Αρχική Ορθοδοξία Δικαιοκρισία καὶ ἀγώνας ὑπὲρ τῆς πίστεως καὶ τοῦ ἀνθρώπου. (Γεώργιος Κ. Τζανάκης).

Δικαιοκρισία καὶ ἀγώνας ὑπὲρ τῆς πίστεως καὶ τοῦ ἀνθρώπου. (Γεώργιος Κ. Τζανάκης).

0
Δικαιοκρισία καὶ ἀγώνας ὑπὲρ τῆς πίστεως καὶ τοῦ ἀνθρώπου.  (Γεώργιος Κ. Τζανάκης).

Δικαιοκρισία καὶ ἀγώνας ὑπὲρ τῆς πίστεως καὶ τοῦ ἀνθρώπου.


Γεώργιος Κ. Τζανάκης. Ἀκρωτήρι Χανίων. 

 


Ἔχουν περάσει σχεδὸν τρία χρόνια διωγμοῦ τῆς πίστεως καὶ ἐξευτελισμοῦ τῆς ἐκκλησίας , μὲ τὴν μετατροπὴ πολλῶν ἐκ τῶν ποιμένων  της σὲ ὑπηρέτες τοῦ σατανικοῦ καὶ ἀνθρωποκτόνου παγκοσμίου συστήματος ἐξουσιασμοῦ τῶν ἀνθρώπων, καὶ πολλῶν ἄλλων σὲ μουγκούς  καὶ κρυπτομένους.  Τὸ καθημερινὸ φαινόμενο τῶν ξαφνικῶν θανάτων δὲν ξαφνιάζει κανέναν. Kανένας δὲν ἐνδιαφέρεται, κανένας δὲν διαμαρτύρεται καὶ δὲν ζητάει ἐξηγήσεις ἀπὸ τοὺς ἐπιβολεῖς τῶν σκευασμάτων τοῦ θανάτου, ὅπως πλέον ἀπεδείχθη καὶ ἐπιβεβαιώνεται καθημερινῶς ὅτι εἶναι. Αὐτὸ ποὺ εἶναι πολὺ ἀποκαρδιωτικὸ εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι συζητῶντας μὲ ἀνθρώπους «τῆς ἐκκλησίας» , -αὐτοὺς ποὺ χαρακτηρίζονται (ἀλλὰ καὶ οἱ ἴδιοι σεμνύνονται) ὡς  «ὑπάκουοι» καὶ σωστοί- παρατηρῶ ὅτι ἐνῷ τὰ γεγονότα βοοῦν, ἐνῷ ἡ ἀλήθεια εἶναι πρὸ ὀφθαλμῶν, συνεχίζουν νὰ ἐπαναλαμβάνουν: «Ποιός εἶμαι ἐγὼ νὰ κρίνω;», «Δὲν μπορῶ νὰ κρίνω», «Μὴν κρίνετε ἵνα μὴ κριθῆτε» … κτλ.

Αὐτὸ, ἡ ἀπώλεια τῆς δυνατότητος νὰ κρίνῃς, δὲν εἶναι κάτι ποὺ προέκυψε τυχαίως, ἤ ὡς δευτερεῦον ἀποτέλεσμα ἄλλης κυριωτέρας ἐπιδιώξεως. Αὐτὴ ἀκριβῶς εἶναι ἡ κυρία ἐπιδίωξις καὶ στόχευσις ὅλων τῶν μεθοδεύσεων τῶν κινούντων τὰ νήματα τῶν κυβερνώντων-μαριονετῶν παγκοσμίως. Ἡ ἀπόλυτη σύγχυσις, ἡ ἔλλειψις κριτηρίων, ἡ ἀδυναμία κρίσεως, ἡ αὐτοπαράδοσις στὶς μεθοδεῖες τῶν ὀργάνων τοῦ σατανᾶ, ἡ ἀπεμπόλησις τοῦ αὐτεξουσίου καὶ τῆς ἐλευθερίας ὁδηγεῖ στὴν ἔκπτωσι τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν μετατροπή του σὲ ρακένδυτο καὶ ἐξαθλιωμένο δοῦλο στὴν χώρα τῶν πονηρῶν νεοεποχιτῶν πολιτῶν.

