Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ

Συνομιλία γέροντα και υποτακτικού για την προσευχή του Ιησού. Β΄. Για την πλάνη. [5. Η «γνώμη», το δεύτερο είδος πλάνης. Το αιρετικό και ψυχόλεθρο βιβλίο του Θωμά Κεμπησίου, «Μίμηση Χριστού»].

Μπορείτε να διαβάσετε και το υπόλοιπο βιβλίο εδώ: Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσιανίνωφ, Έργα 1 – Ασκητικές εμπειρίες Α΄.

Αντιγραφή από ΕΔΩ


Συνομιλία γέροντα και υποτακτικού για την προσευχή του Ιησού

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ. ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΛΑΝΗ

5


ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΟΣ: Υπάρχει κάποια σχέση ανάμεσα στην πλάνη του πρώτου είδους και σ’ εκείνη του δεύτερου είδους;

ΓΕΡΟΝΤΑΣ: Οπωσδήποτε υπάρχει σχέση ανάμεσα στις δύο μορφές πλάνης. Η πρώτη είναι πάντα ενωμένη με τη δεύτερη, τη «γνώμη». Όποιος με την ψυχική ικανότητα της φαντασίας σχηματίζει στον νου του πλανεμένες εικόνες και τις συνδέει σε ελκυστικές παραστάσεις, στην απατηλή επήρεια των οποίων υποτάσσει όλη την ύπαρξή του, αυτός νομίζει σε κάθε περίπτωση πως οι παραστάσεις δημιουργούνται με την ενέργεια της θείας χάριτος και πως τα καρδιακά αισθήματα, που προκαλούνται απ’ αυτές, προέρχονται από τη χάρη.

Το δεύτερο είδος πλάνης είναι κυρίως η «γνώμη», που ενεργεί χωρίς τον σχηματισμό πλανεμένων παραστάσεων. Αρκείται στην πρόκληση νόθων αισθημάτων και, γενικά, καταστάσεων της χάριτος, από τις οποίες αποκτάται ψεύτικη, αλλοιωμένη αντίληψη όλων των πνευματικών ασκήσεων. Όποιος βρίσκεται στην πλάνη της «γνώμης» δεν αντιλαμβάνεται ορθά τίποτε. Απατάται και εσωτερικά και εξωτερικά. Η φαντασία του είναι εξαιρετικά δημιουργική, αλλά ενεργεί αποκλειστικά στην περιοχή της εκτροπής, της σφαλερότητας.

Δεν επιδιώκει καθόλου ή επιδιώκει σπάνια τον σχηματισμό στον νου, δια της φαντασίας, παραστάσεων του παραδείσου και των ουράνιων σκηνωμάτων, την όσφρανση ουράνιας ευωδίας, την δράση θείου φωτός, του Χριστού, αγγέλων και αγίων.

Αυτή η πλάνη του δημιουργεί φαινομενικά πνευματικές καταστάσεις –στενή φιλία με τον Ιησού (βλ. Θωμά Κεμπησίου, Η μίμηση του Χριστού, βιβλ. Β ́, κεφ. η΄), εσωτερική συνομιλία μ’ Εκείνον (ο.π., βιβλ. Γ’, κεφ. α ́.), μυστικές ακροάσεις και αποκαλύψεις (ο.π., βιβλ. Γ’, κεφ. β΄), απολαύσεις– με τις οποίες τον κάνει να έχει, όπως είπαμε, ψευδή αντίληψη του εαυτού του και της χριστιανικής ασκήσεως, να έχει, γενικά, ψευδή νοήματα και αισθήματα, και τον οδηγεί άλλοτε σε μια μέθη, άλλοτε σε μιαν έξαψη, άλλοτε σε μιαν έκσταση.

Αυτές οι ποικίλες καταστάσεις οφείλονται στην ενέργεια πολύ λεπτής υπερηφάνειας και εξίσου λεπτής ηδυπάθειας, που θέτουν σε εφάμαρτη, απατηλή κίνηση το αίμα. Έτσι, ενώ είναι καταστάσεις πλάνης, παρουσιάζονται ως απολαυστικές δωρεές της χάριτος. Η υπερηφάνεια και η ηδυπάθεια γεννούν, επίσης, την υψηλοφροσύνη, που είναι ο αχώριστος σύντροφος της «γνώμης».

