ΑΙΔΩΣ ΑΡΓΕΙΟΙ Δ΄

Ἁγιος Ἐφραίμ ὁ Κατουνακιώτης: σύγχρονοι Ἅγιοι Γέροντες, ποὺ θυσιάστηκαν γιὰ νὰ βιώσουν καὶ νὰ κρατήσουν τὴν πίστι, στὴν «ὑπηρεσία» τῶν γκρεμιστῶν της.

 

Οἱ ἐπίσκοποί μας στὴν προσπάθειά τους νὰ ἀποτρέψουν τὸν ὁποιονδήποτε ἀπὸ τὸ νὰ σκέφτεται, νὰ μιλᾶ, καὶ νὰ ἐκφράζῃ τὶς ἀντιρρήσεις του γιὰ τὴν στάσι τῆς ἱεραρχίας μας, ἐπιστρατεύουν ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς παλαιοὺς πατέρες καὶ τοὺς νεώτερους ἁγίους μας. Πιστὸς στὴν τακτικὴ αὐτὴ καὶ ὁ Ἀργολίδος Νεκτάριος, ἀνάμεσα στὶς ὕβρεις του ἀναφέρεται, παρενθετικῶς, στὸν ἅγιο Ἐφραίμ τὸν Κατουνακιώτη:  

«(Παρεμπιπτόντως, θα ήθελα να αναφερθώ στον σύγχρονο άγιο των ημερών μας Εφραίμ τον Κατουνακιώτη. Μπορούσε να σου μιλάει ώρες για πνευματικά θέματα, την προσευχή, την υπακοή κ.λ.π. Όταν όμως του έθετες θεολογικά θέματα, σταματούσε. «Παιδί μου, εγώ δεν είμαι θεολόγος. Δεν μπορώ να δογματίσω, μήπως πέσω και σε κανένα δογματικό λάθος. Πήγαινε στον π. Γεώργιο Καψάνη, στον π. Αιμιλιανό. Αυτοί είναι θεολόγοι και ξέρουν!» Αυτή είναι η στάση των αγίων. Η αγία ταπείνωση και η αυτογνωσία, η επίγνωση των ορίων)» (Ἡ γῆ εἶναι τετράγωνη)

Ὅπως ἤδη ἔχουμε ἐξηγήσει τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι πρόβλημα ἀμφιβόλου θεολογικῆς διατυπώσεως καὶ λεπτομερείας γιὰ νὰ εἶναι ἀντικείμενο «φωτισμένων καὶ εἰδικῶν» μὲ θεολογικὲς ἐξειδικευμένες γνώσεις. Δὲν γίνεται συζήτησις γιὰ νὰ λυθοῦν «θεολογικά θέματα». Οἱ ποιμένες συμμαχῶντας μὲ τὴν Πολιτεία  ἔκλεισαν τὶς ἐκκλησίες θεωρῶντας ὅτι τὰ τελούμενα ἐκεῖ εἶναι ἐπικίνδυνα γιὰ τὴν δημόσια ὑγεία καὶ ἀνέχτηκαν τοὺς διωγμοὺς τὴν τρομοκράτησι καὶ τὴν διαπόμπευσι ἐπισκόπων ἱερέων καὶ πιστῶν καὶ τὴν μετατροπὴ τῆς θείας Λειτουργίας σὲ τηλεοπτικὸ θέαμα, προσβάλοντας καὶ χτυπῶντας τὴν ἴδια τὴν πίστι, παρὰ τὶς περὶ τοῦ ἀντιθέτου διαβεβαιώσεις καὶ συνθηματολογίες (δὲν κινδυνεῦει ἡ πίστις ἀλλὰ οἱ πιστοί) . Ὁ Σεβασμιώτατος στὴν παραπάνω ἀναφορά του θεωρεῖ ὅτι ὁ ἅγιος Ἐφραίμ ὁ Κατουνακιώτης συνηγορεῖ στὶς δικές του ἀπόψεις. Ἡ ἀναφορά του ἐστιάζεται στὰ ἐξῆς σημεία: «Αὐτοὶ εἶναι θεολόγοι καὶ ξέρουν». Ἄρα οἱ ἄλλοι ποὺ δὲν εἶναι θεολόγοι (ὅπως ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος Ἐφραίμ) δὲν ξέρουν. Ἄρα ἀφοὺ ὁ ἅγιος Ἐφραίμ μὲ θεία φώτησι καὶ αἰσθητή ἁγιότητα δὲν μιλοῦσε, πῶς τολμοῦν τὰ ἀθύρματα νὰ μιλοῦν καὶ νὰ κρίνουν; Στὴν συγκεκριμένη περίπτωσι οἱ Ἱεράρχες εἶναι οἱ εἰδικοὶ καὶ ξέρουν, ἄρα ὅλοι οἱ ἄλλοι, κληρικοὶ καὶ λαϊκοί, δὲν ξέρουν. Αὐτὸ θέλει νὰ περάσει ὁ Σεβασμιώτατος. Καὶ τὸ ἀνεβάζει τὸ πράγμα. «Αὐτὴ εἶναι ἡ στάσι τῶν ἁγίων».  (ἀναφερόμενος στὸν ἅγιο Ἐφραίμ) Ἄρα ὀποιαδήποτε ἄλλη στάσι δὲν εἶναι στάσι ἁγίων ( Ἐξ ἄλλου  στὸ κείμενό του, εὐθέως τοὺς ἔχει χαρακτηρίσει ὀργανα τοῦ διαβόλου). Καὶ ἀναλύοντας: Ἡ ἁγία ταπείνωσις (ὅπως ἡ δική του ποὺ εὐωδιάζει στὴν ἐπιστολή του) καὶ ἡ αὐτογνωσία (ὁ ἴδιος γνωρίζει ὄχι μόνον τὸν ἑαυτό του ἀλλὰ καὶ ὅλους τοὺς ἄλλους καὶ τοὺς  στολίζει καταλλήλως) καὶ κυρίως ἡ ἐπιγνωσις τῶν ὁρίων. Αὐτὸ ἐνδιαφέρει πολὺ τοὺς ἱεράρχες μας καὶ τὸν ἵδιο, ἡ ἐπίγνωσις τῶν ὁρίων: Ἅς μοῦ ἐπιτραπεῖ ἡ βαναυσολογία: Ἀφοὺ εἶσαι πρόβατο φάε τὸ χορταράκι ποὺ σοῦ δίνει ὁ καλὸς ποιμὴν καὶ βέλασε ἕνα μπέεε εὐγνωμοσύνης. Μέχρι ἐκεῖ. Ἐκεὶ εἶναι τὸ ὅριο.