Στὸ διαδίκτυο, αὐτὴ τὴν περίοδο εἶδα νὰ παρουσιάζονται πολλὲς «ὁμιλίες» συγχρόνων ἐκκλησιαστικῶν ρητόρων (ἐπισκόπων, περιφερομένων -ἐντὸς Ἑλλάδος- ἱεραποστόλων κλπ) μὲ θέμα ἀκριβῶς τὴν «Κρίσι καὶ τὴν κατάκρισι». Ἐπειδὴ τὰ «ὑπάκουα ἐκκλησιαστικὰ πρόσωπα» στὰ ὁποία ἀναφέρθηκα εἶναι θαμῶνες, φοιτητὲς καὶ τρόφιμοι τέτοιων πνευματικῶν τραπεζῶν ἔκατσα καὶ ἄκουσα ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μέχρι τὸ τέλος δύο ὁλόκληρες τέτοιες ὁμιλίες. «Δὲν μπορεῖ» σκέφτηκα, «κάτι θὰ ποῦνε γιὰ τὴν κατάστασι ποὺ ἔχει δημιουργηθῇ στὶς μέρες μας». Αὐτὰ ποὺ ἄκουσα ἦταν ὅλα σωστά. Μίλησαν γιὰ τὴν  μανία τῆς περιεργείας, τῆς πολυπραγμοσύνης, τοῦ φθόνου, τῆς ζήλειας, τοῦ ἐγωϊσμοῦ ποὺ ἐξωθοῦν ἀνθρώπους νὰ περιεργάζονται τῶν ἄλλων τὶς ζωὲς, νὰ κουτσομπολεύουν νὰ κατηγοροῦν καὶ νὰ κατακρίνουν διεκδικῶντας ρόλο κριτοῦ, δηλαδή τοῦ Θεοῦ. Τὰ παραδείγματα ἄπειρα ὁπότε … ἔχουμε νὰ λέμε, ὥρα νὰ ὑπάρχει. Τελικὸ (δικό τους) συμπέρασμα; «Μήν κρίνετε». 

Τί «μὴν κρίνετε»; Πότε «μὴν κρίνετε»; Γενικῶς καὶ ἀορίστως. «Μὴν κρίνετε». Ὅλοι αὐτοὶ , ποὺ ἐδῶ καὶ τρία χρόνια ἔβλεπαν ἀπὸ «ἐπηρμένους» «ἱεροκατηγόρους» «αὐτοκλήτους σωτῆρες τῆς ἐκκλησίας» μέχρι «ἐγκληματίες» «ἀδελφοκτόνους» «ἐχθροὺς τῆς ἐπιστήμης» τώρα παπαγαλίζουν συμβουλευτικῶς καὶ  προστατευτικῶς τὸ «Μὴν κρίνετε».  Τώρα ἀπεδείχθη ποιοὶ ἦταν οἱ παρασυρμένοι ἤ βαλτοὶ ἤ μισθωτοί, ποιοί ἐσπίλωσαν τὴν ἐκκλησία καὶ διέβαλαν τὴν πίστι, ποιοὶ ἔγιναν συνεργοὶ τῶν ἐγκληματιῶν καὶ ὄντως ἀδελφοκτόνοι, ποιοὶ ὑπέταξαν τὴν πίστι στὴν σατανοκρατούμενη ψευδεπιστήμη τῶν πληρωμένων καὶ ἀκαταδίωκτων. Τώρα φάνηκε ξεκάθαρα ὁ ρόλος τόσων μεγαλοσχημόνων προσώπων, εἴτε ἀπὸ ἀνικανότητα, εἴτε ἀπὸ ἄγνοια, εἴτε ἀπὸ φόβο, εἴτε ἀπὸ ἐξαγορά, εἴτε ἀπὸ μύρια ὅσα αἴτια. Τώρα οὔτε τὰ ἀποτελέσματά  μποροῦν νὰ κρυφτοῦν –πῶς νὰ τοὺς κρύψῃς τοὺς νεκρούς καὶ ἀπὸ ποιούς; ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς  τοὺς φίλους, τοὺς συχωριανούς; Τώρα λοιπὸν ἡ ἀπάντησις εἶναι «μὴν κρίνετε ἵνα μὴ κριθῆτε, κοιτάξτε τὶς ἁμαρτίες σας»

Ἐπειδὴ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα εἶναι καθαρὰ σατανικό καὶ ὁδηγεῖ στὴν πλήρη ἀπανθρωποποίησι τοῦ ἀνθρώπου θὰ παραθέσω μερικὰ ἀπὸ ὅσα ἔχω ἀντιληφθῇ ἀκούγοντας ἤ διαβάζοντας ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ καὶ ἄς σκεφτῇ καὶ ἄς κρίνῃ ὅποιος θέλει ἐφ᾿ ὅσον  διατηρεῖ ἀκόμη αὐτὸ τὸ χάρισμα τοῦ Θεοῦ..

Εἰσαγωγικῶς, τὸ πρῶτον καὶ βασικὸ καὶ θεμελιῶδες εἶναι ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἐμποδίζει τὸν ἄνθρωπο νὰ κρίνῃ (γενικῶς καὶ ἀδιακρίτως), ὅπως πάει σήμερα νὰ ἐπιβληθῇ. Ὑπάρχουν πολλῶν λογιῶν κρίσεις καὶ πρέπει νὰ μάθωμε τὶς διαφορές τους. Ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Κυρίου, ποὺ ἄλλοτε μὲν λέγει «Μὴν κρίνετε καὶ δὲν θὰ κριθῆτε», ἄλλοτε δὲ προστάσσει «τὴν δικαίαν κρίσιν κρίνετε», δὲν ἐμποδιζόμαστε καθολικὰ στὸ νὰ κρίνομε, ἀλλὰ διδασκόμαστε τὴν διαφορὰ τῆς κρίσεως.