Ο φοβερός εγωισμός, ο όμοιος με τον εγωισμό των δαιμόνων, αποτελεί την κυρίαρχη ιδιότητα όσων οικειοποιήθηκαν και τη μία και την άλλη πλάνη.

Εκείνους που έπεσαν στην πρώτη μορφή πλάνης, ο εγωισμός τους οδηγεί σε φανερή παραφροσύνη.

Εκείνους που έπεσαν στη δεύτερη μορφή πλάνης, τους οδηγεί σε μιαν άλλη βλάβη του νου, που στη Γραφή ονομάζεται διαφθορά του νου (βλ. Β ́ Τιμ. 3:8) και γίνεται πολύ πιο δύσκολα αντιληπτή, καθώς φοράει το προσωπείο της ταπεινοφροσύνης, της ευσέβειας, της σοφίας. Αναγνωρίζεται, ωστόσο, από τους πικρούς καρπούς της.

Οι πλανεμένοι από τη «γνώμη» για τα ‘‘χαρίσματα’’ τους, ιδιαίτερα για την ‘‘αγιότητα’’ τους, είναι ικανοί και πρόθυμοι για όλα, για κάθε υποκρισία, για κάθε πονηριά, για κάθε απάτη, για κάθε κακουργία. Αδιάλλακτη εχθρότητα αισθάνονται εναντίον των εργατών της αλήθειας, με λυσσαλέο μίσος στρέφονται εναντίον τους, όταν αυτοί δεν αποδέχονται την κατάσταση της πλάνης τους ως αγιοπνευματική, όπως τη θεωρούν οι ίδιοι, ανεβάζοντας με τη «γνώμη» τον εαυτό τους. Ντροπή για τον τυφλωμένο κόσμο!

ΥΠ.: Υπάρχουν και καταστάσεις πνευματικές που προέρχονται από τη χάρη του Θεού, όπως όταν γεύεται κανείς πνευματική γλυκύτητα και χαρά, καταστάσεις κατά τις οποίες αποκαλύπτονται στην ψυχή τα μυστήρια της πίστεως, καταστάσεις κατά τις οποίες γίνεται αισθητή στην καρδιά η παρουσία του Αγίου Πνεύματος, καταστάσεις κατά τις οποίες ο εργάτης του Χριστού αξιώνεται πνευματικών δράσεων;

ΓΕΡ.: Αναμφίβολα υπάρχουν, αλλά μόνο στους πιστούς που έφτασαν στη χριστιανική τελειότητα, κατεξοχήν σ’ εκείνους που καθαρίστηκαν και ετοιμάστηκαν με τη μετάνοια. Η ενέργεια της μετάνοιας, γενικά, που εκφράζεται με όλες τις μορφές του ταπεινού φρονήματος, ιδιαίτερα με την προσευχή που προσφέρεται στον Θεό με συναίσθηση πνευματικής πτωχείας και με πένθος, βαθμιαία εξασθενίζει στον άνθρωπο την ενέργεια της αμαρτίας.

Αυτό, όμως, αφενός απαιτεί σημαντικό χρόνο και αφετέρου αποτελεί όχι ανθρώπινο κατόρθωμα αλλά δωρεά της πρόνοιας του Θεού, που άγρυπνα μας παρακολουθεί, στους αληθινά καλοπροαίρετους αγωνιστές. Η πάλη με τα πάθη είναι εξαιρετικά ωφέλιμη, καθώς αυτή, περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο, οδηγεί στην πτωχεία του πνεύματος. Αποβλέποντας στην ουσιαστική ωφέλεια μας, ο Θεός και Κριτής μας δεν βιάζεται να μας απαλλάξει από τον εχθρό μας, την αμαρτία (πρβλ. Λουκ. 18:7).

Όταν τα πάθη αδυνατίσουν πολύ κι αυτό συμβαίνει συνήθως προς το τέλος της ζωής του ανθρώπου, τότε σιγά-σιγά θ’ αρχίσουν να εμφανίζονται πνευματικές καταστάσεις εντελώς διαφορετικές από την κατάσταση της «γνώμης».

