«Πῶς ἐπιδείξῃ διὰ τῶν ἔργων τὴν πίστιν; Ἐὰν καταφρονῇς θανάτου.» (Ι. Λίτινας)

Εσχάτως τέθηκε το ερώτημα:

«Γιατί είναι αμαρτία το να φοράμε μάσκα μέσα στο ναό και δεν είναι αμαρτία το να φορέσουμε μία ζακέτα στην Εκκλησία, για να προφυλαχθούμε από το κρύο;»

Πάνω σε αυτό το προβληματισμό θα θέλαμε να καταθέσουμε κάποιες ταπεινές σκέψεις.

 Η χρήση μάσκας μέσα στο ναό και μάλιστα κατά την τέλεση και συμμετοχή στην κοινή λατρεία, με πρόσχημα την προφύλαξη από τον κορονοϊό, ως πρωτοφανής στη δισχιλιετή ιστορία της Εκκλησίας με πείρα πολύ φονικότερων ιών, συνιστά σαφέστατη εισαγωγή καινοτομίας που αθετεί την εκκλησιαστική παράδοση κατά την οποία η προσευχή και η λατρεία τελείται με ακάλυπτο πρόσωπο.

Κάθε καινοτομία όμως και αθέτηση της Ι.Παραδόσεως καταδικάζεται από την Z’ Οικουμενική Σύνοδο με βαρύτατες τιμωρίες στους επινοούντας και εφαρμόζοντας αυτές κληρικούς με καθαίρεση, στους λαϊκούς και μοναχούς δε με αφορισμό.[1]

Η ζακέτα και το πανωφόρι ως ενδύματα για την προφύλαξη από το ψύχος και την κάλυψη της γύμνιας μέσα στο ναό, δεν συνιστά καμία καινοτομία. Δεν εμποδίζει τον ασπασμό των αγίων εικόνων, των ιερών λειψάνων και της χειρός του ιερέως όπως συμβαίνει με τη χρήση μάσκας, δεν παραβιάζει κάποια εντολή, δεν καθιστά τον χρήστη τους ασεβή και δεν αθετεί καμία παράδοση.  Δεν αντιβαίνει επίσης σε καμία θεολογική αναφορά, συμβολισμό και διδασκαλία όπως δυστυχώς συμβαίνει με τη χρήση μάσκας. Θα λέγαμε μάλιστα ότι η χρήση πανωφορίου προτρέπεται και ευαγγελικώς, όταν διδάσκεται η ολιγάρκεια : «ἔχοντες δὲ διατροφὰς καὶ σκεπάσματα, τούτοις ἀρκεσθησόμεθα» (Τιμ.Α’ 6,8).

 Η προφύλαξη από το ψύχος δεν έχει καμία απολύτως ομοιότητα με τη προφύλαξη από τον κορωνοϊό στο ναό ένεκεν φόβου θανάτου ή φιλοζωΐας ή πειθαρχίας σε ανθρώπινα προστάγματα «ειδικών», αιτίες που ο Χριστός και οι Πατέρες καταδικάζουν απερίφραστα.

 Λέει ο ιερός Χρυσόστομος:

«Ζῶντες μὲν γὰρ, καὶ ψύχους ἕνεκεν καὶ εὐσχημοσύνης, δεόμεθα τῆς τῶν ἱματίων περιβολῆς» (PG 59,466).

Εφ’ όσον ζούμε χρειαζόμαστε τα ρούχα λόγω του ψύχους και για λόγους ευσχημοσύνης.

Για το φόβο του θανάτου όμως, (βλ.κορωνοϊού), ο ίδιος Άγιος μας νουθετεί να τον καταφρονούμε καθώς αυτό αποτελεί έμπρακτη ένδειξη απέναντι στο Χριστό ότι είμαστε αληθινοί χριστιανοί και πιστεύουμε σ’ Εκείνον. Αυτή η καταφρόνηση του θανάτου μας ξεχωρίζει από τους απίστους. Ποία συγχώρεση θα έχουμε, αν φοβόμαστε το θάνατο όπως οι άπιστοι, ενώ έχουμε λάβει την ελπίδα της αναστάσεως;

«Εἰ Χριστιανὸς εἶ, πίστευε τῷ Χριστῷ· εἰ πιστεύεις τῷ

Χριστῷ, διὰ τῶν ἔργων ἐπίδειξόν μοι τὴν πίστιν.