«Τοῦ Κυρίου ποτὲ μὲν λέγοντος, Μὴ κρίνετε, καὶ  οὐ μὴ κριθῆτε, ποτὲ δὲ τὴν δικαίαν κρίσιν κρίνειν προστάσσοντος· οὐχὶ τὸ κρίνειν καθόλου κωλυόμεθα, ἀλλὰ διαφορὰν κρίσεως παιδευόμεθα». ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ PG31 1189 

Ὑπάρχουν περιπτώσεις, συνεχίζει ὁ Μέγας Βασίλειος, ποὺ βρίσκεται κάτω ἀπὸ τὴ δική μας ἐξουσία ἡ κρίσις τῶν πράξεων κάποιου ἀδελφοῦ, ἄν καὶ πολλὲς φορὲς εἶναι ἄδηλα τὰ πράγματα. Δὲν πρέπει νὰ κρίνωμε τὸν ἀδελφὸ ἐπειδὴ ὑπάρχουν καὶ ἐκεῖνα ποὺ ἐμεῖς ἀγνοοῦμε  καὶ πρέπει νὰ περιμένουμε νὰ ἔλθῃ ὁ Κύριος ὁ ὁποῖος θὰ φωτίσῃ τὰ κρυμένα στὸ σκοτάδι καὶ θὰ φανερώσῃ τὶς βουλὲς τῶν καρδιῶν. 

«Ὥστε εἰ μέν τι ἐν ἐξουσίᾳ ἡμετέρᾳ κεῖται, ἢ καὶ ἄδηλον πολλάκις ἐστὶν, οὐ χρὴ κρίνειν ἐπὶ τούτῳ τὸν ἀδελφὸν, κατὰ τὸ ὑπὸ τοῦ Ἀποστόλου περὶ τῶν ἀγνοουμένων εἰρημένον· Ὥστε μὴ πρὸ καιροῦ τι κρίνετε, ἕως ἂν ἔλθῃ ὁ Κύριος, ὃς καὶ φωτίσει τὰ κρυπτὰ τοῦ σκότους, καὶ φανερώσει τὰς βουλὰς τῶν καρδιῶν·» ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ PG31.1189

Προφανῶς ὅλα τὰ παραπάνω ἀφοροῦν ἐνέργειες, πράξεις, ἁμαρτίες, ἀδυναμίες, λάθη, πάθη, πτώσεις, (πραγματικὰ, φαινομενικά ἤ καὶ φανταστικά). Αὐτὰ γιὰ τὰ ὁποῖα ὅλοι ὁμιλοῦν· καὶ ὀρθῶς.

 Ἀλλὰ ὁ ἅγιος συνεχίζει: Εἶναι ὅμως ἀπαραίτητη ἀνάγκη, αὐτὸς ὁ ἴδιος, ὁ ὁποῖος δὲν πρέπει νὰ κρίνῃ τὸν ἀδελφὸ γιὰ ὅλα τὰ παραπάνω, ὀφείλει νὰ ὑπερασπίζεται, νὰ ἐκδικῇ τὶς βουλὲς,  τὶς ἀποφάσεις τὰ κρίματα τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ μὴν ἐφησυχάζῃ γιὰ νὰ μὴν «συμπαραπολαύσῃ» τὴν ὀργὴ τοῦ Θεοῦ. 

«τὰ δὲ τοῦ Θεοῦ κρίματα  ἐκδικεῖν, ἀπαραίτητος ἀνάγκη, ἵνα μὴ συμπαραπολαύσῃ τῆς ὀργῆς τοῦ Θεοῦ ὁ ἐφησυχάζων»· ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ PG31.1189

Ὅσον ἀφορᾶ τὰ τοῦ Θεοῦ κρίματα  καὶ πότε καὶ μὲ ποιὸν τρόπο πρέπει νὰ κρίνουμε τὴν πρὸς τὸν Θεὸ ἀπείθεια ὅλα τὰ βρίσκουμε στὶς θεῖες Γραφές (καὶ ὄχι ἀσφαλῶς στὶς διακηρύξεις, στὶς διαβεβαιώσεις, στὶς προτροπὲς καὶ στὶς ἐντολὲς τοῦ κάθε ἐπηρμένου ψευδοδιδασκάλου, ὅπως αὐτοὺς ποὺ εἴδαμε νὰ κλείνουν ἐκκλησίες καὶ νὰ στέλνουν τοὺς ἀνθρώπους στὰ ἐμβολιαστικὰ κέντρα-κρεματόρια)

«ἐν μόνῃ δὲ τῇ παραβάσει οὑτινοσοῦν προστάγματος σαφῶς κρίνομεν τὴν πρὸς Θεὸν ἀπείθειαν, καὶ κοινὸν κατὰ πάσης παρακοῆς τοῦ Θεοῦ τὸ κρῖμα εὑρίσκομεν, τὰς θείας ἀναλαβόντες Γραφάς». ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ PG32 1200

(Τὸ ἐρευνᾶτε τὰς γραφάς, ὅπως καὶ πάλι βλέπομε, δὲν εἶναι «προτεσταντισμὸς» ὅπως φλυαροῦν οἱ ὁμοτράπεζοι καὶ ὁμόφρονες τῶν προτεσταντῶν ἐγχώριοι οἰκουμενιστές. Εἶναι εὐαγγελικὴ προσταγὴ καὶ ἀφορᾶ ὅλους, ποιμένες καὶ ποιμενομένους. Οἱ ποιμένες ὅμως, ἐκείνοι ποὺ οὔτε τὶς γραφὲς σέβονται οὔτε τοὺς Πατέρες τιμοῦν, χαρακτηρίζουν προτεστάντες καὶ αἱρετικοὺς ὅσους προσπαθοῦν νὰ μάθουν ἀπὸ τὶς ἅγιες γραφὲς ὅσα οἱ ἴδιοι δὲν εἶναι ἱκανοὶ νὰ τοὺς διδάξουν, ὅσους πάλι γνωρίζουν καὶ διδάσκουν ὅσα οἱ γραφὲς καὶ οἱ Πατέρες λένε εἴτε τοὺς διώκουν, εἴτε τοὺς ἀφορίζουν, ὅταν γίνουν ἐνοχλητικοί. Ὡς ἐλάχιστα τελευταῖα παραδείγματα, ποὺ συμβαίνει ἐγὼ νὰ γνωρίζω, (ἀναφέρομαι σὲ κεκοιμημένους μόνον) ὁ μακαριστὸς Σωτηρόπουλος, (ὁ ἀφορισθεὶς ὑπὸ τοῦ πρασίνου Πατριάρχου) καὶ ὁ διωχθεὶς ἀρχιμ. π. Ἀθανάσιος Μυτηλιναῖος.)

Αὐτὴ ἡ πλευρά τῆς κρίσεως ποὺ γίνεται γιὰ νὰ ὑπερασπισθοῦν τὰ κρίματα τοῦ Θεοῦ, «τὰ δὲ τοῦ Θεοῦ κρίματα  ἐκδικεῖν», δὲν εἶδα πουθενὰ νὰ παρουσιάζεται στὰ «κηρύγματα» ποὺ ἄκουσα. (Δὲν σημαίνει ὅτι δὲν ὑπάρχει στὰ τόσα ἄλλα ποὺ τώρα λέγονται καὶ γράφονται καὶ ἐγὼ ἀγνοῶ, διότι εἶναι κάτι τὸ θεμελιῶδες καὶ βασικό. Δὲν νομίζω νὰ ὑπάρχῃ ἄνθρωπος μὲ στοιχειώδη αἴσθησι τῆς ὀρθοδόξου πίστεως ποὺ νὰ ἀγνοῇ αὐτὰ τὰ ζητήματα καὶ ζητῶ συγνώμη, ἀλλὰ γιὰ τοὺς ἐλαχίστους ἀδελφοὺς ποὺ ἐμπιστεύονται πονηροὺς καὶ δολίους  ψευδοδιδασκάλους θεωρῶ χρέος νὰ τὰ γράψω ὡς μιὰ φτωχὴ βοήθεια. Ὁ ἐφησυχασμὸς ἤ μάλλον ἡ ἀναισθησία ποὺ τοὺς χαρακτηρίζει καὶ ὁ ἐφησυχασμὸς ποὺ καλλιεργοῦν στὸ δυστυχὴ λαὸ μόνον τὴν ὀργὴ τοῦ Θεοῦ θὰ φέρῃ σὲ ὅλους μας, γεγονὸς ποὺ τὸ ζοῦμε καθημερινὰ σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα τῆς ζωῆς μας, ἀλλὰ μυαλὸ δὲν βάζουμε )

Εἶναι ἀνάλογο μὲ αὐτὸ ποὺ σαφέστατα καὶ μεγαλοφωνότατα διακηρύσσει τὸ θεῖο στόμα τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου: Τὸ μή κρίνετε ἵνα μὴ κριθῆτε ἀφορᾶ τὸν βίο, ἀφορᾶ τὶς πράξεις τῶν ἀνθρώπων, δὲν ἀφορᾶ τὴν πίστι. Δηλαδὴ ὅταν διώκετε καὶ προσβάλλεται ἡ πίστις δὲν μπορεῖ νὰ προβληθῇ τὸ «μή κρίνετε».