Πρώτα – πρώτα μπαίνει στον πνευματικό ναό της καρδιάς το μακάριο πένθος. Το πένθος καθαρίζει και λευκαίνει την καρδιά. Έτσι την αξιώνει να υποδεχθεί τα δώρα που, σύμφωνα με τον πνευματικό νόμο, ακολουθούν το πένθος. Ο σαρκικός άνθρωπος με κανένα τρόπο δεν μπορεί να αποκτήσει ακόμα και την παραμικρή ιδέα είτε του μακάριου πένθους είτε των πνευματικών καταστάσεων που το ακολουθούν. Η γνώση αυτών των καταστάσεων δεν αποκτάται αλλιώς παρά μόνο με την πείρα [Βλ. Αββά Ισαάκ του Σύρου, Λόγοι Ασκητικοί, ΠΕ’, 23γ].

Τα πνευματικά χαρίσματα μοιράζονται με θεϊκή σοφία: Ο Θεός δίνει τα δώρα του στα λογικά εκείνα σκεύη που μπορούν δίχως βλάβη να τα αντέξουν. Το καινούριο κρασί κάνει τα παλιά ασκιά να σκάσουν (Βλ. Ματθ. 9:17). Όπως παρατηρούμε, στην εποχή μας τα πνευματικά χαρίσματα δίνονται πολύ φειδωλά, κι αυτό οφείλεται στη χαλαρότητα της πνευματικής ζωής των χριστιανών. Όταν δίνονται, πάντως, εξυπηρετούν σχεδόν αποκλειστικά τον σκοπό της σωτηρίας. Απεναντίας, η «γνώμη» σκορπίζει τα δώρα της σπάταλα και με μεγάλη προθυμία.

Κοινό γνώρισμα όλων των αληθινά πνευματικών καταστάσεων είναι η βαθιά ταπείνωση, το ταπεινό φρόνημα. Όποιος οικειώνεται αυτό το φρόνημα, βάζει πάνω από τον εαυτό του όλους τους συνανθρώπους του, συμπάσχει με όλους τους συνανθρώπους του, αγαπά ευαγγελικά όλους τους συνανθρώπους του, αλλά έχει την τάση να αψηφά τον κόσμο και να απομακρύνεται από τον κόσμο. Η «γνώμη» δεν έχει θέση μέσα του. Γιατί ο ταπεινός άνθρωπος απαρνιέται κάθε προσωπική αξία, ομολογεί ειλικρινά τον Λυτρωτή, αποθέτει όλες τις ελπίδες του και συγκεντρώνει όλα τα στηρίγματά του σ’ Εκείνον.

Ο πλανεμένος από τη «γνώμη», απεναντίας, αποδίδει στον εαυτό του όχι μόνο τα χαρίσματα του Θεού αλλά και ικανότητες ανύπαρκτες, στηρίζει τις ελπίδες του επίσης στον εαυτό του, ομολογεί τον Λυτρωτή ψυχρά και επιφανειακά, δοξάζει τον Θεό για να δοξαστεί ο ίδιος, όπως έκανε ο Φαρισαίος (Βλ. Λουκ. 18:11). Τέτοιοι άνθρωποι στην πλειοψηφία τους είναι παραδομένοι στην ηδυπάθεια, κι ας αποδίδουν στον εαυτό τους πολύ υψηλές πνευματικές καταστάσεις, απαράδεκτες για τον γνήσιο ορθόδοξο ασκητισμό. Λίγοι είναι εκείνοι που συγκρατούνται από την ωμή υποδούλωση στην ηδυπάθεια, και συγκρατούνται μόνο και μόνο επειδή κυριαρχεί σ’ αυτούς η αμαρτία των αμαρτιών, η υπερηφάνεια.

ΥΠ.: Η πλάνη της «γνώμης» μπορεί να έχει αρνητικές συνέπειες που να είναι φανερές, ψηλαφητές;

ΓΕΡ.: Απ’ αυτή την πλάνη προήλθαν οι ολέθριες αιρέσεις, τα σχίσματα, η αθεΐα, η βλασφημία. Η πιο φανερή αρνητική συνέπεια της είναι η σφαλερή πνευματική δραστηριότητα, δραστηριότητα καταστροφική για τον ίδιο τον άνθρωπο, που έχει πλανηθεί από τη «γνώμη», και για τους άλλους, που είναι κοντά του. Το κακό, παρ’ όλη την εμφάνεια και την έκταση του, δύσκολα γίνεται αντιληπτό και κατανοητό. Επειδή ή «γνώμη», μολονότι αποτελεί φρικτή πλάνη του νου, δεν τον οδηγεί σε παράκρουση, όπως η διαταραγμένη φαντασία, σπάνια γίνεται στους εργάτες της προσευχής αιτία δυστυχημάτων, αλλά συμβαίνει κι αυτό.

