Ο άγιος Θεόδωρος ως πρότυπο αγίας ανυπακοής προς τους άρχοντες της εποχής. 

 

Μια ομιλία του πραγματικά αγιωτάτου πατρός Αυγ. Καντιώτη, για τον πολύ μεγάλο άγιο, Θεόδωρο τον Στουδίτη! Την ανεβάσαμε στο youtube, μιας και δυστυχώς δεν υπήρχε…

Μερικά αποσπάσματα, απομαγνητοφωνημένα, όπως τα πήραμε από ‘δω.

«….Μέσα στα ανάκτορα ο τότε αυτοκράτορας, ο Κωνσταντίνος ο ΣΤ΄  (780-797), είχε μια αγία γυναίκα. Το όνομά της Μαρία. Δεν είχε ο Κωνσταντίνος κανένα παράπονο εναντίον της Μαρίας. Οι ιστορικοί της εποχής εκείνης μαρτυρούν, ότι η Μαρία υπήρξε υπόδειγμα γυναικός. Κι όμως μια μέρα ο αυτοκράτορας τη διώχνει, την πετάει έξω από τα ανάκτορα. Έπειτα με στρατιώτες την παίρνει και την στέλνει σ  ένα μοναστήρι· κ’ εκεί, χωρίς τη θέλησί της, την κάνει καλόγρια, πράγμα που απαγορεύουν οι κανόνες. Δεν σταματά όμως εδώ το κακό. Αφού έδιωξε τη νόμιμη σύζυγό του, παίρνει ως σύζυγο μια άλλη γυναίκα, μια νέα, που έλαμπε από κάλλος σωματικό, αλλά εστερείτο ψυχικού κάλλους. Ο γάμος έγινε τη νύχτα, τα μεσάνυχτα, μέσα στα ανάκτορα. Και  επειδὴ δεν βρισκόταν άλλος ιερεύς στην Πόλι να τους στεφανώση, ένας παπάς από  κείνους που αποτελούν αίσχος για την Εκκλησία του Χριστού ―πάντοτε θα υπάρχουν προδότες παπάδες και προδότες δεσποτάδες―, ένας τέτοιος παπάς, ο Ιωσήφ, που ήταν πρωτόπαπας στην αγία Σοφία, ανέβηκε τη νύχτα απάνω και στεφάνωσε το παράνομο ζεύγος. Και μόνο αυτό; Την άλλη μέρα ο Κωνσταντίνος, ενώ η νόμιμη σύζυγος έκλαιγε μεσ΄  στοὺς τέσσερις τοίχους του κελλιού του μοναστηριού, αγκαζέ παρακαλώ με τη Θεοδότη, πάνω στην ανακτορική άμαξα μετά πολλής φαντασίας πήγε στην αγία Σοφία, κ’ εκεί η πόρνη και παλλακίς εστέφθη επισήμως αυγούστα, βασίλισσα.

Το πρώτο έγκλημα του αυτοκράτορος· έδιωξε τη νόμιμη γυναίκα του αναιτίως. Το δεύτερό του έγκλημα· την έκλεισε παρά τη θέλησί της στο μοναστήρι. Το τρίτο έγκλημα· πήρε ως σύζυγο την πόρνη αυτή, τη Θεοδότη. Το τέταρτο· την στεφανώθηκε νύχτα στα ανάκτορα. Το πέμπτο· έκανε βασίλισσα την παλλακίδα μέσα στην αγία Σοφία. Το έκτο· ποιό το έκτο; ότι το παράδειγμά του θα το μιμήθηκαν ασφαλώς υπουργοί, στρατηγοί, ναύαρχοι, μεγάλοι και μικροί, για ν’  ἀνάψῃ φωτιά μεγάλη στο έθνος.

Μεγάλο το σκάνδαλο. Και όμως κανείς δεν μιλούσε. Σιωπή νεκροταφείου. Ποιός να μιλήση;

Τότε μέσα στη σιωπή αυτή ακούστηκε βροντή κ  έλαμψε αστραπή. Κάποιος μίλησε, κάποιος φώναξε. Ποιός ήταν; Ο πατριάρχης; Όχι. Δεσπότης; Όχι. Ποιός; Ένας απλός ιερομόναχος, ο ηγούμενος του Στουδίου, ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, του οποίου να  χουμε την ευχή. Αυτός μίλησε. Αυτός ήλεγξε το παράνομο αυτοκρατορικό ζεύγος, ήλεγξε τον αυλοκόλακα ιερέα που τους στεφάνωσε, έκοψε δε και το μνημόσυνο του τότε πατριάρχου, επειδή κι αυτός δεν τιμώρησε τον παρανομήσαντα ιερέα.

Πάντοτε, σε σκληρές εποχές και σε στιγμές δύσκολες, αναδεικνύει ο Θεός πρόσωπα που με παρρησία θα υπερασπισθούν την πίστι. Όταν ο Δαυίδ αμάρτησε, παρουσιάστηκε ένας Νάθαν που στάθηκε εμπρός του και τον ήλεγξε. Κι όταν ο Αχαάβ ασέβησε με την περιβόητη εκείνη Ιεζάβελ, ένας Ηλίας ανέβηκε στα ανάκτορα και ήλεγξε το παράνομο βασιλικό ζεύγος. Κι όταν ο Ηρώδης έδιωξε τη νόμιμη γυναίκά του και πήρε την διαβόητη Ηρωδιάδα, ένας Πρόδρομος είπε το «Ουκ έξεστί σοι έχειν την γυναίκα του αδελφού σου». Κι όταν στην Κωνσταντινούπολι η Ευδοξία με τον Αρκάδιο αντιτάχθηκαν στην Εκκλησία, τότε ένας Χρυσόστομος ήλεγξε την κατάστασι. Έτσι και στην εποχή αυτή παρουσιάστηκε ο Θεόδωρος ο Στουδίτης.

Τι έκανε;

Πρώτον έπαυσε το μνημόσυνο, το πολυχρόνιο, του βασιλέως Κωνσταντίνου του ΣΤ΄. Δεύτερον έπαυσε το μνημόσυνο του πατριάρχου Ταρασίου (784-806).Τρίτον ξεσήκωσε το λαό. Τέλος, νύχτα η ώρα, έκανε λιτανεία μεσ’  στὴν Κωνσταντινούπολι και έσεισε ολόκληρη την πόλι.

Το αποτέλεσμα; Ανοίξτε την ιστορία να μάθετε το αποτέλεσμα.
Ο βασιλιάς ταράχτηκε. Και τι σκέφτηκε. Προσπάθησε με κολακείες και άλλα μέσα να κάνη τον άγιο Θεόδωρο να συγκατατεθή, εκμεταλλευόμενος και κάτι άλλο πολύ σημαντικό. Και το σημαντικό αυτό στοιχείο είνε, ότι η Θεοδότη, που πήρε ως βασίλισσα στ’  ανάκτορα ο Κωνσταντίνος διώχνοντας την αγία του γυναίκα τη Μαρία, η Θεοδότη αυτή ήταν εξαδέλφη του αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου!

Αν ήταν κανένας άλλος, θα είχε χαρά και αγαλλίασι. Αφού η εξαδέλφη του έγινε βασίλισσα, θα μπορούσε πλέον ν’  ανεβαίνῃ στα ανάκτορα και να επιτυγχάνη ό,τι θέλει. Εκείνος όμως δεν σκέφθηκε έτσι. Ιδού το μεγαλείο του αγίου. Δεν ανήκε στην κατηγορία εκείνων που έχουν υπεράνω του πνευματικού χρέους τις κοσμικές σχέσεις και υπεράνω της πνευματικής συγγενείας την κατά σάρκα συγγένεια. Όχι. Πάνω από τη σάρκα είνε το πνεύμα. Ο Χριστός είπε· «Ο φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος· και ο φιλών υιόν ή θυγατέρα (ή αδελφούς ή γυναίκα ή άλλους συγγενείς) υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος» (Ματθ. 10, 37). Θ’ αγαπάς τη γυναίκα σου, θ’ αγαπάς τα παιδιά σου, θ’ αγαπάς τους συγγενείς σου, θ’ αγαπάς τους φίλους σου, θ’ αγαπάς τους πάντας, αλλά παραπάνω απ’ όλους θα  ’χῃς το Χριστό και την αλήθεια. Έτσι έκανε και ο Στουδίτης. Γι  αυτὸ δεν υπελόγισε τη Θεοδότη.

Εκείνη ήλπιζε, ότι ο εξάδελφός της, ο καλός της εξάδελφος, ο άγιος εξάδελφος, που ζούσε με την προσευχή και κρατούσε το κομποσχοίνι, θα τη δεχότανε. Πίστευε, ότι προσφέροντάς του ωρισμένα πολύτιμα δώρα θα τον έκαμπτε. Και μια μέρα πήρανε μια άμαξα με χρυσοστόλιστα άλογα, τη φόρτωσαν δώρα, διαμάντια και άλλα, και ξεκίνησαν με συνοδεία να πάνε στο μοναστήρι του εξαδέλφου της. Ένας σκοπός, που φύλαγε ψηλά στον πύργο του μοναστηριού, μόλις είδε να  ’ρχεται η βασιλική άμαξα με τη Θεοδότη και τον αυτοκράτορα, αμέσως ειδοποίησε τον ηγούμενο.

