ 34

[23] Λουκ. α´ 35

[24] Ἄβ. Γ´ 3

[25] Λουκ. α´ 35

[26] Λουκ. α´ 37

[27] Λουκ. α´ 38

[28] Λουκ. α´ 38

[29] Ἐφεσ. α´ 21

Λόγος εἰς τὸν Εὐαγγελισμὸν τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου (Ἀγίου Ἀνδρέου Ἀρχιεπισκόπου Κρῆτης)
Λόγος εἰς τὸν Εὐαγγελισμὸν τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου (Ἀγίου Ἀνδρέου Ἀρχιεπισκόπου Κρῆτης)

Γρηγόριος ο Θεολόγος. Βίος & Διδασκαλία (Πατρολογία Στυλιανού Παπαδόπουλου)

Γρηγόριος ο Θεολόγος
Γρηγόριος ο Θεολόγος.Βίος & Διδασκαλία (Πατρολογία Στυλιανού Παπαδόπουλου)

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ ( + 390)(Πατρολογία τόμος Β, εκδ. Γρηγόρη,Αθήνα 2012,σελ.495-518). 

ΓΕΝΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ.

Ο Γρηγόριος Θεολόγος, ο Ναζιανζηνός, είναι ο επιφανέστερος, ο «άριστος» θεολόγος της Εκκλησίας μετά τον Ευαγγελιστή Ιωάννη. Το θεολογικό του βάθος και η έντονη ποιητικότητα στο έργο του τον ύψωσαν σε πρότυπο μοναδικού κάλλους και λάμψεως. Ο Γρηγόριος υπήρξε ο ποιητής που έγινε μεγάλος θεολόγος. H ευαισθησία χαρακτήριζε το είναι του με τρόπο καθολικό και τον οδηγούσε σε αλλεπάλληλες απογοητεύσεις, σ’ ένα είδος συνεχούς φυγής από καταστάσεις, στις οποίες εμπλεκόταν με πιέσεις τρίτων αλλά πάντως θεληματικά. Η «φυγή» του ήταν συνάρτηση της αναπτυγμένης ευαισθησίας του και της κλίσεως για τον μονήρη νηπτικό βίο. Πίστευε ότι «μεγίστη πράξις εστίν η απραξία» (Επιστ. 49), ο θεωρητικός ή θεοπτικός βίος.

Απέφευγε συστηματικά την δραστηριοποίησή του στο έργο της Εκκλησίας, αλλά τελικά και ποιμαντική φροντίδα ανέλαβε και τα μεγάλα θεολογικά προβλήματα αντιμετώπισε. Η συνύπαρξη των αντιθέσεων στο είναι του επιτεύχτηκε, διότι ο Γρηγόριος δεν ήταν μόνο ποιητής και νηπτικός, αλλά και μέγας θεολόγος, που φρονούσε ότι όφειλε να «καρποφορεί», να «ωφελεί» την Εκκλησία και μάλιστα να «δημοσιεύη την έλλαμψιν» του (Λόγος ΙΒ’ 4. PG 35, 848ΑΒ). Στην περίπτωση του Γρηγορίου συνέβη το εξής θαυμαστό: ενώθηκαν ασύγχυτα ο ποιητής, ο νηπτικός και ο θεολόγος. Η τριπολικότητα του προσώπου του αποτελεί το μεγαλείο του, αλλά και την πρώτη δυσχέρεια ερμηνείας του.

Προϋποθέσεις της θεολογίας του

Οι σπουδές του Γρηγορίου, στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, στην Καισάρεια της Παλαιστίνης, στην Αλεξάνδρεια και την Αθήνα, επωμίστηκαν δυναμικά την έκφραση της θεολογίας του. Η φιλία του με τον Βασίλειο, σταθερή στην διάρκεια του βίου τους και παροιμιώδης έκτοτε, δρα και ανασταλτικά και δημιουργικά. Ανασταλτικά, διότι μέχρι το 378 ο Γρηγόριος ανέμενε συνήθως την αντιμετώπιση των σύγχρονων θεολογικών προβλημάτων από τον μεγάλο του φίλο. Και μολονότι γράφει και θεολογεί δεν κορυφώνεται. Δημιουργικά, διότι το έργο του Βασιλείου χρησίμευε στον Γρηγόριο ως θεμέλιο και έναυσμα συγχρόνως. Το κύρος και η θεληματικότητα του Βασιλείου ανέκοπταν ως ένα βαθμό την ισχυρή ροπή του Γρηγορίου για θεολογία. Τελικά όμως ο Γρηγόριος διηύρυνε τον ορίζοντα του Βασιλείου.

Η παράδοση του Γρηγορίου ήταν δύσκολη συνάρτηση της αλεξανδρινής ή ωριγενιστικής σχολής και της θεολογίας των Ιγνατίου, Ειρηναίου και Μ. Αθανασίου. Η εμπειρία του πατέρα του, που θήτευσε πολλά χρόνια στην αίρεση των Υψισταρίων και υπέγραψε το 360 ημιαρειανικό Σύμβολο (ομοιουσιανών), τον βοήθησε και αρνητικά να σχηματίσει κριτήριο παραδόσεως και ορθοδοξίας. Το κριτήριο του αυτό, αποτέλεσμα πρώτιστα φωτισμού του αγ. Πνεύματος, αναδείχτηκε το τελειότερο στην αρχαία Εκκλησία. «Επί των ημετέρων όρων ιστάμενοι» (Λόγος ΚΘ’ 23’• ΚΖ’ 5). Με τους λόγους αυτούς, που επαναλαμβάνει συχνά, εκφράζει την πεποίθηση ότι η θεολογία της Εκκλησίας ασκείται με προϋποθέσεις και προοπτικές, που δημιουργεί η ίδια η Εκκλησία. Γι’ αυτό και, μολονότι μεταξύ των μεγάλων Πατέρων είναι ο βαθύτερος γνώστης της ελληνικής φιλοσοφίας, διακρίνει σαφέστατα το έργο του θεολογείν από το έργο του φιλοσοφείν.
Η σχέση του με το θύραθεν πνευματικό κλίμα της εποχής υπήρξε φυσική και διακριτική. Φυσική, διότι και ο ίδιος αποτελούσε πνευματικό κλίμα της εποχής, στο μέτρο που σκεπτόταν μέσω των δομών της εποχής και έγραφε στα μέτρα της. Διακριτική, διότι συνειδητοποίησε το όλως άλλο της θείας αληθείας, την οποία όμως κατανοούσε κι εξέφραζε με τις δομές της εποχής. Όπως στην περίπτωση του Βασιλείου, έτσι και στον Γρηγόριο παρεξηγείται το εγχείρημα του να μιλήσει ως πλατωνικός, στωικός ή νεοπλατωνικός, για την αλήθεια της Εκκλησίας. Στην εποχή του ο Γρηγόριος όφειλε να είναι όλα αυτά με τρόπο εκλεκτικό. Αλλού βρίσκεται το πρόβλημα: Στο εάν η αλήθεια του μένει αλήθεια του Θεού ή εάν μέσω των φιλοσοφικών δομών μεταστοιχειώνεται λίγο ή πολύ σε πλατωνική, στωική κ.λπ. φιλοσοφία. Ο Γρηγόριος διέκρινε τον κίνδυνο αυτό και – σε κρίσιμες στιγμές εκφράσεως της αλήθειας κατ’ ανάγκην με δομές της εποχής – υπογραμμίζει ότι άλλο το φιλοσοφικό περιεχόμενο του όρου-δομής και άλλο η αλήθεια που με αυτά δηλώνεται (βλ. Στυλ. Γ. Παπαδοπούλου, Γρηγόριος ο Θεολόγος…, Αθήνα 1980, σσ. 89-98). Και μολονότι έναντι της θύραθεν φιλοσοφίας είναι κριτικότερος και από τον Βασίλειο, δίνει σαφώς την εντύπωση ότι χωρίς αυτήν η θεολογία είναι αδύνατη (βλ. Λόγο 43• PG 36, 508Β/509Α).

Η θεολογική θεοπτία τον «αρίστου θεολόγου»

Πρώτος μεταξύ των μεγάλων Πατέρων ο Γρηγόριος κάνει λόγο ειδικό περί θεολογίας με αφορμή την πληθώρα των αυτοσχέδιων θεολόγων, τους οποίους γενικά ενθάρρυνε ο αρειανισμός. Είναι κι εδώ χαρακτηριστικό ότι ο λόγος του αποβαίνει αυτοβιογραφικός. Μιλώντας για την θεολογία, περιγράφει τελικά την διαδικασία που συνέβη εντός του, όταν ο ίδιος προσπαθούσε να λύσει προβλήματα θεολογικά:
«Τι τούτο έπαθον, ω φίλοι και μύσται και της αληθείας συνερασταί; Έ τ ρ ε χ ο ν μεν ως Θεόν καταληψόμενος και ούτως α ν ή λ θ ο ν επί το όρος ( = θεολογία) και την νεφέλην διέσχ ον, είσω γενόμενος… επεί δε προσέβλεψα, μόλις ε ί δ ο ν Θεού τα οπίσθια… και μικρόν δ ι α κ ύ ψ α ς…» (Λόγος ΚΗ’ 3).
     «Ανιόντι δε μοι προθύμως επί το όρος, η, το γε αληθέστερον ειπείν, προθυμουμένω τε άμα και αγωνιώντι, το μεν δια την ελπίδα, το δε δια την ασθένειαν, ίνα της νεφέλης είσω γένωμαι και Θεώ συγγένωμαι• τούτο γαρ Θεός κελεύει» (Λόχος ΚΗ’ 2).
     «…έ δ ο ξ έ μοι κράτιστον είναι τας μεν εικόνας χαίρειν εάσαι…, οδηγώ τω Πνεύματι χρώμενον, ην εντεύθεν έλλαμψιν εδεξάμην, ταύτην εις τέλος διαφυλάσσονται…» (Λόγος ΛΑ’ 3).
Σκοπός του Γρηγορίου είναι να διασχίσει το παραπέτασμα του κόσμου και να «συγγίνει» με τον Θεό, δηλαδή με την αλήθεια, κάτι που μόνο θα εξασφαλίζει άμεση και ασφαλή γνώση. Πρόκειται για την θεοπτία, για την οποία ο Γρηγόριος μιλάει κυρίως σε συνδυασμό προς την θεολογική αναζήτηση. Δεν είναι κυρίως θεολόγος της θεοπτίας, αλλά θεολόγος της θεολογίας, η οποία όμως είναι αδιανόητη χωρίς θεοπτία. Η θεοπτία, η προσωπική δηλαδή εμπειρία της αλήθειας, αποτελεί συνάρτηση της καθάρσεως:

«Βούλει θεολόγος γενέσθαι ποτέ και της θεότητος άξιος; τας εντολάς φύλασσε, δια των προσταγμάτων όδευσον• π ρ ά ξ ι ς γαρ επίβασις θεωρίας» (Λόγος Κ’ 12. Βλ. και ΚΖ’ 3).

Την πραγματικότητα και τον τρόπο της ασκήσεως-καθάρσεως εκφράζει κατά προτίμηση με στωική ορολογία, που ήταν τότε διάχυτη και κατανοητή στον μέσο μορφωμένο πιστό.

Η σύγχυση, την οποία ιδιαίτερα είχε δημιουργήσει ο Ευνόμιος με την διδασκαλία του περί δήθεν ασφαλούς γνώσεως της θείας ουσίας, αναγκάζει τον Γρηγόριο σε πολυσήμαντη διευκρίνιση, που αργότερα θα ευρυνθεί ακόμη περισσότερο, αλλά που τώρα γίνεται ακριβέστερη από την ανάλογη του Μ. Βασιλείου. Οι χρονικές κατηγορίες, που χρησιμοποιούμε για τον Θεό («ην, αεί, εστί και έσται»), στην πραγματικότητα ισχύουν μόνο για την κτιστή φύση και όχι για την άκτιστη θεία φύση, η οποία μένει άπειρη και άγνωστη. Η ελπίδα όμως για τον Θεό δεν συνδέεται με την ίδια την θεία του φύση, («τα κατ’ αυτόν»), αλλά με «τα περί αυτόν». Και η γνώση μας δεν αφορά «την πρώτην τε και ακήρατον φύσιν» του Θεού, την οποία γνωρίζει μόνο η αγία Τριάδα, αλλά αφορά στην «τελευταίαν», την «εις ημάς φθάνουσαν». Με τον τρόπο αυτό διακρίνει στον Θεό την φύση του, που μένει άγνωστη, και την φυσική του ακτινοβολία, την οποία μόνο γνωρίζουμε:

«Θεόν, ότι ποτέ μεν εστί την φύσιν και την ουσίαν, ούτε τις εύρεν ανθρώπων πώποτε ούτε μην εύρη» (Λόγος ΚΗ’ 17).
«Επεί δε προσέβλεψα μόλις είδον Θεού τα οπίσθια (Εξ. 33, 43) και τούτο τη πέτρα σκεπασθείς, τω σαρκωθέντι δι’ ημάς Θεώ Λόγω. Και μικρόν διακύψας, ου την πρώτην τε και ακήρατον φύσιν και εαυτή, λέγω δη τη Τριάδι, γινωσκομένην και όση του πρώτου καταπετάσματος είσω μένει…, αλλ’ όση τελευταία και εις ημάς φθάνουσα. Η δε εστίν… η εν τοις κτίσμασι και τοις υπ’ αυτού προβεβλημένοις και διοικουμένοις μεγαλειότης η… μεγαλοπρέπεια» (Λόγος ΚΗ’ 3).

     «Θεός ην μεν αεί και εστί και έσται• μάλλον δε εστίν αεί. Το γαρ ην και έσται, του καθ’ ημάς χρόνου τμήματα και της ρευστής φύσεως… Όλον γαρ εν εαυτώ συλλαβών έχει το είναι, μήτε αρξάμενον μήτε παυσάμενον, οιόν τι πέλαγος ουσίας άπειρον και αόριστον, πάσαν υπερεκπίπτον έννοιαν, και χρόνου και φύσεως• νω μόνω σκιαγραφούμενος και τούτο λίαν αμυδρώς και μετρίως, ουκ εκ των κατ’ αυτόν, αλλ’ εκ των περί αυτόν… Εμοί δοκείν, ίνα τω ληπτώ μεν έλκη προς εαυτό (το γαρ τελέως άληπτον, ανέλπιστον και ανεπιχείρητον), τω δε αλήπτω θαυμάζηται, θαυμαζόμενον δε ποθείται πλέον, ποθούμενον δε καθαίρη, καθαίρον δε θεοειδές απεργάζηται, τοιούτοις δε γενομένοις, ως οικείοις, ήδη προσομιλή, τολμά τι νεανικόν ο λόγος• Θεός θεοίς ενούμενός τε και γνωριζόμενος και τοσούτον ίσως, όσον ήδη γινώσκει τους γινωσκομένους. Άπειρον ουν το θείον και δυσθεώρητον και τούτο πάντη καταληπτόν αυτού μόνον, η απειρία» (Λόγος ΛΗ’ 7).

Η θεοπτία γίνεται στον Γρηγόριο απολύτως θεολογική• αποτελεί δηλαδή την διαδικασία της θέας-εμπειρίας της αλήθειας και μάλιστα την διαδικασία για μεγαλύτερο βαθμό εμπειρίας της θείας αλήθειας, που όμως περιλαμβάνει και βρίσκεται σε απόλυτη συνάφεια προς την ήδη εκφρασμένη στην Εκκλησία διδασκαλία – αλήθεια και ιδιαίτερα προς την αγία Γραφή. Ότι δηλαδή παρέχεται μέσω της εμπειρίας δεν είναι για την Εκκλησία ούτε «ξένον» ούτε «παρείσακτον», αλλά το «πλέον» ως προς την ήδη διατυπωμένη διδασκαλία. Το «πλέον» χαρίζεται από τον Θεό μόνο στον «άριστον θεολόγον», όπως χαρακτηρίζει ο Γρηγόριος το εξαιρετικά προικισμένο και διακρινόμενο πρόσωπο της Εκκλησίας, τον ήρωα της, τον θεόπτη που δεν φτάνει στην θέα του Θεού μόνο χάριν της πνευματικής του απολαύσεως, αλλά κυρίως χάριν της βαθύτερης γνώσεως της αλήθειας εκείνης, την οποία έχουν οι πιστοί ανάγκη για να σωθούν. Το έργο του «άριστου» θεολόγου διακρίνει αποκαλυπτικά:

«και ούτος ά ρ ι σ τ ο ς ημίν θεολόγος, ουχ ος εύρε το παν (= της αληθείας), ουδέ γαρ δέχεται το παν ο δεσμός, αλλ’ ος ε ά ν άλλου φαντασθή πλέον και πλείον εν εαυτώ συναγάγη το της αληθείας ίνδαλμα ή αποσκίασμα, ή ότι και ονομάσομεν» (Λόγος Λ’ 17).

Μεγάλος λοιπόν θεολόγος είναι μόνο αυτός που θ’ αποκτήσει εμπειρία της αλήθειας βαθύτερη κι ευρύτερη από εκείνην που είχαν οι άλλοι θεολόγοι μέχρι την εποχή του. Εκείνος που θα πετύχει το «πλέον» και «πλείον» της αλήθειας σε σχέση όχι προς την ίδια την αλήθεια (που δεν αυξομειώνεται), αλλά σε σχέση με τους λοιπούς θεολόγους που έζησαν στην Εκκλησία, αυτός θα είναι και θα θεωρείται «άριστος θεολόγος». Αυτός «διασκέπτεται» με το ίδιο το άγιο Πνεύμα περί της αληθείας και κατέρχεται στο βάθος της για να προσθέσει στο μέχρι τότε «ελλιπώς ειρημένον» (Επιστ. 102, 2) εκείνο που κέρδισε ή μάλλον εκείνο που του χαρίστηκε από το ίδιο το άγιο Πνεύμα (Λόγος ΚΑ’ 33-34• ΛΑ’ 26-27• ΜΓ’ 65 κ.ά.). Η συγκλονιστική αυτή θεολογία της βαθύτερης εμπειρίας στην αλήθεια προϋποθέτει «ελλάμπουσαν» αγ. Τριάδα, που «μίγνυται» «όλως όλω νοι» (του ανθρώπου). Οι νοητικές δυνάμεις του ανθρώπου όχι μόνο είναι κατά την διαδικασία αυτή σε εγρήγορση, αλλά και μέσω αυτών εκφράζεται η αυξημένη εμπειρία της αλήθειας, ώστε να έχουμε λόγο περί Θεού, δηλαδή θεολογία. Η έκφραση της εμπειρίας είναι δυσχερής, αλλά κατορθώνεται. Βέβαια το εκφραζόμενο συνιστά μόνο αμυδρή εικόνιση εκείνου, που είναι η εμπειρία (Λόγος ΚΗ’ 4), αλλά παραταύτα είναι γνήσιο και επαρκές για την σωτηρία.

Τα στάδια φανερώσεως της Θείας αλήθειας

Ο Γρηγόριος, έχοντας βαθιά παραδοσιακότητα, αίσθηση της ριζοσπαστικότητας της σκέψεώς του και προπαντός υποχρέωση να δικαιολογήσει την θεολογική του προσφορά σ’ εχθρούς και φίλους, αναγκάστηκε να μιλήσει για την θεολογία του σε σχέση προς την θεία οικονομία γενικά και προς την αγία Γραφή ειδικά. Έτσι θεολόγησε για τα στάδια της φανερώσεως της θείας αλήθειας , τα οποία χαρακτήρισε «σεισμούς» και τα οποία συνιστούν οι εποχές της ΠΔ, της ΚΔ και της Εκκλησίας (από την Πεντηκοστή δηλαδή και μετά).