Στο νησί Βαλαάμ, σ’ ένα απόμακρο ερημικό καλύβι, ζούσε ο μεγαλόσχημος μοναχός Πορφύριος, τον οποίο κι εγώ γνώρισα. Ασκούσε την προσευχή, δεν ξέρω με ποιον ακριβώς τρόπο· πως ήταν, όμως, τρόπος εσφαλμένος μπορούμε να το συμπεράνουμε από τούτο: Αγαπημένο του ανάγνωσμα ήταν το βιβλίο του δυτικού συγγραφέα Θωμά Κεμπησίου, Η μίμηση του Χριστού, το οποίο εκτιμούσε πολύ και χρησιμοποιούσε ως οδηγό. Το βιβλίο αυτό, ωστόσο, είναι γραμμένο από έναν άνθρωπο που είχε πέσει στην πλάνη της «γνώμης».

Ο π. Πορφύριος, λοιπόν, κάποιο ανοιξιάτικο βράδυ επισκέφθηκε τους γέροντες της σκήτης, που δεν ήταν μακριά από το καλύβι του.

Όταν τους αποχαιρετούσε, εκείνοι τον προειδοποίησαν: “Μη σκεφθείς να περάσεις πάνω από τον πάγο, επειδή είναι πολύ πρόσφατος και γι’ αυτό πολύ λεπτός”.

Ο π. Πορφύριος έπρεπε να διανύσει μια μεγάλη απόσταση, βαδίζοντας στην όχθη της λίμνης Λάντογκα, προκειμένου να φτάσει στον έρημο τόπο του, που τον χώριζε από τη σκήτη ένας βαθύς κόλπος αυτής της λίμνης.

Με σιγανή φωνή και με εξωτερική σεμνότητα ο μοναχός αποκρίθηκε: “Εγώ έγινα πια ελαφρός’’. Και έφυγε.

Σε λίγο ακούστηκε μια απελπισμένη κραυγή. Οι γέροντες της σκήτης πετάχτηκαν έξω ταραγμένοι. Είχε σκοτεινιάσει, και άργησαν να βρουν το μέρος όπου έγινε το δυστύχημα. Άργησαν, επίσης, να βρουν μέσο για να βγάλουν τον πνιγμένο από τη λίμνη -να βγάλουν το σώμα που το είχε ήδη εγκαταλείψει η ψυχή.

ΥΠ.: Είπες για το βιβλίο, Η μίμηση του Χριστού ότι είναι γραμμένο από άνθρωπο που βρισκόταν σε κατάσταση αυταπάτης. Ωστόσο το διαβάζουν πολλοί, ακόμα και μέλη της Ορθόδοξης Εκκλησίας!

ΓΕΡ.: Αυτοί που το διαβάζουν και ενθουσιάζονται και διαλαλούν την αξία του, δεν το κατανοούν.

Στον πρόλογο της ρωσικής εκδόσεως -Μόσχα 1834- ο μεταφραστής αναφέρει: «Ένας μεγαλόπνευστος άνδρας» -Ρώσος ορθόδοξος- έλεγε: “Αν ζητούσαν τη γνώμη μου, αδίσταχτα μετά την Αγία Γραφή θα έβαζα τη Μίμηση του Χριστού του Κεμπησίου”». Μ’ αυτή την τόσο αποφασιστική απόφανση εκφράζεται ξεκάθαρη προτίμηση στον ετερόδοξο συγγραφέα έναντι όλων των αγίων πατέρων της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Στη δική μου σκέψη, απεναντίας, κυριαρχούν οι ορισμοί του συνόλου της Εκκλησίας, η οποία με τις άγιες Συνόδους της δέχτηκε τα συγγράμματα των αγίων πατέρων ως θεόπνευστα και εισηγήθηκε τη μελέτη τους, όχι μόνο για την πνευματική ωφέλεια όλων των παιδιών της, αλλά και για την εξεύρεση λύσεων στα εκκλησιαστικά προβλήματα. Στα συγγράμματα των πατέρων είναι φυλαγμένος ένας μεγάλος πνευματικός, χριστιανικός και εκκλησιαστικός θησαυρός, η δογματική και ηθική παράδοση της αγίας Εκκλησίας.

Όπως φαίνεται, το ίδιο το βιβλίο, Η μίμηση του Χριστού έφερε τον άνθρωπο εκείνο στην κατάσταση που τον έκανε να εκφραστεί τόσο απερίσκεπτα, τόσο εσφαλμένα, τόσο λυπηρά*.

Η Μίμηση, όταν εμφανίστηκε, καταδικάστηκε ακόμα και από τη Λατινική Εκκλησία. Καταδιώχθηκε, μάλιστα, από την Ιερά Εξέταση. Η δίωξη διακόπηκε αργότερα και μεταβλήθηκε σε υπεράσπιση, όταν οι παπικοί διαπίστωσαν ότι το βιβλίο αυτό τους χρησίμευε ως ένα καλό όπλο στην προπαγάνδα τους μεταξύ των ανθρώπων που δεν αντιλαμβάνονταν ορθά τον Χριστιανισμό και διατηρούσαν μ’ αυτόν επιφανειακή σχέση. Λέγοντας παπική προπαγάνδα εννοούμε τη διάδοση της απόψεως εκείνης την οποία ο πάπας θέλει να επιβάλει στην ανθρωπότητα για τον εαυτό του και η οποία στοχεύει στην αποδοχή της υπέρτατης, αυταρχικής και απεριόριστης εξουσίας του πάνω στον κόσμο. Η προπαγάνδα, στρέφοντας το ενδιαφέρον της αποκλειστικά στον στόχο, πολύ μικρή σημασία δίνει στην ποιότητα της διδασκαλίας της. Έτσι, αν ο στόχος επιτυγχάνεται, δέχεται τα πάντα, ακόμα και πίστη στον Χριστό δίχως εγκατάλειψη της ειδωλολατρίας

Τι αυταπάτη! Τι πλάνη! Πλάνη που διαμορφώθηκε από ψευδή νοήματα. Τα ψευδή νοήματα γεννήθηκαν από εσφαλμένα αισθήματα που προκάλεσε το βιβλίο. Σ’ αυτό το βιβλίο υπάρχει και απ’ αυτό το βιβλίο αναδύεται η οσμή του πονηρού πνεύματος, που αποπλανά τους αναγνώστες, που τους ποτίζει με το φαρμάκι του ψεύδους, νοστιμίζοντας το με τα πολύ λεπτά αρτύματα της οιήσεως, της υπερηφάνειας και της ηδυπάθειας.

Το βιβλίο οδηγεί τους αναγνώστες σε άμεση κοινωνία με τον «Θεό», χωρίς προηγούμενη κάθαρση με τη μετάνοια, και γι’ αυτό είναι ιδιαίτερα ελκυστικό σε ανθρώπους εμπαθείς, που δεν γνωρίζουν τον δρόμο της μετάνοιας, που δεν φυλάγονται από την αυταπάτη και την πλάνη, που δεν διδάχθηκαν τον σωστό τρόπο ζωής, σύμφωνα με τη διδασκαλία των αγίων πατέρων της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Προκαλεί, επίσης, κυκλοφορική και νευρική διέγερση, και γι’ αυτό είναι πολύ αρεστό σε ανθρώπους αιχμαλωτισμένους από τον αισθησιασμό. Διαβάζοντάς το κανείς μπορεί να ευφραίνεται, χωρίς να αρνείται τις παχυλές αισθησιακές ικανοποιήσεις. Η οίηση, η υπερηφάνεια και η λεπτή ηδυπάθεια παρουσιάζονται στις σελίδες του σαν ενέργειες της χάριτος του Θεού.