«Τὸ, Μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε, περὶ βίου ἐστὶν, οὐ περὶ πίστεως»· ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ PG63 232

Καὶ μάλιστα ἀφορᾶ αὐτοὺς ἀκριβῶς τοὺς ποιμένες , τοὺς ἡγουμένους, τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ἄρχοντες, Πατριάρχες, Ἀρχιεπισκόπους, δεσποτάδες καὶ παπάδες. Καὶ τὰ λέει στὴν ἑρμηνεία τοῦ Ἀποστολικοῦ «Πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν, καὶ ὑπείκετε…» . Στὸ εὔλογο ἐρώτημα τῶν  τοτινῶν καὶ τῶν σημερινῶν καὶ τῶν παντοτινῶν ἀπορούντων μπροστὰ σ᾿ αὐτὴ τὴν προσταγή: «Καλά, ἄν ὁ ποιμένας εἶναι πονηρὸς καὶ δὲν πειθώμεθα, τί θὰ γίνῃ;»  ὁ ἅγιος Ἰωάννης ἀπαντάει:  «Τί ἐννοεῖς πονηρός; Ἄν εἶναι γιὰ λόγους πίστεως φῦγε καὶ παράτα τον, ὄχι μόνο ἄν εἶναι ἄνθρωπος, ἀλλὰ καὶ ἄγγελος ποὺ κατέβηκε ἀπὸ τὸν οὐρανό. Ἄν ἀφορᾶ τὴν προσωπικὴ του ζωὴ καὶ τὶς πράξεις του μὴν ἀσχολεῖσαι» 

«Τί οὖν,φησὶν, ὅταν πονηρὸς ᾖ, καὶ μὴ πειθώμεθα; Πονηρὸς, πῶς λέγεις; εἰ μὲν πίστεως ἕνεκεν, φεῦγε αὐτὸν καὶ παραίτησαι, μὴ μόνον ἂν ἄνθρωπος ᾖ, ἀλλὰ κἂν ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ κατιών· εἰ δὲ βίου ἕνεκεν, μὴ περιεργάζου». ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ PG63 231

Δὲν μπορῶ νἀ καταλάβω τί συμβαίνει. Ὑπάρχει κάτι πιό σαφὲς, πιὸ κατανοητό, πιὸ ἁπλό; Ποιὸς τὰ λέει αὐτά; Ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὅλοι οἱ ἅγιοι…. ψάξτε καὶ θὰ δῇτε ὅτι δὲν ψεύδομαι γιὰ τὸ «ὅλοι». Τί λένε; Δὲν εἶναι κρίσις νὰ ὑπερασπίζεσαι τὰ κρίματα τοῦ Θεοῦ, τὴν πίστι τῆς ἐκκλησίας, ἀντιθέτως εἶναι ἀπαραίτητη ἀνάγκη. Ἄν δὲν τὸ κάνουμε εἶναι λόγος νὰ δεχτοῦμε τὸν ὀργή τοῦ Θεοῦ ὅσοι ἐφησυχάζουμε καὶ δὲν ὑπερασπιζόμαστε τὴν πίστι ποὺ νοθεύεται καὶ τὴν ἐκκλησία ποὺ σπιλώνεται. Τὸ «μή κρίνετε ἵνα μὴ κριθῇτε» ἀφορᾶ τὶς προσωπικὲς ἁμαρτίες, τὰ βιοτικὰ πράγματα, δὲν ἀφορᾶ τὴν πίστι.

 Τί ὑπάρχει μέσα σ᾿αὐτὰ τὰ κεφάλια; Τί κατοικεῖ μέσα σ᾿αὐτές τὶς ψυχές; Δὲν ἀκοῦν τοὺς ἁγίους καὶ ἀκοῦν τὸν κάθε δυστυχὴ, τὸν κάθε φιλόδοξο, τὸν κάθε διαπλεκόμενο, τὸν κάθε πουλημένο ἤ φοβισμένο ἤ ἄσχετο ἤ βολεμένο, τὸ κάθε ἀνδρείκελο καὶ τὸν κάθε ψευδοποιμένα  ποὺ ἔχει γίνει λύκος καὶ θυσιάζει τὰ πρόβατα τῆς ποίμνης τοῦ Χριστοῦ γιὰ νὰ καλοπερνᾶ, νὰ κατεξουσιάζει καὶ νὰ συνεργάζεται μὲ τοὺς ἐγκληματίες νεοεποχῖτες σατανιστές; 

Βρὲ παιδιὰ , κι᾿ ἐγώ μαζί σας. Ἐντάξει δὲν καταλάβαμε τὶ ἔλεγε ὁ Καντιώτης, δὲν πιστέψαμε τὶ ἀποκάλυπτε ὁ π. Σάββας Ἀχιλλέως, δὲν ἐντρυφήσαμε σὲ ὅσα ἑρμήνευε ὁ π. Ἀθανάσιος Μυτηλιναῖος, δὲν πολυπροσέξαμε πῶς ἀντιμετωπίστηκε ὁ ἀγώνας τοῦ Σωτηρόπουλου, δὲν ἀκολουθήσαμε τὸν δρόμο ποὺ ἔδειχνε ὁ ἅγιος Παΐσιος, ὁ ἅγιος Πορφύριος καὶ οἱ ἄλλοι σύγχρονοι ἅγιοι… Ἐντάξει, δὲν καταλάβαμε τὶ συνέβη στὸ Κολυμπάρι εἴχαμε ζαλιστεῖ μὲ κρίσεις καὶ μνημόνια, εἴχαμε ἀποχαυνωθῇ μὲ τηλεπορνεῖες καὶ τηλεμαλακίες καὶ ἀκούγαμε μεταπατερικές νευροκοπλιὲς καὶ κονανιές (καὶ τοὺς ἄλλους ποὺ συνεχίζουν).