Πῶς δὲ ἐπιδείξῃ διὰ τῶν ἔργων τὴν πίστιν; Ἐὰν καταφρονῇς θανάτου.

Καὶ γὰρ καὶ ταύτῃ διεστήκαμεν τῶν ἀπίστων.

Ἐκεῖνοι μὲν γὰρ καλῶς φοβοῦνται  τὸν θάνατον,

ἀναστάσεως γὰρ  ἐλπίδα οὐκ ἔχουσι· σὺ δὲ ὁ πρὸς βελτίονα

ὁδεύων ὁδὸν, καὶ περὶ τῆς ἐλπίδος τῆς ἐκεῖ φιλοσοφεῖν

ἔχων, ποίαν ἂν ἔχοις συγγνώμην, περὶ ἀναστάσεως μὲν θαῤῥῶν,  

ὁμοίως δὲ τοῖς ἀπιστοῦσι  τῇ ἀναστάσει τὸν θάνατον δεδοικώς;» (PG 49,71)

Ποία καταφρόνηση του θανάτου επιδεικνύεται άραγε ενώπιον του Χριστού, όταν μέσα στο χώρο που κατοικεί και μας προσφέρεται Αυτός, η όντως Ζωή, εμείς φοράμε μάσκα από φόβο μην μολυνθούμε; Είναι δυνατόν να βλέπαμε ποτέ με τα σωματικά μας μάτια τον Χριστό μέσα στον Οίκο Του, να στεκόμαστε δίπλα Του και εμείς να φοράμε μάσκα δήθεν για προφύλαξη από τον κορωνοϊό; Ταπεινώς φρονούμε ότι και ένας άπιστος ακόμα, μπροστά σε ένα τέτοιο θέαμα με τις μυριάδες αγγέλων , Αγίων, την Παναγία και το Χριστό ενώπιόν του και γύρω του μέσα στη Θεία Λειτουργία, θα πέταγε τη μάσκα και θα γινόταν θερμός πιστός. Φαίνεται όμως πως έχουμε τυφλωθεί και δεν βλέπουμε παρά μόνο με τα σωματικά μάτια. Τον Χριστό παρόντα δεν Τον βλέπουμε για να σταθούμε μετά δέους μπροστά Του, «πάσαν την βιωτικήν αποθέμενοι μέριμναν», ενώ τον επίσης αόρατο κορωνοϊό τον «βλέπουμε» μέσα στο ναό, τον τρέμουμε, θεωρούμε σχεδόν βεβαία την παρουσία του και λαμβάνουμε κάθε προστατευτικό μέτρο!  Γι’ αυτό λέγει ο Κύριος:

«εἰς κρῖμα ἐγὼ εἰς τὸν κόσμον τοῦτον ἦλθον, ἵνα οἱ μὴ βλέποντες βλέπωσι καὶ οἱ βλέποντες τυφλοὶ γένωνται» (Ιω.9,39)

Και πάλι διδάσκει ο χρυσορρήμων Άγιος, πως ο Θεός θέλει να μη λυπούμεθα το σώμα μας. Ό,τι κακό κι αν μας κάνουν. Διότι αυτό σημαίνει το «απαρνησάσθω εαυτόν». Να  εκδίδουμε εαυτούς σε κινδύνους , σε αγώνες για τον Χριστό και σαν εκεί που πάσχει κάποιος άλλος. Και δεν είπε «αρνησάσθω»  αλλά «απαρνησάσθω» για να φανερώσει την υπερβολή του πράγματος. Και αράτω τον σταυρόν αυτού. Είδες πως εξόπλισε ο Βασιλεύς των Ουρανών τον ακόλουθο στρατιώτη Του; Δεν μας έδωσε -συνεχίζει-  ούτε θυρεό, ούτε κράνος, (ούτε μάσκα θα προσθέταμε), ούτε τόξο, ούτε ασπίδα για το σώμα, και τις κνήμες, αλλά αυτό που είναι πολύ ισχυρότερο: Την ασφάλεια που δίδει ο σταυρός! Το σύμβολο της νίκης κατά των δαιμόνων . Αυτό το σύμβολο είναι μάχαιρα, ασπίδα, θώρακας που προστατεύει το σώμα, κράνος, κνημίδα που προστατεύει τα πόδια ,  φρούριο ασφαλὲς, λιμάνι, καταφυγὴ, στεφάνι νίκης, ἔπαθλο, ο θησαυρὸς πάντων των αγαθών των τωρινών και των μελλοντικών:

«Οὕτω τοίνυν βούλεται τοῦ σώματος ἀφειδεῖν τοῦ ἡμετέρου ὁ Θεὸς, ἵνα κἂν μαστίζωσιν ἡμᾶς δι’ αὐτόν τινες, κἂν κολάζωσι, κἂν ἐλαύνωσι, κἂν ἄλλο τι ποιῶσι, μὴ φειδώμεθα. Τοῦτο γάρ ἐστιν ἀρνήσασθαι· τουτέστι, μηδὲν ἐχέτω πρὸς ἑαυτὸν, ἀλλ’ ἐκδιδότω ἑαυτὸν τοῖς κινδύνοις, τοῖς ἀγῶσι, καὶ ὡς ἑτέρου πάσχοντος, οὕτω διακείσθω. Καὶ οὐκ εἶπεν, ἀρνησάσθω ἑαυτὸν, ἀλλ’, Ἀπαρνησάσθω, μικρᾷ ταύτῃ προσθήκῃ πολλὴν ἐμφαίνων τὴν ὑπερβολήν. Καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ. Εἶδες πῶς καθώπλισε τὸν ἑπόμενον αὐτῷ στρατιώτην ὁ τῶν οὐρανῶν βασιλεύς; Οὐ θυρεὸν ἔδωκεν, οὐ κράνος, οὐ τόξον, οὐ θώρακα, οὐ κνημῖδα, οὐκ ἄλλο τι τῶν  τοιούτων οὐδὲν, ἀλλ’ ὃ πάντων τούτων ἐστὶν ἰσχυρότερον, τὴν ἀσφάλειαν τὴν ἀπὸ τοῦ σταυροῦ, τὸ σύμβολον τῆς κατὰ τῶν δαιμόνων νίκης. Τοῦτο μάχαιρα, τοῦτο ἀσπὶς, τοῦτο θώραξ, τοῦτο κράνος, τοῦτο κνημὶς, τοῦτο φρούριον ἀσφαλὲς, τοῦτο λιμὴν, τοῦτο καταφυγὴ, τοῦτο στέφανος, τοῦτο ἔπαθλον, τοῦτο τῶν ἀγαθῶν ἁπάντων θησαυρὸς, καὶ τῶν νῦν καὶ τῶν ἐσομένων ποτέ.»  (PG 52,837-8)

Ποιος φόβος λοιπόν και ποιος κίνδυνος μπορεί να σταθεί κάνοντας το σημείο του σταυρού που μας χάρισε ο Κύριός μας;

«Δείτε πόσα κατόρθωσε ο Σταυρός Μου», μας λέει ο Χριστός, «κάνετε τα ίδια και θα κατορθώσετε αυτά που επιθυμείτε.» Και τι σημαίνει το «αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι;» Μήπως το να βαστάζουμε ο καθένας μας το ξύλο; Οχι, σε καμία περίπτωση. Ἀλλά πρὸς τοὺς κινδύνους να είμαστε παρατεταγμένοι, ἕτοιμοι καθημερινώς προς σφαγὴν καὶ θάνατον , μη προσδοκώντας ότι η ζωή μας θα διαρκέσει μέχρι το εσπέρας:

«Καθάπερ γάρ τις ὅπλον ἰσχυρὸν λαβὼν, καὶ τοῖς αὑτοῦ δίδωσι στρατιώταις,

οὕτω καὶ ὁ Χριστός. Ἴδετε, φησὶ, τὸν ἐμὸν σταυρὸν ὅσα ἤνυσε·

ποιήσατε καὶ ὑμεῖς τοιαῦτα, καὶ ἀνύσατε τοιαῦτα ὅσα βούλεσθε.

