Αρχική Ορθοδοξία 8. Περὶ τῆς ἀληθινῆς ἠθικῆς ἐλευθερίας καὶ περὶ τῆς ἐπιφανειακῆς ἢ ψευδοῦς  ἐλευθερίας.

8. Περὶ τῆς ἀληθινῆς ἠθικῆς ἐλευθερίας καὶ περὶ τῆς ἐπιφανειακῆς ἢ ψευδοῦς  ἐλευθερίας.

0
8. Περὶ τῆς ἀληθινῆς ἠθικῆς ἐλευθερίας καὶ περὶ τῆς ἐπιφανειακῆς ἢ ψευδοῦς  ἐλευθερίας.

Περὶ τῆς ἀληθινῆς ἠθικῆς ἐλευθερίας καὶ περὶ τῆς ἐπιφανειακῆς ἢ ψευδοῦς  ἐλευθερίας.

 

Ἁγίου Νεκταρίου, ἐπισκόπου Πενταπόλεως (ἀπὸ τὸ «Γνῶθι σαυτόν»)

 

«Οὐ γὰρ ὁ θέλω ποιῶ ἀγαθόν, ἀλλ’ ὁ οὐ θέλω κακὸν τοῦτο πράσσω». (Ρωμ ζ΄ 9).

 

 

Στὸν ἄνθρωπο ὡς ὑλικὴ καὶ πνευματικὴ ὀντότητα, ἐμφανίζονται δύο ἐνδόμυχες θελήσεις ἑνὸς μὲν προσώπου, ποὺ σὰν νὰ ἔχει ὅμως δύο ὑποστάσεις, τὴ θέληση τοῦ πνεύματος καί τὴ θέληση τῆς σάρκας, δηλαδὴ ἡ θέληση τῆς πνευματικῆς φύσης καί ἡ θέληση τῶν αἰσθήσεων. Οἱ δυὸ αὐτὲς θελήσεις, ποὺ εἶναι θελήσεις ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ προσώπου, ἐμφανίζονται σὰν ἐλεύθερη ἔκφραση τοῦ προσώπου ποὺ ἐπιθυμεῖ καί ἔχουν κάποια ὁμοιότητα. Ἀλλὰ ἡ ἐξωτερικὴ αὐτὴ ὁμοιότητα παύει νὰ ὑπάρχει ἀμέσως μόλις διακρίνουμε τὸν χαρακτήρα καθεμιᾶς θέλησης. Ἡ διαφορὰ τους ἔγκειται στὴν ἴδια τὴ φύση καθεμιᾶς ὑπόστασης, ἀπὸ τὴν ὁποία λαμβάνουν καὶ τὴν ὕπαρξη. Διότι τὸ μὲν πνεῦμα ἐπιθυμεῖ τὰ πνευματικά, ἡ δὲ σὰρξ τὰ σαρκικά. Ἡ ἀντίθεση αὐτὴ γεννᾶ ἀμοιβαῖα ἀντίσταση καὶ σφοδρὴ διαμάχη, κατὰ τὴν ὁποία ἡ καθεμιὰ ζητάει νὰ ὑπερισχύσει καὶ νὰ ἐπιβάλλει τὴ δύναμὴ της. Στὸν ἀγώνα αὐτό, ὁ μὲν πνευματικὸς ἄνθρωπος ἐπιθυμεῖ τὴ νίκη τοῦ πνεύματος, διότι ἀπό τὴ φύση του κλίνει πρὸς τὸ φρόνημα τοῦ πνεύματος καί ἔχοντας διαπιστώσει ὅτι αὐτὸ εἶναι ζωὴ καὶ εἰρήνη. Ἀλλὰ ὁ ὑλικὸς ἄνθρωπος, ἐπιθυμεῖ τὴ νίκη τοῦ φρονήματος τῶν
αἰσθήσεων, τὸ ὁποῖο εἶναι τελικὰ θάνατος.

Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ λέει καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «τὸ γὰρ φρόνημα τῆς σαρκὸς θάνατος, τὸ δὲ φρόνημα τοῦ πνεύματος ζωὴ καὶ εἰρήνη» (Ρωμ. η’ 6). Βλέπουμε λοιπὸν, ὅτι σάρκα καὶ πνεῦμα, πολεμοῦν τὸ ἕνα τὸ ἄλλο. Γιὰ τοῦτο καὶ ὁ Παῦλος λέει: «ἡ γὰρ σὰρξ ἐπιθυμεῖ κατὰ τοῦ Πνεύματος, τὸ δὲ Πνεῦμα κατὰ τῆς σαρκὸς»(Γαλ. ε’ 17).

Εἶναι δὲ τὸ μὲν «φρόνημα τῆς σαρκὸς, ἔχθρα εἰς τὸν Θεὸν, τῷ γὰρ νόμῳ τοῦ Θεοῦ οὐχ ὑποτάσσεται, οὐδὲ γὰρ δύναται, τὸ δὲ φρόνημα τοῦ Πνεύματος, κατὰ Θεὸν ἐντυγχάνει ὑπὲρ ἁγίων» (Ρωμ. η’ 7, 27).

Γι’ αὐτὴν τὴ συνύπαρξη τῶν δυὸ φρονημάτων καί τὴ φυσικὴ συμπάθεια τοῦ ἀνθρώπου στὸ φρόνημα τοῦ πνεύματος, νὰ τὶ λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Διότι εὐχαριστιέμαι στὸν νόμο τοῦ Θεοῦ μὲ ὅλη μου τὴν ψυχή, τὴν καρδιά καὶ τὸν νοῦ. Βλέπω ὅμως νὰ κυριαρχεῖ στὰ μέλη μου ἄλλος νόμος, ἡ δύναμη τῆς ἁμαρτίας, ποὺ ἀντιστρατεύεται καὶ μάχεται ὅσα ὁ νοῦς μου καὶ ἡ συνείδηση μου μοῦ ὑποδεικνύουν ὡς σωστὰ καὶ μὲ ὑποδουλώνει στὸν νόμο τῆς ἁμαρτίας, ὁ ὁποῖος κυριαρχεῖ στὴν ἁμαρτωλὴ φύση μου» (Ρωμ. ζ’ 22-23).

Ἄρα ὁ ἄνθρωπος δέχεται μὲ φυσικὸ τρόπο τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ, διότι εὐφραίνεται μὲ τὸν νόμο μέσα του, σὰν νὰ εἶναι δικὸς του νόμος, σὰν νὰ εἶναι νόμος τοῦ νοῦ του. Καὶ ἡ θέληση ποὺ ἐκφράζει
τὸ φρόνημα τοῦ πνεύματος, εἶναι ἡ γνήσια θέληση τοῦ ἀνθρώπου ποὺ συμφωνεῖ μὲ τὸν νόμο αὐτὸ καί συμβαδίζει μὲ τὸν νομὸ τοῦ Θεοῦ, μὲ τὸν ὁποῖο εὐχαριστιέται ἡ καρδιά του.

Πάνω σ’ αὐτὸ λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς: «Τὸ ἀγαθό ἀπὸ τὴ φύση του εἶναι ἐπιθυμητὸ καὶ ἀρεστὸ καί τὸ ὁποῖο πάντοτε ποθείται μὲ φυσικὸ τρόπο.
Ὡστόσο, ἡ παρὰ φύση ἐπιθυμία εἶναι κάτι κακό, ὅταν δηλαδὴ ποθοῦμε κάτι διαφορετικὸ καὶ πέρα ἀπὸ τὴ φύση».