 Ναὶ, ἀλλὰ ὅταν ἔκλεισαν τὶς ἐκκλησιές; Ὅταν στοχοποίησαν τὴν Θεία Κοινωνία; Ὅταν ἐπέβαλλαν φασιστικοὺς περιορισμούς καὶ ἐλέγχους; Ὅταν ἐδίωξαν φανερὰ τὴν πίστι καὶ ὅποιον ἀντιστεκόταν; Οὔτε τότε καταλάβαμε τίποτα; Ὅταν τρομοκρατοῦσαν τὸν λαὸ γιὰ νὰ κάνουν πάνω του τὰ θανατηφόρα πειράματα μὲ τελικὸ στόχο τὸ καινούργιο ξεκίνημα καὶ τὴν δημιουργία νέου ἀνθρώπου, οὔτε τότε καταλάβαμε τίποτα; Οὔτε τώρα ποὺ ξαφνικὰ πεθαίνουν τόσοι καὶ τόσοι ἀντιλαμβανόμαστε τίποτα; Διέλυσαν τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας, βάζουν ὀρθοδόξους νὰ σκοτώνονται μὲ ὀρθοδόξους, κάνουνε τὴ χάρι στὸν Στάλιν καὶ τὸν Δημητρώφ (καὶ στὰ ἀφεντικά τους) καὶ πουλοῦν τὸ ὄνομα τῆς Μακεδονίας καὶ μεῖς ἀναγνωρίζουμε ἐκεῖ ἐκκλησία!!! Οὔτε τώρα καταλάβαμε κάτι;

  Ἔ, τότε, ἄς τοὺς ἀκολουθήσουμε καὶ στὸ νέο τους σύνθημα: Μὴν κρίνουμε τίποτα, δηλαδὴ μὴν σκεφτόμαστε, δηλαδὴ νὰ καταργήσουμε ὅτι μᾶς ἔδωσε ὁ Θεὸς. Νὰ γίνουμε ζόμπι, ζωντανοὶ νεκροὶ καὶ νὰ περιφερόμαστε μασκοφορεμένοι μέσα στὶς ἐκκλησίες καὶ νὰ συμμετέχουμε σὲ τσάγια καὶ ἐκδηλώσεις σίγουροι ὅτι δὲν θὰ κριθοῦμε ἀπὸ τὸν Θεὸ, ὅπως μᾶς διαβεβαιώνουν οἱ λυκοποιμένες ποὺ ἀκολουθοῦμε.

Βέβαια εἶμαι σίγουρος ὅτι πολλοὶ δὲν πιστεύουν πλέον ὅτι ἡ ἱκανότης τοῦ ἀνθρώπου νὰ σταθμίζῃ τὸ τί πρέπει νὰ κάνῃ κάθε φορὰ, -νὰ κρίνῃ δηλαδή δικαίως, ἡ δικαιοκρισία μὲ τὴν εὐρεῖα ἔννοιά της- εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ, καὶ ὑπάρχει μέσα μας, στὴν ἀνθρώπινη φύσι, ἐφ᾿ ὅσον αὐτοπροαιρέτως δὲν τὸ ἔχουμε ἐξαφανίσει μὲ τὶς πράξεις μας. Οἱ ἅγιοι μᾶς τὸ ὑπενθυμίζουν συνεχῶς: Ἡ σωστὴ καὶ ἀδιάβλητος κρίσις, δηλαδὴ ἡ δικαιοκρισία , στηρίζεται σταθερὰ καὶ ἀκλόνητα κατὰ φυσικὸν τρόπο στὸ μέσα μας λογικὸ γιὰ κάθε τί ποὺ πρέπει νὰ κάνωμε, καὶ τὸ τί ἁρμόζει στὴν κάθε περίπτωσι. Ἤ δὲν ὑπάρχει μέσα μας κάποια λογικὴ ποὺ σταθμίζει τὶς φύσεις τῶν ἐπιλογῶν καὶ ξεχωρίζει τὰ χρησιμότερα ἀπὸ τὰ ἄχαρα καὶ τὰ ἀνώφελα; Στὴν θεόπνευστη Γραφὴ συνηθίζεται νὰ όνομάζεται κρίσις ἡ ὀρθότητα καὶ ἡ δικαιοκρισία.