Οι δύο πρώτοι «σεισμοί» ή «μεταθέσεις βίων», που είναι οι δύο Διαθήκες, έχουν ως συνέχεια «τρίτον σεισμόν», την εποχή δηλ. της Εκκλησίας, που σημαίνει «την εντεύθεν επί τα εκείσε μετάστασιν» (Λόγος ΛΑ’ 25) και που επαναλαμβάνοντας άλλους ονομάζει ο Γρηγόριος καταχρηστικά «τρίτην διαθήκην». Μεταξύ των δύο πρώτων σεισμών – σταδίων της θείας οικονομίας και του τρίτου υπάρχει ουσιώδης διαφορά. Οι δύο πρώτοι χαρακτηρίζονται από «αφαιρέσεις», διότι κατά τις δύο Διαθήκες ο Θεός αφαιρούσε κάτι από τα ήθη και τις αντιλήψεις των ανθρώπων, οδηγώντας τους προς την τελειότητα βαθμιαία. Έτσι η ΠΔ «περιέκοψε» τα είδωλα και «συνεχώρησεν» (επέτρεψε) τις θυσίες. Η ΚΔ περιέκοψε τις θυσίες, αλλά δεν εμπόδισε την περιτομή κι έγιναν οι εθνικοί ιουδαίοι και οι ιουδαίοι χριστιανοί. Η τρίτη εποχή, από την Πεντηκοστή και μετά, εφόσον όλα στην ΚΔ είναι αυθεντικά ως λόγοι και έργα του Υιού του Θεού, πραγματοποιείται «δια των προσθηκών» (Λόγος ΛΑ’ 26). Εννοεί με τον όρο «προσθήκαι» την διεύρυνση της γνώσεως της αλήθειας με τον φωτισμό του αγ. Πνεύματος, που οδηγεί όχι σε νέες αλήθειες, αλλά στην πληρέστερη γνώση των ήδη στην Γραφή δηλωμένων, ώστε να πρόκειται όχι για βελτίωση της γνώσεως της αλήθειας , αλλά για αύξηση της. Την διαδικασία αυτή είχαν στον Β’ αιώνα υπογραμμίσει ο Θεοφόρος Ιγνάτιος και ο Ειρηναίος της Λυών (Έλεγχος Δ’ 11, 2• Ε’ 2, 2 κ.ά.).

Η ενέργεια του αγ. Πνεύματος πριν από την Πεντηκοστή

Το τρίτο στάδιο της θείας οικονομίας, η δράση του αγ. Πνεύματος από την Πεντηκοστή και μετά, διακρίνεται, χωρίς να χωρίζεται, από τα δύο πρώτα, δηλ. την Π και την ΚΔ, των οποίων αποτελεί συνέχεια και συνέπεια. Για να εξηγήσει την συνέπεια αυτή ο Γρηγόριος, αλλά και το είδος δράσεως του αγ. Πνεύματος στα δύο πρώτα στάδια, τονίζει ότι, όταν έλαβε «πέρας» η «σωματική» παρουσία του Χριστού στην γη, άρχισε το έργο του Πνεύματος, που συνιστά «ελπίδος συμπλήρωσιν», κάτι που έγινε πλέον με την κάθοδο κι «επιδημία» του Πνεύματος στην γη (Λόγος ΜΑ’ 5). Για να δείξει το κατεξοχήν έργο του Πνεύματος μετά την ανάσταση του Κυρίου, αναγκάζεται να χρησιμοποιήσει εκφράσεις, που δυνατόν να παρεξηγηθούν. Τώρα, λοιπόν, το Πνεύμα είναι «ουσιωδώς» παρόν και όχι «ενεργεία». Όπως ο Υιός επικοινώνησε με τους ανθρώπους «σωματικώς», «έπρεπε» να φανεί και το Πνεύμα «σωματικώς». Όταν ο Υιός επανήλθε στον Πατέρα, ήλθε το Πνεύμα «ως Κύριον», αλλά φυσικά, το Πνεύμα δρούσε από την αρχή της θείας οικονομίας με τα δύο άλλα θεία πρόσωπα.
Έτσι ενεργούσε στις αγγελικές και θείες δυνάμεις, στους πατέρες και τους προφήτες της ΠΔ και στους μαθητές του Κυρίου. Προς τους τελευταίους ενήργησε «τρισσώς», κατά τρία στάδια, διότι δεν ήσαν οι Απόστολοι από την αρχή σε θέση να κατανοήσουν τα πάντα: πριν δοξαστεί με το πάθος ο Χριστός, μετά την Ανάσταση και μετά την Ανάληψη. Στο πρώτο στάδιο δρούσε «αμυδρώς» και στο δεύτερο «εκτυπώτερον» (σαφέστερα), ενώ στο τρίτο «τελεότερον», διότι τώρα δρα ως παρόν «ουσιωδώς», δηλαδή τώρα είναι ο κατεξοχήν καιρός της δράσεώς του, ο «καιρός του Πνεύματος» (Λόγος ΜΑ’ 11), όπως χαρακτηριστικά λέγει:

Το άγιο Πνεύμα «ενήργει, πρότερον μεν εν ταις αγγελικαίς και ουρανίοις δυνάμεσιν… Έπειτα εν τοις πατράσι και τοις προφήταις… Έπειτα εν τοις Χριστού μαθηταίς… και τούτοις τρισσώς, καθ’ όσον οιοί τε ήσαν χωρείν και κατά καιρούς τρεις• το πριν δοξασθήναι Χριστόν τω πάθει• μετά το δοξασθήναι τη αναστάσει• μετά την εις ουρανούς ανάβασιν ή αποκατάστασιν. Δηλοί δε η πρώτη των νόσων και η των πνευμάτων κάθαρσις, ουκ άνευ Πνεύματος δηλαδή γενομένη και το μετά την οικονομίαν εμφύσημα, σαφώς ον έμπνευσις θειοτέρα• και ο νυν μερισμός των πύρινων γλωσσών, ο και πανηγυρίζομεν. Αλλά το μεν πρώτον, αμυδρώς• το δε δεύτερον, εκτυπώτερον• το δε νυν, τελεότερον, ουκ έτι ενεργεία παρόν, ως πρότερον, ουσιωδώς δε, ως αν είποι τις, συγγινόμενόν τε και συμπολιτευόμενον. Έπρεπε γαρ Υιού σωματικώς ημίν ομιλήσαντος και αυτό φανήναι σωματικώς. Και Χριστού προς εαυτόν επανελθόντος, εκείνο προς ημάς κατελθείν• ερχόμενον μεν ως Κύριον, πεμπόμενον δε ως ουκ αντίθεον» (Λόγος ΜΑ’ 11).

Στο παραπάνω κείμενο του λόγου Εις την Πεντηκοστήν, που εκφωνήθηκε το 379 στην Κωνσταντινούπολη, έχουμε και την φράση: το άγιο Πνεύμα «ερχόμενον ως Κύριον», από την οποία προφανώς προέρχεται ο όρος «Κύριον» του άρθρου περί αγ. Πνεύματος στο Σύμβολο της Β’ Οίκουμ. Συνόδου (381).

Η αναζήτηση «αποθέτον κάλλους» ως τελική ερμηνευτική

«Τάξις θεολογίας», όπως είδαμε, είναι η σταδιακή αύξηση της διδασκαλίας, όσο αυτό είναι αναγκαίο και όσο φωτίζει το Πνεύμα, χωρίς να πρόκειται για εξέλιξη του δόγματος, που προϋποθέτει βελτίωσή του και ανεπάρκεια προς σωτηρία στην προ της εκάστοτε αυξήσεως του εποχή. Βάσει της «τάξεως» αυτής ο Γρηγόριος θεολόγησε περί των τριών υποστάσεων και της μιας φύσεως στον Θεό, περί της θεότητας του αγίου Πνεύματος και των δύο φύσεων του Χριστού.

Η αυξημένη εμπειρία της αλήθειας , την οποία μπορεί με τις παραπάνω προϋποθέσεις να πετύχει ο «άριστος» θεολόγος είναι πέρα του γράμματος της Γραφής, συνιστά απόθετον κάλλος της αλήθειας . Οι φράσεις αυτές αποβαίνουν στον Γρηγόριο πολυσήμαντοι όροι, με τους οποίους προσπαθεί να εκφράσει το γεγονός ότι ο θεολόγος χωρεί πέρα από το γράμμα της Γραφής, σκύβει κάτω και μέσα από αυτό («είσω παρακύψαντες»), το ξεπερνά, δεν περιορίζεται από αυτό, προχωρεί από βάθος σε βάθος, με το φως του Πνεύματος βρίσκει περισσότερο φως. Οι όψεις της αλήθειας , τις οποίες έτσι βρίσκει, μολονότι δεν είναι σαφώς δηλωμένες από το γράμμα της Γραφής, ανήκουν στο απόθετον κάλλος, είναι όψεις της άπειρης θείας αληθείας. Ο όρος κάλλος, σχετιζόμενος με το θείο και την αλήθεια, απαντά στο Συμπόσιον του Πλάτωνα. Ο Γρηγόριος εδώ ότι αναζητά και βρίσκει κάτω από το γράμμα της Γραφής δεν είναι «ξένον» προς αυτήν. Αντίθετα, πρέπει να είναι σύμφωνο και ομόλογο με ότι αυτή περιέχει:

 «Πάλιν και πολλάκις ανακύκλεις ημίν το άγραφον. Ότι μεν ουν ου ξένον τούτο… δέδεικται μεν ήδη πολλοίς των περί τούτου διειληφότων, όσοι μη ραθύμως μηδέ παρέργως ταις θείαις Γραφαίς εντυχόντες, αλλά, διασχόντες το γράμμα και είσω παρακύψαντες, το απόθετον κάλλος ιδείν ηξιώθησαν και τω φωτισμώ της γνώσεως κατηυγάσθησαν» (Λόγος ΛΑ’ 21. Βλ. και ΜΓ’ 63 κ.ά.).
Τα παραπάνω δεδομένα τονίζουν εμφαντικά ότι ο Γρηγόριος ασκεί θεολογία εμπειρική, αναλύει την διαδικασία της θεοπτίας, ξεπερνώντας και περιφρονώντας μάλιστα (Λόγος ΚΗ’ 9) την νεοπλατωνική μέθοδο του αποφατισμού, όπως με την ίδια θεολογία ξεπερνά το δίλημμα: αλληγορική ή ιστορικογραμματική ερμηνεία; Και αυτό, γιατί με την θεολογία του δεν επιδιώκει φιλοσοφικά την αρχική γνώση του Θεού, ώστε, αποφάσκοντας ότι δεν μπορεί να είναι θεός, να φθάνει δήθεν στον Θεό. Ως πιστός και δη ως θεολόγος ο Γρηγόριος ήδη ζει την θεία αλήθεια και προσπαθεί να προχωρήσει περισσότερο, ν’ αποκτήσει εμπειρία και άλλης όψεως της αλήθειας . Στο περισσότερο (στο «πλέον») τούτο, στον μεγάλο του στόχο, ανάγεται με τον φωτισμό του αγ. Πνεύματος και όχι με τον αποφατισμό, με άρνηση ιδιοτήτων που δεν ανήκουν στον Θεό. Πέρα του γράμματος της Γραφής, στο «απόθετον κάλλος» της αλήθειας, φτάνει πάλι με φωτισμό.

Αντίθετα, η αυστηρή αλληγορική ερμηνεία θα τον ανάγκαζε να επινοεί στις βιβλικές λέξεις έννοιες δικές του και η ιστορικογραμματική ερμηνεία θα τον περιόριζε μόνο σε ότι ρητά (expresses verbis) δηλώνουν οι βιβλικές λέξεις.

Τέλος, η εμφανής αγωνία του Γρηγορίου κάθε φορά που μιλάει περί θεολογίας και η εφαρμογή των σχετικών αναλύσεων στο δικό του έργο, υπογραμμίζουν την επιθυμία του να γίνει και να είναι ο ίδιος «άριστος θεολόγος», όπως πράγματι έγινε. Και η Εκκλησία του το αναγνώρισε, αποκαλώντας τον «Θεολόγον». Αυτή είναι η μόνη εξήγηση της πολυσήμαντης επωνυμίας του.

Η σχέση των θείων προσώπων και η Θεότητα τον αγίου Πνεύματος

Η Εκκλησία μετά το 350 συγκλονιζόταν από το πρόβλημα του πώς της σχέσεως των προσώπων της αγίας Τριάδας. Ήδη το 364 ο Μ. Βασίλειος θεμελίωσε και εισήγαγε θεολογικά πλέον την διάκριση των τριών θείων υποστάσεων και την ενότητα της φύσεώς τους. Επειδή όμως ο τελευταίος θεολόγησε με αφορμή τις απόψεις του Ευνομίου κατά της θεότητας του Υιού, η τριαδολογία του κέντρο είχε τον Υιό. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Βασίλειος δεν ονομάζει ρητά το άγιο Πνεύμα ομοούσιο ούτε στο πλέον τέλειο έργο του «Περί του αγ. Πνεύματος», γραμμένο το 375.

Ο Γρηγόριος υιοθέτησε απόλυτα την τριαδολογική βάση του Βασιλείου και συνέχισε το οικοδόμημα, εξηγώντας και διασαφηνίζοντας οριστικά σχεδόν την διάκριση ιδιότητας και φύσεως των θείων προσώπων, για να φτάσει στην ομοουσιότητα Πατέρα, Υιού και Πνεύματος. Θεολόγησε όμως με αφορμή και τις κακοδοξίες περί αγίου Πνεύματος. Έτσι, κάνοντας τολμηρά βήματα, έφτασε κι εξέφρασε πρώτος (μεταξύ των θεολόγων της Εκκλησίας ήδη πριν το 372: Λόγος ΙΓ’ 4. PG 35, 856Β) την αλήθεια ότι το Πνεύμα είναι Θεός, όπως ακριβώς ο Πατέρας και ο Υιός. Το 372 (Επιστ. 58) διαμαρτύρεται, γιατί ο Βασίλειος δεν ήταν σαφής στο θέμα της θεότητας και ομοουσιότητας του Πνεύματος• και το 379/80 με τον πέμπτο θεολογικό Λόγο (ΛΑ’) αποβαίνει ο κορυφαίος Πνευματολόγος της Εκκλησίας:

«Τι ουν, Θεός το Πνεύμα; πάνυ γε• τι ουν, ομοούσιον; είπερ Θεός» (Λόγος ΛΑ’ 10).

     «…σέβειν Θεόν τον Πατέρα, Θεόν τον Υιόν, Θεόν το Πνεύμα το άγιον, τρεις ιδιότητας, θεότητα μίαν, δόξη και τιμή και ουσία και βασιλεία μη χωριζομένη» (Λόγος ΛΑ’ 28).

«Hv το φως το αληθινόν… ο Πατήρ. Ην το φως το αληθινόν… ο Υιός. Ην το φως το αληθινόν… ο άλλος Παράκλητος. Ην και ην και ην, αλλ’ εν ην. Φως και φως και φως, αλλ’ εν φως, εις Θεός» ( Λόγος ΛΑ’ 3).


«Θεού δε όταν είπω, ενί φωτί περιαστράφθητε και τρισί• τρισί μεν κατά τας ιδιότητας, είτουν υποστάσεις, ει τινι φίλον καλείν, είτε πρόσωπα – ουδέν γαρ περί ονομάτων ζυγομαχήσομεν, έως αν προς την αυτήν έννοιαν αι συλλαβαί φέρωσιν• ενί δε κατά τον της ουσίας λόγον, είτουν θεότητος. Διαιρείται γαρ αδιαιρέτως, ιν’ ούτως είπω, και συνάπτεται διηρημένως» (Λόγος ΛΘ’ 11).

«Όνομα δε, τω μεν ανάρχω, Πατήρ• τη δε αρχή, Υιός• τω δε μετά της αρχής, Πνεύμα άγιον. Φύσις δε τοις τρισί μία, Θεός» (Λόχος MB’ 15).

Ο Θεός αποτελεί «μοναρχία», αλλ’ «ουχ ην εν περιγράφει πρόσωπον• εστί γαρ και το εν στασιάζον προς εαυτό πολλά καθίστασθαι, αλλ’ ην φύσεως ομοτιμία συνίστησι και γνώμης σύμπνοια και ταυτότης κινήσεως και προς το εν των εξ αυτού σύννευσις, όπερ αμήχανον επί της γεννητής φύσεως, ώστε καν αριθμώ διαφέρη, τη γε ουσία μη τέμνεσθαι. Δια τούτο μονάς απ’ αρχής εις δυάδα κινηθείσα, μέχρι Τριάδος έστη. Και τούτο εστίν ημίν ο Πατήρ και ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα» (Λόχος ΚΘ’ 2).


Ο τρόπος υπάρξεως των θείων προσώπων

Ο Βασίλειος εξήγησε κυρίως την αγεννησία του Πατέρα και την γέννηση του Υιού, αφήνοντας την κατανόηση του τρόπου υπάρξεως του αγ. Πνεύματος για τον μέλλοντα αιώνα (Κατά Ευνομίου Γ’ 7). Ο Γρηγόριος εξήγησε τον όρο εκπόρευσις (ή έκπεμψις) για το άγιο Πνεύμα, έχοντας συνείδηση ότι αυτός πρώτος εισάγει θεολογικά τον όρο, αυτός άρα θεολογεί πρώτος για τον τρόπο υπάρξεως του Πνεύματος:

«Πνεύμα άγιον… προϊόν εκ του Πατρός, ουχ υιικώς δε, ουδέ γαρ γεννητώς, αλλ’ εκπορευτώς, ει δει τι και καινοτομήσαι περί τα ονόματα σαφήνειας ένεκεν. Ούτε του Πατρός εκστάντος της αγεννησίας, διότι γεγέννηκεν• ούτε του Υιού της γεννήσεως, ότι εκ του αγεννήτου. Πώς γαρ; Ούτε του Πνεύματος, ή εις Πατέρα μεταπίπτοντος ή εις Υιόν, ότι εκπορεύεται και ότι Θεός, καν μη δοκή τοις αθέοις• η γαρ ιδιότης ακίνητος» (Λόγος ΛΘ’ 12).

«Ο μεν γεννήτωρ και προβολεύς (= ο Πατήρ), λέγων δε απαθώς και αχρόνως και ασωμάτως• των δε, το μεν γέννημα (= ο Υιός), το δε πρόβλημα» (= το Πνεύμα) (Λόχος ΚΘ’ 2).


«Κοινόν γαρ, Πατρί μεν και Υιό και αγίω Πνεύματι το μη γεγονέναι και η θεότης• Υιώ δε και αγίω Πνεύματι το εκ του Πατρός. Ίδιον δε, Πατρός μεν η αγεννησία, Υιού δε η γέννησις, Πνεύματος δε η έκπεμψις» (Λόγος ΚΕ’ 16).

Επέμενε λοιπόν ο Γρηγόριος στην επισήμανση του τρόπου υπάρξεως του αγίου Πνεύματος και στην υπογράμμιση ότι ο τρόπος υπάρξεως του κάθε προσώπου της άγιας Τριάδας είναι αποκλειστικός για κάθε πρόσωπο. Κάθε προσβολή της αποκλειστικότητας του τρόπου υπάρξεως των θείων προσώπων οδηγεί στην σύγχυση και την αναίρεση της Τριάδας. Ο Πατέρας υπάρχει ως αγέννητος και είναι γεννήτορας του Υιού και προβολέας – εκπορευτής του αγ. Πνεύματος. Ο Υιός υπάρχει ως γέννημα του Πατέρα και το Πνεύμα ως εκπορευόμενο, «προϊόν», από τον Πατέρα. Η εκπόρευση – έκπεμψη του Πνεύματος ανήκει πάντα στον Πατέρα και ουδέποτε συνδέεται με τον Υιό. Παρά την θεολογική τομή, που κάνει ο Γρηγόριος εδώ, εκφράζει την παραδοσιακή διάθεση αποφυγής ασκήσεως θεολογίας πέραν του απολύτως αναγκαίου. Δηλώνει ότι περαιτέρω ανάλυση- εξήγηση της εκπορεύσεως καθ’ αυτήν του Πνεύματος, ως τρόπου υπάρξεως, δεν είναι δυνατή, όπως δεν είναι δυνατή και περαιτέρω ανάλυση της αγεννησίας του Πατέρα:

«Τις ουν η εκπόρευσις; Ειπέ συ την αγεννησίαν του Πατρός, καγώ την γέννησιν του Υιού φυσιολογήσω και την εκπόρευσιν του Πνεύματος» (Λόγος ΛΑ’ 8. Βλ. και ΚΕ’ 16). «Ακούεις γέννησιν ( = την εκ του Πατρός); Το πώς μη περιεργάζου. Ακούεις ότι το Πνεύμα προϊόν εκ του Πατρός; Το όπως μη πολυπραγμόνει» (Λόγος Κ’ 11).

