Η απόκτηση της αγάπης αυτής…

Αγίου Σωφρονίου του Έσσεξ
Όψόμεθα τον Θεόν καθώς εστι σ. 341-344 / Ή υποστατική αρχή

ο γάμος γίνεται οδός προς σωτηρία


….Η απόκτηση της αγάπης αυτής είναι ουσιαστικά «ή απόκτηση της χάριτος του Αγίου Πνεύματος», για την οποία μιλούσε ο όσιος Σεραφείμ του Σαρώφ. Η πορεία προς αυτήν διέρχεται από τρία στάδια:

Η πρώτη ένωση με τον Θεό είναι δυνατή ως δώρο ευδοκίας σε μια στιγμή που ο Θεός βρίσκει ευνοϊκή, όταν ο άνθρωπος είναι σε θέση να δεχθεί με αγάπη την επίσκεψή Του. Αυτό είναι πράξη Αυτοαποκαλύψεως του Θεού στο συγκεκριμένο πρόσωπο. Το Φώς του Θεού χαρίζει την αυθεντική πείρα της Θείας αιωνιότητος. Αυτό όμως δεν είναι ακόμη και τελείωση της θεώσεως του ανθρώπου. Μπορούμε να ορίσουμε το δώρο αυτό ώς τον «άδικο μαμωνά» ή Θεία χάρη δεν αφομοιώθηκε ακόμη από εμάς τόσο, ώστε να γίνει ένα με τη φύση μας για όλη την αιωνιότητα (βλ. Λουκ. ις’ 9-12).

Το δεύτερο στάδιο είναι η παρατεταμένη και με ποικίλη ένταση περίοδος της Θεοεγκαταλείψεως. Στις ακραίες μορφές της είναι φοβερή. Η ψυχή αισθάνεται την έκπτωσή της από το Φώς ως πνευματικό θάνατο. Το Φώς που εμφανίστηκε δεν είναι ακόμη αναφαίρετη κληρονομιά της ψυχής. Ό Θεός «έτρωσε» την καρδιά μας με αγάπη, ύστερα όμως αποχώρησε. Μάς περιμένει αγώνας που μπορεί να διαρκέσει για χρόνια και για δεκαετίες ακόμη. Κάποτε ή χάρη επανέρχεται και έτσι ενισχύει την ελπίδα, ανανεώνει την έμπνευση και πάλι απομακρύνεται. Η εναλλασσόμενη αυτή κατάσταση είναι εξαιρετικά σημαντική περίοδος αναπτύξεως του ανθρώπου μέχρι τη δυνατότητα αυτοπροσδιορισμού στην αιωνιότητα. Ο Θεός μάς εγκαταλείπει για να εκδηλωθεί το αυτεξούσιό μας. Τη γνώση όμως της «οδού» προς την τελειότητα την κληρονομήσαμε από τους Πατέρες μας. Έχει παρατηρηθεί ότι πολλοί, αγνοώντας τα σχετικά με την τάξη της πνευματικής αυξήσεως του χριστιανού, γεύονται στην αρχή τη χάρη και όταν την στερηθούν απομακρύνονται από τον Θεό. Τείνουν να δεχθούν την εμπειρία της Άνωθεν επισκέψεως ως παροδική ψυχική έξαρση, ιδιαιτέρως χαρακτηριστική στην αρχή της ενηλικιώσεως. Ό άγιος Σιλουανός έλεγε γι’ αυτό: «Όλα όσα μας δίδαξε οποτεδήποτε η χάρη πρέπει να τα εκτελούμε μέχρι τέλους της ζωής… Ο Κύριος εγκαταλείπει καμιά φορά την ψυχή για να την δοκιμάσει, για να δείξει η ψυχή τη σύνεση και την προαίρεσή της, αν όμως ο άνθρωπος δεν βιάζει τον εαυτό του για το έργο της ασκήσεως, τότε η χάρη τον εγκαταλείπει άν, αντίθετα, δείχνει προαίρεση, η χάρη θα τον αγαπήσει και δεν θα τον εγκαταλείψει ποτέ πιά». 

«Η χάρη θα τον αγαπήσει και δεν θα τον εγκαταλείψει πιά ποτέ». Η κατάσταση αυτή είναι η τελείωση του αγώνα για την απόκτηση της χάριτος. Αυτό είναι το τρίτο στάδιο, το τελικό. Ό άνθρωπος δεν μπορεί να παραμένει διαρκώς στην τελειότητα, όπως στην πρώτη περίοδο, διότι το ανθρώπινο σώμα δεν μπορεί να αντέξει την διά της χάριτος κατάσταση της θεώσεως. Αναπόφευκτα θα ακολουθήσει «η μετάβαση από τον θάνατο στη ζωή» (πρβλ. Ιωάν. ε’ 24). Αλλά και ο ίδιος ο άνθρωπος δεν επιθυμεί να «επιστρέψει» σε εκείνη την καταθλιπτική εναλλαγή των καταστάσεων. Αν όμως ευδοκήσει ο Κύριος να παρατείνει την παραμονή του ασκητού σε αυτό τον κόσμο, τότε τον συγκρατεί σε τέτοιο μέτρο χάριτος, ώστε να διατηρεί την ικανότητα να ενεργεί και επομένως τη δυνατότητα «παραθείναι πιστούς ανθρώποις, οίτινες ικανοί έσονται και ετέρους διδάξαι» (πρβλ. Β΄ Τιμ. β’ 2), όσα ο ίδιος παρέλαβε από τους Πατέρες και κατά άμεσο τρόπο από τον Θεό.

Η τελειότητα της ζωής εν τω αληθινώ Θεώ εκφράζεται με τα απλά λόγια του Ευαγγελίου, αλλά η διδαχή αυτή αφομοιώνεται με μεγάλο κόπο. Χιλιάδες φορές επανερχόμαστε στους ίδιους λόγους της Γραφής και όμως μετά βίας συλλαμβάνουμε το αιώνιο νόημά τους. Πολλές φορές μεταπίπτουμε από τη μια κατάσταση στην άλλη, από την καλή στην κακή, από την αγάπη στην αντιπάθεια, από το Φώς στο σκοτάδι των παθών. Συγκρίνουμε την επίδρασή τους στην ψυχή και αγωνιζόμαστε να διατηρήσουμε την καλύτερη. Υποβάλλουμε τον εαυτό μας στις πλέον ποικίλες δοκιμασίες, και δι’ αυτών αναπτυσσόμαστε πνευματικά. Πρέπει να αναχθούμε από τους νηπιώδεις συλλογισμούς στην επίγνωση «τού τελείου ανδρός, εις μέτρον ήλικίας του πληρώματος του Χριστού» (πρβλ. Έφεσ. δ’ 13, βλ. Α’ Κορ. ιγ’ 11), μέχρι την ικανότητα να κάνουμε ελεύθερα και συνετά την «εκλογή» για τον αυτοπροσδιορισμό μας, πράγμα που θα κρίνει όλο το μέλλον μας. Η ελευθερία χωρίς το πλήρωμα της συνέσεως μετατρέπεται εύκολα και κακία.

Ο Θεός, αφού μάς αποκαλυφθεί μέσα στο φως κρύβεται ύστερα από εμάς. Ή ψυχή από την άμετρη θλίψης για την απώλεια αυτή φθάνει σε ολοκληρωτική μετάνοια μέχρι και το αυτομίσος. Χωρίς αυτό θα ήταν σχεδόν αδύνατον στον άνθρωπο, τον κληρονόμο του Πρωτοπλάστων Άδάμ, να απαλλαγεί από τις συνέπειες της εωσφορικής πτώσεως. Μόνο τότε θα μπορέσει να εισέλθει στη σφαίρα του ανεσπέρου Φωτός, «είς το εσώτερον του καταπετάσματος, όπου πρόδρομος υπέρ ημών εισήλθεν Ιησούς» (Έβρ. ς19-20). Και αυτό θα είναι η τελείωση της θεώσεως, κατά την οποία αποκλείεται νέα πτώση,

Τα σημεία του «πληρώματος της ηλικίας του Χριστού» στα όρια της γής είναι προσευχή παρόμοια με εκείνη του Χριστού στη Γεθσημανή, και θάνατος παρόμοιος με εκείνον στον Γολγοθά. Τότε συντελείται η αυθεντική εισαγωγή του ανθρώπου στη Θεία αιωνιότητα: «ή είσοδος εις την χαράν του Κυρίου» (πρβλ. Ματθ. κε’ 21).

Σε προσευχή παρόμοια με εκείνη στη Γεθσημανή μάς δίδεται η οντολογική πείρα της «υποστάσεως» ή όμοίωση δε του θανάτου μας με τον θάνατο του Χριστού είναι η οδός της «κενώσεως». Όσο πληρέστερη είναι αυτή η τελευταία, τόσο τελειότερη είναι η ανάβαση του πνεύματός μας στον φωτοφόρο χώρο της Προαιωνίου Θεότητος. Και ανεξάρτητα από το αν ο άνθρωπος εκφράζει με λόγια ή όχι την πραγματική του κατάσταση, την ζεί ώς οντολογική γνώση. Τώρα εν Χριστώ μπορεί και αυτός να πει, «εγώ είμι».

 

 

Αντιγραφή orthopraxia.gr

 

ΟΡΘΟΠΡΑΞΙΑ

Η απόκτηση της αγάπης αυτής... (Αγίου Σωφρονίου του Έσσεξ)

Αφήστε μια απάντηση