Οι σαρκικοί άνθρωποι, καθώς οσφραίνονται την ασωτία τους στις πιο λεπτές της ενέργειες, έρχονται σε κατάσταση ενθουσιασμού, γλυκασμού, μέθης, που προσφέρονται δίχως κόπο, δίχως αυταπάρνηση, δίχως μετάνοια, δίχως νέκρωση της σάρκας μαζί με τα πάθη και τις επιθυμίες (βλ. Γαλ. 5:24), αλλά με θωπεύματα στην κατάσταση της πτώσεως. Οδηγημένοι από τον τυφλό εγωισμό τους, πορεύονται από το ψεύδος της κτηνώδους αγάπης, στο ψεύδος μιας αγάπης πιο εγκληματικής, μιας αγάπης που βασιλεύει στα καταγώγια των πονηρών πνευμάτων.

Κάποιο πρόσωπο υψηλής κοινωνικής θέσεως και μεγάλης μορφώσεως, που τυπικά ανήκει στην Ορθόδοξη Εκκλησία, εκφράστηκε με τον εξής τρόπο για μια Λουθηρανή, όταν αυτή πέθανε, την οποία θεωρούσε αγία: “Αγαπούσε με πάθος τον Θεό, συλλογιζόταν μόνο τον Θεό, ατένιζε μόνο τον Θεό, μελετούσε μόνο το Ευαγγέλιο και τη Μίμηση, που είναι το δεύτερο Ευαγγέλιο’’ [Η ενθουσιώδης αυτή γνώμη διατυπώθηκε στη γαλλική γλώσσα, που είναι κατάλληλη για τη θεατρική σκηνή!].

Το ίδιο ουσιαστικά πνεύμα εκφράζει και η ονομαστή Γαλλίδα συγγραφέας μαντάμ ντε Σεβινιέ*, η οποία τόλμησε να πει για τον διάσημο Γάλλο ποιητή Ρακίνα τον πρεσβύτερο**: “Αγάπησε τον Θεό όπως αγαπούσε πρώτα τις παλλακίδες του”. Ο γνωστός κριτικός Λαγκάρπ, που ήταν πρώτα άθεος και μετά ασπάστηκε έναν εσφαλμένο και διαστρεβλωμένο από τον ίδιο Χριστιανισμό, ενισχύοντας τη φράση της κυρίας ντε Σεβινιέ, είπε: “Η καρδιά αγαπά και τον Πλάστη και το πλάσμα, μόνο αν τα επακόλουθα της διπλής αυτής αγάπης είναι τόσο διαφορετικά όσο και τα αντικείμενά της”.

* Σ.τ.Μ.: Η Μαρία ντέ Ραμπουτέν-Σαντάλ, μαρκησία ντε Σεβινιέ (Marie de Rabutin-Chantal, marquise de Sevigné), Γαλλίδα συγγραφέας (1626- 1696), είναι γνωστή κυρίως για τις περίφημες επιστολές της προς την κόρη της, οι οποίες θέλγουν με την απλότητα και τη φυσικότητά τους. Σ’ αυτές μιλάει για προσωπικές και οικογενειακές υποθέσεις της, προπάντων όμως για την κοινωνία, τον στρατό και τη βασιλική Αυλή, παρέχοντας έναργη και ενδιαφέρουσα εικόνα των ηθών και των εθίμων της εποχής της. Η πρώτη έκδοση των επιστολών έγινε το 1726 και ή πλήρης το 1873.

** Σ.τ.Μ.: Ο Ιωάννης Ρακίνας (Jean Racine), Γάλλος δραματικός ποιητής (1639-1699), που επονομάζεται πρεσβύτερος για να διακρίνεται από τον γιο του Λουδοβίκο, τον ποιητή Ρακίνα τον νεότερο (1692-1763), από το 1664 ως το 1677 έγραψε τραγωδίες, τις οποίες η κριτική και η κοινή γνώμη της εποχής του θεώρησαν αριστουργηματικές (Θηβαΐδα, Αλέξανδρος, Ανδρομάχη, Βρετανικός, Βερενίκη, Βαγιαζήτ, Ιφιγένεια, Φαίδρα). Σ’ αυτές αναλύει τα ανθρώπινα πάθη με τρόπο απαράμιλλα λεπτό, με γλώσσα πλούσια και εκφραστική, με ύφος υψηλό αλλά και φυσικό. Τέλος, το 1689 έγραψε την Εσθήρ και το 1691 την Αθαλία, όχι τόσο ως έργα θεατρικά όσο ως μεγάλα θρησκευτικά ποιήματα, κατάλληλα να απαγγέλλονται και να ψάλλονται.

Ο Ρακίνας μεταπήδησε από τη διαφθορά στην πλάνη της «γνώμης». Αυτή η πλάνη σ’ όλη της την έκταση είναι αποτυπωμένη στις δύο τελευταίες τραγωδίες του ποιητή Εσθήρ και Αθαλία. Τα υψηλά χριστιανικά νοήματα και αισθήματα του Ρακίνα βρήκαν τον κατάλληλο χώρο τους στον ναό των Μουσών και του Απόλλωνα, το θέατρο, όπου ξεσήκωσαν ενθουσιασμό και χειροκροτήματα. Της τραγωδίας Αθαλία, που θεωρήθηκε η πιο σπουδαία δημιουργία του Ρακίνα, δόθηκαν σαράντα διαδοχικές παραστάσεις. Το πνεύμα της είναι ταυτόσημο με το πνεύμα της Μιμήσεως.

Εμείς πιστεύουμε, ότι στην καρδιά του ανθρώπου υπάρχει κτηνώδης διάθεση, που την προκάλεσε η πτώση του και που σχετίζεται με τη διάθεση των πονηρών πνευμάτων.

Ωστόσο, πιστεύουμε ακόμα πως υπάρχει στην καρδιά και πόθος πνευματικός με τον οποίο πλαστήκαμε και με τον οποίο αγαπάμε φυσικά και ορθά τον Θεό και τον πλησίον. Ο πόθος αυτός βρίσκεται σε αρμονία με τον πόθο των αγίων αγγέλων. Για ν’ αγαπήσουμε τον Θεό και με την αγάπη του Θεού τον πλησίον, πρέπει απαραίτητα να καθαρθούμε από τον κτηνώδη πόθο. Την κάθαρση της καρδιάς μας την επιτελεί το Άγιο Πνεύμα, όταν εμείς με τη ζωή μας εκδηλώσουμε τη σχετική βούληση.

Ουσιαστικά καρδιά ονομάζονται, με έννοια ηθική, ο πόθος και οι λοιπές ψυχικές δυνάμεις, όχι το ομώνυμο όργανο του σώματος. Οι δυνάμεις συγκεντρώνονται σ’ αυτό το όργανο, από το οποίο πήραν την κοινή ονομασία.

Οι πνευματικοί άνθρωποι, σε αντίθεση με τους σαρκικούς, μόλις οσφρανθούν τη δυσωδία του κακού που μεταμφιέστηκε σε καλό, τη δυσωδία που αναδίνεται από το βιβλίο, αισθάνονται αποστροφή γι’ αυτό.

Στον γέροντα Ησαΐα, μοναχό που ασκούσε τη σιωπή στην Έρημο Νικηφόρωφ και που προόδευσε τόσο στη νοερά προσευχή ώστε αξιώθηκε του θείου φωτισμού, διάβασαν ένα απόσπασμα από τη Μίμηση.

Ο γέροντας μπήκε αμέσως στο νόημα του βιβλίου. Γέλασε και αναφώνησε: “Ω! Αυτό είναι γραμμένο από τη «γνώμη». Δεν έχει τίποτα το αληθινό. Επινοημένα είναι όλα. Ο Θωμάς φανταζόταν κάποιες πνευματικές καταστάσεις και τις περιέγραφε υποθετικά, χωρίς να τις γνωρίζει εμπειρικά”.

Η πλάνη ως δυστύχημα παρουσιάζει θέαμα θλιβερό, ως παραλογισμός, όμως, είναι θέαμα γελοίο.

Ο ηγούμενος της Μονής Αγίου Κυρίλλου Νοβογιεζέρσκ ήταν γνωστός για την αυστηρή ζωή του. Με απλότητα καρδιάς, πάντως, καταγινόταν σχεδόν αποκλειστικά σε σωματικές ασκήσεις. Μέτρια ήταν η γνώση του για τις πνευματικές ασκήσεις. Στα πρόσωπα που τον συμβουλεύονταν και βρίσκονταν κάτω από την καθοδήγησή του σύστηνε αρχικά την ανάγνωση της ΜιμήσεωςΛίγα χρόνια πριν από την κοίμηση του, όμως, άρχισε να την απαγορεύει, λέγοντας με την αγία απλότητα του: “Πρώτα θεωρούσα το βιβλίο αυτό ψυχωφέλιμο, αλλά ο Θεός μου αποκάλυψε πως είναι ψυχόλεθρο”.