Πραγματοποίησε όμως ακόμα ένα σημαντικό βήμα στην τριαδολογία με την εξήγηση του τρόπου υπάρξεως των θείων προσώπων ως σ χ έ σ ε ω ς. Ο Βασίλειος μίλησε για τις ιδιότητες, για το ίδιον των υποστάσεων (Επιστ. 214, 4). Ο Γρηγόριος εμβαθύνει στο αυτό θέμα και ορίζει το ίδιον ως σχέση μεταξύ των προσώπων. Το ίδιον, ο τρόπος υπάρξεως των θείων προσώπων, αποτελεί σχέση και όχι ουσία στην θεότητα. Έτσι, τα ιδιαίτερα ονόματα των προσώπων, δηλαδή Πατέρας-Υιός-αγ. Πνεύμα, δηλώνουν την μεταξύ τους σχέση και όχι την ουσία. Εάν, βέβαια, δήλωναν την ουσία κάθε προσώπου, τότε κάθε πρόσωπο θα είχε και διαφορετική ουσία. Και προχωρεί ακόμη. Τα ονόματα (Πατέρας, Υιός, Πνεύμα) δεν δηλώνουν ούτε ενέργεια, εφόσον οι ενέργειες είναι κοινές των προσώπων κι εφόσον για τον Γρηγόριο αυτό θα σήμαινε ότι ο Υιός είναι ενέργημα, επομένως κτίσμα, του Πατέρα:

«Ο Πατήρ, φησίν, ουσίας ή ενεργείας όνομα;… ει μεν ουσίας φήσομεν, συνθησομένους ετερούσιον είναι τον Υιόν, επειδή μία μεν ουσία Θεού, ταύτην δε, ως ούτοι, προκατείληφεν ο Πατήρ• ει δε ενεργείας, ποίημα σαφώς ομολογήσοντας, αλλ’ ου γέννημα. Ου γαρ ο ενεργών, εκεί πάντως και το ενεργούμενον… Ούτε ουσίας όνομα ο Πατήρ, ω σοφώτατοι, ούτε ενεργείας• σχέσεως δε και του πώς έχει προς τον Υιόν ο Πατήρ ή ο Υιός προς τον Πατέρα» (Λόγος ΚΘ’ 16).

«Τι ουν εστί, φησίν, ο λείπει τω Πνεύματι, προς το είναι Υιόν; ει γαρ μη λειπόν τι ην, Υιός αν ην. Ου λείπειν φαμέν, ουδέ γαρ ελλιπής Θεός• το δε της εκφάνσεως… η της προς άλληλα σχέσεως διάφορον, διάφορον αυτών και την κλήσιν πεποίηκε» (Λόγος ΛΑ’ 9).


Κεφαλή στην διοίκηση της Εκκλησίας

Η κοίμηση του Μ. Βασιλείου και η κήδευσή του την 1.1.379 απέβη ορόσημο στην πορεία του Γρηγορίου. Το πρωτείο του κύρους, που στην οικουμενική γενικά Εκκλησία κατείχε ο Βασίλειος, μετατέθηκε στον Γρηγόριο. Το γεγονός ότι ο άνθρωπος της «φυγής» και της «απραξίας» δέχτηκε το 379 να δράσει στην Κωνσταντινούπολη, σημαίνει ότι αισθανόταν αυξημένη ευθύνη. Μετά τον θάνατο του Βασιλείου εκτίμησε ορθά ότι μόνο σ’ αύτόν εμπιστεύτηκαν και δη συνολικά οι ορθόδοξοι να δώσει την μεγάλη μάχη στην κακόδοξη πρωτεύουσα του ανατολικού κράτους. Οι ορθόδοξοι τον τοποθετούσαν στην κεφαλή, τρόπον τινά, της Εκκλησίας και της θεολογίας της και ο Γρηγόριος ανταποκρίθηκε• τόσο που την πιο προχωρημένη θεολογία του, ως περιεχόμενο και μορφή, την διατύπωσε από το 379 έως το 381. Τώρα η Καθολική Εκκλησία είχε το βλέμμα στραμμένο στην Κωνσταντινούπολη, και ένεκα του Γρηγορίου, όπως πριν στην Καισάρεια, ένεκα του Βασιλείου, και παλαιότερα στην Αλεξάνδρεια, ένεκα του Αθανασίου. Αλλά και στην Β’ Οικουμενική Σύνοδο (Μάιος – Ιούλιος 381) το Πνεύμα και η θεολογία του Γρηγορίου κυκλοφορούσαν, μολονότι ο ίδιος εγκατέλειψε τον αρχιεπισκοπικό θρόνο και την προεδρία της Συνόδου, κάτι όμως που έγινε όταν είχε πλέον εξασφαλιστεί η ορθοδοξία. Και αν στην σύνταξη του Συμβόλου της συνόδου υιοθετήθηκε κυρίως η μετριοπαθής ορολογία του Βασιλείου, στην Επιστολή, που οι ίδιοι συνοδικοί επίσκοποι έγραψαν το επόμενο έτος, η ορολογία του Γρηγορίου περί «ομοουσιότητος» του αγ. Πνεύματος και «τελειότητος» των δύο φύσεων του Κυρίου επικράτησε απόλυτα.

Οι δύο φύσεις του Κυρίου. «Το απρόσληπτον αθεράπευτον»

Στην επίγνωση της αυξημένης θεολογικής του ευθύνης και στο ότι έστω και σιωπηρά οι ορθόδοξοι τον εκτιμούσαν ως την θεολογική κεφαλή της όλης Εκκλησίας, αποδίδουμε και την απόφασή του ν’ αντιμετωπίσει το θεολογικό πρόβλημα που προκάλεσαν οι χριστολογικές κακοδοξίες του Απολιναρίου. Βέβαια, αντίθεση στις κακοδοξίες αυτές διατύπωσε και ο Μ. Αθανάσιος (π.χ. το 362: Τόμος προς Αντιοχείς), τον οποίο επανέλαβε ο Επιφάνιος το 374/7. Επρόκειτο όμως για μία πρώτη αντίδραση• ορθή, αλλά όχι αρκετή για να λύσει ικανοποιητικά το πρόβλημα, επειδή έλλειπε η αναγκαία θεολογική εμβάθυνση και επιχειρηματολογία. Την προσπάθειά του ο Γρηγόριος ανέλαβε το 381, όταν ο απολιναρισμός έδειχνε να μην κάμπτεται και να οργανώνεται σε ομάδα με οργάνωση εκκλησιαστική στην Λαοδίκεια, την Αντιόχεια και την ίδια την Ναζιανζό. Είναι αλήθεια ότι όσο ζούσε ο Βασίλειος, ο Γρηγόριος περίμενε εκείνον να αντιμετωπίσει το δύσκολο πρόβλημα. Τώρα όμως θεολογική κεφαλή ήταν ο ίδιος και όφειλε να αναλάβει τον αγώνα. Το πρόβλημα δεν του ήταν άγνωστο και ήδη, σποραδικά μέχρι το 380, είχε διατυπώσει ορθά και αριστοτεχνικά την αλήθεια της ενώσεως των δύο φύσεων στον Χριστό.

Δεν γνωρίζουμε πόσο παρακολουθούσε τις χριστολογικές δυσκολίες της Εκκλησίας από το 360/2, όταν και ο Μ. Αθανάσιος αντιμετώπισε θέματα σχετικά. Βέβαιο είναι ότι ο Γρηγόριος από το 362, όταν έγραψε τον Β’ Λόγον του, μιλούσε για ανάκραση θεότητας και ανθρωπότητας σε ένα, τον Χριστό, και για ψυχή ανθρώπινη, που προσλαμβάνεται και αυτή με την σάρκα:

«Τούτο (= είναι το μυστήριο της ενανθρωπήσεως και θεοποιήσεως) η κενωθείσα θεότης, τούτο η προσληφθείσα σαρξ, τούτο η καινή μίξις, Θεός και άνθρωπος, εν εξ αμφοίν και δι’ ενός αμφότερα. Δια τούτο Θεός σαρκί δια μέσης ψυχής ανεκράθη και συνεδέθη τα διεστώτα, τη προς άμφω του μεσιτεύοντος οικειότητι…» (Λόγος Β’ 23).


«Επί την ιδίαν εικόνα χωρεί (= ο θείος Λόγος) και σάρκα φορεί δια την σάρκα και ψυχή νοερά δια την εμήν ψυχήν μείγνυται, τω ομοίω το όμοιον ανακαθαίρων. Και πάντα γίνεται, πλήν της αμαρτίας, άνθρωπος• κυηθείς μεν εκ της Παρθένου, και ψυχήν και σάρκα προκαθαρθείσης τω Πνεύματι (έδει γαρ και γέννησιν τιμηθήναι και παρθενίαν προτιμηθήναι)• προελθών δε Θεός μετά της προσλήψεως, εν εκ δύο των εναντίων, σαρκός και Πνεύματος• ων το μεν εθέωσε το δε εθεώθη… ο ων γίνεται και ο άκτιστος κτίζεται και ο αχώρητος χωρείται, δια μέσης ψυχής νοεράς μεσιτευούσης θεότητι και σαρκός παχύτητι» (Λόγος ΛΗ’ 13).


«δύο φύσεις (= στον Χριστό) εις εν συνδραμούσαι, ουχ υιοί δύο• μη καταψευδέσθω η σύγκρασις» (Λόχος ΛΖ’ 2).

«Τούτον (= τον Υιόν του Θεού) επ’ εσχάτων των ημερών γεγενήσθαι δια σε και Υιόν ανθρώπου, εκ της Παρθένου προελθόντα Μαρίας αρρήτως και αρυπάρως (ουδέν γαρ ρυπαρόν ου Θεός και δι’ ου σωτηρία), όλον άνθρωπον, τον αυτόν και Θεόν, υπέρ όλου του πεπονθότος, ίνα όλω σοι την σωτηρίαν χαρίσηται, όλον το κατάκριμα λύσας της αμαρτίας• απαθή θεότητι, παθητόν τω προσλήμματι• τοσούτον άνθρωπον δια σε, όσον συ γίνη δι’ εκείνον Θεός» (Λόγος Μ’ 45).

Η θεολογική εμφάνιση του Απολιναρίου Λαοδικείας πριν από την δεκαετία του 360 σήμαινε την σπορά των χριστολογικών αιρέσεων. Ο Γρηγόριος διαπίστωσε στην διδασκαλία του Απολιναρίου μεγάλη διαστροφή της πίστεως της Νίκαιας με συνέπειες χριστολογικές, ανθρωπολογικές και σωτηριολογικές. Πράγματι ο Απολινάριος στην «Έκθεση πίστεως» προς τον Ιοβιανό (363), παραθέτοντας μ’ επεξηγήσεις το Σύμβολο Νικαίας, παραλείπει τον όρο «ενανθρωπήσαντα» (που προϋποθέτει πρόσληψη ολόκληρου του ανθρώπου) και χρησιμοποιεί την περιβόητη φράση «μία φύσις του Θεού Λόγου σεσαρκωμένη», για να τονίσει ότι ο Λόγος προσέλαβε μόνο σάρκα (και άλογη ψυχή).
Η θέση αυτή, όπως ορθά διέκρινε ο Γρηγόριος, αμφισβητούσε την ακεραιότητα της ανθρώπινης φύσεως στον Χριστό, κατέστρεφε την ενότητα του ανθρώπου (νους ή ψυχή και σάρκα) και έκανε προβληματική την σωτηρία του, εφόσον ο Λόγος δεν προσλάμβανε και τον ανθρώπινο νου. Παρατηρούμε ότι, ενώ ο Απολινάριος εκκινούσε από την αριστοτελική αρχή ότι δεν είναι δυνατόν να συνυπάρχουν «δύο τέλεια» (θείος Λόγος και άνθρωπος), ο Γρηγόριος εκκινούσε από την εμπειρική θεολογική αλήθεια, ότι «το απρόσληπτον αθεράπευτον• ο δε ήνωται τω Θεώ, τούτο και σώζεται» (Επιστ. 101, 32, όπου και αναπτύσσει την πρώτη εκτεταμένη αντιαπολιναριστική του θεολογία). Για το ότι ο άνθρωπος σώζεται από κανέναν δεν στασιάζεται. Για να σωθεί όμως ολόκληρος, πρέπει και να προσληφθεί ολόκληρος (και ο νους) από τον θείο Λόγο. Έτσι έφθανε στην συνάφεια των δύο τελείων φύσεων (Επιστ. 101, 37 και 41). Γι αυτό έχουμε δύο τέλειες και ολόκληρες φύσεις στον Χριστό, κάτι που κατορθώνεται με την θέωση της ανθρώπινης φύσεως μέσω της θείας φύσεως:

«Τήρει ουν τον άνθρωπον όλον και μίξον την θεότητα, ίνα τελέως ευεργετής» (Επιστ. 101, 36).

Εντούτοις οι δύο φύσεις του Χριστού, μολονότι «άλλο» καθεαυτήν η θεία και «άλλο» η ανθρώπινη, δεν προϋποθέτουν και «δύο Υιούς» (101, 19), όπως δίδασκε ο Διόδωρος Ταρσού, δεν οδηγούν σε είδος δυοφυσιτισμού (νεστοριανισμού), επειδή οι δύο φύσεις «συνάπτονται κατ’ ουσίαν». Μάταια τον κατηγορούσαν ότι διαχωρίζει τις δύο φύσεις, τις οποίες δήθεν αντιπαραθέτει (Επιστ. 102).

      «Εν τη συγκράσει, Θεού μεν ενανθρωπήσαντος, ανθρώπου δε θεωθέντος… Λέγω δε άλλο και άλλο, έμπαλιν η επί της Τριάδος έχει. Εκεί μεν γαρ άλλος και άλλος, ίνα μη τας υποστάσεις συγχέωμεν• ουκ άλλο δε και άλλο, εν γαρ τα τρία και ταυτόν τη θεότητι» (Επιστ. 101, 21).

Αν ο θείος Λόγος δεν προσελάμβανε και τον νουν, τότε δεν θα προσλαμβανόταν ολόκληρος ο άνθρωπος. Ο Γρηγόριος εστίαζε την προσπάθεια του στο να δείξει ότι ο Λόγος προσέλαβε ολόκληρο τον άνθρωπο και γι’ αυτό στον Χριστό έχουμε δύο πραγματικές φύσεις, την θεία, που είναι αληθινή, και την ανθρώπινη, που είναι ακέραιη. Η ένωση στον Χριστό είναι τόσο αληθινή και σαφής, όσο είναι η ενότητα ψυχής και σώματος στον άνθρωπο. Όπως έχουμε έναν άνθρωπο, που όμως αποτελείται από δύο, ψυχή και σάρκα, έτσι έχουμε και έναν Χριστό. Η ένωση των δύο φύσεων έγινε με την επέμβαση του αγίου Πνεύματος («θεϊκώς μεν ότι χωρίς ανδρός»), αλλά η Παρθένος Μαρία εκύησε σύμφωνα με τους ανθρώπινους νόμους, φυσιολογικά και πραγματικά, δηλαδή αναπτύχτηκε στους κόλπους της ο Θεάνθρωπος, ώστε ορθά να θεωρείται και να ονομάζεται Θεοτόκος η Παρθένος Μαρία. Παρά ταύτα ο Γρηγόριος δεν ταυτίζει την αόρατη θεία φύση με την ορατή κτιστή:

     «ει τις ου Θεοτόκον την αγίαν Μαρίαν υπολαμβάνει, χωρίς εστί της θεότητος. Ει τις ως δια σωλήνος της Παρθένου διαδραμείν, αλλά μη εν αυτή διαπεπλάσθαι λέγει θεικώς άμα και ανθρωπικώς (θεικώς μεν χωρίς ανδρός, ανθρωπικώς δε ότι νόμω κυήσεως), ομοίως άθεος. Ει τις διαπεπλάσθαι τον άνθρωπον, είθ’ υποδεδυκέναι λέγοι Θεόν, κατάκριτος. Ου γέννησις γαρ Θεού τούτο εστίν, αλλά φυγή γεννήσεως. Ει τις εισάγει δύο υιούς, ένα μεν τον εκ του Θεού και Πατρός, δεύτερον δε τον εκ της μητρός, αλλ’ ουχί ένα και τον αυτόν, και της υιοθεσίας εκπέσοι της επηγγελμένης τοις ορθώς πιστεύουσι. Φύσεις μεν γαρ δύο, Θεός και άνθρωπος, επεί και ψυχή και σώμα• υιοί δε ου δύο, ουδέ θεοί. Ουδέ γαρ ενταύθα δύο άνθρωποι, ει και ούτως ο Παύλος το εντός του ανθρώπου και το έκτος προσηγόρευσε. Και ει δει συντόμως ειπείν, άλλο μεν και άλλο τα εξ ων ο Σωτήρ (είπερ μη ταυτόν το αόρατον τω ορατώ και το άχρονον τω υπό χρόνον), ουκ άλλος δε και άλλος• μη γένοιτο. Τα αμφότερα εν τη συγκράσει, Θεού μεν ενανθρωπήσαντος, ανθρώπου δε θεωθέντος, ή όπως αν τις ονομάσειε. Λέγω δε άλλο και άλλο, έμπαλιν η επί της Τριάδος έχει. Εκεί μεν γαρ άλλος και άλλος (= Πατήρ, Υιός, Πνεύμα), ίνα μη τας υποστάσεις συγχέωμεν… Ει τις ως εν προφήτη λέγοι κατά χάριν ενηργηκέναι (= ο θείος Λόγος), αλλά μη κατ’ ουσίαν συνηφθαί τε και συνάπτεσθαι, είη κενός της κρείττονος ενεργείας» (= θείας χάριτος) (Επιστ. 101, 16-22).

Την θεολογία ο Γρηγόριος, ότι ο θείος Λόγος προσέλαβε σάρκα και νουν συγχρόνως, ενισχύει και με την εξής παρατήρηση: στο νου εστιάζεται το κατ’ εικόνα του ανθρώπου και το κατ’ εικόνα τούτο αμαυρώθηκε με το προπατορικό αμάρτημα. Η αναστήλωση του κατ’ εικόνα, την οποία ήρθε στην γη να πραγματώσει ο Θεός Λόγος, θα ήταν αδύνατο να επιτευχτεί χωρίς την πρόσληψη του νου, στον οποίο βρίσκεται το κατ’ εικόνα. Ακόμη, εάν προσελάμβανε μόνο σάρκα, τα «πάθη» του Χριστού θα οφείλονταν στην ίδια την θεότητά του, εφόσον αυτά συνδέονται με τον νουν και την ψυχή του ανθρώπου.

Για το πώς έγινε δυνατόν να ενωθεί η ανθρώπινη φύση με την θεία, χωρίς ν’ αφομοιωθεί ως κατώτερη, δίνει, πλην άλλων, μία χαρακτηριστική εικόνα. Η ανθρώπινη, γράφει, φύση ενώνεται στην θεία, όπως το φως των αστέρων στο φως του ήλιου και η λαμπάδα σε μια πυρκαϊά. Στην διάρκεια της ημέρας τ’ αστέρια δεν φαίνονται, αλλά υπάρχουν ολόκληρα. Και η λαμπάδα δεν φαίνεται στις δυνατές φλόγες της πυρκαϊάς, αλλά υπάρχει (Επιστ. 101, 44-45).