Ἀλλὰ παρότι ἡ γνήσια θέληση εἶναι ἡ θέληση τοῦ πνεύματος, δηλαδὴ ἡ ἐπιθυμία τοῦ ἀγαθοῦ, τοῦ φύσει ποθητοῦ, πολλὲς φορὲς ἀδυνατεῖ νὰ ὑπερισχύσει στὴν ἀντὶσταση ποὺ προβάλλει ἡ θέληση τῆς σάρκας, γιὰ τὸν λόγο ποὺ ἀνέφερε λίγο πρὶν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος «ἐξαιτίας τοῦ νόμου τῆς ἁμαρτίας ποὺ κυριαρχεῖ στὴν
ὕπαρξη μου καὶ μὲ κρατᾶ αἰχμάλωτὸ της» (Ρωμ. ζ’ 23). Γιὰ τὴν ἐπὶδραση αὐτὴ ἀπὸ τὸν νόμο τῆς σάρκας λέει ὁ Ἀπόστολος : «Διότι ἐγὼ θέλω νὰ κάνω τὸ καλό, δὲν ἔχω ὅμως τὴ δύναμη νὰ τὸ πραγματοποιήσω. Ἔτσι δὲν κάνω τὸ καλὸ ποὺ θὰ ἤθελα,
ἀλλὰ ὑπηρετῶ τὸ κακό ποὺ δὲν τὸ θέλω» (Ρωμ. ζ’ 18-19). Διότι ὁ ἔσω ἄνθρωπος, θέλει μὲν καὶ ἐπιθυμεῖ τὸ ἀγαθὸ σὰν γνώριμη ἐπιθυμία, σὰν ἔμφυτο ἀγαθό, σὰν δικὸ του νόμο, ἀλλὰ ὁ νόμος τῆς σάρκας, ὁ νομὸς τῆς ἁμαρτίας, ἀντιμάχεται τὶς ἐνέργειες τῆς ἀληθινῆς μας ἐλευθερίας καὶ ἐμποδίζει τὴν ἐπικράτηση τοῦ ἀγαθοῦ,
ὑπαγορεύοντας μας τὴν ἐργασία τοῦ κακοῦ. Γι’ αὐτὸ λέει πάλι ὁ Ἀποστολος: «Ἐὰν ὅμως πράττω τὸ κακὸ ποὺ στὴν πραγματικότητα δὲν τὸ θέλω, αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν τὸ πραγματοποιῶ πλέον ἐγὼ, ἀλλὰ ἡ ἁμαρτία ποὺ κατοικεῖ μέσα μου» (Ρωμ. ζ’ 20)

Ὥστε πραγματικὰ τὸ μὲν ἀγαθὸ εἶναι ἔμφυτος νόμος καὶ ἀληθινὴ θέληση τοῦ ἀνθρώπου, τὸ κακὸ ὅμως προέρχεται ἀπ’ ἔξω, εἶναι νόμος ἑτεροφυής, εἶναι κάτι μὴ δημιουργημένο ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ στρέφεται ἐναντίον τῆς θέλησης τοῦ ἀνθρώπου.

Ἔτσι λοιπόν ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐργάζεται πάνω στὸ ἀγαθό, ἐργάζεται ἐλεύθερα καὶ σύμφωνα μὲ τὴν ἐσωτερικὴ του θέληση καὶ εἶναι ἀληθινὰ ἐλεύθερος. Ὁταν ὅμως ἐργάζεται τὸ κακό, δὲν τὸ κάνει ἐλεύθερα ἀφοῦ ἔχει ὑποταχθεῖ στὸν νόμο τῆς ἁμαρτίας, εἶναι ἀνελεύθερος καὶ δοῦλος τῆς ἁμαρτίας. Σύμφωνα μ’ αὐτά,
ἐλεύθερος εἶναι αὐτὸς ποὺ πράττει τὸ ἀγαθό καὶ δοῦλος αὐτὸς ποὺ πράττει τὸ κακό. Ὡς ἐκ τούτου ἀληθινὴ ἐλευθερία εἶναι ἡ κυριαρχία τοῦ φρονήματος τοῦ πνεύματος, ποὺ ἀκολουθεῖ τὸ ἀγαθὸ καί ψευδὴς ἐλευθερία εἶναι ἡ ἐπικράτηση τοῦ φρονήματος τῆς σάρκας, ποὺ ἔργο της ἔχει τὰ πονηρά.