Καίτοι γε καὶ ἀλλαχοῦ καὶ μείζονα τούτων ἐπηγγείλατο λέγων·

Ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ, τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ, κἀκεῖνος ποιήσει, καὶ

μείζονα τούτων ποιήσει. Τί δέ ἐστιν αὐτὸ τὸ ῥητὸν,   

τὸ, Ἀράτω τὸν σταυρὸν αὑτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω

μοι; Ἆρα ἵνα τὸ ξύλον βαστάζωμεν ἕκαστος; Οὐδαμῶς· ποία γὰρ ἀρετὴ τοῦτο;

Ἀλλ’ ἵνα πρὸς τοὺς κινδύνους ὦμεν παρατεταγμένοι, τὸ αἷμα ἡμῶν ἐν

ταῖς ψυχαῖς περιφέροντες, πρὸς σφαγὴν καὶ θάνατον 

ἕτοιμοι καθημερινὸν, οὕτως ἅπαντα πράττοντες, ὡς

μηδέπω προσδοκᾷν μέχρι τῆς ἑσπέρας τὴν ἡμετέραν

διαρκέσαι ζωὴν, ὡς ἀποθανούμενοι πάντως.» (PG 52,838)

Και τι θέλει να σου πει με την προσταγή «Αράτω» ; Ότι έτσι πρέπει να είσαι πρόθυμος ακόμα και να σε σφάξουν και σταυρώσουν, λέγει ο Άγιος, όπως εκείνος που βαστάζει τον σταυρό του επὶ των ώμων· τόσο κοντά πρέπει να θεωρείς ότι βρίσκεσαι στο θάνατο. Μπροστά σε έναν τέτοιο πιστό άπαντες καταπλήττονται· κανένας άλλος δεν προκαλεί τόσο φόβο, ούτε και οι εξοπλισμένοι με μύρια όπλα ανθρώπινα, όσον αυτός που είναι ελεύθερος από το φόβο του θανάτου. Τίποτα άλλο δεν καταφέρνει να διώξει το θάνατο, όσο το να τον καταφρονείς. Και αυτό βεβαίως όταν ακολουθώντας τον Χριστό, ασκείς την αρετή, είσαι επιεικής, σώφρων και ταπεινός. Είδες του σταυρού τη βοήθεια και πόσα πολλά έχει τη δύναμη να πραγματοποιήσει ακόμα και σε μας τους δούλους; Αυτό το φρόνημα έκανε τον Πέτρο κορυφαίο και τον Παύλο τόσο μεγάλο λέγοντα:  «Τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ; θλίψις, ἢ στενοχωρία, ἢ κίνδυνος, ἢ μάχαιρα;» Αυτό το φρόνημα και τους νηστεύοντας όχι μόνο έναντι των τροφών κατέστησε ανδρείους, αλλά και έναντι των παθών»:

«Τί δέ ἐστιν, Ἀράτω; Οὕτως ἔστω

πρόθυμος εἰς τὸ σφαγιασθῆναι καὶ σταυρωθῆναι, φη-

σὶν, ὡς ἐκεῖνος ὁ βαστάζων ἐπὶ τῶν ὤμων· οὕτως ἐγ-

γὺς εἶναι νομιζέτω τοῦ θανάτου. Τὸν τοιοῦτον ἅπαν-

τες καταπλήττονται· οὐ γὰρ οὕτω δεδοίκαμεν τοὺς

μυρίοις πεφραγμένους ὅπλοις ἀνθρωπίνοις, καὶ ἐπὶ

ἀνδρείᾳ τοσαύτῃ τετειχισμένους, ὡς τοῦτον ἐπ’ ἐλευ-

θερίᾳ. Οὐδὲν γὰρ οὕτω ποιεῖ θάνατον ἐκφυγεῖν, ὡς τὸ

καταφρονεῖν θανάτου. Ἵνα δὲ μηδεὶς νομίσῃ τοῦτο

μόνον ἀρκεῖν, τὸ πρὸς θάνατον ἑτοίμους εἶναι (εἰσὶ

γὰρ καὶ λῃσταὶ καὶ γόητες τοιοῦτοι καὶ μιαιφόνοι

πάντες), διὰ τοῦτο προσέθηκε· Καὶ ἀκολουθείτω μοι.

Οὐ τὸν ἀνδρεῖον ζητῶ, φησὶ, μόνον, οὐδὲ τὸν ἀκα-

τάπληκτον πρὸς τὴν τελευτὴν τοῦ βίου, ἀλλὰ τὸν

ἐπιεικῆ καὶ σώφρονα καὶ μέτριον, καὶ πάσης γέμοντα

ἀρετῆς. Εἶδες σταυροῦ διακονίαν οὐκ ἐπὶ τοῦ Δεσπό-

του μόνου, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν δούλων τοσαῦτα ἰσχύου-

σαν; Τοῦτο Πέτρον κορυφαῖον εἰργάσατο· τοῦτο

Παῦλον τοσοῦτον ἐποίησε. Διὸ καὶ ἔλεγε·

Τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ;

θλίψις, ἢ στενοχωρία, ἢ κίνδυνος, ἢ μάχαιρα; Τοῦτο καὶ

τοὺς νηστεύοντας οὐχὶ βρωμάτων μόνον, ἀλλὰ καὶ

παθῶν ἀνδρείους ἀπειργάσατο». (PG 52,838

Η μάσκα επιπλέον, ως άθεσμη καινοτομία, αντιτίθεται στην προσδοκία του πιστού να δέχεται, αντικατοπτρίζει και ακτινοβολεί τη δόξα του Κυρίου κατά τη λατρεία και που συμβολικώς εφαρμόζει μέσα στο ναό έχοντας ακάλυπτο το πρόσωπο, υπήκοος στο ευαγγελικό πρόσταγμα :

» ἡμεῖς δὲ πάντες ἀνακεκαλυμμένῳ προσώπῳ τὴν δόξαν Κυρίου κατοπτριζόμενοι τὴν αὐτὴν εἰκόνα μεταμορφούμεθα ἀπὸ δόξης εἰς δόξαν, καθάπερ ἀπὸ Κυρίου Πνεύματος.» (Κορ.Β’ 3,18).

«Αντιλαμβάνεσαι ότι έτσι, με υγιές βλέμμα και ακάλυπτο πρόσωπο αντικατοπτρίζουμε τη δόξα του Θεού;» ρωτά ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας:

 «Συνίης ὅτι καλοῖς ὀφθαλμοῖς καὶ ἀνακεκαλυμμένῳ προσώπῳ τὴν δόξαν Κυρίου κατοπτριζόμεθα;» (PG 69,233)

Ο Μωυσής όταν διελέγετο προς τους Ιουδαίους εκάλυπτε το πρόσωπό του. Όταν όμως έστρεφε προς το Θεό το αφαιρούσε, ερμηνεύει ο ιερός Χρυσόστομος. Αυτό ήταν τύπος του μέλλοντος που δήλωνε πως επιστρέφοντας στο Θεό θα δούμε γυμνό το πρόσωπό Του:

«Καὶ γὰρ ὅτε Ἰουδαίοις διελέγετο Μωϋσῆς, ἐκάλυπτεν αὐτοῦ τὸ πρόσωπον.

ὅτε δὲ πρὸς τὸν Θεὸν ἐπέστρεφεν, ἀποκεκαλυμμένον ἦν.

Τοῦτο δὲ τύπος ἦν τοῦ μέλλοντος ἔσεσθαι, ὅτι ὅταν  

ἐπιστρέψωμεν πρὸς Κύριον, τότε ὀψόμεθα τὴν δόξαν

τοῦ νόμου, καὶ γυμνὸν τὸ πρόσωπον τοῦ νομοθέτου» (PG 61,447).

«Πῶς ἐπιδείξῃ διὰ τῶν ἔργων τὴν πίστιν; Ἐὰν καταφρονῇς θανάτου.» (Ι. Λίτινας)

Στην προσδοκία του πιστού να υπαντήσει τον Νικητή του θανάτου Χριστό, να του ανοιχτεί ο Νυμφώνας, και να γευθεί την ωραιότητα Του, ο Άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός συγκαταλέγει και την θέα της δόξης του Κυρίου με ακάλυπτο πρόσωπο:

«φαιδραῖς ταῖς λαμπάσι τῷ νικητῇ τοῦ θανάτου, τῷ ἀθανάτῳ

νυμφίῳ λαμπρῶς ὑπαντήσομεν, καὶ ὁ νυμφὼν   

ἡμᾶς ὁ ἄχραντος ὑποδέξεται, καὶ ἀνακεκαλυμμένῳ

προσώπῳ τὴν δόξαν Κυρίου κατοπτισόμεθα, καὶ τῆς

αὐτοῦ κατατρυφήσομεν ὡραιότητος» (PG 96,644).

 Γι’ αυτό το θεολογικό λόγο οι Άγιοι εικονίζονται καλυμμένοι σε όλο το σώμα, εκτός απ’το πρόσωπο. Γι’ αυτό το λόγο και δε φόρεσαν ποτέ κάλυμμα επί προσώπου εν ώρα λατρείας. Έτσι δηλώνεται ο εσχατολογικός προορισμός των πιστών:

«Βλέπομεν ἄρτι δι’ ἐσόπτρου ὡς ἐν αἰνίγματι, τότε δὲ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον.» (Κορ.Α’ 13,12)

Οι άγιοι, φορούσαν τα απαραίτητα ενδύματα για προφύλαξη από το κρύο. Δεν εφόρεσαν ποτέ όμως μάσκα  μέσα στους ιερούς ναούς δήθεν για να προφυλαχθούν από επιδημία.

Ποτέ και κανένας δεν εδίδαξε  είτε με λόγο, είτε με πράξη να πράττουμε κάτι τέτοιο όταν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος. Και όχι μόνο οι Άγιοι Πατέρες δεν εδίδαξαν έτσι, αλλά ούτε κι αυτοί οι ευλαβείς παππούδες και γιαγιάδες μας, που προσέτρεχαν έτι περισσότερο στους ναούς «ἀνακεκαλυμμένῳ προσώπῳ» εν μέσω πανδημιών για να παρακαλέσουν την Παναγία και τους Αγίους να φέρουν τη λύτρωση, τελώντας πυκνές ακολουθίες και λιτανείες. Και η λύτρωση ερχόταν. Σήμερα όμως καταφεύγουμε περισσότερο στις μάσκες και στο εμβόλιο παρά στο ναό και στις μεσιτείες των Αγίων.

Εντούτοις έχουμε διδασκαλίες Πατέρων που μας νουθετούν να μην αντιμετωπίζουμε τους ιερούς ναούς όπως τους άλλους χώρους. Που μας υπενθυμίζουν τη θαυματουργική τους  ιδιότητα ακόμα κι αυτών των αψύχων στοιχείων τους όπως οι κίονες, τα ξύλα και οι πέτρες και αυτής ακόμα της σκόνης τους.  Που μας λένε ότι είναι ουρανός και κατοικεί ο Θεός. Που μας υποδεικνύουν ότι η όσφρηση και η πνοή μας καθαίρονται μέσα στο ναό από αυτό και μόνο το θυμίαμα[2]. Και οπωσδήποτε δεν αφήνουν ούτε το παραμικρό περιθώριο να θεωρηθεί ότι οι ναοί είναι όπως οι κοινοί χώροι όπου οι άνθρωποι μολύνονται από ιούς, αλλά αντιθέτως επεσήμαναν τη θαυματουργική τους ιδιότητα να  θεραπεύουν.