«Ει τις εις άνουν άνθρωπον ήλπικεν, ανόητος όντως εστί και ουκ άξιος όλως σώζεσθαι. Το γαρ απρόσληπτον αθεράπευτον• δε ήνωται τω Θεώ, τούτο και σώζεται. Ει ήμισυς έπταισεν ο Αδάμ, ήμισυ και το προσειλημμένον και το σωζόμενον… Ει μεν γαρ άψυχος ο άνθρωπος, τούτο και αρειανοί λέγουσιν, ιν’ επί την θεότητα το πάθος ενέγκωσιν, ως του κινούντος το σώμα, τούτου και πάσχοντος. Ει δε άψυχος, ει μεν ου νοερός, πώς και άνθρωπος; ου γαρ άνουν ζώον ο άνθρωπος… Αλλ’ ήρκει, φησίν, η θεότης αντί του νου. Τι ουν προς εμέ τούτο; Θεότης γαρ μετά σαρκός μόνης ουκ άνθρωπος, αλλ’ ουδέ ψυχής μόνης, ουδέ αμφοτέρων χωρίς του νου, η και μάλλον άνθρωπος. Τήρει ουν τον άνθρωπον όλον και μίξον την θεότητα, ίνα με τελέως ευεργετής… ει το χείρον (= το σώμα) προσείληπται, ιν’ αγιασθή δια της σαρκώσεως, το κρείττον (ο νους) ου προσληφθήσεται, ιν’ αγιασθή δια της ενανθρωπήσεως; Ει ο πηλός (= το σώμα) εζυμώθη και νέον φύραμα γέγονεν, ω σοφοί, η εικών (= ο νους) ου ζυμωθήσεται και προς Θεόν ανακραθήσεται, θεωθείσα δια της θεότητος;… Ο γαρ την εντολήν εδέξατο (= δηλ. ο νους), τούτο και την εντολήν ουκ εφύλαξεν• ο δε ουκ εφύλαξε, τούτο και την παράβασιν ετόλμησεν• ο δε της σωτηρίας εδείτο, τούτο και προσελήφθη• ο νους άρα προσείληπται» (Επιστ. 101, 32-52).

Διακεκριμένες υποστάσεις-ενωμένες φύσεις

Την ενότητα των υποστάσεων της Αγίας Τριάδας χρησιμοποιεί ο Γρηγόριος για πρώτη φορά ως πρότυπο της ενότητας των δύο φύσεων στον Χριστό, γιατί έβλεπε καθαρά και τον κίνδυνο να θεωρηθεί ότι απορροφάται η ανθρώπινη φύση από την θεία (μονοφυσιτισμός, στον οποίο σαφώς οδηγούσε ο Απολινάριος) και τον κίνδυνο να θεωρηθεί η πρόσληψη της ανθρώπινης φύσεως από την θεία ως επιφανειακή, επίπλαστη, εξωτερική, άρα μη πραγματική. Τούτο θ’ αφαιρούσε την δυνατότητα της σωτηρίας, αφού η επίπλαστη πρόσληψη δεν εξασφαλίζει την θέωση ή μεταστοιχείωση του ανθρώπου, και θα κατέλυε την ενότητα του προσώπου του Χριστού. Στην παρομοίωση όμως Τριάδας και φύσεων στον Χριστό επισημαίνει ότι οι φύσεις υπάρχουν κεκραμένες, ενώ οι υποστάσεις διακεκριμένες. Με την παραπάνω θεολογία του ο Γρηγόριος έθεσε τις βάσεις της χριστολογίας, μολονότι χρειαζόταν ακόμα επίπονη θεολογική προσπάθεια, για να δειχτεί ο τρόπος της ενότητας των τελείων φύσεων του Χριστού, κάτι που έγινε κυρίως από τον Γρηγόριο Νύσσης, τον Κύριλλο Αλεξανδρείας και τον Θεοδώρητο Κύρου.
Η θεήλατη και γενναία θεολογία του περί των δύο τελείων φύσεων του Χριστού, καθώς και η επιμονή του στην πρόσληψη ολόκληρου του ανθρώπου, εξηγούν και φωτίζουν την ανθρωπολογία του. Τονίζει με τρόπο μοναδικό το μεγαλείο και τις προοπτικές του ανθρώπου, ο οποίος είναι κράμα δύο κόσμων, του υλικού και του πνευματικού (χους, νους, πνεύμα), συνιστά «κόσμον δεύτερον ( = μετά τον υλικόν), εν μικρώ μέγαν…. τον αυτόν πνεύμα και σάρκα» (Λόγος ΛΗ’ 11). Ο «μικρός» άνθρωπος είναι «μέγας» κατά το πνεύμα, αφού γίνεται «επόπτης της ορατής φύσεως», «μύστης των νοουμένων» και προορίζεται να θεωθεί, να ενωθεί πραγματικά με τον Θεό (βλ. Λόγος ΜΕ’ 7). Η πτώση του ανθρώπου είχε ως αποτέλεσμα την εξορία του από τον παράδεισο και την πικρή περιπλάνηση, την οποία ταυτίζει με τους «δερμάτινους χιτώνας», την σάρκα και τα πάθη. Η πραγματικότητα αυτή έχει κάτι το θετικό: του προκάλεσε την αισχύνη ενώπιον του Θεού και του δημιούργησε τον θάνατο, τουλάχιστον «ίνα μη αθάνατον η το κακόν» (Λόγος ΜΕ’ 8), και την αμαρτία. Στον Χριστό όμως επανακοινωνεί με τον Θεό και μάλιστα με τρόπο ανώτερο από τον πρώτο και θεοειδέστερο:

«ζώον εν εξ αμφοτέρων, αοράτου τε λέγω και ορατής φύσεως, δημιουργεί τον άνθρωπον. Και παρά μεν της ύλης λαβών το σώμα ήδη προϋποστάσης, παρ’ εαυτού δε πνοήν ενθείς (ο δη νοεράν ψυχήν και εικόνα Θεού οίδεν ο λόγος), οιόν τινά κόσμον έτερον ( = μετά τον υλικόν), εν μικρώ μέγαν, επί της γης έστησεν, άγγελον άλλον, προσκυνητήν μικτόν, επόπτην της ορατής κτίσεως, μύστην της νοούμενης, βασιλέα των επί γης, βασιλευόμενον άνωθεν, επίγειον και ουράνιον, πρόσκαιρον και αθάνατον, ορατόν και νοούμενον, μέσον μεγέθους και ταπεινότητος, τον αυτόν πνεύμα και σάρκα… ζώον ενταύθα οικονομούμενον και αλλαχού μεθιστάμενον και — πέρας του μυστηρίου — τη προς Θεόν νεύσει θεούμενον» (Λόγος ΜΕ’ 7). «Μετέλαβον (= ως άνθρωπος) της εικόνος και ουκ εφύλαξα• μεταλαμβάνει της εμής σαρκός, ίνα και την εικόνα σώση και την σάρκα αθανατίση. Δευτέραν κοινωνεί κοινωνίαν, πολύ της προτέρας παραδοξοτέραν. Όσω τότε μεν κρείττονος μετέδωκε, νυν δε μεταλαμβάνει του χείρονος. Τούτο του προτέρου θεοειδέστερον• τούτο τοις νουν έχουσιν υψηλότερον» (Λόγος ΜΕ’ 9).

Ο ποιητής

Ο Γρηγόριος υπήρξε σπουδαίος ποιητής με εξαιρετική αίσθηση του λόγου. Το περίεργο είναι όμως ότι, μολονότι γνώριζε και σποραδικά, μη οργανωμένα, χρησιμοποίησε την τονική ρυθμοποιία (δύο πάντως οργανωμένα ποιήματα σε τονικό μέτρο αποδόθηκαν εσφαλμένα στον Γρηγόριο), έγραψε 19.000 περίπου προσωδιακούς στίχους, από το 371 και μετά. Φυσικά είχε μικρές πιθανότητες να διαβαστεί ευρέως η ποίησή του και καμιά ελπίδα να γίνει υμνωδία της Εκκλησίας. Η εξήγηση του φαινομένου σχετίζεται όχι τόσο με την ανάγκη ν’ απαντήσει στον νόμο του Ιουλιανού (362), που απαγόρευε στους χριστιανούς καθηγητές να διδάσκουν στις εθνικές σχολές, αλλά με προσωπικές παρορμήσεις, ενώ παράλληλα έδρασε ως αφορμή και η πλούσια προσωδιακή ποίηση του μη ορθόδοξου Απολιναρίου. Ο ίδιος ο Γρηγόριος, στο ποίημά του Έμμετρα (έπη ΛΘ’) δίνει μία εξήγηση στα ερωτηματικά, που φίλοι κι εχθροί διατύπωναν, βλέποντας τον να γράφει ποιήματα και δη προσωδιακά. Εξηγεί λοιπόν ότι αποφάσισε να γράφει σε στίχους τις σκέψεις του, για να περιορίσει την αμετρία ή την πολυλογία του, για να ωφελεί τους νέους, που ευχαριστούνται περισσότερο διαβάζοντας ποιήματα, για να μην εμφανίζονται οι χριστιανοί ως απαίδευτοι ενώπιον των εθνικών και για να παρηγορείται στην διάρκεια της μακρόχρονης αρρώστιας του. Αυτά όμως δικαιολογούν μόνο περιστασιακή ενασχόληση με την ποίηση, όχι την πληθωρική και ρωμαλέα και καλοοργανωμένη ποίηση του Γρηγορίου. Ο Γρηγόριος, άρα, ήταν ταλαντούχος ποιητής που με ποικίλες αφορμές έγραψε ποιήματα.
Τα ποιήματα (έπη) του Γρηγορίου είναι δογματικά, στα οποία εκτίθεται η τριαδολογία και η χριστολογία του, επιτάφια επιγράμματα, ηθικά και διδακτικά και ιστορικά, δηλαδή αυτοβιογραφικά. Σε πάρα πολλά από αυτά συναντά ο αναγνώστης αληθινή έμπνευση, ρωμαλέα σκέψη, νευρώδη λόγο, έντονο λυρισμό διάθεση εξομολογητική, βαθιά μελαγχολία, απογοήτευση και μεγαληγορία. Αλλά και η πεζότητα, που κακώς γενικεύτηκε από μερικούς ερευνητές, χαρακτηρίζει πολλούς από τις τόσες χιλιάδες των στίχων του. Πάντως, παρά την μεγάλη ποιητική άξια των Επών, ο Γρηγόριος είναι μεγάλος ποιητής πρώτα για την ποιητικότητα των «πεζών» κειμένων του κι έπειτα για τις πολλές χιλιάδες των στίχων του. Αυτοί δεν είχαν ανταπόκριση στο αισθητήριο της εποχής και οι μιμητές τους υπήρξαν ελάχιστοι και περιθωριακοί. Αντίθετα, ποιητικά τμήματα Λόγων του, αυτούσια ή με επεμβάσεις, έγιναν ύμνοι της Εκκλησίας από μεταγενέστερους ποιητές-υμνωδούς Κανόνων ήδη από τον ΣΤ’ αιώνα, εάν μη κι ενωρίτερα.

Ενδεικτικά παραθέτουμε εδώ μικρά τμήματα Λόγων του Γρηγορίου και ανάλογα τμήματα των Κανόνων, που ψάλλονται και σήμερα στους Όρθρους των σχετικών εορτών του εκκλησιαστικού έτους. Έτσι διαπιστώνεται και η αξιόλογη ποιητικότητα του Γρηγορίου και η επίδρασή του στους μεταγενέστερους υμνογράφους της Εκκλησίας, μεταξύ των οποίων οι κορυφαίοι ποιητές Ιωάννης Δαμασκηνός και Κοσμάς ο Μελωδός. Το γεγονός μάλιστα, ότι εκκλησιαστικοί ύμνοι ποιήθηκαν βάσει ομιλητικών κειμένων του Γρηγορίου, γνώριζε και ο αββάς Δωρόθεος τον ΣΤ’ αιώνα, που παραθέτει τον σχετικό ύμνο, αναφερόμενος και στον αντίστοιχο Λόγο του Γρηγορίου. Χαρακτηριστικό του αναπτυγμένου ποιητικού αισθητηρίου του Γρηγορίου είναι και ότι ο ιερός άνδρας, γράφοντας και εκφωνώντας τον Λόγο του ΜΕ’ στο Άγιο Πάσχα, χρησιμοποίησε κάποια στοιχεία από παλαιότερο ύμνο (νομίζουμε του Γ’ αι.: Βλ. Πατρολογία μας, τόμος Α’, σ. 473) στο Πάσχα, κείμενο σαφώς ποιητικό.

Γρηγορίου, Λόγος ΛΓ΄14:

«…ιερεία έμψυχα,
ολοκαυτώματα λογικά,
θύματα τέλεια,
θεοί δια Τριάδος προσκυνουμένης»
(PG 36,232).

Δωροθέου, Διδασκαλία 23:

«Ιερεία έμψυχα,
ολοκαυτώματα λογικά,
μάρτυρες Κυρίου,
θύματα τέλεια Θεού»
(PG 88, 1829-1836).

Λόγος (ΛΗ΄) εις τα Χριστούγεννα:

«Χριστός γεννάται, δοξάσατε•
Χριστός εξ ουρανών, απαντήσατε•
Χριστός επί γης, υψώθητε.
Άσατε τω Κυρίω πάσα η γη•

και, ιν’ αμφότερα συνελών είπω,
ευφραινέσθωσαν οι ουρανοί
και αγαλλιάσθω η γη•
δια τον επουράνιον, είτα επίγειον.
Χριστός εν σαρκί,
τρόμω και χαρά αγαλλιάσθε•
τρόμω, δια την αμαρτίαν•
χαρά, δια την ελπίδα.

Ο άσαρκος σαρκούται,
ο Λόγος παχύνεται,
ο αόρατος οράται,
ο αναφής ψηλαφάται,
ο άχρονος άρχεται,
ο Υιός του Θεού, υιός ανθρώπου γίνεται.

Έλληνες διαγελάτωσαν,
αιρετικοί γλωσσαλγείτωσαν.
Τότε πιστεύσουσιν,
όταν ίδωσιν εις ουρανόν ανερχόμενον»
(ΒΕΠ 60,64• PG 36, 312Α-313Β).

Κοσμά Μελωδού, Κανών εις τα Χριστούγεννα:

«Χριστός γεννάται, δοξάσατε•
Χριστός εξ ουρανών, απαντήσατε•
Χριστός επί γης, υψώθητε.
Άσατε τω Κυρίω πάσα η γη
Και εν ευφροσύνη
Ανυμνήσατε λαοί ότι δεδόξασται»
(Ωδή α΄. Ειρμός).

Λόγος (ΚΑ΄) εις Μ. Αθανάσιον:

«Αθανάσιον επαινών, αρετήν επαινέσομαι.
Ταυτόν γαρ εκείνον τε ειπείν
και αρετήν επαινέσαι.
………………………………………………………………….
Αρετήν δε επαινών, Θεόν επαινέσομαι»
(ΒΕΠ 59, 148• PG 35, 1081-1084).

Θεοφάνους Γραπτού, Κανών εις Αθανάσιον:

«Αθανασίω προσκομίζω τον έπαινον
ως αρετήν ευφημών
προς τον Θεόν φέρω μάλλον το εγκώμιον»
(Π. Τρεμπέλα, Εκλογή ελλην. ορθοδόξου υμνογραφίας, σ. 324)

Λόγος (Α΄) εις το Πάσχα:

«Αναστάσεως ημέρα και αρχή δεξιά
και λαμπρυνθώμεν τη πανηγύρει
και αλλήλους περιπτυξόμεθα

………………………………………………………………..
Χθες συνεσταυρούμην Χριστώ,
σήμερον συνδοξάζομαι•
χθες συνενεκρούμην,
συζωποιούμαι σήμερον•
χθες συνεθαπτόμην,
σήμερον συνεγείρομαι»
(ΒΕΠ 58, 243 και 244• PG 35, 396-397).

Λόγος (ΜΕ΄) εις το αγ. Πάσχα:

«Πάσχα Κυρίου, Πάσχα,
και πάλιν ερώ Πάσχα, τιμή της Τριάδος.
Αύτη εορτών ημίν εορτή
και πανήγυρις πανηγύρεων.
…………………………………………………………………
Αλλ’ ω Πάσχα, το μέγα και ιερόν
και παντός του κόσμου καθάρσιον!
ως γαρ εμψύχω σοι διαλέξομαι.
Ω Λόγε Θεού
και φως και ζωή και σοφία και δύναμις»
(ΒΕΠ 60, 187 και 202• PG 36, 664).

Ιωάννου Δαμασκηνού, Κανών εις την Ανάστασιν:

«Αναστάσεως ημέρα
Λαμπρυνθώμεν λαοί,
Πάσχα Κυρίου Πάσχα.
Εκ γαρ θανάτου προς ζωή…»
(Ωδή α΄, Ειρμός: Π. Τρεμπέλα, σ. 302).

«Χθες συνεθαπτόμην σοι Χριστέ,
συνεγείρομαι σήμερον αναστάντι σοι•
συνεσταυρούμην σοι χθες,
αυτός με συνδόξασον Σωτήρ
εν τη βασιλεία σου» (Ωδή γ΄).

«Αύτη η κλητή και αγία ημέρα
η μία των Σαββάτων,
η βασιλίς και κυρία,
εορτή εορτών
και πανήγυρις εστί πανηγύρεων
εις τους αιώνας» (Ωδή η΄, Ειρμός).

«Ω Πάσχα το μέγα
και ιερώτατον, Χριστέ•
ω σοφία και Λόγε
του Θεού και δύναμις,
δίδου ημίν εκτυπώτερον
σου μετασχείν
εν τη ανεσπέρω
ημέρα της βασιλείας σου» (Ωδή θ΄).

Πολλά διευθετημένα σε στίχους πεζά κείμενα του Γρηγορίου αποδεικνύονται ρυθμικός λόγος, χαρακτηριστικά του οποίου είναι η τάση για προπαροξυτονισμό, ομοτονία, ισοσυλλαβία και ομοιοκαταληξία. Συνήθη είναι τα δίστιχα παραλληλισμού ή αντιθέσεως και η τομή. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται για τα ομοιοκατάληκτα και συχνά ισοσύλλαβα βραχέα κώλα, που ως στιχουργική ήταν συστηματοποιημένη από τον σύρο Εφραίμ. Το φαινόμενο όμως απαντά πολύ πριν από τον Εφραίμ στην ασιανική ρητορεία και μάλιστα σε πολλές προγρηγοριανές πατερικές ομιλίες, όπως φάνηκε από την παράθεση τμήματος του Λόγου ΛΗ’ του Γρηγορίου.
Ιδιαίτερος λόγος γίνεται συνήθως για δύο κείμενα, διευθετημένα σε στίχους με ορισμένα σταθερά ποιητικά μέτρα, δηλ. την ισοσυλλαβία και τον δυναμικό τονισμό. Πρόκειται για τον «Ύμνον εσπερινόν» από 25 στίχους (PG 37, 511-514)
«Σε και νυν ευλογούμεν / Χριστέ μου, Λόγε Θεού, φως εκ φωτός ανάρχου / και πνεύματος ταμίαν, τριττού φωτός εις μίαν / δόξαν αθροιζόμενου• ος έλυσας το σκότος, / ος υπέστησας το φως»
και τον «Προς παρθένους παραινετικόν» από 100 στίχους (PG 37, 632-640)
Παρθένε νύμφη του Χριστού / δόξαζε σου τον νυμφίον
……………………………………………………………………………………
Μόνον όλως σεαυτήν / αγνήν τήρει, Παρθένε.
Μήπως σπιλώσης Χριστού / τον άσπιλον χιτώνα.
Όμμα σοι σωφρονείτω / γλώσσα παρθενεύτω».

Για τα ποιήματα αυτά, που δεν είναι και σπουδαίας εμπνεύσεως, διατυπώθηκαν αμφιβολίες μέχρι βεβαιότητα περί του ότι δεν προέρχονται από την γραφίδα του Γρηγορίου. Από γνήσια όμως ποιήματα του ίδιου (π.χ. «Υποθήκαι παρθένοις»: έπη Ηθικά 2) λαμβάνουν ιδέες και εικόνες. Άρα τα δύο ποιήματα οφείλονται σε κάποιον συμπιλητή του τέλους του Δ’ ή των αρχών του Ε΄αι. Αυτά, είναι σαφές, αποτελούν δείγμα της υποχωρήσεως της προσωδίας, που στηρίζεται στην διάκριση μακρών και βραχειών συλλαβών, και εισβολής της τονικής ρυθμοποιίας, που όμως δεν ρυθμίζει ακόμη απόλυτα το μέτρο και που στηρίζεται στον δυναμικό τονισμό. Πάντως και τα δύο παραπάνω ποιήματα είναι δεκατετρασύλλαβοι, που χωρίζονται σε δύο ημιστίχια των επτά συλλαβών. Στο δεύτερο ημιστίχιο του «Προς παρθένους παραινετικού» έχουμε πάντοτε παροξυτονισμό -τόνο στην παραλήγουσα – δηλαδή πόδα τονικό τροχαίο (- υ), ά- διάφορο αν η τονιζόμενη παραλήγουσα είναι μακρά ή βραχεία. Ακόμη έχει μεγάλη σημασία το γεγονός ότι στο τελευταίο ποίημα, του οποίου τουλάχιστον μερικοί στίχοι είναι παραλλαγμένοι προσωδιακοί στίχοι του Γρηγορίου, παρατηρείται ισχυρή παύση, στο τέλος κάθε δύο στίχων, κάτι που προϋποθέτει συνείδηση στροφής ποιητικής, έχουμε δηλ. στροφική στιχουργική, που θα οδηγήσει στις στροφικές συνθέσεις των Κοντακίων μετά από έναν αιώνα και περισσότερο.
Τους περίπου 19.000 αρχαιοπρεπείς στίχους του ο Γρηγόριος έγραψε βάσει των μέτρων του Ομήρου, του Ησιόδου, των τραγικών, των λυρικών και άλλων ποιητών. Έτσι π.χ. γράφει σε ιαμβικό τρίμετρο, σε ηρωικό εξάμετρο και σε ανακρεόντεια μέτρα, τα οποία μάλιστα ενίοτε παραλλάσσει.

Ενδεικτικά παραθέτουμε οκτασύλλαβους ανακρεόντειους στίχους
με παροξυτονισμό από τον «Ύμνον προς Θεόν»:

«Σε τον άφθιτον μονάρχην,
δος ανυμνείν, δος αείδειν•
Τον άνακτα τον δεσπότην,
δι’ ον ύμνος, δι’ ον αίνος
δι’ ον αγγέλων χορεία,
δι’ ον αιώνες άπαυστοι,
δι’ ον ήλιος προλάμπει,
δι’ ον ο δρόμος σελήνης,
δι’ ον άστρων μέγα κάλλος,
δι’ ον άνθρωπος ο σεμνός
έλαχε νοείν το θείον,
λογικόν ζώον υπάρχων»
(PG 37, 508-509)

Και ο επίλογος του αυτοβιογραφικού ποιήματος «Προς τον εαυτού βίον», που έγραψε σε ιαμβικό τρίμετρο για να εκφράσει πλην άλλων την απογοήτευσή του για ότι συνέβη κατά την Β’ Οίκουμ. Σύνοδο (381) και την από εκεί φυγή του:
«Πέρας λόγου• πάρειμι νεκρός έμπνοος.
Ηττημένος (του θαύματος) στεφηφόρος,
έχων Θεόν τε και φίλους τους ενθέους
αντί θρόνου τε και κενού φρυάγματος.
Υβρίζετ’, ευθυμείτε, πάλλεσθ’, ω σοφοί•
ωδήν τίθεσθε τας εμάς δυσπραξίας
εν συλλόγοις τε και πότοις και βήμασι.
………………………………………………………………
Χθες ενθρονισταί και διώκται σήμερον.
………………………………………………………………..
Ζητώ τιν’ οικείν εκ κακών ερημίαν,
ου μοι το θείον νω μόνω ζητούμενον,
ελπίς τε κούφη των άνω, γηροτρόφος.
Εκκλησίαις δε τι δώσομεν; το δάκρυον.
Εις τούτο γαρ με και συνήγαγε Θεός,
πολλαίς ελίσσων την εμήν ζωήν στροφαίς.
“Η ποί προβήσετ’; Ειπέ μοι, Θεού Λόγε•
Εις την άσειστον εύχομαι κατοικίαν,
ένθα Τριάς μου και το σύγκρατον σέλας,
ης νυν αμυδραίς ταις σκιαίς υψούμεθα» (PG 37, 1163-1166).

ΒΙΟΣ
Ο Γρηγόριος γεννήθηκε περί το 329/30 στην Ναζιανζό. Ο πατέρας του, Γρηγόριος επίσης, ήταν επίσκοπος της πόλεως, πλούσιος γαιοκτήμονας και ίσως εβραϊκής καταγωγής, δεδομένου ότι ανήκε για πολύ στην ιουδαιο- ειδωλολατρική αίρεση των Υψισταρίων, την οποία εγκατέλειψε με την επιμονή και τις προσευχές της ευσεβέστατης συζύγου του Νόννας. Ο υιός Γρηγόριος σπούδασε στην Ναζιανζό, στην Καισαρεία της Καππαδοκίας, όπου γνωρίστηκε με τον Βασίλειο (341/343), στην Καισαρεία της Παλαιστίνης, στην Αλεξάνδρεια και τέλος στην Αθήνα (350/357), όπου δίδασκαν σπουδαίοι ρητοροδιδάσκαλοι, όπως ο Ιμέριος και ο Προαιρέσιος και όπου στερέωσε την φιλία του με τον Βασίλειο. Το τελευταίο έτος της παραμονής του στην Αθήνα (356/7) δίδαξε και ο ίδιος ρητορική (εγκυκλοπαιδική φιλοσοφία), όπως έκανε και μόλις επέστρεψε στην Ναζιανζό, με την παράκληση φίλων του. Ήδη από το 358/9, εποχή που δέχτηκε το βάπτισμα, βρίσκεται σε συχνή επικοινωνία με τον φίλο του Βασίλειο, τον οποίο ακολούθησε στο ασκητήριο του στον Πόντο (κοντά στον Ίρι ποταμό), τέλος του 360. Εκεί συνασκήτεψαν και συνεργάστηκαν για την τελική σύνταξη έργων, για τα οποία ο καθένας είχε ήδη εργαστεί (ο Γρηγόριος για την «Φιλοκαλία»), Στο τέλος του 361 ή λίγο πριν από το Πάσχα του 362, υποκύπτοντας στις πιέσεις του πατέρα του, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος. Μετά από σύντομη φυγή στο ασκητήριο του Βασιλείου επανήλθε και βοηθούσε τον γέροντα πατέρα του στο ποιμαντικό έργο, εγκαινιάζοντας και την θεολογική του προσφορά.

Περί το τέλος του 363 και τις αρχές του 364 ο Ευσέβιος Καισαρείας προσκάλεσε στην Καισάρεια ως βοηθό του τον Γρηγόριο, ο οποίος αντιπρότεινε για την θέση τον Βασίλειο, που τελικά δέχτηκε. Το 368/9 δοκιμάστηκε πολύ από τον θάνατο των αδελφών του, Καισαρίου, ανώτερου αυλικού υπαλλήλου, και Γοργονίας. Το 370 βοήθησε αθέλητα και έμμεσα τον Βασίλειο να εκλεγεί μητροπολίτης Καισαρείας. Στις επανειλημμένες προσκλήσεις του τελευταίου, που μάλιστα του ανέθετε την ευθύνη της κατηχήσεως και της καταπολεμήσεως των αρειανών, απαντούσε αρνητικά, διότι προτιμούσε την ησυχία και διότι είχε την ευθύνη της επισκοπής Ναζιανζού (ο επίσκοπος πατέρας του ήταν πλέον υπέργηρος και κοιμήθηκε το 374, λίγο πριν από την σύζυγό του Νόννα).

Το 372 ο Βασίλειος, προκειμένου να ενισχύσει την επιρροή του στην Καππαδοκία, χειροτόνησε άκοντα τον Γρηγόριο επίσκοπο για την άσημη κωμόπολη Σάσιμα. Αντί όμως να μεταβεί εκεί, κατέφυγε σε ορεινό μέρος και γύρισε μόνο όταν ο πατέρας του υποσχέθηκε ότι δεν θα τον πιέσει να πάει στα Σάσιμα, τα οποία και απλώς επισκέφτηκε. Για την πρωτοβουλία αυτή του Βασιλείου ο Γρηγόριος θα παραπονείται σε όλη του την ζωή, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι δύο άνδρες δεν συνεργάζονταν ή ότι έπαυσαν να συνδέονται με φιλία. Αντίθετα, ο Γρηγόριος επισκεπτόταν τον Βασίλειο, συζητούσε μαζί του κρίσιμα εκκλησιαστικοθεολογικά θέματα, όπως το περί της θεότητας του αγ. Πνεύματος, και κήρυττε στην Καισάρεια.

Μετά τον θάνατο του πατέρα του (374) επωμίστηκε προσωρινά όλη την ευθύνη της επισκοπής. Όταν όμως διαπίστωσε ότι επίτηδες οι συμπολίτες του δεν φρόντιζαν να εκλεγεί νέος επίσκοπος (για να κρατήσουν εκεί τον ίδιο τον Γρηγόριο), έφυγε για την Σελεύκεια (Ισαυρία) κι εγκαταστάθηκε για τέσσερα περίπου χρόνια στον εκεί ναό της άγιας Θέκλας, πραγματοποιώντας το παλαιό του όνειρο για μοναστική ζωή, νηπτικό βίο, ησυχία και θεωρία. Στο τέλος του 378 αρρώστησε τόσο, που δεν μπόρεσε να ταξιδέψει στην Καισάρεια, όπου ο Βασίλειος κοιμήθηκε και κηδεύτηκε την 1.1.379. Το γεγονός συγκλόνισε την ευαίσθητη ψυχή του. Τέλος του 378 υπέκυψε στις παρακλήσεις ορθοδόξων της Κωνσταντινουπόλεως και μετέβη εκεί, όπου οι ναοί όλοι ανήκαν στους αρειανούς, που κυριαρχούσαν απόλυτα. Με κέντρο τον ναΐσκο της Αναστάσεως (ή Αναστασίας) κατήχησε, δίδαξε, εξεφώνησε τους περίφημους Θεολογικούς Λόγους, στήριξε τους ορθοδόξους και με τον θεόπνευστο λόγο του ανέστησε την ορθοδοξία στην Κωνσταντινούπολη. Η θεολογική του διδασκαλία είχε τόση απήχηση, ώστε να έρχονται να τον ακούσουν πεπαιδευμένοι θεολόγοι ακόμα και από μακρινές περιοχές της αυτοκρατορίας (Ιερώνυμος, Ευάγριος Ποντικός κ.α.). Οι αρειανοί αντέδρασαν βίαια. Του επιτέθηκαν βάναυσα και δεν δίστασαν να επιχειρήσουν την δολοφονία του. Ευτυχώς ο δολοφόνος, μόλις βρέθηκε μπροστά στον ασκητή και θεολόγο επίσκοπο, μετανόησε. Μεγαλύτερη οδύνη του προξένησε ο κυνικός φιλόσοφος Μάξιμος, τον οποίο προστάτεψε και ο οποίος με την βοήθεια του Πέτρου Αλεξανδρείας πέτυχε να γίνει επίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, παραγκωνίζοντας τον Γρηγόριο. Απογοητευμένος ο Γρηγόριος αποφάσισε να φύγει, αλλά οι παρακλήσεις των ορθοδόξων τον έπεισαν να μείνει για να στερεώσει το μέγα έργο του. Στις 27 Νοεμβρίου του 380 ο φιλορθόδοξος νέος αυτοκράτορας Θεοδόσιος του παρέδωσε τον ναό των άγιων Αποστόλων, αφού διέταξε τον αρειανόφιλο επίσκοπο της Κωνσταντινουπόλεως Δημόφιλο να εγκαταλείψει την πόλη.

Η Β’ Οικουμενική Σύνοδος, που συνήλθε τον Μάιο του 381, του επιφύλαξε τιμές αλλά και πικρίες. Οι συνοδικοί με επικεφαλής τον ομολογητή Μελέτιο Αντιοχείας αναγνώρισαν τον Γρηγόριο ως αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως. Με τον επισυμβάντα θάνατο του Μελετίου ανατέθηκε η προεδρία της Συνόδου στον Γρηγόριο που αφελώς πρότεινε τον Παυλίνο ως κανονικό διάδοχο του Μελετίου. Η πρόταση δυσαρέστησε πολύ τους ανατολικούς επισκόπους. Αλλά και οι επίσκοποι Μακεδονίας και Αιγύπτου, που κλήθηκαν κι έφτασαν καθυστερημένα, αμφισβήτησαν την κανονικότητα του Γρηγορίου ως επισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, με την πρόφαση ότι είχε μετατεθεί από τα Σάσιμα. Βέβαια, ο 15ος κανόνας της Νίκαιας απαγόρευε την μετάθεση, αλλά ο Γρηγόριος δεν ανέλαβε ποτέ την διαποίμανση της επισκοπής Σασίμων. Η δυσκολία μπορούσε να ξεπεραστεί, αλλά η ευαισθησία του Γρηγορίου είχε τρωθεί. Γι αυτό στα μέσα Ιουνίου παραιτήθηκε, αφού εκφώνησε τον συγκλονιστικό Συντακτήριο Λόγο του ενώπιον των επισκόπων. Έφυγε αμέσως για την πατρίδα κι εγκαταστάθηκε στην Αριανζό. Φρόντισε την υγεία του, ήρθε στην Ναζιανζό, βοήθησε για λίγο την Εκκλησία της, καταπολέμησε (382) τους απολιναριστές της περιοχής, έσωσε την πόλη από την καταστροφική οργή του επάρχου Ολυμπίου, συνέβαλε στην τοποθέτηση (383) ως επισκόπου Ναζιανζού του ανεψιού του Ευλαλίου και αποσύρθηκε οριστικά στην Αριανζό. Εκεί έζησε με άσκηση και συγγραφή (ποιημάτων) τα τελευταία χρόνια του. Κοιμήθηκε το 390 (όχι το 389). Η Εκκλησία τιμά την μνήμη του στις 25 Ιανουάριου (και στις 30, με τον Μ. Βασίλειο και τον ιερό Χρυσόστομο).

ΕΡΓΑ

Ο Γρηγόριος ήταν συγγραφέας μεγάλης δυνάμεως και απαράμιλλου κάλλους. Είχε βαθιά αίσθηση του αττικού λόγου και χρησιμοποίησε αριστοτεχνικά την ασιανική ρητορεία. Τα ποικίλα και κάποτε πληθωρικά σχήματα (υπερβατά, ελλειπτικά, μεταφορές, αποστροφές) με τις εικόνες και τις λεπτές γλωσσικές αποχρώσεις ανέδειξαν τα κείμενά του σαγηνευτικό ανάγνωσμα των μεταγενεστέρων. Και αυτό παρά την νοηματική τους βαθύτητα και την όχι σπάνια σκοτεινότητά τους, που οφείλεται κυρίως στον μεγάλο φορτισμό με προσωπικές εμπειρίες, τις οποίες επιχειρούσε να ενδύσει με λόγο. Η ρητορικότητα του λόγου αποβαίνει ποιητικότητα τόσο συχνά, ώστε μεταγενέστεροι ποιητές Κανόνων να παρουσιάσουν αυτούσια ή με προσαρμογές ολόκληρα κείμενά του ως ύμνους εκκλησιαστικούς (βλ. αββά Δωρόθεο, Ιωάννη Δαμασκηνό, Κοσμά Μαϊουμά, Νικηφόρο Βλεμμύδη κ.ά.).
Τα κείμενά του διακρίνονται σε Επιστολές, Λόγους και Έπη (δηλαδή προσωδιακά ποιήματα). Οι Επιστολές του είναι περιστασιακές και πολύ προσωπικές. Λίγες μόνο από αυτές έχουν θεολογικό ενδιαφέρον, ενώ σχεδόν όλες αποδεικνύουν την ρητορική του δεινότητα. Οι Λόγοι είναι το ύψιστο δημιούργημά του, γλωσσικά και θεολογικά. Γράφηκαν με σκοπό πολεμικοαπολογητικό, προς εγκωμιασμό προσώπων, με την ευκαιρία εκκλησιαστικών εορτών και προς επίλυση θεολογικών προβλημάτων. Έχουμε λοιπόν Λόγους απολογητικούς, εγκωμιαστικούς, εόρτιους και δογματικούς. Φυσικά η διάκριση είναι συμβατική, όπως είναι συμβατικός και ο χαρακτηρισμός ως Λόγων των Λόγων Β’ (Απολογητικός της εις τον Πόντον φυγής), Γ’-Δ’ (Κατά Ιουλιανού στηλιτεντικοί) και ΛΓ’ (Προς αρειανούς), οι οποίοι αποτελούν διατριβές ή πραγματείες, γραμμένες μετά από σύντομη προφορική ομιλία. Ως πραγματεία επίσης θέλησε ο Γρηγόριος να παρουσιάσει, εκδίδοντας τους, τους πέντε θεολογικούς Λόγους (ΚΖ’-ΛΑ’), τους οποίους βελτίωσε λίγο ή πολύ μετά την εκφώνηση τους.

Η άποψη των πολλών πατρολόγων ότι ο Γρηγόριος άρχισε να γράφει ποίηση από το 381 και μετά είναι εσφαλμένη, διότι όχι μόνο έγραψε στίχους στην δεκαετία του 370, αλλά και στον πρώτο Λόγο του, χρονολογημένον στο έτος 362 και αφιερωμένον στο άγιο Πάσχα, αρχίζει με τρόπο σαφώς ποιητικό. Η αρχή μάλιστα του Λόγου αυτού και η αρχή του Λόγου ΛΗ’ «Εις τα Θεοφάνεια» χρησιμοποιήθηκαν, όπως είδαμε, σχεδόν κατά λέξη από τον Ιωάννη Δαμασκηνό και τον Κοσμά Μαϊουμά στους περίφημους Κανόνες τους της Αναστάσεως και των Χριστουγέννων.

ΠΗΓΗ: www.sostis.gr

Οι εκπληρωμένες προφητείες για την Ανάσταση του Κυρίου (Α’ Μέρος)

Οι εκπληρωμένες προφητείες για την Ανάσταση του Κυρίου (Α’ Μέρος)

ΑΓΙΟΥ ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ

ΚΑΤΗΧΗΣΗ ΙΔ΄



[Μέρος πρώτο]

     Α. Είναι καιρός να ευφρανθείς,Ιερουσαλήμ, και να πανηγυρίσετε όλοι όσοι αγαπάτε τον Ιησού [πρβ.Ησ.66,10: «εφράνθητι, ερουσαλήμ, κα πανηγυρίσατε ν ατ, πάντες ο γαπντες ατήν, χάρητε μα ατ χαρ, πάντες σοι πενθετε π᾿ ατ»], διότι ο Κύριος αναστήθηκε. Χαρείτε όλοι, όσοι προηγουμένως είχατε πένθος, όταν ακούσατε όσα παράνομα και εγκληματικά τόλμησαν να πράξουν οι Ιουδαίοι· διότι Αυτός που εκείνοι ατίμασαν αλαζονικά, ιδού, αναστήθηκε! Και όπως το να ακούει κανείς για τη Σταύρωση είναι κάπως λυπηρό, έτσι η καλή αγγελία της Αναστάσεως ας ευφραίνει τους παρόντες. Το πένθος ας γίνει ευφροσύνη και ο θρήνος ας μεταστραφεί σε χαρά. Και ας γεμίσει το στόμα μας χαρά και αγαλλίαση, γιατί Εκείνος, μετά την Ανάστασή Του, μας είπε: «Χαίρετε(:Ν χαρεστε)» [Ματθ. 28, 9]

    Διότι διεπίστωσα τη λύπη που είχαν τις προηγούμενες ημέρες όσοι αγαπούν τον Ιησού. Επειδή όσα λέγονταν είχαν ως τέλος τον θάνατο και την Ταφή και δεν ακούστηκε η καλή αγγελία της Αναστάσεως, η καρδιά τους περίμενε με ιερή αγωνία να ακούσει εκείνο που ποθούσαν. Αναστήθηκε λοιπόν ο νεκρός, ο «ελεθερος ανμεσα στος νεκρος»[πρβλ. Ψαλμ.87,5: «προσελογίσθην μετ τν καταβαινόντων ες λάκκον, γενήθην σε νθρωπος βοήθητος ν νεκρος λεύθερος(:θεωρήθηκα όμοιος με εκείνους, οι οποίοι κατέρχονται στο βαθύ λάκκο του τάφου. Έγινα σαν άνθρωπος που στερείται οποιασδήποτε βοήθειας, εγκαταλελειμμένος ανάμεσα στους νεκρούς, μακριά από κάθε επικοινωνία με τους ζωντανούς)»] και ελευθερωτής των νεκρών. Εκείνος που με υπομονή δέχτηκε να φορέσει το ατιμωτικό ακάνθινο στεφάνι, Αυτός, αφού αναστήθηκε, φόρεσε το διάδημα της νίκης κατά του θανάτου.

Β . Αλλά όπως ακριβώς παραθέσαμε τις μαρτυρίες περί του Σταυρού, έτσι και τώρα, έλα να επιβεβαιώσουμε και να παρουσιάσουμε τις αποδείξεις περί της Αναστάσεως. Διότι ο Απόστολος που διαβάσαμε λέει: «κα τι τάφη, κα τι γήγερται τ τρίτη μέρ κατ τς γραφάς(:και ότι ενταφιάστηκε και αναστήθηκε την τρίτη ημέρα, σύμφωνα με όσα προφητεύτηκαν στις Γραφές)» Κορ. 15, 4]. Και εφόσον ο Απόστολος μάς παραπέμπει στις μαρτυρίες των Γραφών, είναι καλό για μας να γνωρίσουμε την ελπίδα της σωτηρίας μας και να μάθουμε πρώτα, αν οι θείες Γραφές μάς λένε ποιος είναι ο καιρός που έγινε η Ανάστασή Του. Άραγε έγινε το καλοκαίρι ή το φθινόπωρο ή μετά το χειμώνα και σε ποιο τόπο έγινε η Ανάστασή Του και ποιο είναι το όνομα του τόπου που διακηρύχτηκε από τους λαμπρούς Προφήτες ως τόπος της Αναστάσεώς Του; Και αν οι γυναίκες που Τον ζητούσαν και δεν Τον εύρισκαν, όταν Τον βρήκαν πάλι, χάρηκαν. Ώστε όταν διαβάζεται το άγιο Ευαγγέλιο, να μη θεωρούνται ότι είναι μύθοι ή επικά πολύλογα και φανταστικά αφηγήματα αυτά που μας εξιστορεί.

Γ΄ Ότι λοιπόν ενταφιάστηκε ο Σωτήρας το ακούσατε σαφώς στην προηγούμενη διάλεξη που ο προφήτης Ησαΐας έλεγε:«σται ν ερήν ταφ ατο(:θα επικρατήσει ειρήνη στην ταφή Του)» [Ησ. 57, 2]· διότι με την ταφή Του έφερε ειρήνη ανάμεσα στον ουρανό και στη γη, οδηγώντας τους αμαρτωλούς στον Θεό· και ότι «π γρ προσώπου δικίας ρται δίκαιος(:ο δίκαιος πάρθηκε από τα χέρια των αδίκων)» [Ησ. 57, 1] και «σται ν ερήν ταφ ατο(:θα επικρατήσει ειρήνη στην ταφή Του)» [Ησ. 57, 2] κα «δώσω τος πονηρος ντ τς ταφς ατο(:και θα παραδοθούν οι πονηροί ως αντάλλαγμα για τον θάνατό Του)» [Ησ. 53, 9]. 

     Επίσης η προφητεία του Ιακώβ που μας λέει: «ναπεσν κοιμήθη ς λέων κα ς σκύμνος· τίς γερε ατόν;(:έπεσε και κοιμήθηκε όπως κοιμάται το λιοντάρι και το λιονταρόπουλό του· ποιος θα Τον ξυπνήσει;)» [Γέν. 49,9]. Είναι και το παραπλήσιο χωρίο που υπάρχει στο βιβλίο των «Αριθμών»: «Κατακλιθες νεπαύσατο ς λέων κα ς σκύμνος· τίς ναστήσει ατόν;(:κατακλθηκε κα αναπαθηκε, όπως το λιοντρι και το λιονταρπουλ του· ποιος θα αναστήσει Αυτόν;)» [Αριθ. 24, 9]. Αλλά και ο Ψαλμός το λέει και το έχετε ακούσει πολλές φορές:«κα ες χον θανάτου κατήγαγές με(:και επέτρεψες να καταπέσω στο χώμα του τάφου και του θανάτου)» [Ψαλμ. 21, 16]. Για τον τόπο ήδη το επισημάναμε με αυτό που λέει:«κούσατέ μου, ο διώκοντες τ δίκαιον κα ζητοντες τν Κύριον, μβλέψατε ες τν στερεν πέτραν, ν λατομήσατε(:ακούστε με εσείς που επιδιώκετε το δίκαιο και ζητείτε πάντοτε τον Κύριο και την βοήθειά Του. Παρατηρήστε τον στερεό βράχο, τον οποίο λατομήσατε)» [Ησ. 51, 1]. Τώρα στη συνέχεια, ας παρουσιάσουμε τις μαρτυρίες γι᾿ αυτή την Ανάστασή Του.

Δ . Λέει λοιπόν πρώτα-πρώτα στον ενδέκατο Ψαλμό:« π τς ταλαιπωρίας τν πτωχν κα π το στεναγμο τν πενήτων, νν ναστήσομαι, λέγει Κύριος(:εξαιτίας της κακοπάθειας των φτωχών και των στεναγμών των στερημένων και καταπιεζομένων, θα αναστηθώ τώρα, λέει ο Κύριος)»[Ψαλμ. 11,6]. Αλλά αυτό το χωρίο για μερικούς είναι αμφίβολο, επειδή πολλές φορές ο Κύριος ξεσηκώνεται, για να λάβει εκδίκηση από τους εχθρούς

    Έλα όμως στο δέκατο πέμπτο Ψαλμό που λέει σαφώς: «Φύλαξόν με, Κύριε, τι π σο λπισα(:φύλαξέ με, Κύριε, διότι σε Σένα στήριξα τις ελπίδες μου)» [Ψαλμ. 15, 1]. Και μετά από αυτά: «ο μ συναγάγω τς συναγωγς ατν ξ αμάτων, οδ᾿ ο μ μνησθ τν νομάτων ατν δι χειλέων μου(:δεν θα συναθροίσω ποτέ λατρευτικές συνάξεις από ανθρώπους μολυσμένους με αίμα αδικοχυμένο, ούτε θα θυμηθώ και ούτε θα αναφέρω με τα χείλη μου τα ονόματά τους)» [Ψαλμ. 15, 4], διότι Εμένα με αρνήθηκαν και θεώρησαν βασιλιά τους τον Καίσαρα. Και συνεχίζει: «προωρώμην τν Κύριον νώπιόν μου διαπαντός, τι κ δεξιν μού στιν, να μ σαλευθ(:έβλεπα τον Κύριο πάντοτε μπροστά μου, πραγματικά ήταν στα δεξιά μου, για να με προστατεύει για να μην κλονιστώ)» [Ψαλμ. 15, 8]. Και λίγο παρακάτω: «τι δ κα ως νυκτς παίδευσάν με ο νεφροί μου (:ακόμη και τη νύχτα με παιδαγωγούσαν οι νυγμοί της συνειδήσεώς μου)» [Ψαλμ. 15, 7]. 

    Μετά επίσης από αυτά σαφέστατα λέει: «τι οκ γκαταλείψεις τν ψυχήν μου ες δην, οδ δώσεις τν σιόν σου δεν διαφθοράν (:δεν θα εγκαταλείψεις την ψυχή μου στον άδη, ούτε θα επιτρέψεις σε αυτόν που σου είναι αφοσιωμένος να δοκιμάσει τη φθορά και την αποσύνθεση)»[Ψαλμ. 15,10]. Δεν είπε: «ούτε θα επιτρέψεις σε Αυτόν που σου είναι αφοσιωμένος να δοκιμάσει θάνατο», γιατί τότε δεν θα πέθαινε, αλλά τι είπε; «Τη φθορά και την αποσύνθεση δεν θα επιτρέψεις να τη γνωρίσω. Όσο για τον θάνατο, δεν θα παραμείνω κάτω από την εξουσία του για πολύ». «γνώρισάς μοι δος ζως(:με έκανες να γνωρίσω δρόμους ζωής μέσα στον τάφο)» [Ψαλμ. 15, 11]. Και να, που σαφώς κηρύττεται ότι μετά το θάνατο έρχεται η ζωή.

   Έλα και στον εικοστό ένατο Ψαλμό:«ψώσω σε, Κύριε, τι πέλαβές με κα οκ εφρανας τος χθρούς μου π᾿ μέ(:θα σε δοξάσω, Κύριε, διότι με προστάτευσες και δεν έπεσα, ώστε να ευφρανθούν οι εχθροί μου, βλέποντας την καταστροφή μου)»[ Ψαλμ. 29, 2]. Τι είναι αυτό που σου έκανε ο Κύριος; Από τους εχθρούς γλύτωσες ή απαλλάχτηκες από τις μέλλουσες τιμωρίες; Αυτός ο ίδιος ο Ψαλμός σαφέστατα αναφέρει πιο κάτω:«Κύριε, νήγαγες ξ δου τν ψυχήν μου(:Κύριε, έβγαλες από τον άδη την ψυχή μου)» [Ψαλμ. 29,4]. Προηγουμένως είπε «δεν θα εγκαταλείψεις στον άδη την ψυχή μου», με προφητική ενόραση, και εδώ αναφέρει αυτό που πρόκειται να γίνει, σαν να έχει ήδη γίνει:  «Κύριε, νήγαγες ξ δου τν ψυχήν μου, σωσάς με π τν καταβαινόντων ες λάκκον(:Κύριε, έβγαλες την ψυχή μου από τον άδη και με έσωσες, για να μην είμαι ανάμεσα στους νεκρούς που κατεβαίνουν στο λάκκο του τάφου)» [Ψαλμ. 29,4]

    Πότε θα γίνει αυτό το γεγονός; «Τ σπέρας αλισθήσεται κλαυθμς κα ες τ πρωΐ γαλλίασις(:το εσπέρας θα διανυκτερεύσει μαζί μας ο κλαυθμός και το πρωί η χαρά και η αγαλλίαση)» [Ψαλμ. 29, 6]. Και πραγματικά. Αργά το βράδυ οι μαθητές είχαν θλίψη και πένθος και το πρωί ήρθε η χαρά και η ευφροσύνη της Αναστάσεως.

Ε . Θέλεις να μάθεις και τον τόπο; Λέει λοιπόν στο Άσμα Ασμάτων: «Ες κπον καρύας κατέβην δεν (:κατέβηκα στον κήπο που είναι οι καρυδιές)»[Άσμα 6, 11]. Ήταν κήπος και εκεί όπου σταυρώθηκε. Τώρα βέβαια μπορεί να καλλωπίστηκε πάρα πολύ με τις βασιλικές επιχορηγήσεις και δωρεές, αλλά ήταν κήπος πριν και ακόμη και τώρα παραμένουν τόσα στοιχεία χαρακτηριστικά που το φανερώνουν. «Κπος κεκλεισμένος, πηγ σφραγισμένη(:Κήπος περιφραγμένος, πηγή σφραγισμένη)» [ Άσμα 4, 12] από τους Ιουδαίους, οι οποίοι έλεγαν «μνήσθημεν τι κενος πλάνος επεν τι ζν, μετ τρες μέρας γείρομαι. κέλευσον ον σφαλισθναι τν τάφον ως τς τρίτης μέρας, μήποτε λθόντες ο μαθητα ατο νυκτς κλέψωσιν ατν κα επωσι τ λα, γέρθη π τν νεκρν· κα σται σχάτη πλάνη χείρων τς πρώτης(:θυμηθήκαμε ότι εκείνος ο πλάνος είπε, ενώ ζούσε ακόμη, ότι μετά από τρεις ημέρες θα αναστηθώ, δώσε λοιπόν διαταγή να ασφαλίσουν τον τάφο μέχρι την τρίτη ημέρα, μήπως έλθουν οι μαθητές του μέσα στη νύχτα και τον κλέψουν, και πουν στο λαό ότι αναστήθηκε από τους νεκρούς. Και θα είναι η τελευταία αυτή πλάνη του λαού χειρότερη από την πρώτη, που τον πίστεψαν ως Μεσσία)» [Ματθ. 27, 63-64] και τα περαιτέρω· «ο δ πορευθέντες σφαλίσαντο τν τάφον σφραγίσαντες τν λίθον μετ τς κουστωδίας(:και οι Ιουδαίοι πήγαν και ασφάλισαν τον τάφο. Έβαλαν δηλαδή σφραγίδες στον λίθο που σκέπαζε το μνημείο. Και τοποθέτησαν εκεί τη φρουρά)» [Ματθ. 27, 66]. 

    Καλά είπε γι᾿ αυτούς κάποιος, απευθυνόμενος προς τον Ιησού: «ες νάπαυσιν ατν κρινες; (:κι Εσύ Κύριε, θα τους αφήσεις να αναπαύονται στη σιγουριά τους;)» [Ιώβ 7, 18].  Ποια είναι τώρα η πηγή η σφραγισμένη; Ή ποιος είναι εκείνος που ερμηνεύεται ως «πηγή φρέατος με ζωντανό νερό;» [πρβλ. Άσμα 4, 15: «Πηγ κήπου κα φρέαρ δατος ζντος κα οιζοντος π το Λιβάνου]. Αυτός είναι ο Σωτήρας, για τον Οποίο έχει γραφεί:«τι παρ σο πηγ ζως, ν τ φωτί σου ψόμεθα φς(:διότι σε Σένα υπάρχει ανεξάντλητη πηγή ζωής, στο δικό σου το φως θα δούμε το αληθινό φως)» [Ψαλμ. 35, 10].

     Αλλά τι λέει ο προφήτης Σοφονίας, σαν να μιλάει ο Ίδιος ο Κύριος σε καθέναν από τους Μαθητές Του; «τοιμάζου, ρθρισον, φθαρται πσα πιφυλλς ατν(:ετοιμάσου, λοιπόν, ξύπνα πρωί-πρωί, διότι έχουν πλέον καταστραφεί οι πονηροί άρχοντες και όλες οι παραφυάδες τους, ακόμα και τα τελευταία υπολείμματά τους)»[Σοφ.3,7]. Και είναι φανερό ότι εννοεί τους Ιουδαίους, οι οποίοι δεν έχουν να επιδείξουν κανένα καρπό —κανένα έργο— που να φανερώνει ότι επιθυμούν τη σωτηρία τους. Δεν έχουν να επιδείξουν ούτε καν κάποιους μικρούς και ασήμαντους καρπούς που θα μπορούσαν να θεωρηθούν απομεινάρια —καμπανάρια— από τον τρύγο του αμπελιού, εφόσον ξεριζώνεται ολοκληρωτικά το αμπέλι τους (η φυλή τους βγαίνει οριστικά έξω από το χώρο της σωτηρίας).

    Και συνεχίζει στο ίδιο κείμενο του Προφήτη και λέει:«Δι τοτο πόμεινόν με, λέγει Κύριος, ες μέραν ναστάσεώς μου ες μαρτύριον(:γι᾿ αυτό υπόμεινέ με, λέει ο Κύριος, μέχρι την ημέρα που θα αναστηθώ στο Μαρτύριο)» [Σοφον. 3, 8]. Βλέπεις ότι ο Προφήτης προγνώριζε ότι και ο τόπος της Αναστάσεως θα επονομαστεί Μαρτύριο; 

     Για ποιο λόγο λοιπόν, κατά τις υπόλοιπες Εκκλησίες, να μην καλείται και ο τόπος αυτός του Γολγοθά και της Αναστάσεως «Εκκλησία», αλλά Μαρτύριο; Ίσως όμως να ονομάζεται έτσι γιατί και ο Προφήτης έτσι το ονόμασε όταν είπε: «ες μέραν ναστάσεώς μου ες μαρτύριον(:μέχρι την ημέρα που θα αναστηθώ στο Μαρτύριο)» [Σοφον. 3, 8].

                                                                            [Συνεχίζεται]             

                 ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,

             επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ:

  • «Κατηχήσεις Αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων», εκδ. ‘’Ετοιμασία’’, Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Καρέα 1999, κατήχηση φωτιζομένων ΙΔ΄,σελίδες 400-407.
  • http://www.imaik.gr/?p=221
  • Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
  • Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
  • Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
  • Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016
  • http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
  • http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
  • http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, η θεολογία του και η σημασία αυτης.

η θεολογία του και η σημασία αυτης

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, η θεολογία του και η σημασία αυτης.

ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ΝΗΣΤΕΙΩΝ

    Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου 

 [εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 22-3-1981]

Ορθόδοξος Συναξαριστής :: Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς Αρχιεπίσκοπος  Θεσσαλονίκης, ο Θαυματουργός

                                                         

Β45                                        

     Σήμερα η Εκκλησία μας, αγαπητοί μου, δευτέρα Κυριακή των Νηστειών, εορτάζει τη μνήμη του μεγάλου πατρός και θεολόγου του 14ου αιώνος, του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης.