Περὶ τῆς ἁγιότητος καὶ τοῦ μεγέθους τοῦ ἁγίου Ἐφραίμ τοῦ Κατουνακιώτη δὲν χρειάζεται νὰ ποῦμε κουβέντα.

 Πράγματι στὶς «θεολογικὲς ἀνησυχίες ὑψηλοῦ ἐπιπέδου» αὐτὴ τὴν στάσι εἶχε ὁ ἅγιος , ὅπως καὶ κάθε ἅγιος καὶ κάθε ὀρθόδοξος, ἄν δὲν τὴν ἔχει ἀρπάξει:

«Εἰς τί θὰ μᾶς ὡφελήσει ἐμᾶς ἄν μάθουμε ὅτι ἡ φωνὴ ἦταν τοῦ Πατρὸς ἤ ὁ Θεὸς μιλεῖ δι᾿ἀγγέλου καὶ το ᾿να καὶ τ᾿ ἄλλο. Εἰς τί θὰ μᾶς ὠφελήσει εἰς τὸν δρόμον τῆς σωτηρίας μας, ἄν γνωρίζουμε αὐτό; Ἐσὺ μιλᾶς θεολογικά. Τί θὰ μᾶς ὡφελήσει; Τίποτε. Ἄφησες τὸν δρόμο τῆς ταπεινώσεως καὶ πιάνεις ὑψηλά ἐπίπεδα θεολογικά. Ὄχι. Ἄφησε αὐτὸν τὸν δρόμο κι᾿ ἀκολούθησε τὸν δρόμο τῆς καλογερικῆς. «Κύριε Ἴησοῦ Χριστὲ, ἐλέησόν με». Γέροντας Ἐφραίμ Κατουνακιώτης. ἐκδ. Τὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας  Α΄ ἐκδ. 2000 σελ.235  

Μὲ καλόγερο μιλοῦσε ὁ ἅγιος, ἤξερε τί χρειάζεται, ἤξερε ἐκ πείρας τί ἔπρεπε νὰ ἀκολουθηθῇ καὶ ἔλεγε τὰ δέοντα στὸν μοναχό. Ἔβλεπε τὸ πρόσωπο καὶ τοῦ ἔλεγε ὅτι αὐτὰ τὰ θεολογικὰ ἐρωτήματα δὲν ἔχουν σημασία γιὰ τὸν ἵδιο καὶ τὴν πνευματική του πρόοδο.