«Ἐρήρεισται  δὲ ὥσπερ καὶ ἐγκαταπέπηκται φυσικῶς τῷ ἐν ἡμῖν λογικῷ καὶ ἡ ἐφ᾿ ἑκάστῳ τῶν πρακτέων ὀρθή τε καὶ ἀδιάβλητος κρίσις, τοῦτ᾿ ἔστιν, ἡ δικαιοκρισία, καὶ τὸ ἑκάστῳ πρέπον· ἢ γὰρ οὐχὶ λογική τις ἐν ἡμῖν τὰς τῶν πρακτέων ταλαντεύει  φύσεις, καὶ ἀποκρίνει τῶν ἀμεινόνων  τὸ ἄχαρί τε καὶ ἀλυσιτελές ; Κρίσιν δὲ ὀνομάζειν ἔθος τῇ θεοπνεύστῳ Γραφῇ τὴν ὀρθότητα καὶ δικαιοκρισίαν. Καὶ γοῦν ὁ θεσπέσιος ψάλλει ∆αυΐδ· «Μακάριοι οἱ φυλάσσοντες κρίσιν, καὶ ποιοῦντες δικαιοσύνην ἐν παντὶ καιρῷ.» ΚΥΡΙΛΛΟΣ  ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ PG68 740

Ὁ ἅγιος Κύριλλος τὰ λέει αὐτά. Καὶ ποιός τὰ ἀκούει; Καὶ ποιὸς δίνει σημασία; «Μεταπατερικοὶ» οἱ νῦν διδάσκαλοι, ἄνευ σημασίας οἱ Πατερικὲς διδασκαλίες. Τὸν Κύριλλο Ἀλεξανδρείας θ᾿ ακοῦμε τῶρα ἤ τὸν Βόλου καὶ τὸν Ἀλεξανδρουπόλεως;

Ὅταν ὅμως ἀρνεῖσαι τὴν δωρεὰ τοῦ Θεοῦ, πετᾶς στὰ σκουπίδια τὸ αὐτεξούσιο, ἀποστερῆσαι καὶ τὴν θεοείδειά σου καὶ τὴν ἰσόθεο τιμή ποὺ σοῦ ἔδωσε ὁ Θεός (μὲ λίγα λόγια τὰ μεταφέρω):

«Ἐπειδὴ γὰρ θεοειδὴς ὁ ἄνθρωπος ἐγένετο καὶ μακάριος τῷ αὐτεξουσίῳ τετιμημένος (τὸ γὰρ αὐτοκρατές τε καὶ ἀδέσποτον ἴδιόν ἐστι τῆς θείας μακαριότητος), τὸ δι᾿ ἀνάγκης αὐτὸν ἐπί τι μεταχθῆναι βιαίως ἀφαίρεσις τοῦ ἀξιώματος ἦν. Εἰ γὰρ ἑκουσίως τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν κατὰ τὴν αὐτεξούσιον κίνησιν ἐπί τι τῶν οὐ δεόντων ὁρμήσασαν βιαίως τε καὶ κατηναγκασμένως τῶν ἀρεσάντων ἀπέστησεν, ἀφαίρεσις ἂν ἦν τοῦ προέχοντος ἀγαθοῦ τὸ γινόμενον καὶ τῆς ἰσοθέου τιμῆς ἀποστέρησις. (ἰσόθεον γάρ ἐστι τὸ αὐτεξούσιον.)» ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ PG46 524

Τί εἶναι ὅλα αὐτά; Ποιός τὰ λέει; Πότε τὰ εἶπε; Ἀλλάξαν οἱ καιροί. Τώρα μιλοῦν ἐλπιδοφόροι καὶ βαρθολομαῖοι καὶ ἱερώνυμοι καὶ οἱ μεγάλοι φωστῆρες τῶν ἀκαδημιῶν καὶ διερμηνευτὲς καὶ ἀντιπρόσωποι τοῦ Θεοῦ. Αὐτοὺς ἀκοῦμε ἐμεῖς. Καταλάβατε;  Δὲν εἴμεθα ὀπισθοδρομικοί καὶ καθυστερημένοι…

 Ὅλα γύρω σου γκρεμίζονται. Τὸ βλέπεις, τὸ ζεῖς, μιλοῦν τὰ γεγονότα. Ἡ πόρτα τῆς ἐκκλησίας εἶναι κλειστή. Τὸν ἱερέα τὸν συλλαμβάνουν γιατὶ λειτούργησε καὶ κοινώνησε χριστιανούς. Δικάστηκε. Πληρώνεις πρόστιμο, γιατὶ δὲν δέχεσαι νὰ γίνῃς πειραματόζωο. Στὶς ἐκκλησίες μπαίνουν μὲ μουρίδες. Πεθαίνουν ξαφνικά ὁ ἕνας μετὰ τὸν ἄλλο. Οἱ ἔκφυλοι θεωροῦνται φυσιολογικοὶ καὶ οἱ φυσιολογικοὶ παρά φύσιν.  Ὅμως δὲν πρέπει νὰ μιλήσῃς, δὲν πρέπει κἄν νὰ σκέφτεσαι, γιατί «δὲν πρέπει νὰ κρίνῃς». Ἄν σιωπήσῃς εἶσαι «καλὸς χριστιανὸς» καὶ δὲν θὰ κριθῇς… Αὐτὰ διδάσκουν οἱ σημερινοὶ διδάσκαλοι… Καὶ πολλοὶ ἀκολουθοῦν ἁπλὰ αὐτὸ τὸ μονοπάτι… σὰν τὰ ζῶα ποὺ ἀκολουθοῦν τὰ ἴχνη ποὺ χαράξαν ὅσα ζῶα προηγήθηκαν…πρᾶγμα ποὺ «δὲν πρέπει» (κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Νύσσης, βέβαια, ὁπότε ποιός τὸν ἀκούει;):