    Εάν η Κυριακή της Ορθοδοξίας, που εορτάσαμε την περασμένην Κυριακήν, είναι η εορτή κατά την οποίαν οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, στην 7η Οικουμενική Σύνοδο έδειξαν ότι ο Υιός του Θεού αληθινά έγινε άνθρωπος, για να θεωθεί ο άνθρωπος, αυτό με τη σημερινή Κυριακή και την προβολή του μεγάλου προσώπου και αγίου, του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, που δεν είναι βεβαίως σήμερα η κανονική του μνήμη, αλλά η προβολή του, ως θεολόγου και μαχητού υπέρ της Ορθοδοξίας, με τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά έγινε αυτό πολύ σαφές· διότι ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ηγωνίσθη ως μοναχός και ως επίσκοπος, ακριβώς να δείξει ότι είναι δυνατόν αυτό να γίνει

    Ποιο; Αυτό που η 7η Οικουμενική Σύνοδος ήδη είχε θεμελιώσει: ότι Λγος σρξ γνετο να σάρξ γένηται λόγος. Αυτό που όλοι οι Πατέρες της  Εκκλησίας μας, σε μια ολοσύμφωνη γραμμή ετήρησαν μέσα στη διαδρομή της Εκκλησίας: ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος, για να γίνει ο άνθρωπος Θεός. Και δύο μεγάλες Οικουμενικές Σύνοδοι, που έγιναν στην Κωνσταντινούπολη το 1341 και το 1351, κατοχύρωσαν αυτήν την μεγάλη αλήθεια. Είναι οι τελευταίες μεγάλες Σύνοδοι που έγιναν στην Κωνσταντινούπολη, που έγιναν στην Ανατολή, 100 χρόνια πριν πέσει η Κωνσταντινούπολις και η Ανατολή πια βρίσκεται κάτω από την κυριαρχία αλλοθρήσκων. Αλλά όμως, θείω Πνεύματι, έγιναν αυτές οι δύο Σύνοδοι και ενεφανίσθη αυτός ο Άγιος μεγάλος πατήρ, ο οποίος και  προκάλεσε τας Συνόδους, σημειώσατέ το αυτό, εξ αφορμής της Δύσεως, η οποία υπεστήριζε τα εναντία, στο πρόσωπο του Βαρλαάμ, ότι δεν είναι δυνατόν ο άνθρωπος να φθάσει στη θέωση, και θα δούμε τι ακριβώς σημαίνει αυτό, ο άγιος αυτός πατήρ που τόσο ηγωνίσθη, με τας Συνόδους αυτάς έθεσαν το θεμέλιον της Ανατολής, της Ορθοδόξου Ανατολικής Θεολογίας,ώστε όταν θα ήρχοντο τα μεγάλα κύματα της Δύσεως να την καταποντίσουν, αυτή να είναι θεμελιωμένη

    Το κύριο πρόβλημα που απησχόλησε τότε, κατά τον 14ον αιώνα, ήταν το εξής: Ποιος είναι ο βασικός χαρακτήρ της Χριστιανικής υπάρξεως. Ποιες είναι οι δυνατότητες του ανθρώπου να φθάσει πού; Αυτό ήταν το πρόβλημα. Βεβαίως δεν ήταν πρόβλημα. Το θέμα αυτό ήδη είχε τεθεί από την πρώτη στιγμή που ιδρύθηκε και φανερώθηκε και κηρύχθηκε η Εκκλησία εις τον κόσμον. Όλοι οι αρχαίοι Πατέρες ήδη είχαν δώσει τη γραμμή πλεύσεως. Ποιες ακριβώς είναι οι δυνατότητες του ανθρώπου ως Χριστιανού, να φθάσει πού; Αλλά επειδή όμως προεκλήθη θέμα κατά τον 14ο αιώνα, εξ αφορμής του εκ Καλαβρίας της Δύσεως Βαρλαάμ, ο οποίος Βαρλαάμ εξεπροσώπευε τη Δύση και η οποία Δύσις επίστευε ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να φθάσει σε μεγάλα μέτρα, προεβλήθη το θέμα ως πρόβλημα. Το υπεστήριξε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και το επεκύρωσαν αυτές οι δύο τοπικές μεγάλες Σύνοδοι εις την Κωνσταντινούπολιν το 1341 και το 1351.

    Το θέμα λοιπόν ήταν οι δυνατότητες του ανθρώπου πού φθάνουν; Τι μπορεί να γίνει ο άνθρωπος; Και απάντησε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: «Να θεωθεί!». Είναι η θέωσις. Τι σημαίνει θέωσις; Σημαίνει την κοινωνία, την προσωπική κοινωνία του ανθρώπου με τον Θεό. Αυτό βέβαια επήρε διαστάσεις προβλήματος για τον εξής λόγο. «Θεώνομαι» που είναι μία λέξις καθαρά Ελληνική, και που δεν μπόρεσε να μεταφραστεί σε καμία γλώσσα, ούτε σε αυτήν την Λατινικήν, και μένει μία λέξις μοναδική στη γλώσσα μας και σε όλες τις γλώσσες του κόσμου, αν έπρεπε να μιλήσει ο Λατίνος ή ο Γερμανός ή ο Κινέζος θα έλεγε τη λέξη Ελληνικά, «θέωσις», είναι η θεοποίησις του Μεγάλου Αθανασίου και του Μεγάλου Βασιλείου. Το να γίνει ο άνθρωπος Θεός. Και να έχει ο άνθρωπος μια κοινωνία με τον Θεό κατά έναν μοναδικό τρόπο.

    Ετέθη όμως το εξής ερώτημα: Είναι δυνατόν αυτό; Εφόσον ο Θεός είναι ακατάληπτος και «φς οκν πρόσιτον(:που κατοικεί σε φως απρόσιτο)»[Α’ Τιμ.στ΄16], πώς είναι δυνατόν ο άνθρωπος να φθάσει μέσα στην περιοχή του Θεού και να θεωθεί; Οι ίδιοι πάλι Πατέρες υπεστήριξαν ότι ο Θεός είναι ακατάληπτος και απρόσιτος. Όμως, εδώ ήταν τώρα η μεγάλη προσφορά του αγίου πατρός, η οποία, σημειώσατε, ότι δεν είναι πρωτοφανής. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς στηρίζεται σε δύο στερεά θεμέλια·και τα οποία τον καθιστούν ορθοδοξότατο. Και πάντα που θα ήθελε να θεολογήσει, εάν μείνει στα δύο αυτά θεμέλια, θα μείνει ορθόδοξος. Είναι η βιβλική Ιστορία και οι Πατέρες της Εκκλησίας ως ερμηνείς της βιβλικής Ιστορίας. Ο άγιος Γρηγόριος μένει στα γεγονότα της βιβλικής Ιστορίας. Μένει σ’ αυτήν την Ιστορία. Μένει σ’ αυτήν την Ενανθρώπηση. Μένει στην Σταύρωση του Χριστού, στην Ανάστασή Του, στην Ανάληψή Του, στη Μεταμόρφωσή Του. Παίρνει το γεγονός της Μεταμορφώσεως· υπογραμμίζω, παίρνει το γεγονός της Μεταμορφώσεως. Δεν αλληγορεί τίποτα. Παίρνει καθ’ αυτά τα γεγονότα. Και τα θεολογεί. Τα θεολογεί όμως με μια θεολογία πατερική. Όπως οι Πατέρες κατενόησαν και προσωπικά έζησαν τη βιβλική Ιστορία. Αυτά είναι τα δυο θεμέλια της Ορθοδοξίας. Και όποιος μιλάει επάνω σ’ αυτά τα δύο θεμέλια και στηρίζεται, ποτέ δεν πέφτει έξω. Είναι δε ο άγιος Γρηγόριος ορθοδοξότατος. 

    Έρχεται λοιπόν τώρα να μας πει η Δύσις· η οποία εκπροσωπεί αν θέλετε, τη λογική κατανόηση, τη φιλοσοφική τοποθέτηση, την αριστοτελική ειδικότερα: Πώς μπορεί ο άνθρωπος να φθάσει μέσα στο μυστήριο του Θεού, του ακατάληπτου, ακατανοήτου και απροσίτου και να θεωθεί; Και λέγει ο άγιος Γρηγόριος: Εάν υπάρξει μία διάκρισις της ουσίας του Θεού και των ενεργειών του Θεού· ο Θεός ως ουσία πράγματι είναι ακατανόητος, απερίγραπτος και απρόσιτος. Ποτέ η ουσία του Θεού δεν έρχεται σε επαφή  με τη Δημιουργία. Ο Θεός μόνον τον Υιό γεννά ως ουσία. Τον κόσμον τον δημιουργεί με τας ενεργείας Του. Αυτό ήτο η μεγάλη προσφορά του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά.

    Τώρα βέβαια σας φαίνονται δύσκολα αυτά, θα δείτε όμως τώρα τι θα βγει. Γι’ αυτό σας παρακαλώ μην κλείνετε τα μάτια σας, αλλά να ακούτε και να βλέπετε. Γιατί κάποτε πρέπει να μπαίνουμε στα βαθιά νερά και να μαθαίνουμε σε αυτά κολύμπι. Παρακαλώ, κοιτάξτε. Πώς ακριβώς γίνεται αυτή η διάκρισις; Γίνεται μια δίακρισις χωρίς μερισμό. Διακρίνουμε τις ενέργειες του Θεού από την ουσία του Θεού, χωρίς να χωρίσουμε όμως τις ενέργειες του Θεού από την ουσία του Θεού. Γιατί οι ενέργειες του Θεού είναι άκτιστες και συνεπώς είναι ο Θεός. Όπως ακριβώς είναι ο ήλιος με την ακτινοβολία του. Ο ήλιος, όπως τον βλέπουμε, είναι απρόσιτος. Ποιος μπόρεσε ποτέ να πάει στον ήλιο; Και να τον πιάσει; Είναι απρόσιτος. Είναι όμως προσιτός με την ακτινοβολία του, με την ενέργεια της ακτινοβολίας του. Ακούστε τι είπα: με την ενέργεια της ακτινοβολίας του. Τον ήλιο τον έχουμε εδώ, τον έχουμε στη γη. Μας φωτίζει, μας ζωογονεί, τον βλέπουμε, χωρίς όμως να μπορούμε να πάμε στον ήλιο. Κατά παρόμοιο τρόπο είναι η ουσία του Θεού με τις ενέργειές Του. 

    Όταν λέμε λοιπόν ότι θα ζήσουμε ή θα δούμε τον Θεό από την παρούσα ζωή…ποιος μπορεί να δει τον Θεό; Λέγει η Γραφή: «Θεν οδες ώρακε πώποτε». Όταν όμως λέμε ότι μπορούμε να δούμε τον Θεό από την παρούσα ζωή αυτό σημαίνει ότι ο Θεός γίνεται φανερός με τις ενέργειές Του. Αλλά πώς γίνεται με τις ενέργειές Του; Έτσι είναι ένα λεκτικό πράγμα; Απλώς σαν κουβέντα; «Όχι», απαντά ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, «είναι μια οντολογική παρουσία του Θεού, εις τας ενεργείας Του, όχι στην ουσία Του»·η οποία είναι πράγματι ακατάληπτος και απρόσιτος. Και συνεπώς μπορώ να δω τον Θεό. Τον Θεό να δεις; Μπορώ να δω τον Θεό πρόσωπον προς πρόσωπον. Και βλέποντας τον Θεό πρόσωπον προς πρόσωπον, από την παρούσα ζωή, θεώνομαι

    Αυτό το «Μακάριοι ο καθαροί τ καρδί τι ατοί τόν Θεόν ψονται» είναι η βάσις η ευαγγελική. Λέγει ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος- ακούστε επιχείρημα: «Ποιοι είναι οι καθαροί στην καρδιά; Εκείνοι που είναι, αυτοί θα δουν τον Θεό. Εσύ λες ότι θα δεις τον Θεό στην άλλη ζωή. Μα στην άλλη ζωή, δεν υπάρχει η δυνατότητα να καθαρίσεις την καρδιά σου, για να δεις τον Θεό». Είδατε επιχείρημα; Εδώ είναι η δυνατότητα να καθαρίσεις την καρδιά σου, για να δεις τον Θεό. Συνεπώς εδώ θα δεις τον Θεό· εδώ, στην παρούσα ζωή.

    Αλλά αυτό τι συνέπιες έχει; Έχει τις εξής συνέπειες αγαπητοί μου. Απλώς τον 14ο αιώνα αυτό διετυπώθη ως δόγμα. Ήταν πάντοτε γνωστό. Δεν ήταν κάτι καινούριο. Γιατί, σας είπα, ήταν η προσωπική εμπειρία των Πατέρων της Εκκλησίας και των αγίων της Εκκλησίας: ότι (εδώ προσέξτε) ότι η πνευματική ζωή δεν εξαντλείται στη μετάνοια, αλλά επεκτείνεται στην αναγέννηση. Πραγματικά πώς το λέμε αυτό; Να πώς το λέμε. Να δείτε πόσο σήμερα έχει βασική σημασία η προβολή του προσώπου του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και της Θεολογίας του. Σήμερα λέμε «να μετανοήσεις» και μόλις μετανοήσω και πάω και εξομολογηθώ, έχω την αίσθηση μιας αυτάρκειας, ότι τελείωσα. Αφού πήγα και εξομολογήθηκα, επισφραγίζω την εξομολόγησή μου και με τη Θεία Κοινωνία και τελείωσα. Τελείωσες; Εξαντλείται η πνευματική ζωή στο να μετανοήσεις μόνο; Η πνευματική ζωή πάει πέρα από τη μετάνοια. Είναι στην αναγέννηση. Γι’αυτό λέγει ο άγιος Νικόδημος πολύ σωστά..- ξέρετε ότι στην εμπειρία αυτή έχουμε πάντα τους αγίους, στον άγιο Νικόδημο, στον άγιο Νεκτάριο, που είναι της εποχής μας κι συγχρόνους αγίους, που ίσως ακόμη η Εκκλησία δεν τους ανεκήρυξε, ίσως ποτέ να μην τους ανακηρύξει, δεν έχει σημασία, άγνωστοι άνθρωποι, ζουν αυτήν την εμπειρία

     Προσέξατε. Λέγει ο άγιος Νικόδημος: «Όταν κάποιος που πεθαίνει, μας φωνάξουν να τον εξομολογήσουμε και να τον κοινωνήσουμε, πηγαίνουμε εκ καθήκοντος, γιατί μας το ζήτησαν. Δεν ξέρουμε όμως αν αυτός ο άνθρωπος θα σωθεί. Απλούστατα γιατί αφήσαμε να περάσει η ζωή μας και νομίσαμε ότι προς το τέλος της ζωής μας… κι αυτό το λάθος κάνουμε, ότι θα αφήσουμε να μετανοήσουμε στο τέλος. Δεν είναι η μετάνοια που θα μας σώσει. Η αναγέννηση. Είναι η αναγέννηση. Άφησες τη μετάνοια αδελφέ μου να περάσει η ζωή σου και τότε να μετανοήσεις είπες. Είσαι σίγουρος ότι θα γεράσεις; Είσαι σίγουρος ότι δεν θα έχεις αιφνίδιο θάνατο; Έστω. Αλλά πότε θα προλάβεις να αναγεννηθείς; Πότε θα προλάβεις;».

   Γι’ αυτό τον λόγο πάμε και ερχόμαστε στην εξομολόγηση, πάμε και ερχόμαστε χρόνια ολόκληρα, νομίζοντες ότι δυνάμεθα να περιοριζόμεθα σε μια ανανέωση της μετάνοιας και όχι σε μία αναγέννηση. Αυτό για όλους μας είναι ένα δυστύχημα. Και πρέπει να σας πω ότι σήμερα ακριβώς αυτό κάνουμε. Γι’ αυτόν τον λόγο μας φαίνεται πολύ μακρινή η θεολογία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά σήμερα. Μέχρι σήμερα η Δύσις δεν τον έχει κατανοήσει τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά. Και επειδή σήμερα δυτικίζουμε και όλο δυτικίζουμε, όχι μόνο στον πολιτισμό αλλά και στο θρησκευτικόν αίσθημα και συνεχώς δυτικίζουμε, ολοένα απομακρυνόμαστε από την θεολογία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, δηλαδή από τη θεολογία της αναγεννήσεως, από τη θεολογία της θεώσεως. Να μπορούμε πραγματικά να φθάσουμε σε εκείνα τα μέτρα. 

    Και σήμερα, ξέρετε τι αίσθημα έχουμε; Έχουμε το εξής αίσθημα. Και εγώ που σας ομιλώ αγαπητοί μου. Όλοι μας είμεθα παιδιά της εποχής μας και όλοι βρισκόμαστε κάτω από την ίδια νοοτροπία. Έχουμε το εξής αίσθημα: ότι αυτοί οι άγιοι με τη θεολογία τους, που δεν είναι παρά η ευαγγελική θεολογία, όπως την ερμηνεύουν οι Πατέρες και την κατανοούν και τη ζουν, σας είπα, προϊόν και της προσωπικής τους εμπειρίας, το υπογραμμίζω αυτό, ως να είναι αυτά στην κορυφή του Ολύμπου και εμείς να είμαστε στην πεδιάδα και να βλέπουμε και να λέμε «και πώς ανεβαίνει κανείς τώρα εκεί πάνω; Απρόσιτες κορυφές». Αυτό όμως είναι ένα δυστύχημα. Είναι δυστύχημα γιατί αυτά τα πράγματα αφορούν σε αυτήν τη σωτηρία μας. 

    Γι’ αυτό τον λόγο, μου φαίνεται, ένα πρώτο βήμα, ένα πρώτο στάδιο που πρέπει να κινήσουμε, είναι να προβάλλουμε τα πράγματα, να προβάλλουμε τους αγίους, που τόσο πολύ αγωνίστηκαν, όπως ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς· με τη θεολογία του-δεν είναι καινούρια θεολογία, το ξαναλέγω, είναι η βιβλική και η πατερική, αλλά απλώς την έκανε σαφή και την προέβαλε, επειδή υπήρξαν αφορμές. Πρέπει αυτά να προβάλλονται. Και η Εκκλησία μας προσπαθεί να το κάνει αυτό. Η Εκκλησία μας, βλέπετε, προβάλλει την Κυριακή την Α΄ των Νηστειών, την Ορθοδοξία. Και γιορτάζει τον εαυτόν της, την ορθοδοξότητά της. Προβάλλει την Β΄ Κυριακή τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, για να δείξει ότι εκείνο το οποίον τότε αγωνίστηκε, εκατόν-τόσα χρόνια εις την 7η Οικουμενικήν Σύνοδο να διασώσει και την ανθρώπινη φύση του Θεού Λόγου, έρχεται τώρα ο άγιος Γρηγόριος να μας πει ότι αυτό είναι δυνατό: το ότι μπορεί τώρα ο άνθρωπος, αφού ο Θεός έγινε άνθρωπος, ο άνθρωπος μπορεί να γίνει Θεός

     Γι’ αυτό, αγαπητοί, κατακλείοντες, θα σας έλεγα, μη μένομε στα στενά όρια μιας ανεπαρκεστάτης και στοιχειωδεστάτης μετανοίας. Μια μετάνοια χωρίς δάκρυα πολλές φορές· χωρίς δάκρυα, χωρίς συναίσθηση, από μια συνήθεια πάμε να πούμε τις αμαρτίες μας και τίποτε άλλο. Να ήταν τουλάχιστον και της προκοπής η μετάνοιά μας! Να ήταν της προκοπής! Θα άξιζε ο κόπος. Ούτε αυτή δεν είναι της προκοπής. Γιατί; Γιατί απλούστατα δεν έχουμε μπροστά μας, στον οπτικό μας ορίζοντα, την αναγέννηση. Αν  έχουμε στον οπτικό μας ορίζοντα την αναγέννηση, τότε θα δούμε ότι η μετάνοια είναι ένα μεταβατικό στάδιο. Βέβαια πρέπει να μετανοούμε σε όλη μας τη ζωή, γιατί είμαστε άνθρωποι και πέφτουμε. Αλλά αν το θέλετε, στη ζωή των μεγάλων αγίων, δεν έχουμε πια μετάνοια. Παρά το ότι αυτοί έλεγαν «άστε με να μετανοήσω ακόμη», όπως έλεγε ο άγιος Σισώης. «Άστε με να μετανοήσω.» Και είχε λάμψει ολόκληρος. Όμως, όπως λέγει και ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος «αυτός που μπήκε στην αναγέννηση και στη θέωση, δεν έχει ανάγκη πλέον ούτε της μετανοίας, ούτε καν των δακρύων. Δεν είναι πλέον η περιοχή της μετανοίας, αλλά της θεολογίας». Είναι μεγάλο πράγμα αυτό. Ε, αυτή λοιπόν η προοπτική, αυτός ο οπτικός ορίζων, έχει χαθεί από τα μάτια μας. Κι έχει μείνει μπροστά μας μόνον η μετάνοια. Γιατί νομίζουμε ότι το παν είναι η μετάνοια. Την αφήνουμε κι αυτή και ατονεί, γιατί είναι ίδιον του ανθρώπου να μη θέλει να φθάνει στο τέλος. Αλλά λέει: «Δέκα είναι;». Να σας το πω με ένα μικρό παράδειγμα. Όλοι το παθαίνουμε. «Τι ώρα τελειώνει η Εκκλησία; Εννιά; Ε, θα πάω 8.30. Δέκα; Θα πάω 9.30. Τελειώνει δώδεκα; Θα πάω 11.30». Αυτό παθαίνουμε. Λέμε «η μετάνοια, ε, ας είναι και λιγάκι πιο εδώ, δεν πειράζει». Ας προβάλλουμε, ξαναλέω άλλη μια φορά, στον οπτικό μας ορίζοντα όλο το μέγεθος του μυστηρίου της σωτηρίας μας·που είναι η αναγέννησις του ανθρώπου, που προεβλήθη τόσο δυνατά από τον άγιο πατέρα, τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και που η Εκκλησία μας προβάλλει κάθε δεύτερη Κυριακή των Νηστειών.