«Ἤρθε κάποιος στὸ σπίτι καὶ λέει: «Πάτερ, τὸ σῶμα ποὺ μεταλαμβάνουμε εἶναι τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὸ εἴπανε λέει…» Λέω: «Πάτερ δὲν μποροῦμε νὰ θεολογήσουμε, διότι δὲν εἴμαστε θεολόγοι. Μεταλαμβάνουμε Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ. Περισσότερο δὲν μποροῦμε νὰ ποῦμε, μήπως καὶ πέσουμε σὲ κανα δογματικὸ λάθος καὶ θὰ τὸ βροῦμε ἐμπόδιο μετὰ τὸν θάνατό μας» ὅ.π. σελ.235

Τί νὰ πεῖ, ὅταν ὁ συνομιλητῆς του ἀνοίγει κουβέντα γιὰ τὸ «Σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ» «τὸ εἴπανε λέει…»; Ἐπειδὴ ὁ ἅγιος ἦτο καὶ διακριτικὸς σταματάει τὴν κουβέντα λέγοντας τὰ ὅσα εἶπε. Καὶ γιὰ νὰ μὴν προσβάλει τὸ συνομιλητή του μιλάει στὸν πληθυντικό: «Πάτερ δὲν μποροῦμε νὰ θεολογήσουμε, διότι δὲν εἴμαστε θεολόγοι».

Δὲν ἦταν θεολόγος ὁ ἅγιος; Αὐτὸς ὁ μύστης τῆς προσευχῆς, δὲν ἦταν θεολόγος; Καὶ ποιὸς εἶναι θεολόγος τότε; Ἀυτὸς ποὺ πέρασε ἀπὸ κάποια θεολογικὴ σχολή καὶ ἔκαμε μεταπτυχιακά καὶ διδακτορικά; Σὲ τί; Στὶς ἀρετὲς, στὴν Χάρι τοῦ ἁγίου Πνεύματος καὶ στὴν ἀπόκτησί της; 

«Ἁπὸ τὴν ὑπακοὴ γεννᾶται ἡ προσευχὴ καὶ ἀπὸ τὴν προσευχή ἡ θεολογία» ἔλεγε ὁ ἅγιος Ἐφραίμ. ὅ.π. σελ112 

Καὶ ὑπακοὴ εἶχε καὶ προσευχή, ἄρα; Δὲν ἤξερε ἀπὸ θεολογία; Μὲ τέτοια προσευχή; Καὶ ξέρουν ποιοι; Αὐτοὶ ποὺ συναγελάζονται καὶ συμφύρονται μὲ κάθε αἱρετικό; Πάρα πολὺ καλά ἤξερε, οὐσιαστικὴ θεόσδοτη θεολογία:

«Ὅταν κάποιος ἐπίσκοπος τὸν ρώτησε μὲ κάποιον τρίτο γιὰ τὸν οἰκουμενισμό, ἔκανε προσευχή, γιὰ νὰ τὸν πληροφορήσει ὁ Θεός. «Μιὰ δυσωσμία μὲ γεύσι ξυνή, ἁλμυρή, πικρή… Να! Αὐτὸ ἧταν τὸ ἀποτέλεσμα, ἔλεγε μὲ ἀποτροπιασμό». (ὅ.π. σελ 144)