Και συνεπώς, όπως ακριβώς συμβαίνει με τη Θεία Κοινωνία να πεθάνει και αρρωστήσει κάποιος αν τη λάβει με ασέβεια, βλασφημία και αγνωσία, έτσι συμβαίνει και με τους ιερούς ναούς: Εάν εισέλθει κανείς μετά φόβου Θεού (και όχι ιού), όπως οι πατέρες διδάσκουν, θα λάβει χάρη και προστασία. Αν όμως εισέλθει ασεβώς, θεωρώντας κοινό το χώρο όπως όλοι οι άλλοι και προφυλασσόμενος με μάσκα, είναι επόμενο να έχει μόνο την αμφίβολη προστασία από τη μάσκα και όχι του Θεού που απέρριψε. Και αυτό είναι η μία παράμετρος. Μήπως μαζί με αυτή γίνεται και υπόδικος βλασφημίας του ενοικούντος εν τω ναώ Αγίου Πνεύματος; Κύριος οίδε.

Αλλά κι αν όλα τα ανωτέρω εξέλιπαν, έχουμε τη συνείδησή μας που κράζει για το ασεβές της χρήσης μάσκας μέσα στον Οίκο του Θεού.

«οὐ γὰρ ἐλάβετε Πνεῦμα δουλείας πάλιν εἰς φόβον, ἀλλ᾿ ἐλάβετε Πνεῦμα υἱοθεσίας, ἐν ᾧ κράζομεν· ἀββᾶ ὁ πατήρ». Και κράζομεν στο Θεό χωρίς τίποτα να μας φράσσει το στόμα.

Περαίνουμε τις σκέψεις αυτές με τα αθάνατα λόγια του ιερού Χρυσοστόμου. Μας καλεί να περιφράξομε τους εαυτούς μας με τη δύναμη του Σταυρού. Έτσι καθοπλισμένοι θα καταφρονήσουμε όλα τα τερπνά του βίου, τα οποία μας είναι ευχάριστα διότι έχουμε αγαπήσει και προσηλωθεί σε τούτη τη ζωή. Καλή η παρούσα ζωή. Καλή και ευχάριστη. Είναι δώρο Θεού άλλωστε. Όμως, όταν φανεί η μέλλουσα ζωή, δικαίως καταφρονείται αυτή.

 «Περιφράσσωμεν ἑαυτοὺς, ἀγαπητοὶ, τῇ δυνάμει τοῦ σταυροῦ, καὶ καθωπλισμένοι πρὸς τὸ ἑξῆς, προθυμότεροι τῇ νηστείᾳ προσβῶμεν, καὶ πάντων τῶν τοῦ βίου τερπνῶν καταφρονήσωμεν. Καὶ γὰρ πλοῦτος, καὶ δόξα, καὶ δυναστεία, καὶ ἔρως, καὶ ὅσα τοιαῦτα, διὰ τοῦτο ἡδέα, διότι φιλοψυχοῦμεν, καὶ τῇ παρούσῃ προσηλώθημεν    (10) ζωῇ. Ταύτης δὲ καταφρονηθείσης, οὐδεὶς ἐκείνων ἡμῖν λόγος. Καλὴ γὰρ ἡ παροῦσα ζωὴ, καλὴ καὶ ἡδεῖα· δῶρον γάρ ἐστι Θεοῦ· ἀλλ’ ὅταν ἡ μέλλουσα φανῇ, τότε καταφρονεῖται δικαίως αὐτή.» PG 52,838

Ιωάννης Λίτινας

Πηγές:

[1] Καρμίρη, Ι. Τα Δογματικὰ καὶ Συμβολικὰ Μνημεία της Ορθοδόξου
Καθολικής Εκκλησίας. Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος, Απόσπασμα εκ των
Πρακτικών της ζ’ και η’ συνεδρίας. (σελ.241) Αθήνα

[2] Συμεών Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης. Περὶ τοῦ ἁγίου ναοῦ καὶ τῆς τούτου καθιερώσεως. PG 155,312-361.

 

«Πῶς ἐπιδείξῃ διὰ τῶν ἔργων τὴν πίστιν; Ἐὰν καταφρονῇς θανάτου.» (Ι. Λίτινας)

Αφήστε μια απάντηση