Τότε ο Θεόδωρος ο Στουδίτης διατάζει, να χτυπήσουν πένθιμα οι καμπάνες του μοναστηριού σαν να ήταν Μεγάλη Παρασκευή. Κι όταν η αυτοκρατορική συνοδεία πλησίασε στην πύλη κ’ ήταν έτοιμη να μπη στο μοναστήρι, δέκα μοναχοί έκλεισαν με πάταγο την πόρτα κατάμουτρα στο βασιλιά. Έτσι η Θεοδότη επέστρεψε ταπεινωμένη στα ανάκτορα.

Ενώ λοιπόν ο Ιωσήφ την κολάκευσε, ο άγιος Θεόδωρος την ήλεγξε. Για την υπόθεσι του κόλακος αυτού ιερέως, του Ιωσήφ, που στεφάνωσε το παράνομο βασιλικό ζεύγος και εν συνεχεία καθαιρέθηκε επί της βασιλίσσης Ειρήνης της Αθηναίας (797-802) από τον πατριάρχη Ταράσιο, ο άγιος Θεόδωρος αναγκάστηκε να κόψη το μνημόσυνο και του επομένου πατριάρχου, του Νικηφόρου Α’  (806-815). Διότι κι αυτός, υποχωρώντας στην επιθυμία του αυτοκράτορος Νικηφόρου (802-811), αποκατέστησε με Σύνοδο τον Ιωσήφ στο ιερατικό αξίωμα. Η διακοπή αυτή του μνημοσύνου στοίχισε στον άγιο Θεόδωρο την πρώτη εξορία, την εξορία του στη νήσο Χάλκη.

Ύστερα απ΄αυτὸ ο Θεόδωρος ο Στουδίτης εξωρίστηκε και για δευτέρα φορά λόγω της ακάμπτου μαχητικότητός του. Αγωνίστηκε δε και υπέρ των αγίων εικόνων κάνοντας μάλιστα με τους μοναχούς του μέσα στην Πόλι και λιτανεία, που πήρε τη μορφή διαδηλώσεως του ορθοδόξου λαού κατά των αιρετικών εικονομάχων. Η διαδήλωσις αυτή του στοίχισε πάλι διωγμό και τρίτη εξορία. Στρατιώτες μπήκαν στο μοναστήρι δέρνοντας και χτυπώντας. Συνέλαβαν τον ηγούμενο και σκόρπισαν τους μοναχούς.

Πρώτη φορά είχε εξοριστή το 808 στη Χάλκη για τον παράνομο γάμο. Τη δευτέρα φορά εξωρίστηκε πάλι για τον ίδιο λόγο. Και τρίτη φορά εξωρίστηκε το 815 στη Σμύρνη για τις άγιες εικόνες· τότε τον έκλεισαν στο υπόγειο του μητροπολιτικού μεγάρου της Σμύρνης κ’ εκεί τον μαστίγωναν αλύπητα. Αργότερα, το 826, διαμαρτυρήθηκε τελευταία φορά και για τον παράνομο γάμο του αυτοκράτορος Μιχαήλ Β  (820-829).

Τέλος σε ηλικία 67 ετών, το έτος 826, μια βραδιά, μια αγία ημέρα, προαισθάνθηκε το τέλος του. Ήταν 9 Νοεμβρίου. Κάλεσε τα πνευματικά του παιδιά και τα αποχαιρέτισε. Τα τελευταία του λόγια ήταν· «Παιδιά μου, φυλάξατε ορθόδοξον την πίστιν και βίον ακηλίδωτον, και ο Θεός μαζί σας». Στις 11 Νοεμβρίου, ημέρα Κυριακή, τους παρακάλεσε να ψάλουν τον άμωμο, τον μεγαλύτερο ψαλμό του Ψαλτηρίου, τον 118ο. Κι όταν οι μοναχοί έλεγαν με δάκρυα το στίχο «Εις τον αιώνα ου μη επιλάθωμαι των δικαιωμάτων σου, ότι εν αυτοίς έζησάς με, Κύριε», δηλαδή· «Ω Θεέ μου, ποτέ δεν θα ξεχάσω τα λόγια του νόμου σου, γιατί μ’ αυτὰ μου έδωσες ζωή» (Ψαλμ 118,93), την ώρα εκείνη φτερούγισε η αγία του ψυχή και παρέδωσε το πνεύμα στον ουράνιο πατέρα.

Ο άγιος Θεόδωρος μετά την τρίτη εξορία δεν ξαναείδε το μοναστήρι του, που το κατέλαβαν άλλοι μοναχοί, οπαδοί των εικονομάχων. Μακριά από το Στούδιο, θλιβόμενος και προσευχόμενος, πέρασε τις τελευταίες ημέρες της ζωής του εκεί, στον τόπο της εξορίας του, και έτσι έκλεισε τα μάτια του στο μάταιο αυτό κόσμο….»

[Εσπερινή ὁμιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου
στην Αθήνα, στις 21-11-1976. Εδημοσιεύθη στὴν «Χριστιανική Σπίθα» (527-9/1996)]

Αφήστε μια απάντηση