«οὐ χρὴ πρὸς τὰ ἴχνη τῶν βοσκημάτων βλέπειν, ἃ τῷ γεώδει βίῳ διὰ τῶν πτερνῶν ἐνσημαίνονται οἱ προωδευκότες τὸν βίον·» ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ PG44 805

Ὅμως ὅποιος δὲν μπορεῖ νὰ διακρίνῃ ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ γεγονότα τὸ καλὸ ἀπὸ τὸ κακὸ, ἀλλὰ ἀκολουθεῖ τὴν πεπατημένη τῶν προηγουμένων, παρουσιάζοντας τὴν συνήθεια τοῦ βίου διδάσκαλο τῆς ζωῆς του πολλὲς φορὲς κατὰ τὸν καιρὸ τῆς δικαίας κρίσεως χωρὶς νὰ τὸ καταλάβῃ παρουσιάζεται ἐρίφιο ἀντὶ προβάτου.

«Ὁ τοίνυν μὴ ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων διακρίνων τὸ καλὸν ἐκ τοῦ χείρονος ἀλλὰ τοῖς ἴχνεσι τῶν προωδευκότων ἑπόμενος τὴν παρελθοῦσαν τοῦ βίου συνήθειαν διδάσκαλον τῆς ἰδίας ζωῆς προβαλλόμενος λανθάνει πολλάκις κατὰ τὸν καιρὸν τῆς δικαίας κρίσεως ἔριφος ἀντὶ προβάτου γενόμενος». ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ PG44 805

Ὅπως βλέπουμε, τὰ γεγονότα τρέχουν, θέλουμε δὲν θέλουμε. Ἄλλος εἶναι τὸ ἀφεντικό. Αὐτὸς κανονίζει. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ δικαιολογία τοῦ δικοῦ μας  ἐφησυχασμοῦ καὶ τῆς ἀκηδίας οὔτε τὸ προκάλυμμα τῆς δειλίας. Πλαστήκαμε ἐλεύθεροι, ἄρα ὑπεύθυνοι. Αὐτὸ δὲν ἀλλάζει. Ὁπότε πρέπει ὅσοι φωτίζονται ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, ὅσο ἐπιτρέπουν οἱ ἁμαρτίες, ἤ νὰ μὴν κρίνουν, ἤ ἄν εἶναι ἀνάγκη νὰ κρίνουν νὰ τὸ κάνουν μὲ τὸν πλέον δίκαιο τρόπο καὶ νὰ ἐλέγχουν τοὺς ἁμαρτάνοντες καὶ ἄν πρέπει νὰ πεθάνουν γιὰ τὴν ἀλήθεια …

«Διὸ προσήκει, τῷ τοῦ λόγου φέγγει φωτιζομένους, ἢ μὴ κρίνειν, μνημονεύοντας τοῦ εἰρηκότος· Μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε·εἰ ἀνάγκη ποτὲ κρίνειν, κατὰ τὸ δικαιότατον τοῦτο ποιεῖν καὶ ἐλέγχειν τοὺς ἁμαρτάνοντας, κἂν δέοι ὑπὲρ ἀληθείας θνήσκειν, πεπεισμένους ἀκριβῶς, ὅτι πάντων ἔσται συντέλεια καὶ μεταβολὴ ἐπὶ τῇ καθολικῇ κρίσει τοῦ Θεοῦ, ἣν ποιήσεται διὰ τοῦ Χριστοῦ αὐτοῦ»· ΕΥΣΕΒΙΟΣ ΠΑΜΦΙΛΟΥ PG 23.988

Ἡ ἐποχή μας εἶναι κραυγαλέως ἐποχὴ ἀνάγκης ἐλέγχου τῆς ἁμαρτίας καὶ θανάτου ὑπὲρ τῆς ἀληθείας. Ἔτσι καὶ ἀλοιῶς τὸ νὰ ζῇς ἔξω τῆς ἀληθείας εἶναι ὁ αἰώνιος καὶ ὄντως θάνατος.

Γεώργιος Κ. Τζανάκης. Ἀκρωτήρι Χανίων. 20 Φεβρουαρίου 2023.

Αφήστε μια απάντηση