                        

                ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

    και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,


μεταφορά της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας σε ηλεκτρονικό κείμενο και επιμέλεια:

                             Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος


ΠΗΓΕΣ:

 

    O Ιερός Χρυσόστομος για το πάθος της φιλαργυρίας και την αρετή της πτωχείας.            

το πάθος της φιλαργυρίας

O Ιερός Χρυσόστομος για το πάθος της φιλαργυρίας και την αρετή της πτωχείας.        

(απόσπασμα από την ομιλία Ϛ ΄, που εμπεριέχεται στο Υπόμνημα του αγίου πατρός στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο)

  επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

     Μπορούμε, αρκεί να το θέλουμε και να το επιδιώξουμε, να κερδίσουμε την αιώνια ζωή. Διότι τι το βαρύ μας είπε ο Κύριος να κάνουμε; Να διασχίσουμε βουνά; Να πετάξουμε στον αέρα; Ή να διαβούμε το Τυρρηνικό πέλαγος; Όχι, αλλά αντιθέτως να επιλέξουμε έναν τόσο εύκολο τρόπο ζωής, ώστε να μη χρειάζεται ούτε εργαλεία, παρά μόνο ψυχή και διάθεση. Διότι ποια μέσα είχαν οι Απόστολοι, που κατόρθωσαν τόσα πράγματα; Δεν περιήλθαν με ένα χιτώνα και ανυπόδητοι τον κόσμο και υπερίσχυσαν όλων; Ποια άλλωστε από τις εντολές του Χριστού είναι δύσκολη; Να μην έχεις κανένα εχθρό· να μη μισείς κανέναν· να μην κακολογείς κανέναν. Δυσκολότερα είναι τα αντίθετα αυτών.

    Είπε όμως ο Χριστός, θα μπορούσε να πει κάποιος, να απαλλαγούμε από τα χρήματα. Αυτό λοιπόν είναι το βαρύ και το δύσκολο; Για την ακρίβεια μάλιστα δε διέταξε, αλλά συμβούλευσε. Αλλά και επιταγή να ήταν, πού είναι το βαρύ όταν λέγει να μην περιφέρουμε φορτία και ενοχλητικές φροντίδες; Αλλά πόση είναι η φιλαργυρία και η απληστία! Όλα έγιναν χρήματα· για τούτο και όλα έγιναν άνω-κάτω. Και όταν μακαρίζει κανείς κάποιον, αυτά θυμάται· και όταν τον οικτίρει, από αυτά  προέρχεται ο  ταλανισμός. Και όλες οι συζητήσεις γίνονται για τα χρήματα, πώς αποκτά πλούτη ο τάδε ή πώς βρίσκεται σε πενία κάποιος άλλος. Και όταν κανείς επιχειρεί εκστρατεία, ή ετοιμάζει γάμο ή ασκεί κάποια τέχνη ή οτιδήποτε άλλο, δεν υλοποιεί το σχέδιό του, παρά μόνο αφού δει χρήματα να έρχονται σε αυτόν άφθονα.

   Έπειτα, δε θα συγκεντρωθούμε να σκεφτούμε πώς θα απομακρύνουμε το νόσημα αυτό; Δε θα ντραπούμε τα κατορθώματα των πατέρων; Των τριών χιλιάδων, των πέντε χιλιάδων, οι οποίοι τα είχαν όλα κοινά; Ποιο είναι το κέρδος της παρούσης ζωής, όταν δεν τη χρησιμοποιήσουμε για την απόκτηση της μέλλουσας; Μέχρι πότε θα αφήνετε αδούλωτο τον μαμωνά,ο οποίος σας έχει υποδουλώσει; Μέχρι πότε θα είστε δούλοι του χρήματος; Μέχρι πότε δε θα επιθυμείτε την ελευθερία και δε θα απαρνιέστε τα παζαρέματα της φιλοχρηματίας;

   Αλλά όταν μεν γίνεστε δούλοι ανθρώπων, κάνετε τα πάντα, εάν κανείς σας υποσχεθεί να χαρίσει την ελευθερία· τώρα όμως που είστε αιχμάλωτοι της φιλαργυρίας, ούτε καν σκέπτεστε πώς θα απαλλαγείτε από αυτήν την πικρή δουλεία. Μολονότι το πρώτο δεν είναι καθόλου δεινό, ενώ το δεύτερο, δηλαδή η φιλαργυρία, είναι βαρύτατη τυραννία. Σκεφτείτε πόσο μεγάλο τίμημα προς χάριν μας κατέβαλε ο Χριστός. Έχυσε το αίμα Του, παρέδωσε τον εαυτό Του. Εσείς όμως και μετά από όλα αυτά πέσατε και πάλι, και το ακόμη χειρότερο είναι ότι και ευχαριστείστε με την υποδούλωση και βρίσκετε τέρψη στην ατιμία και σας έγινε αξιαγάπητο αυτό που έπρεπε να αποφύγετε.

     Αλλά επειδή δεν αρκεί μόνο να θρηνολογούμε και να κατηγορούμε, αλλά και να διορθώνουμε, ας δούμε γιατί έγινε αξιαγάπητο αυτό εδώ το πάθος και το κακό. Γιατί λοιπόν, γιατί έγινε αξιαγάπητο αυτό εδώ; «Διότι», θα μπορούσε να απαντήσει κανείς, «μας κάνει δοξασμένους και μας εξασφαλίζει». Πες μου, με ποια ασφάλεια; «Με το να μας δημιουργεί την πεποίθηση ότι δε θα πεινάσουμε, δε θα τρέμουμε από το ψύχος, δε θα υποστούμε βλάβη, δε θα περιφρονούμαστε». Επομένως, εάν σου υποσχεθούμε την εξασφάλιση αυτή, θα πάψεις να πλουτίζεις; Διότι εάν ο πλούτος γίνεται αξιαγάπητος  γι’ αυτό, εάν είναι δυνατό χωρίς αυτόν να μην αισθάνεσαι ανασφάλεια και να είσαι ασφαλής, ποια είναι η ανάγκη αυτού;

   «Και πώς είναι δυνατόν», θα μπορούσε να πει κάποιος, «χωρίς να πλουτίσεις να επιτύχεις αυτά;» Πώς όμως είναι δυνατό (διότι εγώ θα σου πω το αντίθετο) να πλουτίσεις; Διότι για να πλουτίσεις, είναι ανάγκη και να κολακεύεις πολλούς, άρχοντες και αρχομένους, και να παρακαλείς μυρίους, και να υπηρετείς ως δούλος φτάνοντας ακόμη και να γίνεις χαμερπής, και να φοβάσαι και να τρέμεις και να υποψιάζεσαι τα μάτια των φθονερών, και να φοβάσαι τα στόματα των συκοφαντών και τις επιθυμίες των άλλων φιλαργύρων.

    Η πενία όμως δεν είναι τέτοια, αλλά εντελώς αντίθετη. Είναι φρούριο απόρθητο και ασφαλές, λιμάνι γαλήνιο, παλαίστρα και γυμναστήριο καρτερίας, ομοίωμα αγγελικού βίου. Ακούστε τα αυτά όσοι είστε φτωχοί, ή μάλλον και όσοι επιθυμείτε να πλουτίσετε. Δεν είναι κακό να είστε φτωχοί, αλλά το να μη θέλετε να είστε φτωχοί.Μην πιστεύεις ότι η φτώχεια είναι κάτι το φοβερό και δε θα σου είναι φοβερό. Άλλωστε ο φόβος αυτός δε βρίσκεται στην ίδια τη φύση της φτώχειας, αλλά στην ιδέα των ανθρώπων που έχουν ασθενική ψυχή και  γι’ αυτό ολιγοψυχούν. Μάλλον ντρέπομαι που πρέπει να πω τόσα για την πενία, διότι δεν είναι καθόλου κακό. Διότι εάν είσαι υπομονετικός, θα σου γίνεται και πηγή μυρίων αγαθών. Εάν δε κάποιος σου παρέθετε από το ένα μέρος εξουσία, πολιτική δύναμη και πλούτο και απολαύσεις, και από το άλλο μέρος την πτώχεια, και σου έδινε το δικαίωμα εκλογής, να πάρεις εκείνο ακριβώς το οποίο ήθελες, θα άρπαζες επιλέγοντας αμέσως την πενία, εάν βεβαίως γνώριζες το κάλλος της.

    Και γνωρίζω φυσικά ότι πολλοί γελούν καθώς λέγονται αυτά·  εμείς όμως δε θορυβούμαστε· αλλά και από εσάς έχουμε την αξίωση να δείξετε υπομονή και γρήγορα θα συμφωνήσετε μαζί μας. Διότι εμένα μου φαίνεται ότι η πτωχεία ομοιάζει με κόρη κόσμια και καλή και ευπαρουσίαστη· η δε φιλαργυρία μού φαίνεται ότι ομοιάζει με γυναίκα θηριόμορφη, με κάποια Σκύλλα και Λερναία Ύδρα και με μερικά άλλα παρόμοια τέρατα, που έχουν επινοήσει οι μυθοπλάστες. Μη μου αναφέρεις δε εκείνους που κατηγορούν την πτωχεία, αλλά εκείνους οι οποίοι διέπρεψαν χάρη σε αυτήν. Με αυτήν αφού ετράφη ο Ηλίας, έλαβε τη μακαρία εκείνη αρπαγή με πύρινο άρμα στους ουρανούς. Με αυτήν έλαμψε ο Ελισσαίος· με αυτήν ο Ιωάννης· με αυτήν όλοι οι απόστολοι. Για τη φιλαργυρία τους όμως κατεκρίθησαν ο Αχαάβ, η Ιεζάβελ, ο Γιεζή, ο Ιούδας, ο Νέρων, ο Καϊάφας.

    Εάν όμως θέλεις, ας μη μείνουμε σε εκείνους μόνο που διέλαμψαν στη ζωή τους με την πενία, αλλά ας εξετάσουμε προσεκτικά και το κάλλος της κόρης αυτής. Διότι πράγματι και οφθαλμούς έχει καθαρούς και διαυγείς, χωρίς τίποτε το θολό και σκοτεινό, όπως αντιθέτως οι οφθαλμοί της φιλαργυρίας άλλοτε μεν είναι γεμάτοι θυμό, άλλοτε δε πλήρεις ηδονής και άλλοτε ταραγμένοι από την ακράτεια. Ενώ της πτωχείας οι οφθαλμοί δεν είναι τέτοιοι, αλλά είναι ήμεροι και γαλήνιοι, βλέπουν προς όλους με γλυκύτητα, είναι μειλίχιοι και καταδεκτικοί, δεν μισούν κανένα και δεν αποστρέφονται κανένα. Διότι όπου υπάρχουν χρήματα, εκεί υπάρχει αιτία έχθρας και αναρίθμητων πολέμων.

   Το στόμα επίσης της φιλαργυρίας είναι γεμάτο από ύβρεις, από κάποια έπαρση, από πολλή αλαζονεία, από κατάρα και δόλο. Ενώ στην πτωχεία και το στόμα και η γλώσσα είναι υγιής και γεμάτη από διαρκή ευχαριστία και ευλογία, από λόγια καταδεκτικά, στοργικά και εξυπηρετικά, από επαίνους και εγκώμια. Εάν επίσης θέλεις να δεις και την αναλογία των μελών της, είναι αξιόλογη και κατά πολύ υψηλότερη από την ευπορία. Εάν ωστόσο την αποφεύγουν οι περισσότεροι, μην απορείς, διότι και τις άλλες αρετές τις αποφεύγουν οι ανόητοι.

     Αλλά ο πτωχός, θα έλεγε κάποιος, περιφρονείται από τον πλούσιο. Πάλι μου αναφέρεις το εγκώμιο της πτωχείας. Διότι, πες μου, ποιος είναι ευτυχής; Εκείνος που περιφρονεί ή εκείνος που περιφρονείται; Είναι φανερό ότι ευτυχής είναι εκείνος που περιφρονείται. Λοιπόν η φιλαργυρία μεν μάς παρακινεί να περιφρονούμε, ενώ η πτωχεία μάς  προτρέπει να υπομένουμε. «Αλλά ο πτωχός», θα απαντούσε αυτός ο κάποιος, «πεινά». Και ο Παύλος πεινούσε και βρισκόταν σε συνεχή πείνα. Αλλά δεν έχει ανάπαυση και δε σταματά το έργο του ποτέ. Ούτε ο Υιός του ανθρώπου δεν είχε πού να γείρει το κεφάλι Του.

     Είδες σε ποιο σημείο έφθασαν τα εγκώμια της πτωχείας και πού σε τοποθετούν; Κοντά σε ποιους άντρες σε αναβιβάζουν και σε κάνουν μιμητή του Δεσπότου; Εάν ήταν καλό να έχει κανείς υπό την κατοχή του χρυσό, θα τον έδινε στους μαθητές Του ο Χριστός, ο οποίος τους έδωσε εκείνα τα άρρητα αγαθά. Ενώ τώρα, όχι μόνο δεν τους έδωσε, αλλά και τους απαγόρευσε να έχουν.  Γι’ αυτό και ο Πέτρος όχι μόνο δε βυθίζεται από την πενία, αλλά και αισθάνεται υπερήφανος λέγοντας: «ργύριον κα χρυσίον οχ πάρχει μοι· δ χω τοτό σοι δίδωμι· ν τ νόματι ησο Χριστο το Ναζωραίου γειρε κα περιπάτει(:Είπε δε ο Πέτρος· “αργυρά και χρυσά νομίσματα δεν έχω. Εκείνο δε που έχω, αυτό και σου δίδω, εν τω ονόματι Ιησού Χριστού του Ναζωραίου, σήκω όρθιος και περπάτα ελεύθερα”)»[Πραξ.3,6].Ποιος από εσάς δε θα ήθελε να κραυγάσει αυτά τα λόγια; «Ασφαλώς όλοι και πάρα πολύ μάλιστα», θα μπορούσε να πει κανείς.

     Λοιπόν, πέταξε τα αργυρά νομίσματα, πέταξε τα χρυσά. «Και εάν τα πετάξω», θα μπορούσε να ρωτήσει κανείς, «θα αποκτήσω τη δύναμη του Πέτρου;» Πες μου, όμως, τι έκανε τον Πέτρο ευτυχή; Άραγε επειδή θεράπευσε τον χωλό; Όχι· αλλά το ότι δεν είχε αυτά, αυτό του εξασφάλισε τον ουρανό. Διότι άλλοι μεν από εκείνους που έκαναν αυτά έπεσαν στη γέεννα του πυρός, ενώ άλλοι από αυτούς που έκαναν αυτά, πέτυχαν την βασιλεία. Αυτό λοιπόν μάθε το και από αυτόν τον Πέτρο. Διότι δύο ήταν εκείνα που είπε· «αργύριο και χρυσάφι δεν έχω» και «στο όνομα του Ιησού Χριστού, σήκω και περπάτησε». Ποιο λοιπόν τον έκανε ένδοξο και μακάριο; Η θεραπεία του χωλού ή η απόρριψη των χρημάτων;.

    Και αυτά διδάξου τα και από τον ίδιο τον αγωνοθέτη, τον Κύριο Ιησού Χριστό. Τι λέγει λοιπόν Αυτός στον πλούσιο ο οποίος ζητούσε την αιώνια ζωή; Δεν είπε «θεράπευε χωλούς», αλλά «πούλησε τα υπάρχοντά σου και δώσε τα στους πτωχούς και ακολούθησέ με· και θα έχεις θησαυρό στους ουρανούς»[Λουκ.18,22]. Αλλά και ο Πέτρος επίσης δεν είπε «να, στο όνομά Σου εκβάλλουμε δαίμονες», αν και εξέβαλλε, αλλά «Να, τα αφήσαμε όλα και σε ακολουθήσαμε· τι θα κερδίσουμε;»[Ματθ.19,27]. Και ο Χριστός πάλι απαντώντας προς αυτόν, δεν είπε «εάν κανείς σηκώσει χωλό», αλλά «Όποιος, για χάρη μου, άφησε σπίτια και αγρούς, θα τα λάβει εκατονταπλάσια και θα κληρονομήσει την αιώνια ζωή»[Ματθ.19,29].

    Και εμείς λοιπόν θα μιμηθούμε αυτόν, για να μην ντροπιαστούμε, αλλά να εμφανιστούμε με θάρρος στο βήμα του Χριστού, για να Τον ελκύσουμε να βρίσκεται μαζί μας, όπως ήταν και μαζί με τους μαθητές. Διότι θα είναι και μαζί μας όπως ήταν και με εκείνους, εάν θελήσουμε να μιμηθούμε εκείνους και να γίνουμε θαυμαστές του βίου και της συμπεριφοράς τους. Διότι από αυτά και ο Θεός στεφανώνει και ανακηρύσσει τους νικητές, χωρίς να απαιτεί να αναστήσεις νεκρό, ή να θεραπεύσεις χωλό. Διότι δεν συντελούν αυτά να γίνουμε όπως ο Πέτρος, αλλά το να απορρίψουμε τα υπάρχοντά μας· διότι αυτό ήταν το κατόρθωμα του αποστόλου.

    Αλλά δεν μπορείς να τα απορρίψεις; Είναι πάρα πολύ εύκολο, αλλά δε σε αναγκάζω, εάν δε με θέλεις, ούτε σε βιάζω· αλλά σε παρακαλώ μόνο αυτό, να ξοδεύεις ένα μέρος από εκείνα για τους συνανθρώπους σου που τα έχουν ανάγκη και να μην επιζητείς τίποτε περισσότερο από ό,τι πραγματικά σου χρειάζεται για τις βασικές σου ανάγκες. Έτσι και εδώ θα ζήσουμε ζωή ήσυχη και ασφαλή και την αιώνια ζωή θα απολαύσουμε, την οποία είθε να επιτύχουμε όλοι εμείς, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμις, μαζί με τον Πατέρα και το άγιο Πνεύμα και τώρα και πάντοτε και αιωνίως. Αμήν.

         ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,

ΠΗΓΕΣ:

  • https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-matthaeum.pdf
  • Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ομιλία Ϛ ΄(επιλεγμένα αποσπάσματα),Πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1979, τόμος 12, σελίδες 403-413.
  • Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 69, σελ.207-214 (ή : 100-104 του PDF).
  • http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
  • Π.Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
  • Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
    O Ιερός Χρυσόστομος για το πάθος της φιλαργυρίας και την αρετή της πτωχείας.            

Δημοφιλή Άρθρα

Τα αγαπημένα σας

Φώτης Κόντογλου για τον άγιο Συμεών

Ο Φώτης Κόντογλου για τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο (12/10)

0
Ο Φώτης Κόντογλου για τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο Λόγοι Ἀθανασίας Πλήρεις. (ἀπὸ τὸ Ἀσάλευτο Θεμέλιο, Ἀκρίτας 1996) Θἄγραφα σήμερα ἀπάνω σὲ κάποιο ἄλλο θέμα, ποὺ...