Ἡ διάκριση στοὺς χαρακτῆρες τῆς γνήσιας καὶ τῆς ψευδώνυμης ἐλευθερίας, εἶναι τόσο πολὺ ἀναγκαία, ὅσο σπουδαία εἶναι καὶ ἡ μεταξὺ τους διαφορά. Αὐτὴ ἡ διαφορὰ συνεπάγεται καὶ τὴ διαφορὰ τῆς ἠθικῆς κατάστασης, τὴ διαφορὰ τοῦ ἤθους, τῶν τρόπων, τοῦ εἴδους ζωῆς, τῶν πράξεων καὶ τῶν ἐνεργειῶν καί ἐν γένει
ὅλων ὅσα συμβαδίζουν μὲ τὸν χαρακτήρα τῆς καθεμιᾶς, ἀκόμη δὲ καὶ αὐτὲς οἱ σκέψεις, τὰ διανοήματα, τὰ ἐνθυμήματα, οἱ ἐπιθυμίες καὶ τὰ αἰσθηματία. Ἔτσι λοιπόν οἱ πράξεις τοῦ ἀληθινὰ ἐλεύθερου ἀνθρώπου, γίνονται κατὰ μὲν τὸν χαρακτήρα τῆς ἀληθινῆς ἐλευθερίας, ἐλεύθερες, ἀνεξάρτητες καὶ ἀγαθές, κατὰ δὲ
τὸν χαρακτήρα τῆς ψευδοῦς ἐλευθερίας, ἀνελεύθερες, ἐξαρτημένες καὶ κακές.

Ἐπειδὴ οἱ μὲν ἀγαθὲς πράξεις εἶναι σύμφωνες μὲ τὸν Θεῖο νόμο καὶ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, οἱ δὲ κακὲς Τὸν ἀντιμάχονται, συνεπάγεται ὅτι ὅσοι γνήσια ἐλεύθεροι ἐργάζονται τὸ ἀγαθό, προσεγγίζουν τὸν Θεὸ ποὺ εἶναι τὸ ὑπέρτατο ἐπιθυμητό, ἡ μακαριότητα καὶ ἡ εὐδαιμονία. Ἀλλὰ ὅσοι ἔχουν τὴν ψευδώνυμη ἐλευθερία, ὅσοι
πράττουν τὰ πονηρά, ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὸ ποθητὸ ὑπέρτατο ἀγαθό τῆς μακαριότητας καί της εὐδαιμονίας ποὺ θὰ ζοῦσαν κοντὰ Του καί καταλήγουν δυστυχεῖς, ἐλεεινοὶ καὶ κακοδαίμονες. Γιὰ τὸν λόγο ὅτι φῶς καὶ ζωὴ καὶ ἀλήθεια
εἶναι ὁ Θεός, ἕπεται ὅτι ὅσοι εἶναι μακριὰ Του βρίσκονται στὸ σκοτάδι, στὸν θάνατο καὶ τὸ ψέμα δηλαδὴ στὸ κράτος τοῦ Διαβόλου, τοῦ πατέρα τοῦ σκότους τοῦ θανάτου καὶ τοῦ ψεύδους. Κατὰ συνέπεια οἱ ἀληθινὰ ἐλεύθεροι βρίσκονται μέσα στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ οἱ ψευδελεύθεροι στὴ βασιλεία τοῦ Διαβόλου. Οἱ μὲν
ἐλεύθεροι λοιπόν ἀκολουθοῦν πράξεις ποὺ τοὺς ὁδηγοῦν στὴ θεοποίηση, οἱ δὲ ἀνελεύθεροι ἐπιλέγουν πράξεις ποὺ τοὺς κατολισθαίνουν στὴν ἀποκτήνωση. Αὐτὸ ἀκριβῶς ζητοῦν οἱ δαίμονες, γιατὶ δὲν ἀνέχονται τὴ δόξα τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ μὲν μία
ἀνεβάζει τὸν ἄνθρωπος στὴν πιὸ ὑψηλὴ θέση τῆς δόξας καὶ τῆς τιμῆς καί ἡ ἄλλη τὸν κατεβάζει στὴν ἔσχατη ἀδοξία καὶ ἀτιμία. Παρόμοια ἡ μία τὸν μεταφέρει στὴν αἰώνια ζωή, ἡ ἄλλη τὸν ὁδηγεῖ στὸν αἰώνιο Θάνατο. Ἡ μὲν στὸ παντοτινὸ φῶς τῆς
ἀλήθειας, ἡ δὲ στὸ αἰώνιο σκοτάδι τοῦ ψεύδους. Ἀποβαίνει ἀναγκαία λοιπὸν ἡ διάκριση καὶ ὁ διαχωρισμὸς τῆς μιᾶς κατάστασης, ἀπὸ τὴν ἄλλη, γιατὶ ἡ συνταύτιση καὶ ἡ σύγχυση τόσο ἀνόμοιων θελήσεων εἶναι πολὺ ἐπικίνδυνη. Πολὺ περισσότερο
ποὺ ἡ ψευδὴς ἐλεύθερη θέληση ἔχει τὴ δύναμη νὰ ἐξαπατήσει καὶ νὰ παραπλανήσει πολλοὺς ἐπιπόλαιους ἀναζητητὲς καὶ νὰ τοὺς φέρει στὴν ἀπώλεια, ἀφοῦ τοὺς πείσει νὰ δέχονται μέσα τους παροτρύνσεις καὶ ἐπιθυμίες ποὺ ἀπορρέουν ἀπὸ διάφορα πάθη καὶ ἐπιθυμίες τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, σὰν δῆθεν ὑπαγορεύσεις τῆς ἀληθινῆς ἐλεύθερης θέλησης τους καὶ σὰν ἐκφράσεις τοῦ ἐσωτερικοῦ ἀνθρώπου, δηλαδὴ τῆς πνευματικῆς φύσης.

Τέτοιου εἴδους ἀποπλάνηση τῶν ἀνθρώπων, ἐξαιτίας τῆς ἀγάπης τους γιὰ τὴν ὕλη καί τῆς ἐξασθένησης τῶν ψυχικῶν τους δυνάμεων ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, εἶναι πολὺ συχνή. Διότι ἡ μὲν ἀγάπη τους πρὸς τὴν ὕλη, τοὺς καθιστᾶ εὐκολόπιστους στὶς
παροτρύνσεις τῆς ψευδοῦς θέλησης τους καὶ περισσότερο εὐάλωτους, ἡ δὲ ἐξασθένηση τῶν ψυχικῶν τους δυνάμεων, ἀνίκανους νὰ ἀναγνωρίσουν ἐπακριβῶς τὸν γνήσιο χαρακτῆρα τῶν πραγμάτων καὶ τὴ σημασία τους, γιὰ νὰ μπορέσουν νὰ ἀγαπήσουν μὲ βαθιὰ συναίσθηση τὸ ἀγαθό, ὥστε νὰ θυσιάσουν τὰ πάντα γιὰ νὰ τὸ κατακτήσουν καί νὰ ἀκολουθήσουν τὴ φωνὴ τῆς πραγματικῆς θέλησης, ἀντιστεκὸμενοι σὲ ὁτιδήποτε δὲν προέρχεται καὶ δὲν ὑπαγορεύεται ἀπ’ αὐτὴν καὶ ζώντας ὡς ὑπάρξεις ἀληθινὰ ἐλεύθερες καὶ αὐτεξούσιες.

Ἰδιότητα τῆς ἀληθινῆς ἠθικῆς ἐλευθερίας, δηλαδὴ τῆς ἀληθινῆς ἐλεύθερης θέλησης μας, εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ ἀγαθοῦ, τοῦ καλοῦ, τοῦ ἀληθινοῦ καὶ ἡ προσήλωση σ’ αὐτὴ τὴν ἀγάπη. Ὁ ἔρωτας στὸ ἀγαθὸ εἶναι ἔκφραση τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ πνευματικοῦ ἀνθρώπου καὶ ἐξωτερίκευση τοῦ αἰσθήματος αὐτοῦ ποὺ τὸν
πλημμυρίζει. Ὁ ἔρωτας αὐτὸς γεννιέται ἀπὸ τὴν ταυτότητα τῶν ὑπαγορεύσεων τῆς καρδιᾶς καὶ τοῦ Θείου νόμου ποὺ εἶναι χαραγμένος μέσα της. Αὐτὸ ὑπαινίσσεται καὶ ἡ Ἅγια Γραφὴ ὅταν λέει, ὅτι ὁ Θεῖος νόμος δόθηκε γραπτὸς στήν καρδιά τοῦ
ἀνθρώπου, διότι ὁ Θεὸς ἔπλασε τὴν καρδιά του, ὡς ἕδρα τῆς ἀγάπης τοῦ ἀγαθοῦ, γι’ αὐτὸ καὶ ἀπὸ τὴ φύση της ἀγαπᾶ, ποθεῖ καὶ ἀναζητᾶ τὸ ἀγαθό. Καὶ πῶς θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ γίνει ἀλλιῶς, ἀφοῦ ἡ πρώτη ἐντύπωση ποὺ τοῦ δόθηκε ἦταν ν ἡ ὄψη τοῦ
ἀγαθοῦ, τοῦ ἀπόλυτου ἀγαθοῦ; Ναί! Ἦταν ἀδύνατον νὰ γίνει ἀλλιῶς, διότι τὸ ἀγαθὸ ἀποτύπωσε στὴν καρδιά του τὶς πρῶτες ἐντυπώσεις, τὶς ὁποῖες συγκράτησε στὰ βάθη τοῦ εἶναι του, γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι πλέον αἰώνιες. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀποκαλεῖ τὸν γραπτὸ νόμο τῆς καρδιᾶς, νόμο τοῦ νοῦ του καί τὸν ταυτίζει μὲ τὸν
νόμο τοῦ Θεοῦ.

Ἡ γνώση αὐτὴ τοῦ χαρακτήρα τῆς ἀληθινῆς μας θέλησης, μᾶς καθιστᾶ ἱκανοὺς νὰ διαφυλάξουμε ἀνεπηρέαστη τὴν ἠθικὴ μας ἐλευθερία καὶ νὰ ζήσουμε ἀληθινὰ ἐλεύθεροι, διότι ὁ ἠθικὰ ἐλεύθερος εἶναι καὶ πραγματικὰ ἐλεύθερος.

Ἔτσι, ἠθικὰ ἐλεύθερος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ δρᾶ σύμφωνα μὲ τὶς ὑπαγορεύσεις τῆς ἀληθινῆς καὶ ἐλεύθερης θέλησης του.

Κατὰ τὰ παραπάνω ἠθικὴ ἐλευθερία εἶναι τὸ νὰ πράττεις πάντοτε καὶ νὰ ἐπιδιώκεις τὸ ἀγαθό, γιατὶ αὐτὸ εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἐπιθυμία, τὸ ἀπὸ καρδιᾶς ποθούμενο καὶ ἐπιδιωκόμενο τῆς ἐσωτερικῆς ὕπαρξης τοῦ ἀνθρώπου.

Αντιγραφή ΟΡΘΟΠΡΑΞΙΑ

Αφήστε μια απάντηση