Δὲν εἶναι αὐτὸ θεολογία καὶ μάλιστα ἀποτέλεσμα προσευχῆς, ἄρα θεόσδοτη; Χρειάζεται κάτι παραπάνω γιὰ ἕναν ἐρημίτη ἀσκητή; Ὁ π. Γεώργιος ὁ Καψάνης ἐναντίον αὐτῆς τῆς δυσωσμίας δὲν ἀγωνίστηκε μὲ ὁμιλίες κείμενα καὶ βιβλία, ἔχοντας βεβαίως τὴν πείρα καὶ τὴν κατάρτισι καὶ τὴν ἐνημέρωσι καὶ τὸ χάρισμα τῆς θεολογίας; Ὁ ἅγιος Ἰουστίνος ὁ Πόποβιτς τὰ ἴδια δὲν λέει γιὰ τὴν παναίρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ; Ὁ ἅγιος Ἰουστίνος ὅμως μαχόταν ὡς ὁμολογητὴς τῆς πίστεως καὶ διδάσκαλος τῆς ἐκκλησίας γιὰ τὴν διαφύλαξι τῆς καθαρότητος τῆς πίστεως καὶ ἔγραφε βιβλία ἐπὶ βιβλίων γιὰ τὸν Οἰκουμενισμὸ καὶ ἐξηγοῦσε τί εἶναι καὶ ποῦ ὁδηγεῖ. Ὁ ἅγιος Ἐφραίμ δὲν εἶχε τέτοιο σκοπό. Ἢσυχαστὴς ἦταν τῆς ἀσκήσεως καὶ τῆς προσευχῆς. Ἄς ἀναλογιστοῦμε ὅτι «ἀπέφευγε τὸ ἔργο τῆς ἐξομολογήσεως γιὰ νὰ δίνεται ὁλόκληρος στὴν ἡσυχαστική ζωή».(ὅ.π. σελ 130), ὁπότε εὐνόητο εἶναι νὰ μὴν ἀσχολεῖται μὲ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴν ἀντιρητική. Γι᾿ αὐτὸ συμβούλευε τοὺς ἐνδιαφερομένους νὰ προστρέχουν στοὺς ἀναφερομένους γέροντες. Οἱ σύγχρονοί μας οἰκουμενιστὲς, -συμπεριλαμβανομένου τοῦ Σεβασμιωτάτου, ὅπως ἀποδεικνύουν οἱ συνάφειές του μὲ  τοὺς παπιστές, καὶ ἡ μὴ ἀντίδρασίς του στὸν οἰκουμενισμὸ ποὺ κατατρώγει τὶς σάρκες τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος- τί ἔχουν ἀπὸ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν θεολογία τοῦ ἁγίου Ἐφραίμ ἤ τὴν σοφία καὶ τὴν θεολογία τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου τοῦ Πόποβιτς; Χρησιμοποιοῦν ὅμως τὸν ἅγιο γιὰ νὰ ὑποστηρίξουν τὶς θέσεις τους.

ὡς ἐκ τούτου καὶ ἡ ἀπάντησις του, τὴν ὁποία ἀναφέρει ὁ Σεβασμιώτατος:  «Παιδί μου, εγώ δεν είμαι θεολόγος. Δεν μπορώ να δογματίσω, μήπως πέσω και σε κανένα δογματικό λάθος. Πήγαινε στον π. Γεώργιο Καψάνη, στον π. Αιμιλιανό. Αυτοί είναι θεολόγοι και ξέρουν!» εἶναι ἀπολύτως σωστὴ καὶ πραγματιστικὴ, διότι δὲν παρακολουθοῦσε τὶς ἐξελίξεις στὶς διεκκλησιαστικὲς καὶ διαθρησκειακὲς οἰκουμενιστικὲς σχέσεις, ὅπως ὁ π. Γεώργιος ὁ Καψάνης ὥστε νὰ καλύψει τὶς ἀνάγκες τοῦ ἐρωτῶντος, ἤξερε ὅμως γιὰ τὴν δυσωσμία τοῦ οἰκουμενισμοῦ.

Ὁπότε βλέπει κανεὶς ὅτι ἡ προσπάθεια τοῦ Σεβασμιωτάτου νὰ δικαιολογήσῃ τὴν δικὴ του ὑβριστικὴ καὶ ἀποριπτικὴ στάσι ἔναντι τῶν ὅσων θεωρεῖ ἐχθροὺς του ἐπικαλούμενος τὸν ἅγιο Ἐφραίμ τὸν Κατουνακιώτη πέφτει στὸ κενό. Ἐξ ἄλλου ὁ ἅγιος: «Γιὰ ὄλους εἶχε νὰ πεῖ μιὰ καλὴ κουβέντα, καὶ ἰδίως γιὰ τοὺς γείτονες. Ἀκόμα καὶ μὲ τοὺς Ζηλωτὲς εἶχε ἀγαθότατες σχέσεις καὶ δὲν τοὺς κατέκρινε» (ὅ.π. σελ.128) Μακάρι ὁ Σεβασμιώτατος νὰ βρισκόταν στὴν μεσότητα τουλάχιστον τῆς καλῆς κουβέντας καὶ τῆς ὕβρεως, τοῦ ἐπαίνου καὶ τῆς κατακρίσεως. Δυστυχῶς, τουλάχιστον στὸ κείμενό του ποὺ διάβασα, βρίσκεται στὸ ἄκρον τῆς ὕβρεως καὶ τῆς κατακρίσεως. Καὶ μάλιστα γιὰ ἀνθρώπους ποὺ οὔτε κἄν γνωρίζει ὁ ἵδιος καὶ τοὺς χαρακτηρίζει ζηλωτὲς καὶ βλαμένους καὶ ψώνια. 