Την ίδια γνώμη για τη Μίμηση είχε και ο γνωστός εργάτης της μοναχικής εμπειρίας ιερομόναχος Λεωνίδας*, που έβαλε την αρχή της ηθικής ευταξίας στην έρημο της Όπτινα. Όλοι αυτοί οι ασκητές μου ήταν προσωπικά γνωστοί.

* Σ.τ.Μ.: Πρόκειται για τον όσιο Λεωνίδα της Όπτινα (1768-1841).

Κάποιος κτηματίας, που δεν απέκτησε μεγάλη κοσμική παιδεία αλλά ανατράφηκε μέσα στο πνεύμα της Ορθοδοξίας, είδε μια φορά τη Μίμηση στα χέρια της κόρης του. Αμέσως της απαγόρευσε την ανάγνωση του βιβλίου, λέγοντας: “Εγώ δεν θέλω ν’ ακολουθείς τη μόδα και να κάνεις την κοκέτα μπροστά στον Θεό”. Πρόκειται για την πιο ορθή εκτίμηση του βιβλίου.

ΥΠ.: Υπάρχουν κι άλλες μορφές πλάνης.

ΓΕΡ.: Όλες οι άλλες μορφές της αυταπάτης και της δαιμονικής απάτης είναι ειδικές περιπτώσεις των δύο κύριων μορφών που ανέφερα, και οφείλονται σε εσφαλμένη λειτουργία είτε του νου είτε της καρδιάςιδιαίτερα στην κυριαρχία της «γνώμης».

Όχι αβάσιμα, ωστόσο, ως κατάσταση αυταπάτης και πλάνης θεωρείται και η ψυχική κατάσταση των μοναχών εκείνων, που, απορρίπτοντας την άσκηση της προσευχής του Ιησού και της νοεράς εργασίας γενικά, αρκούνται στην εξωτερική δέηση, δηλαδή στην τακτική συμμετοχή στις εκκλησιαστικές ακολουθίες και στη συνεπή εκτέλεση του ατομικού κανόνα στο κελί με προφορικές προσευχές και ψαλμωδίες.

Αυτοί δεν μπορούν να αποφύγουν τη «γνώμη», όπως εξηγεί ο γέροντας Βασίλειος του Μερλοπολιάνι, στην εισαγωγή του στο βιβλίο του οσίου Γρηγορίου του Σιναΐτου, κάνοντας αναφορά στα συγγράμματα του τελευταίου και του οσίου Συμεών του Νέου Θεολόγου.

Η κρυμμένη «γνώμη» αποκαλύπτεται, όταν ο ασκητής νομίζει πως είναι τάχα προσεκτικός, συχνά καταφρονεί από υπερηφάνεια τους άλλους, κατηγορώντας τους σαν απρόσεκτους, και συστήνει τον εαυτό του ως ποιμένα προβάτων, μοιάζοντας με τυφλό που υπόσχεται να οδηγεί άλλους τυφλούς [Οσίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, Περί των τριών τρόπων της προσευχής λόγος – Περί του δευτέρου τρόπου].

Η προφορική δέηση και η ψαλμωδία τότε είναι καρποφόρες, όταν συνδέονται με την προσοχή, κάτι που συμβαίνει πολύ σπάνια, μια και την προσοχή τη διδασκόμαστε κυρίως με την άσκηση της προσευχής του Ιησού [Γέροντα Βασιλείου του Μερλοπολιάνι, Εισαγωγή ή Προπαρασκευή…].

Προηγούμενο άρθροἘνώπιον τῆς τρομακτικῆς μας εὐθύνης γιά τό ἐπερχόμενο μίασμα… (Νεκτάριος Δαπέργολας)
Επόμενο άρθροΕπιβεβλημένη ενημέρωση (π. Στυλιανός Καρπαθίου)

Αφήστε μια απάντηση