Ἄν συνεχίσω τὴν ἐξέτασι τοῦ ἐμπρηστικοῦ καὶ διαιρετικοῦ λόγου τοῦ Σεβασμιωτάτου καὶ τὸν συγκρίνω μὲ τὸν ἐνδιαφἐρον καὶ τὴν ἀγωνία τοῦ ἁγίου γιὰ ἀγάπη καὶ ἑνότητα (ὅ.π. σελ.128), τὴν στάσι ἔναντι τῶν ἀλλοπίστων (ὅ.π.σελ144), τὴν στάσι του ἔναντι τῶν ἀγωνιστῶν ὑπὲρ τῆς πίστεως καὶ τῆς πατρίδος (ὅπως τοῦ σεβασμιωτάτου Κονίτσης Σεβαστιανοῦ γιὰ τοὺς ἀδελφοὺς βορειηπειρῶτες ὅ.π. 136-139) θὰ χρειαζόταν πολλὲς σελίδες. Συστήνω ἀνεπιφύλαχτα τὸ βιβλίο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΕΦΡΑΙΜ Ο ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΗΣ  Ἡσυχαστηρίου «Ἅγιος Ἐφραίμ» Κατουνάκια Ἁγίου Ὅρους ἐκδ. «Τὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας» ἀπὸ ὅπου καὶ τὰ ἀποσπάσματα, γιὰ μελέτη.

Ἐπειδὴ κουράστηκα μὲν νὰ προσπαθῶ νὰ ξεκλέψω λίγο χρόνο γιὰ νὰ μεταφέρω αὐτὰ τὰ σχόλια στὸ χαρτὶ καὶ βλέπω ὅτι δὲν ἔχω κἄν ἀρχίσει, διότι τόσα πολλὰ ἔχει ἀπλώσει ὁ Σεβασμιώτατος ἐνώπιον μας, καὶ φαντάζομαι ὅτι ἄν ὑπάρχει κανεὶς  νὰ παρακολουθῇ ὅλα αὐτὰ τὰ γραφόμενα θὰ ἔχει ἐπίσης κουραστεῖ, ἐνῷ τὰ γεγονότα τρέχουν,  θὰ σταματήσω ἐδὼ ἐπιφυλασσόμενος τὰ ὑπόλοιπα νὰ σχολιαστοῦν σὲ εὐρύτερη συνάφεια ὥστε νὰ μὴν θεωρηθῇ ὅτι ἐστιάζεται ὁ σχολιασμὸς στὸ πρόσωπο τοῦ Σεβασμιωτάτου, ὅπως μερικοὶ ἵσως παρεξηγοῦν.

Ἐπειδὴ ὕβριν χρὴ σβενῦναι μᾶλλον ἤ πυρκαΐην δὲν πρέπει νὰ μένουν ἀναπάντητα τὰ ἐκστομιζόμενα ἤ καὶ γραφόμενα τουλάχιστον ἀπὸ τὰ στόματα τῶν ταγμένων νὰ ὁδηγοῦν καὶ νὰ εἶναι πρότυπα. Καὶ ἄν τοὺς κακοφαίνεται ὅταν στηλιτεύονται οἱ κακογνωμίες τους καὶ οἱ κακοπραγίες τους, ἄς εἶναι καὶ ἐκ συναρπαγῆς-μακάρι,  ἄς θυμηθοῦν τὸν κυρ-Ἀλέξανδρο:  

Τί πταίει ἡ γλαῦξ , ἡ θρηνοῦσα ἐπὶ ἐρειπίων; Πταίουν οἱ πλάσαντες τὰ ἐρείπια. Καὶ τὰ ἐρείπια τὰ ἔπλασαν οἱ ἀνίκανοι κυβερνῆται τῆς Ἑλλάδος. (ΟΙΩΝΟΣ (1896) Ἄπαντα. ἐκδ. Δόμος τομ.5 253.22-27 254.1-9) Στὶς μέρες μας, δυστυχῶς, προσετέθησαν καὶ οἱ ἀντίστοιχοι τῆς Ἐκκλησίας. 

 

Γεώργιος Κ. Τζανάκης Ἀκρωτήρι Χανίων 12.6.2020

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση